ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




"Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ" Απόσπασμα Β΄

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η συνέχεια προηγούμενης ανάρτησης με τίτλο:

"Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ" Απόσπασμα Α

Πρόκειται για απομαγνητοφώνηση της ομώνυμης ομιλίας του Δημήτρη Λιαντίνη προς τους Στρατιωτικούς Γιατρούς, ένα περίπου χρόνο πριν εξαφανιστεί. Στην προηγούμενη ανάρτηση είχαμε σταματήσει στο εικοστό έβδομο περίπου λεπτό του βίντεο. Από εκεί και συνεχίζουμε και μέχρι το πεντηκοστό (50) λεπτό. Ολόκληρο το βίντεο διαρκεί 101 λεπτά.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Β'



.... Σας θυμίζω την ωραία εκείνη ιστορία που μας γράφει στο βιβλίο των ιστοριών του ο Ηρόδοτος. Η περίφημη εκείνη συνέντευξη τύπου. Press room λέμε σήμερα… Που έδωσε ένας μεγάλος έλληνας, και πόσο μεγάλος! Ο Σόλων ο Αθηναίος.

Σοφός. Στους εφτά σοφούς. Άλλο σοφός, άλλο φιλόσοφος στους αρχαίους έλληνες. Ένας μεγάλος ποιητής, ελεγοποιός και προπαντός ένας μεγάλος νομοθέτης. Ο Σόλων. Έφτιαξε τη δημοκρατία. Ένα πολίτευμα που το κυνηγάνε δυόμισι χιλιετίες οι άνθρωποι σαν τη «ράρα άβις», σαν το σπάνιο πτηνό, και δεν μπορούν να το πιάσουν. Αυτό το τέλειο πολίτευμα, που εφαρμόστηκε για δυόμισι μόνο γενεές στην αρχαία Αθήνα, μαζί με τον Κλεισθένη βέβαια…

Λοιπόν. Αυτός, λέει ο Ηρόδοτος, είχε πάει κάτω εκεί … αυτοί ξέρετε ταξιδεύανε Ανατολή, Αίγυπτο κτλ Είχε πάει εδώ στη Λυδία, στις Σάρδεις, και συναντήθηκε… η γνωστή ιστορία με τον Κροίσο. Ο βασιλιάς Κροίσος, κροίσος, σύμβολο του πλούτου. Του ‘δειξε λοιπόν τα μεγαλεία του.

Κοίτα του λέει τα κάστρα μου, κοίτα το στρατό μου, κοίτα τα καράβια μου, κοίτα τους κήπους μου. Κοίτα το λαό μου, την οργάνωση, την πόλη μου. Κοίτα τα διαμάντια μου, τις αποθήκες, κοίτα τις γυναίκες μου με τα σηρικά περιζώματα, τα μετάξια και τις πορφύρες. Ξέρεις κάναν άνθρωπο πιο ευτυχισμένο από μένα;

- Ξέρω, βασιλιά, του λέει ο Σόλων. Και αναφέρει… γνωστή ιστορία.

- Ποιον;

- Αυτόν…

- Τι ήταν αυτός;

- Ε, ένας απλός άνθρωπος ήταν, λέει, στην Αθήνα. Γέννησε ωραία παιδιά, τα μεγάλωσε. Ζούσε μέσα σε τιμή και υπόληψη. Έγινε κι ένας πόλεμος, λέει, στη χώρα του. Οι Μεγαρείς κήρυξαν… και πήγε στην πρώτη γραμμή…

Όπως ο Μαβίλης μας, εξήντα χρονών, Γαριβάλδης εθελοντής στο Δρίσκο, και έπεσε, σκοτώθηκε και του φτιάξαν και ένα ηρώο και ζει μέσα στην υπόληψη… η μνήμη του κτλ.

- Α, τότε είμαι δεύτερος, λέει.

- Α, όχι. Δεν είσαι δεύτερος. Είναι κι άλλος.

- Ποιος;

- Ο τάδε…

- Τι έκανε αυτός;

- Αυτό…

Τον κοίταξε. Περίεργα.

- Ε, τότε είμαι τρίτος.

- Δεν είσαι τρίτος. Ξέρω κι άλλον.

- Ποιον.

- Αυτόν…

- Μα τώρα, λέει, ζεύτηκε το άρμα σαν τα βόδια και θα μου πεις ότι ήταν πιο ευτυχισμένος… Άντε πάαινε από δω. Πάαινε από δω, του λέει, ανόητε άνθρωπε, που σε λένε και σοφό.

Εκείνη λοιπόν τη στιγμή απάντησε ο Σόλων και λέει:

- Βασιλιά, μηδένα προ του τέλους μακάριζε. Στάσου να ιδώ το τέλος σου, να ιδώ πώς θα πεθάνεις, κι από κείνη τη στιγμή θα κρίνω και τη ζωή σου και θα σου πω αν ήσουν ευτυχισμένος ή όχι.

Και βέβαια ξέρουμε πώς πέθανε ο Κροίσος. Όταν τον αιχμαλώτισε ο Κύρος με τους Μήδους και τον έβαλε πάνω στη φωτιά και φούντωσε η φωτιά σαράντα πήχες, ψήλωσε και άρχισε και φώναζε:

- Σόλων, Σόλων!

- Τι βατταρίζει, λέει, ο βάρβαρος, κατεβάστε τον.

Τότε τον θυμήθηκε τον Σόλωνα.

Μ’ αυτή την έννοια λέμε ότι «Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου» κατά την έννοια ότι προβληματιζόμαστε συνεχώς, έχουμε μπροστά μας μέσα από το καλειδοσκόπιο του θανάτου, βλέπουμε τη ζωή μας για να την κάνουμε όσο γίνεται πιο σωστή.

Έρχομαι στο δεύτερο. Πολύ συνοπτικά, σας μιλάω σε μια γλώσσα, και να μου το συμπαθήσετε, σπασμένη, βίαιη και ανώμαλη. Δανείζομαι όσο μπορώ το ύφος δύο μεγάλων. Του Θουκυδίδη και του Τάκιτου. Σας μιλάω και με σχέσεις μαθηματικές κτλ Θα συζητήσουμε στο τέλος, παρακαλώ τις απορίες σας.

Έρχομαι στην έννοια του «Φόβος θανάτου».

Όλοι φοβόμαστε το θάνατο. Και πόσο φοβόμαστε το θάνατο. Όταν λέω όλοι, εννοώ όλοι, ο κανόνας, έτσι; Υπάρχουν και εξαιρέσεις. Οι συντριπτικές πλειονοψηφίες των ανθρώπων μπροστά στο θάνατο τρέμουνε. Γι’ αυτό βλέπετε ογδόντα χρονών κι ενενήντα, και τρέχουν σ’ εσάς «Γιατρέ μου, σώσε με, γιατρέ μου, το φάρμακο, το τούτο, το κείνο.»



Φοβόμαστε το θάνατο. Γιατί; Γιατί φοβόμαστε το θάνατο;

Κατ’ αρχήν εδώ για να κάνουμε μία σωστή προσέγγιση στο πρόβλημα, πρέπει να κάνουμε μία διάκριση. Υπάρχουν δύο μορφές ή μάλλον από δύο οπτικές θα ιδούμε το θάνατο.

Η μία είναι το γεγονός της βιολογικής κατάλυσης. Της καταστροφής της μονάδας ενός είδους.

Γνωρίζετε, οι βιογεωλόγοι μας λένε ότι από τότε που αρχίζει ο φανεροζωικός μεγααιώνας, πριν 600 εκατομμύρια χρόνια, μέχρι σήμερα στον πλανήτη έχουν εμφανιστεί 100 έως 200 εκατομμύρια έμβια όντα, από τα οποία σήμερα ζει το 1%.

Τα 99% έχουν εξαφανιστεί αφού διέρρευσαν τον ορισμένο βιολογικό ή κοσμολογικό τους κύκλο που προσδιορίζεται σε 10 ή 15 εκατομμύρια χρόνια. Μετά εξαφανίζεται το είδος, έρχεται άλλο, έρχεται άλλο, μόνο οι βλάττες ζουν από το … από την εποχή του λιθανθρακοφόρου, πριν από 400 εκατομμύρια χρόνια. Οι βλάττες είναι οι κατσαρίδες.

Λοιπόν. Η μία μορφή θανάτου είναι η εξαφάνιση και η αποδόμηση της έμβιας ύλης, της βιομάζας, μάλιστα πάντοτε οι βιογεωλόγοι μας λένε ότι ο πλανήτης έχει αποδομήσει βιομάζα πολύ μεγαλύτερη από τη μάζα της ίδιας της γης. Που αυτό σημαίνει όχι μόνο τη δύναμη και το βεληνεκές του θανάτου αλλά και τη δύναμη του γίγνεσθαι, τον αντίθετο, το αντίθετο, τον έρωτα που είπαμε, όπως θα δούμε.

Αλλά μία σκέψη είναι, ένας λόγος είναι να πεις ότι η βιομάζα που έχει αποδομηθεί είναι πολύ μεγαλύτερη από τη μάζα της ίδιας της γης.

Η μία μορφή του θανάτου είναι αυτή που θα την τραβήξουμε όλοι, και θα πάμε, θα πεθάνουμε.

Η άλλη… υπάρχει μια δεύτερη διάσταση κι αυτή είναι η φοβερή. Και που μας ενδιαφέρει. Είναι ο νοητικός θάνατος, δηλαδή η γνώση ότι ξέρω ότι θα πεθάνω. Ο καθένας μας ξέρει ότι θα πεθάνει. Και ξέρει τι είναι αυτό το πράγμα.

Μπορεί να μην ξέρει τι θα συμβεί από τη στιγμή που πεθαίνει, αλλά ότι θα πεθάνει, ξέρει, το ξέρει αυτό το πράγμα. Αυτό είναι ένα γνώρισμα μόνο του ανθρώπου. Η οντολογική διαφορά του Dasein, όπως λέει ένας φιλόσοφος της εποχής μας, ο Μαρτίνος Χάιντεγκερ, εμείς οι άνθρωποι ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε γιατί είμαστε σκεπτόμενα όντα. Διότι έχουμε αποκτήσει τη γνωστική συνείδηση. Έχουμε νόηση. Homo sapiens που λέμε, Homo sapiens sapiens recens κλπ

Τα άλλα έμβια όντα, τα πουλιά, έτσι, τα φίδια, τα ερπετά, τα δέντρα κλπ τα αρνάκια, οι λαγοί, πεθαίνουν, μόνο ο άνθρωπος ξέρει ότι πεθαίνει.

Αυτό το δεύτερο στοιχείο είναι το φοβερό που κάνει το θάνατο οδυνηρό φαινόμενο για τον άνθρωπο κατά την έννοια ότι εάν το πρώτο είναι ενέργεια ατμομηχανής, το άλλο είναι ενέργεια πυρηνική. Να ξέρω ότι θα πεθάνω και ξέρω τι σημαίνει αυτό.

ΜΥΘΟΣ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΩΝ...

Λοιπόν. Αυτό το δεύτερο είναι που μας δημιουργεί το φόβο του θανάτου το οποίον ήρθε, έχουμε ωραίες σημάνσεις από το παρελθόν, φιλοσοφικούς μύθους. Η πρώτη ένδειξη της είναι στην Παλαιά Διαθήκη, εκεί στο Γ΄ Γενέσεως. Γίνεται μία ωραία περιγραφή του φαινομένου. Λέει ότι όταν ο θεός έπλασε τους Πρωτόπλαστους, και τους είπε, τους έβαλε στον Παράδεισο, ανάμεσα στους τέσσερις ποταμούς, Φισών, Γεών, Τίγρης και Ευφράτης, λέει "από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω βρώσει φαγή". (Απ' όλα θα φάτε). "Από δε του ξύλου έστι εν μέσω του Παραδείσου, του γινώσκειν αγαθόν και πονηρόν, ου φάγητε απ' αυτού ου δε μη άψεσθαι, ή δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, θανάτω αποθανείσθε".

Κούνησε το δάχτυλο έντρομα ο Δημιουργός και τους λέει:

"Την ημέρα που θα φάτε από το δέντρο της γνώσης, θα πεθάνετε!"

Εμείς ξέρουμε ότι έφαγαν, αλλά δεν πέθαναν. Αυτή είναι η εξωτερική όψη.

Τι θα πει "θανάτω αποθανείσθε"; Που είναι και η μόνη τιμωρία. Γιατί το άλλο, η έξωση του Παραδείσου είναι... η έξωση από τον Παράδεισο κτλ είναι απλοϊκά πράγματα, απόκτησε τη γνωστική συνείδηση ο άνθρωπος, τη γνώση δηλαδή, και αμέσως βγήκε έξω από τη φύση, απ' την οποία δεν έχει βγει κανένα άλλο έμβιο ον, μένει μέσα ακόμη, το σπουργιτάκι, ο λαγός, το πουλί κτλ... Ο άνθρωπος βγήκε έξω και έκανε τον κόσμο αντικείμενο και τον εξετάζει. Κι από δω αρχίζουν και τα βάσανά του πια, το "ακάνθας και τριβόλοις", {...}

Αλλά η τιμωρία η μεγάλη που τους απείλησε ο θεός είναι ότι "θα πεθάνετε". Η γνωστική μας συνείδηση λοιπόν είναι που μας κάνει να ξέρουμε το θάνατο και μας δημιουργεί αυτή την οδύνη κι αυτόν τον πόνο.

Αυτό αποδεικνύεται και γεωμετρικά, πάντα στην ίδια αυτή σήμανση από την Παλαιά Διαθήκη, στο Δ΄ Γενέσεως, και μην ακούτε αυτά που λένε ότι το δέντρο της γνώσης είναι σεξουαλική {...} κι όλες αυτές οι ανοησίες που λένε στις τριόδους. Το δέντρο της γνώσης αυτό είναι ότι ο άνθρωπος απόκτησε τη γνωστική συνείδηση. Ο εγκέφαλός του καθώς μεγάλωσε, να το πούμε με τη θεωρία της εξέλιξης, και έχουμε εδώ και νευροχειρουργούς, η κρανιακή κάψα από τα 250 κυβικά εκατοστά που ήταν ο homo habilis και ο homo erectus, του 2,9 εκατομμύρια χρόνια με τη φοβερή αυτή εξέλιξη, έγινε στα 1200 κυβικά εκατοστά και κάποτε έγινε η φοβερή εκείνη έκρηξη μέσα στο μυαλό του, ένα φωτόνιο συνείδησης διατύπωσε την πρώτη απορία. Ξέφυγε από τα ζώα κτλ.

Έτσι ερμηνεύει, απομυθοποιεί, ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος, Ιμμάνουελ Καντ, το μύθο της ... αυτής... ότι ο όφις, λέει, είναι το πρώτο "γιατί".

Έγραψε μια εργασία στη μέση ηλικία του ο Καντ, με τίτλο "Μικρή". Υποθετική αρχή της ανθρώπινης ιστορίας. Πώς αρχίζει ο άνθρωπος και η ιστορία του.

Και λέει, ο όφις που μας λέει το Γ΄ Γενέσεως, είναι το πρώτο "γιατί". Η πρώτη απορία που είδε στον άνθρωπο.

Λοιπόν... Πώς αποδεικνύεται τώρα γεωμετρικά ότι την ημέρα που θα φάνε θα πεθάνουν; Αυτό μας το λέει αμέσως στο Δ΄ Γενέσεως που διηγείται την ιστορία του Κάιν και του Άβελ. Οι δύο γιοι του Αδάμ, ο ένας σκότωσε τον άλλον. Έτσι;

Δοκίμασαν κι οι Αμερικανοί να το κάνουν φιλμ. "Ανατολικά της Εδέμ". Βέβαια, ωχρά υποκατάστατα σ' αυτά τα μεγαλεία, το μόνο που έσωσε αυτό το φιλμ είναι εκείνος ο ωραίος Τζέιμς Ντιν, που πέθανε νέος. Γιατί πέθανε νέος στα 25 του χρόνια; Νέοι πεθαίνουν... "Νέος πεθαίνει ον τινα φιλεί θεός."




Στο Δ΄ Γενέσεως λοιπόν μας λέει ότι ο ένας σκότωσε τον άλλον. Ο ένας ήταν ποιμένας, ο άλλος ήταν γεωργός, φθόνησαν εκεί με τις θυσίες κτλ Σήκωσε το αξινάρι, του 'δωσε μία, τον σκότωσε.

Και τότε, λέει, τον σημάδεψε εδώ ο θεός, μ' ένα κεραυνό, να φαίνεται στο μέτωπό του ότι έχει σκοτώσει.

Έτσι βγήκε ο θάνατος στον κόσμο.

Αυτό δε σημαίνει ότι ο πρώτος άνθρωπος που πέθανε ήταν ο Άβελ. Ή ο πρώτος φονιάς ήταν ο Κάιν. Εκατομμύρια είχαν πεθάνει και είχαν σκοτώσει ως τότε. Αλλά τώρα που απόκτησε τη γνωστική συνείδηση, έμαθε τι είναι θάνατος!

Την ίδια σήμανση θα τη βρούμε, να μην το παραλείψουμε, να μη θυμόμαστε και τις ρίζες μας; να μην ξεχνάμε τις ρίζες μας! την ίδια σήμανση θα τη βρούμε στην υπέροχη εκείνη διήγηση από την ελληνική πια, την κλασική ελληνική τέχνη, με τον Οιδίποδα - ωχ - με τον Οιδίποδα και την όλη την τραγωδία που συνυφαίνεται γύρω του.

Ο Οιδίποδας, ο Οιδίπους. Στις Θήβες.

Δεν ήξερε. Όπως δεν ήξερε και ο Αδάμ και η Εύα. Και κάποτε έμαθε. Γι' αυτό συνουσιαζότανε με τη μάνα του. Όπως μία κατσίκα γεννάει ένα κατσικάκι αρσενικό, ένα τραγάκι, και τον επόμενο χρόνο θα συνουσιαστεί με τη μάνα του. Δεν υπάρχει αυτή η διάκριση, δεν υπάρχει γνώση.

Λοιπόν... Αλλά σε μια στιγμή έμαθε. Γι' αυτό στον Οιδίποδα αποδίδουν το στοιχείο του πιο σοφού ανθρώπου. Η ιστορία με τη Σφίγγα. Την ξέρετε... Υπήρχε η Σφίγγα, αυτό το τέρας εκεί, η φύση είναι αυτή, η οποία όποιος περνούσε του 'βαζε ένα αίνιγμα:

"Πες μου: Δίπουν, τετράπουν, τρίπουν, ου φωνή, τι είναι αυτό;" Που έχει φωνή;

Και δεν μπορούσε να το λύσει κανείς! Κι όταν πέρασε ο Οιδίποδας, χοχ...

"Άνθρωπον λέγεις!" Αυτό το αίνιγμά σου, της λέει, που ζητάς, είναι ο άνθρωπος! Που περπατάει με τα τέσσερα παιδάκι, με τα τρία με τη μαγκουρίτσα γέρος, με τα δύο κτλ κι έχει φωνή κτλ.

Αυτό, πίσω απ' αυτή την απλή σήμανση, υπάρχει ένα τρομακτικό σημείο φιλοσοφικό. Εκείνη τη στιγμή γίνονται τα αποκαλυπτήρια του ανθρώπου. Μέσα στη φύση. Ξεχωρίζει ο άνθρωπος από τη φύση. Είναι το ανάλογο, δηλαδή, με το Γ΄ Γενέσεως.

Και μετά, δεν εγνώριζε, όπως ο Αδάμ και η Εύα, γνωρίζουν και ακολουθούν όλες αυτές οι τραγωδίες και όλα αυτά τα βάσανα που ξέρουμε, που έρχονται... Οι δύο γιοι που σκοτώνονται, κοιτάξτε, και σκανδαλιστικές ομοιότητες. Ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης σφάζονται, όπως ο Κάιν σκοτώνει τον Άβελ, κλπ.

Και έρχεται και ο έρωτας μαζί, ο έρωτας στην Παλαιά Διαθήκη έρχεται στην αρχή του Δ΄ Γενέσεως, αμέσως μετά τη γνώση, "Αδάμ δε έγνω Εύαν, τη γυναίκα αυτού, και συλλαβούσα έτεκεν τον Κάιν." Εδώ έρχεται ο έρωτας.

Αυτή η γνώση λοιπόν, γεννάει το φόβο του θανάτου.

Αλλά, πέρα απ' αυτό, όταν λέμε "Φόβος θανάτου", η αίσθηση ότι θα χάσουμε μια για πάντα αυτό τον κόσμο, και δε θα τον ξαναδούμε ποτέ, τον ήλιο, τη θάλασσα, δε θα ξαναπιώ κρασάκι, δε θα ξαναγευτώ το φιλί, το "παίξε με" που λέει το θηλυκό, δε θα ξανακούσω Μότσαρτ, δε θα ξαναπάω στην Επίδαυρο, δε θα ξαναδώ τα έργα μου... Αυτός πια, ο πόνος, η γνώση ότι θα στερηθώ μια για πάντα όλα αυτά τα πράγματα, γεννάει το φοβερό πόνο του θανάτου, που σημαίνει, αντιστρέφοντας την οπτική, ότι τον πόνο του θανάτου τον γεννάει η αγάπη που έχουμε για τη ζωή και δε θέλουμε με τίποτα να τη χάσουμε.

(Ακολουθεί το δημοτικό τραγούδι: «Τούτη η γης, κυρα – Γιώργαινα)


Θα κάνω δύο απλές μνείες μόνο. Από έναν ποιητή μας, το γίγαντα ποιητή που έχουμε, το Σολωμό μας. Που δεν τον γνωρίζουμε.

Ο Σολωμός γράφει κάπου ο Ελύτης, στα «Ανοιχτά Χαρτιά», ότι είναι ένας από τους πέντε ή δέκα μεγαλύτερους ποιητές όλων των αιώνων και όλων των λαών. Ακούτε πρόταση!

Λέει λοιπόν: «Δεν το ‘λπιζα να ‘ναι η ζωή μέγα καλό και πρώτο.»

Και κάπου αλλού λέει: «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.»

Φυσάει αεράκι την ημέρα της Λαμπρής κι από κει κινημένο αργοφυσούσε τόσο γλυκό στο πρόσωπο το αέρι που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.»

Και κάπου αλλού πάλι μας λέει: «Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει.»

Οι Μεσολογγίτες την πιο ψηλή ώρα του μεγάλου σηκωμού. Το μεταφυσικό σημείο. Το Μεσολόγγι.

Αλλά… θα σας δώσω και μ’ έναν πιο συστηματικό τρόπο, μ’ έναν άλλον ποιητή, παγκόσμια πια αναγνωρισμένο, μιλάω για το μεγάλο Γκαίτε, που τον είπαν «ο Ολύμπιος» στην Ευρώπη, θα σας δώσω να δείτε τι σπουδαίο πράγμα είναι η ζωή. Αυτή είναι που την αγαπάμε και τρέμουμε και δεν μπορούμε να την αποχωριστούμε και τρέμουμε μπροστά στο θάνατο.

Έχει γράψει νέος ο Γκαίτε, χωρίς όρια καλλιτέχνη, το 1908 συναντήθηκε για πέντε λεπτά με το Βοναπάρτη στην Ερφούρτη, ο Βοναπάρτης στα μεγάλα του, και εκείνη τη στιγμή, που συναντηθήκαν για πέντε λεπτά ο Γκαίτε και ο Βοναπάρτης, και θα γράψει μετά από 80 χρόνια ο Νίτσε αυτή είναι η πιο υψηλή στιγμή, η κορυφή, το Έβερεστ του πολιτισμού της Ευρώπης. Διότι συναντηθήκαν τα δύο ακραία μεγέθη. Ο άνθρωπος της πράξης, ο homo activus, ο Βοναπάρτης, και ο άνθρωπος της θεωρίας, επιστήμονας καλλιτέχνης, ο homo (κονγκλεκατίβους), ο Γκαίτε. Έχει γράψει λοιπόν μια συλλογή με ερωτικές ελεγείες τις οποίες λέει ……… , οι Ρωμαϊκές Ελεγείες.

Σαν απόηχος αχνός έρχεται αυτό που λένε σήμερα οι αυτές μας .. λατίνοι εραστές. (γελάκι) … Λατίνοι εραστές. Είναι άλλο πράγμα όμως.

Εκεί λοιπόν μας κάνει την εξής υπόθεση. Μας λέει: Ένα συντομότατο ποίημα, οκτώ γραμμές είναι. Λέει ένας άντρας νέος και δυνατός, είναι σφοδρότατα ερωτευμένος με μία γυναίκα. Υπέροχη γυναίκα. Είναι πεντάμορφη διότι βασικά είναι έξυπνη. Κάτι δηλαδή θα λέγαμε ανάμεσα στο περισσότερο όμορφη από τη Μπαλατσινού να πούμε αν της αναγνωρίσουμε μία ευφυία και πολύ λιγότερο όμορφη από τη θεά Ήρα, η οποία ήταν βέβαια πολύ πιο όμορφη από την Αφροδίτη. Μην κοιτάτε που της πήρε το μήλο, ήτανε σικέ ο διαγωνισμός, το ξέρετε.

Μας περιγράφει μια ερωτική συνάντηση της Ήρας με το Δία ο Όμηρος, και ισοπεδώνεται ο Όλυμπος (γελάκι) σε μία κάποια από τις … μες στις ραψωδίες.

Λοιπόν, περιμένει αυτήν τη γυναίκα. Έχει ένα στέντις άιλ, ένα ραντεβού «τελευταίο φως» που λέμε στη γλώσσα τη στρατιωτική, με το τελευταίο φως, «περί λύχνον αφάς» όταν ανάβουν τα λυχνάρια. Θα ‘ρθει στην κάμαρά του. Αυτό το υπέροχο πλάσμα. Την περιμένει κι έχει μια αδημονία. Έχει μια αγωνία. Σε σημείο που δεν μπορεί να κρατηθεί με τίποτα. Πότε να τελειώσει ο χρόνος, να έρθει η ορισμένη στιγμή.

Αυτό είναι το αίσθημα της ένδειας της ερωτικής που το είπε ο Πλάτων «ο έρωτας είναι γιος της Πενίας». Στο Συμπόσιο μας λέει ότι ο έρωτας είναι γιος του Πόρου και της Πενίας, ο δαίμονας αυτός, ο έρωτας. Η Πενία είναι αυτή η ορμή, αυτό το βασανιστικό σωματικά και ψυχικά και πνευματικά που μας σπρώχνει στο άλλο φύλο.

Την περιμένει λοιπόν είναι τόση η αδημονία του, που σε μια στιγμή χωρίς να το καταλάβει έχει ανάψει τις λαμπάδες, έχει ανάψει τα κεριά, μέσα στο αυτό… και κοιτάζει και ο ήλιος είναι ψηλά ακόμη. Οπότε τρέχει στο παράθυρο σαν να θέλει να τον αρπάξει «Βασίλεψε, λοιπόν!»

Εκείνη τη στιγμή λοιπόν, σ’ αυτήν την κατάσταση που είναι, λέει:

"Αλέξανδρος του Φιλίππου και ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ θα μου δίνανε τη μισή τους δόξα και το μισό τους βασίλειο εάν γινότανε τρόπος να τους ανασύρω από κει που είναι, από την πηγάδα της ατελεύτητης ανυπαρξίας τους, από το Μεγάλο Τίποτα, να τους φέρω εδώ μπροστά, και να ζωντανέψουν σαν κι εμένα, και να βρεθούν που θα βρεθούν στην κατάσταση που … να τους ανταλλάξω με τον εαυτό μου, και να ζήσουν αυτοί αυτή τη νύχτα που θα ζήσω εγώ απόψε. Ε, δεν έχω καμία αμφιβολία, λέει, ότι αν γινόταν αυτό το πράγμα, θα μου δίναν τη μισή τους δόξα και το μισό τους βασίλειο."

Η ελεγεία φαίνεται ερωτική σε πρώτη ανάγνωση, και πράγματι είναι, αλλά πίσω σε μια δεύτερη ανάγνωση, σε ένα άλλο επίπεδο, περιγράφεται πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η ζωή. Αλέξανδρος ήταν αυτός. Και Καίσαρ. Αιώνιες μορφές, οδηγητικές στην ιστορία. Σε σύγκριση με μένα, τον απλό άνθρωπο όμως, αυτοί είναι νεκροί, εγώ είμαι ζωντανός. Γι’ αυτό θα μου δίνανε το μισό τους βασίλειο και τη μισή τους δόξα.

Αυτός είναι ο λόγος που μας κάνει και φοβόμαστε το θάνατο. Η αγάπη μας για τη ζωή.


Για όλες αυτές τις χαρές. Κι όταν έρχεται η στιγμή που πεθαίνουμε, ουσιαστικά σημαίνει αυτό ότι πληρώνουμε τη συναλλαγματική. Για το δώρο που σου ‘δωσε η ζωή. Τα απλά πράγματα. Δε ζητάμε μεγαλεία. Αρκεί να έχουμε μάτια να τα βλέπουμε. Κι αυτά τα απλά πράγματα είναι τόσο μεγάλο το τίμημα που θα ‘λεγε κανείς ότι πρέπει να πληρώσεις δισεκατομμύρια τη στιγμή που πεθαίνεις και να πληρώσεις το δώρο της ζωής, το τίμημα, τα οποία όμως δισεκατομμύρια δεν έχεις και πρέπει να τα βρεις. Γι’ αυτό είναι τόσο σκληρός ο θάνατος.

Διαβάστε τη συνέχεια της ομιλίας εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Έλληνες θα ειπεί...



Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα