ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι παπαρούνες του Μάη και του Λιαντίνη

Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΑΣ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝ ΚΛΕΙΣΤΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ, ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ. 

Χρόνος αρχικής ανάρτησης η Πρωτομαγιά του 2008. Και πλέον έχουν περάσει 5 χρόνοι από τότε. Και σε ένα μήνα θα συμπληρωθούν 15 χρόνοι που ο Δάσκαλος Λιαντίνης έφυγε από κοντά μας. 

Ένας λοιπόν Μάιος ξεκινά σήμερα και πάλι. 1/5/2013. Ένας παράξενος Μάιος. Αφού αρχίζει με την αγαπημένη Μεγάλη Τετάρτη του Λιαντίνη και τη δακρυσμένη αγωνία του Όρους των Ελαιών, με τη λύπη να φτάνει έως θανάτου, και θα τελειώσει με την "προτεραία της αύριον και της μεγάλης ημέρας" της εξόδου... 



"Οι πρώτες παπαρούνες του Μάη
ραμφίσανε με αίματα της άνοιξης
το λαχουρί φουστάνι.


Δαμάστηκεν ο ίμερος της χλόης καθώς οι ηλιαητοί
γιόρτασαν την γιορτή των ταυροκαθαψίων.
Απάντεχα μας ξέβρασε η βάρκα της ελπίδας
στην ακροπελαγιά της μνήμης."

Δημήτρης Λιαντίνης
Οι ώρες των Άστρων, σελ. 20


Μπήκαμε πια στον τελευταίο μήνα. Σε λίγες εβδομάδες συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τη μέρα που ο Δάσκαλος έφυγε από κοντά μας. Δεν είναι εύκολο για όσους τον αγάπησαν όχι μόνο μέσα από τα βιβλία του αλλά και ως άνθρωπο να αποφύγουν τον πόνο της θύμησης και της μνήμης. Οι πρώτες παπαρούνες του Μάη ραμφίζουνε μέσα μας τα αναπάντητα γιατί...

"Πού είναι της γιορτής το ρηγικό κεμέρι
η σπατάλη μας η ασπέδιστη
στου κόσμου την αγυρτεία..."


Μάιος. Και οι παπαρούνες σου, ακριβέ μας Δάσκαλε, μας θύμισαν όσα οι παλιοί είχαν ειπωμένα για τούτο το αιμάτινο λουλούδι:

"Τα πέταλά της ευαίσθητα, ακόμα και ένα απαλό άγγιγμα μπορεί να τα αποκόψει από το υπόλοιπο λουλούδι, ο βλαστός της λεπτός και αέρινος, φτάνει συχνά τα 90 εκατοστά σε ύψος. Η κόκκινη παπαρούνα των λιβαδιών και του αγρού, εκτός από σήμα κατατεθέν της άνοιξης, αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα μεσογειακά αγριολούλουδα, είναι όμως δυνατή και η καλλιέργειά της για καλλωπιστικούς λόγους. Περίπου 12 είδη ευδοκιμούν στην Ελλάδα με πιο γνωστή την Papaver rhoeas (Μήκων η Ροιάς), που κατά τον Διοσκουρίδη ονομάστηκε έτσι, επειδή ρίχνει γρήγορα τα πέταλά της. Χάρη στις κατευναστικές και ηρεμιστικές ιδιότητές τους, οι σπόροι της χρησιμοποιούνταν κατά την αρχαιότητα στην παρασκευή φαρμάκων. Ως ιερό φυτό της Δήμητρας, αποτελούσε απαραίτητο στοιχείο του τελετουργικού στα Ελευσίνια Mυστήρια, όπου τα λουλούδια της στόλιζαν τα αγάλματα της θεάς.

Αν και εκτός από τις γνωστές βαθυκόκκινες αποχρώσεις, τα πέταλά της, ανάλογα με την ποικιλία, συναντώνται και ως λευκά, ρόδινα, κίτρινα και πορτοκαλιά, οι αρχαίοι πίστευαν πως το πορφυρό χρώμα το οφείλουν στο αίμα του Άδωνη. Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, οι παπαρούνες βάφτηκαν κόκκινες από το αίμα του Χριστού που έσταξε στα πέταλα εκείνων που είχαν φυτρώσει κάτω από το Σταυρό." (ΠΗΓΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

"Πού είσαι κλεισμένη ω!
στον στειχιωμένο πύργο της σιωπής
πιο ψηλή από του ήλιου τον ίσκιο.
Άσπρη σαν τον περιστεριώνα
που αδιάκοπα κυβερνά τα φτερά των ήχων.
Την έγνοια μας στους λαμνοκόπους αφήσαμε
των πουλιών.
Και του ψωμιού τον κόπο και το κρασί
στην απλωσιά του αργέστη και τον καιρό
τον πρωτομάστορα."

Εκείνον το Μάη του 98, που χάραζες τις τελευταίες πινελιές στο λαχουρί φουστάνι του ονείρου σου, ποιες παπαρούνες φύτρωσαν και πού να πάμε να τις βρούμε και να μας πουν γιατί; Να μάθουμε επιτέλους το αίνιγμα... Ή πρέπει να σταθούμε στους στίχους σου και μόνο:

"Χέρια γυμνασμένα για το δοξάρι και τον πόλεμο
που δεν άνοιξαν δρόμο και πόρο
για την μεγάλη χώρα..."


Ξέρω, ξέρουμε όλοι, πως "Ψήλωσες την ελεγεία της βροχής ίσαμε τις κορφές των κυπαρισσιών. Των κυπαρισσιών που λογχίζουν ανάηχα τα σωθικά της νύχτας." Και ξέρουμε ακόμη πως:

"Τα έργα και οι μέρες σου
σκουτάρια και φλάμπουρα να φοβερίζουν τον χάροντα
καβαλάρη στο αντίδρομο στρατοκαρτέρι."

Μα δεν ξέρουμε, ακόμη δε μάθαμε, πόσο λογάριασες και πόσο μέτρησες εκείνους τους τελευταίους στίχους:

"Θα γράφεις με το δάχτυλο
στην μάταιην ευκολία της θάλασσας
τον έρωτα και την μακρυνή φωνή σου.
Και θα κοιμάσαι σαν παιδί
στων ρόδων τα ματόφυλλα.
Όταν θα λαμπαδιάζεις μόνη εσύ
ασύγκριτη
στ' αρκουδορέματα και τις οροσειρές της μνήμης."

Εμείς δεν ξέρουμε και ίσως να μη μάθουμε ποτέ. Εσύ όμως, καλέ μας Δάσκαλε, ένα να ξέρεις. Πώς και φέτος γέμισαν παπαρούνες οι αγροί. Πολλές παπαρούνες. Δέκα χρόνια τώρα ποτίζεται η χλόη και γεννά παπαρούνες. Ως πότε, Δάσκαλε; Ως πότε "τα σπασμένα κρύσταλλα της καμπάνας" θα αφήνουν ανοιχτά τα ερωτήματα για τον "ξυλοκόπο του ύπνου που ανέβηκε σκαλί - σκαλί την σκάλα να πριονίσει το ασημόδεντρο στο δάσος του φεγγαριού"; Κι ως πότε θα λαμπαδιάζει μόνη εκείνη και στα αρκουδορέματα και τις οροσειρές της μνήμης αλλά και μες του κόσμου την αγυρτεία;

Είπες "Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής" να μένουν. Μ' αυτά τα μάτια κοιτώ και ρωτάω. Γιατί εσύ παράγγειλες "να αγαπάμε τον άνθρωπο. Πώς αλλιώς! Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα μέσα στο σύμπαν." Και σου λέω: Αυτό για μένα είναι το μεγάλο αίνιγμα και η απορία και η διαμαρτυρία. Κι απάντηση δε βρίσκω.


Θυμάσαι, κάποτε που ήμουν άμαθη και με το βλέμμα του βοδιού, ήρθα και ρώτησα το "λέπας" τι σημαίνει. Και μ' έστειλες να ανοίξω λεξικό. Τώρα πες μου, πού να κοιτάξω και να βρω απάντηση στο μέγα το ερώτημα; Τα λεξικά και τα βιβλία στέκουνε βουβά. Γι' αυτό κι εγώ κοιτώ τις παπαρούνες σου. Να καταλάβω, να καταλάβω τουλάχιστον "γιατί";


Όπως ένα κυπαρίσσι (το φάρμακο για το φόβο του θανάτου)


Πάει καιρός που ανέβασα αυτό το βίντεο στο διαδίκτυο. Κοντεύουν τέσσερα χρόνια. Και ήταν τότε δέκα που έφυγε ο Δάσκαλος. Διόδευση στην τελευταία του άνοιξη σκεφθήκαμε (στο φόρουμ Homa Educandus) να κάνουμε, βαστάζοντας Επιτάφιο και Ανθεστηριώνα. Έτσι προέκυψε και το βίντεο, με βασικό ερέθισμα το περίφημο φάρμακο για το φόβο του θανάτου που προτείνει ο Λιαντίνης στη Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου:

[...] ορμή προς διατήρηση του είδους σε φυσικό επίπεδο σημαίνει εγωισμός. Το κάθε είδος να σωθεί όσο γίνεται περισσότερο.

Όταν δούμε σωστά τη μετεξελεκτική πορεία και πάμε πια στα ηθικά φαινόμενα και λέμε πια εγωισμός με την έννοια που το περιγράφουμε, σημαίνει ότι αγαπάμε τόσο πολύ τον εαυτούλη μας που δεν μπορούμε να τον συλλάβουμε αποκομμένο από τη φύση. Γιατί θάνατος σημαίνει ουσιαστικά αποκοπή από τη φύση. Όταν πεθαίνω σημαίνει «θάνατος αναίσθητον», στερούμαι όλα αυτά που λέμε, χάνω κάθε επαφή με τη φύση κλπ

Επομένως το φάρμακο που θα μας γιατρέψει από τον πόνο του θανάτου μια για πάντα, κι αυτό θα επιτευχθεί με τη δια βίου φιλοσοφική δίαιτα, γι’ αυτό λέει ο Πλάτων «Και το τεθνάναι αυτοίς ήκιστα φοβερόν», μάλιστα ο Πλάτων φτάνει και πιο πέρα και λέει όταν η σωστή αυτή … η συμπεριφορά μας, όχι μόνο δε φοβόμαστε το θάνατο, αλλά φτάνουμε κάπου να γίνουμε και ερασιθάνατοι. Να αγαπήσουμε το θάνατο.

Λοιπόν. Όσο περισσότερο μπορέσουμε και αποσβέσουμε αυτόν τον εγωισμό και φτάσουμε στο σημείο που ο καθένας σαν μονάδα θα δει ότι είμαι κι εγώ, μία… ένα όν, ένα πλάσμα, ένα στοιχείο όπως όλα τα άλλα της φύσης. Όπως ένα κυπαρίσσι, όπως μία πέτρα… Όπως μία κρήνη, μία πηγή, ένα όρος. Ο Υμηττός δεν υπήρχε πριν από 7 εκατομμύρια χρόνια. Γεννήθηκε. Και δε θα υπάρχει μετά από 10 εκατομμύρια χρόνια. Θα έχει διαλυθεί. Τα Ιμαλάια, ξέρετε, γίνανε χθες, στην ηλικία της γης. Στην εποχή των τρίτων νεοαλπικών ορογενέσεων, που λένε, πριν από 23 εκατομμύρια χρόνια; Τι είναι αυτό; Δύο λεπτά, εάν καθώς γνωρίζουμε ότι η γη έχει ηλικία τέσσερα δισεκατομμύρια εξακόσια εκατομμύρια χρόνια. Λοιπόν...

Εάν μπορέσουμε να αποστασιοποιηθούμε από τον εαυτό μας και να μην έχουμε αυτό το δεσμό και να δούμε τον εαυτό μας ο καθένας σαν ένα κομμάτι της φύσης, τότε θα φτάσουμε στο σημείο και δε θα φοβόμαστε το θάνατο. Κι είναι το μόνο φάρμακο.[...]

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

Πολλές οι σκέψεις που είχαμε κάνει τότε για την επιλογή του κυπαρισσιού. Ψάχναμε και βρίσκαμε τι άλλο έχει πει ο Λιαντίνης για τα κυπαρίσσια, τι συμβολίζει το κυπαρίσσι, μάθαμε ακόμη και πως είχε φυτεμένα κυπαρίσσια στο εξοχικό του, στις Κεχρεές.

"Αν μας μαστίγωνε το δρολάπι της άνοιξης
ήταν γιατί οι χειμώνες
ανοιγοκλείνανε γύρω μας σα Συμπληγάδες.

Η άρρητη ώρα μας άνθιζε μέσα στα κυπαρίσσια.
Τα δέντρα κυττάζαμε που δεν φορούν γραβάτα και ρολόγι
ν' αγροικάνε τα βήματα του χυμού τους
απλώνοντας δάχτυλα με ανιδιότελην ικεσία."

Από το ποίημα: "Φιλήμων και Βαυκίς"

του Δημήτρη Λιαντίνη

Και κάπως έτσι φτάσαμε και στους πίνακες του Βαν Γκογκ, προσέχοντας ότι έναν τέτοιο πίνακα είχε ενσωματώσει ο Λιαντίνης στο βίντεο της Φιλοσοφικής Θεώρησης του Θανάτου, αναφέροντας μάλιστα και τον τίτλο του: "Ο δρόμος με τα κυπαρίσσια".

Κι έπειτα μάθαμε ότι τα κυπαρίσσια είναι αρσενικά και θηλυκά και:

"Μια επισήμανση.

Το κυπαρίσσι του Vincent van Gogh, του μεγάλου ολανδού μεταΐμπρεσσιονστή ζωγράφου, ο οποίος έζησε από το 1853 μέχρι τις 29 Ιουλίου 1890 (αυτές είναι οι πραγματικές ημερομηνίες της ζωής του, είναι αρσενικό. Πρόκειται για τον πίνακα Cornfield with Cypresses (National Gallery, London), τον οποίο φιλοτέχνησε στο άσυλο St Remy κοντά στη πόλη Arles, όπου εθελουσίως είχε καταφύγει από το 1889.

Ως γνωστό υπάρχουν και τα θηλυκά κυπαρίσσια με αντίστροφη φορά των κλαδιών και φυλλώματος.

Δύο θηλυκά κυπαρίσια, γνωρίζω, είχε φυτέψει με τα ίδια του τα χέρια ο Λιαντίνης στο χώρο που δημιούργησε και πολύ αγάπησε πριν 20 χρόνια. Οι προληπτικοί γείτονες βαρυγκομούσαν, εκείνος όμως τα καλημέριζε κάθε πρωί, όπως ακριβώς με την ίδια χαρά καλημέριζε και τη μυγδαλιά του, λίγο πιο κάτω, και άφηνε τους άμυαλους να χτυπάνε ξύλο μπροστά στην υποψία του παντεπίσκοπου φυσικού νόμου του θανάτου.

Έτσι ζούσε, με φίλο το θάνατο, όταν θα ερχότανε αναγκαία, και έτσι ήθελε να ζουν και οι άνθρωποί του."

Από ανάρτηση στο φόρουμ του μέλους Φωτεινή

Ωραία όλα αυτά. Και χάρηκε πολύ και ο φίλος μου ο Δάνος που λατρεύει τα κυπαρίσσια, μαθαίνοντας πως ο Δάσκαλος είχε κυπαρίσσια στην αυλή του. Και άλλοι βρήκανε και άλλους στίχους του Λιαντίνη για τα κυπαρίσσια:

"Ψηλώσαμε την ελεγεία της βροχής ίσαμε τις κορφές
των κυπαρισσιών.

Των κυπαρισσιών που λογχίζουν ανάηχα τα σωθικά της
νύχτας.


Τα έργα και οι μέρες μας
σκουτάρια και φλάμπουρα να φοβερίζουν τον χάροντα
καβαλάρη στο αντίδρομο στρατοκαρτέρι.

Θα γράφεις με το δάχτυλο
στην μάταιην ευκολία της θάλασσας
τον έρωτα και την μακρυνή φωνή σου.

Και θα κοιμάσαι σαν παιδί
στων ρόδων τα ματόφυλλα.

Όταν θα λαμπαδιάζεις μόνη εσύ
ασύγκριτη

στ' αρκουδορέματα και τις οροσειρές της μνήμης.


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

Απόσπασμα από το ποίημα

"ΑΛΔΕΒΑΡΑΝ"

αλλά και άλλες σχετικές αναφορές στο έργο του είχαμε από τη Φωτεινή:

"Διάβασε σε παρακαλώ την ιστορία του άνδρα και της γυναίκας και του επισκέπτη τους, του θανάτου, από τις «Ιστορίες του καλού Θεού» του Ρίλκε που μεταφράζει ο Λιαντίνης στα κεφάλαια του Ίμερου και του Θανάτου στο Έξυπνον ενύπνιον (σελ. 216-217 και 232). Το ποίημά του ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΙ ΒΑΥΚΙΣ έχει ρίζα έμπνευσης αυτήν την ιστορία που πολύ αγαπούσε και συχνά διηγιόταν.

Δύο θύρες, η δεξιά του άνδρα, η αριστερή της γυναίκας στο σπίτι που σε κάποιο κήπο έχτισαν και ο άνεμος με μυρωδιές στον ώμο έρχονταν. Ο θάνατος περίμενε μπροστά στη δεξιά θύρα, τη θύρα του άντρα, που πρώτον επισκέφθηκε.

Δύο θύρες, δύο κυπαρίσσια, ακριβώς δεξιά και ζερβά στις γωνίες του κήπου. Το αριστερό αντικατέστησε έναν ευκάλυπτο, που πέντε χρόνια πριν είχε φυτέψει και κόπηκε για να δώσει θέση στο ζερβό κυπαρίσσι. Και ανάμεσά τους ο τοίχος που κάποιος άρχιζε να γκρεμίζει, με το σκοπό να φτιάξει καινούργια πύλη. Και κείνοι, όταν άκουγαν το θόρυβο παρά το μαράζωμα και τις αλλόκοτες φαντασίες...γελούσαν με τα χείλη κι ας πήγαινε να σπάσει από την αγωνία η καρδιά τους. Γιατί; Γιατί ήταν φροντισμένοι από του λυγμού τα χέρια (ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΙ ΒΑΥΚΙΣ).

Δες απλά μια κυριολεκτική συγγένεια στα δύο κείμενα:

Γι’ αυτό οι δύο άνθρωποι αποφάσισαν να φύγουνε στην ερημιά, μακρυά από το χρόνο, έξω από του ρολογιού το χτύπημα και της πολιτείας τη χλαλοή (Ρίλκε).
Τα δέντρα κυττάζαμε που δεν φορούν γραβάτα και ρολόγι (Λιαντίνης, ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΙ ΒΑΥΚΙΣ).

Η τεντωμένη νευρή του τόξου, το δυνατό Αδύνατο, η Χώρα του Αχώρητου, το ορφικό μεταίχμιο που τους κάνει να χαίρονται τους εαρινούς ανθούς, μόνο γιατί γνωρίζουν τους σπόρους του φθινοπώρου και στο δικό τους κισσοκάλυβο δεν όρμησε η λεηλασία."
Είναι τα καλά αυτά του διαδικτύου. Μέσα στο πολύ κακό που μπορεί να προκαλέσει. Και σίγουρα όχι από μόνο του. Από μας εξαρτάται και τον τρόπο που το χρησιμοποιούμε. Όπως και τα μαχαίρια. Επί ξυρού ακμής και η πορεία μας στο διαδίκτυο με το μεγάλο κριτή να καρτερεί στο τέλος.

Προσωπικά όμως την αληθινή σημασία του κυπαρισσιού του Λιαντίνη δεν τη βρήκα στο διαδίκτυο, ούτε στα δικά του βιβλία. Και για να ακριβολογώ δεν τη βρήκα, ήρθε μόνη της σχεδόν και με συνάντησε. Κι ακούστε πώς. Κάθε Πρωτοχρονιά, όσο ζούσα στην Αθήνα, συνήθιζα την παραμονή να κατεβαίνω στο Κέντρο και συγκεκριμένα στο βιβλιοπωλείο της Πρωτοπορίας, στο μεγάλο υπόγειο με τα αμέτρητα λογοτεχνικά βιβλία, παλιά και καινούρια. Ήταν παραμονή του 2010 όταν ανάμεσα στα άλλα βιβλία που αγόρασα διάλεξα και ένα μικρούλι με διηγήματα. Κι εδώ οφείλω να αναγνωρίσω την καθοριστική επίδραση ενός άλλου Δασκάλου μου, του Αντρέα Μήτσου. Που με έμαθε να αγαπώ τις μικρές φόρμες του λόγου. Έτσι πρόσεξα και το βιβλίο του Αργύρη Χιόνη, "Το Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες", εκδόσεις Κίχλη. Και εκεί βρήκα, στο ομώνυμο διήγημα, και την απάντηση για το κυπαρίσσι του Λιαντίνη.

Ο Αργύρης Χιόνης χάθηκε ανήμερα Χριστούγεννα. Ανακοπή καρδιάς, έγραψαν οι εφημερίδες. Κι έτσι δίπλα στα έλατα της γιορτής ξεφύτρωσαν πάλι τα κυπαρίσσια. Παρέα με αγριάδες...

ΤΟ ΟΡΙΖΟΝΤΙΟ ΥΨΟΣ


Μια φορά κι έναν καιρό, πλάι σ' ένα πανύψηλο, υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη, ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι' αυτό και τεντωνότανε αδιάκοπα στις άκρες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα.

Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή, γιατί, κάθε φορά που έκανε αυτήν τη γυμναστική, για μέρες μετά, την πόναγε ανυπόφορα η μέση της.

Το κυπαρίσσι, που παρακολουθούσε αφ' υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης: "Δεν γνωρίζετε τι χάνετε, αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και θα ήταν ακόμη πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν. Ωστόσο ευελπιστώ ή, μάλλον, έχω τη βεβαιότητα ότι η βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά, αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω και τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού, ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια."

Η αγριάδα, αν και δεν ήξερε ούτε πού βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν απ' τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τ' ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε από κει πάνω όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και το Ακαλακούμπα, χώρα ακόμη πιο μακρινή, ακόμη πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χορεύαν ένα γρήγορο χορό που τόνε λέγαν ρούμπα. Βέβαια, όταν ξύπναγε, το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό πεδίο της όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντάς την να μη βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρινό Ακαλακούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λένε ρούμπα.

Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι κι αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή (χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν από τα επτακόσια), που ο ουρανός είχ' ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του 'κρυβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνειά του έκανε.

Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστό της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι, που - πώς να το κάνουμε; - αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει τ' όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου.

Μετά απ' αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλιώς ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και πού έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλακούμπα. Κανένας όμως πια δε χόρευε εκεί τη ρούμπα.

Ήτανε, βέβαια, ακόμη νεαρά και εστερείτο πείρας, τόσο εστερείτο πείρας, που καν δε γνώριζε τις φυσικές της ιδιότητες. Έτσι, ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νιώθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της, κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε, δυο μέρες τρεις αργότερα, λίγο πιο κει, μέσ' απ' το χώμα να προβάλλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας.

"Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!" ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε "καλωσόρισες, γειτόνισσα", άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια λόγια, να την καλωσορίζει δηλαδή με τη φωνή της. Το ίδιο έγινε, ακριβώς, άλλες δυο μέρες τρεις αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι.

Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη, αλλά κουτή δεν ήταν. Έτσι κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα αυτά βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήσαν.

Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ' την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από τα επτακόσια, η αγριάδα είχε, ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα την καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο τον κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως την κορφή τους και πιο πέρα. Για το πιο πέρα δεν μπορώ να πω, τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές την ακολούθησαν. Πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στο Ακαλακούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι εραστές τη ρούμπα.

Επιμύθιο Ι: Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ' αστροπελέκια είσαι.

Επιμύθιο ΙΙ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, έως το Ακαλακούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών.

Αργύρης Χιόνης (1943 - 2011)

Η έλαφος της Αρτέμιδας

Αφήνει η Ηθική ανοικτό το ερώτημα περί του όντος, σημαίνει ότι ο άνθρωπος ζει κάθε στιγμή το διχασμό των οντικών ετεροτήτων, μετέχει οργανικά στη διχοστασία του κόσμου και εμπλέκεται χαρούμενος στη σύγκρουση των αντιθέσεων.

Ο βίαιος και φλεγόμενος λόγος του Νίτσε θα ονόμαζε αυτή την ηθική στάση του Ρίλκε εμπιστοσύνη στην απειλή του αγνώστου, χαιρετισμό και σαρκασμό των κινδύνων, αγάπη του πεπρωμένου. (amor fati)

Χτίζετε τις πολιτείες σας στις πλαγιές του Βεζούβιου
Ρίχνετε τα καράβια σας σε ανεξερεύνητα πέλαγα.

Αυτή η σφριγηλή συνεργία στο κοσμικό δράμα δεν πρέπει να κατανοείται σαν αδιάφορη εγκατάλειψη του ανθρώπου στη φύση. Αντίθετα είναι η ηθική στάση, κατά την οποία συναρπάζεται και ζωγρεύεται το κοσμικό θήραμα (η κερατίτις έλαφος της Αρτέμιδας) και εν συνεχεία υποτάσσεται και ημερεύει μέσα στην ηράκλεια βούληση του ανθρώπου."

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ - ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ - σελ. 271



«Έ συ, αρχηγέ της φύσης! Τιμημένε και πολυκράτη.
Με τα πολλά ονόματα στον εσπερινό και στον όρθρο.
Ύπατε και τιμητή στις φρουρές και στα κάστρα του χρόνου.
Και ισχυρέ δήμαρχε των συνελεύσεων της αγοράς.
Που κυβερνάς με το δίκιο το άγιο, και τον ίσιο νόμο.


Χαίρε! Στρατηγέ και δορυκτήτορα.
Ζώνεσαι τα αμφίστομα ξίφη στον τελαμώνα.
Και πολεμάς τους απελάτες στα σύνορα. Πέρα μακριά.
Στα μαγνητικά πεδία και τις ατλαντικές βαρύτητες.

Καμαρώνω τη δύναμη και τα γκέμια σου.
Κρατάς τις πληγές του κεραυνού στο χέρι.
Όπως ο καπετάνιος το δοιάκι του καραβιού.

Ανοίγεις το δρόμο δύσκολα μέσα από την αλαλησιά της αγαμίας.
Αναμερίζοντας τον πανικό του χάους.

Και κυβερνάς στη γραμμή του κράτει.
Το πλοίο των άστρων και το ποτάμι του σύμπαντος.

Έχεις υπουργό το Βοριά. Ξεπαστρευτή και Νυκτέλιο.
Για τους σήψαιμους, και για τους θράσιους.
Έχεις και του θρόνου σου σύμβουλο το δαδούχο τον Ήλιο.
Αγνέ αθλητή του δέκαθλου και του φωτός.
Φιλιώνεις το νερό και τη φάγουσα φλόγα. Πλέκεις στεφάνι.
Στο ανώφλι της αυγής από αστραπή κι από νύχτα.

Κι όλα τ’ αγκαλιάζει η στοργική μοναξιά σου.
Περιστέρια και φίδια, καρπούς και ηφαίστεια, και νησιά και ίσκιους.
Το άχ! Και το δυόσμο.
Μόνο οι μωροί μη σε νιώθουν.
Οι άδικοι και οι ταγμένοι του φθόνου.
Ποτέ δε σε φτάνει η γκρεμισμένη ματιά τους.
Η μολυσμένη ανάσα τους.
Των χεριών τους οι κάκτοι.
Ο αραχνεώνας του νου τους.

Εσένα οι αμίαντοι καλοδέχουνται ξένο.
Σιωπηλοί όταν πίνουν το στόμα της θάλασσας.
Και τρώνε μαζί με τους μήνες.
Αγγίζουν τη χλαμύδα σου στο σβήσιμο της αστραπής.
Και το χέρι τους πετρωμένο ελάφι σε δείχνει.
Γνώριμε άγνωστε.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

(Προλόγισμα)


ΣΧΟΛΙΟ: Ένας ακόμη δρόμος να μελετάς Λιαντίνη είναι να διασταυρώνεις τον απίστευτα γεωμετρημένο λόγο του. Όσο περισσότερο τον μελετάς, όσο κάνεις κτήμα σου σε όλο το μήκος και το πλάτος το έργο του, τόσο και ανακαλύπτεις πως είναι ένα πανέξυπνα σχεδιασμένο αρχιτεκτόνημα που η κάθε του ψηφίδα αποκτά νόημα μόνο σε σχέση με όλες τις άλλες. Από την έποψη αυτή είναι όχι μόνο οδηγητικός αλλά και ακραία αναγκαίος όρος ο λόγος του στο Homo Educandus:


Είναι στοιχειωδώς φρόνιμο προκειμένου να κρίνει κανείς κάποιον όχι μόνο να μελετήσει και να ξαναμελετήσει τα κείμενα,

το άγιο Πρωτότυπο,

όπως θα 'λεγε ο Γκαίτε, αλλά να τα μελετήσει ολόκληρα. Αρχή και τέλος.

Όταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς το οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά,

γράφει και ξαναγράφει ο αγράμματος Μακρυγιάννης.

Δημήτρης Λιαντίνης, Homo Educandus, 104 - 105

ΟΙ ΝΙΑΚΑΡΕΣ

ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ



AΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ KΟΡΩΝΗΣ

Δεν ήτονε καλά σωστός κι από μακρά γρικούσι
σάλπιγγες με τσι νιάκαρες, βούκινα, και κτυπούσι. 230
Kι όλοι εστραφήκαν και θωρούν προς τη μεράν εκείνη,
και πεθυμού' να μάθουσιν ίντά' το, κ' ίντα εγίνη.

Kι ωσά φεγγάρι λαμπυρός εφαίνετο στη μέση
είς Kαβαλάρης, κ' ήρχετο την Tζόγια να κερδέσει,
σ' ένα φαρί μαυρόψαρο, όμορφο και μεγάλο, 235
πηδώντας και χλιμίζοντας ήκανε κάθε ζάλο.

Ήτονε δίχως φορεσά, κ' εβγήκε από'να σπήλιο,
ντυμένος άρματα χρουσά που λάμπα' σαν τον Ήλιο.

Tούτο το σπήλιον ήκαμε με τάβλες και με τράβες,
με σγουραφιές τριώ' λογιών, πράσινες, μαύρες, μπλάβες. 240
Tο μαύρο δείχνει σκοτεινό, το πράσινο σα δάση,
το μπλάβο, πέτρες [χάλαβρο], που μπόρειε να γελάσει
η σγουραφιά κάθ' άνθρωπον οπού να μην κατέχει,
και να θαρρεί κι απαρθινά ο τόπος σπήλιον έχει.


Ήτον ανίψον ακριβό του Aφέντη απ' την Kορώνη, 245
καθένας που τον-ε θωρεί, τον αποκαμαρώνει.
Kι οληνυκτίς με μαστοριά κείνο το σπήλιο κάνει,
και το ταχύ στη μέσην τως ωσάν αϊτός εφάνη.

Δρακόμαχος εκράζετο, έτσ' ήτον τ' όνομά του,
σπίδες, λιοντάρια εσκότωσε με τη παλικαριά του. 250
H σγουραφιά τση κεφαλής δείχνει την όρεξί του,
πως χαίρεται στα βάσανα και θρέφει τη ζωήν του.

Eίχεν εκείνο το Πουλί που στη φωτιά σιμώνει,
καίγεται κι άθος γίνεται, και πάλιν ξανανιώνει.
Eλέγασιν τα γράμματα, σ' όποιον κι αν τα διαβάζει, 255
πως η φωτιά, που τον κεντά, δροσίζει, όχι να βράζει:

"Όσο σιμώνω στη φωτιά, και βράζει και κεντά με,
τόσο και ξανανιώνει με, γιατρεύγει και φελά με."




ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ


ΑΕΤΟΣ

Θα γενεί τρόπος να λυγίσει
η επιμονή του αλυσοδεμένου Νόστου.
Με το φως βιάζοντας τα λοξά περάσματα
Και με το φως υλοτομώντας
διάσελα και ντερβένια στα πετρωτά βουνά
της Θηροφόνης και της Ελαφηβόλου
Δεν θα ελαττωθούν τα έλατα.

Και μήτε που θ' αρνηθούν οι ήχοι να στέρξουν
τη σιωπή να λειτουργήσουν
με νιάκαρες πολεμικές και ταμπούρλα.
Έως ότου σταλάζοντας στάλα τη στάλα
στη Μονή Δοχειάριου
αθανατίσουν τα ύψη.

Και το Δύσκολο βολετό θα γενεί
καθώς το μειλίχιο ήθος των χρωμάτων
θα νικήσει τη μοχθηρία των λιθαριών.

Ένα θυμωμένο φαρί
αλωνίζει τους ορίζοντες
καθώς ο τιμωρός με την πληγή Αχιλλέας.
Με χρυσά τα πέταλα
και μαλαματένια καρφιά
που τα τροχίζει της αστραπής το ακόνι


Χίλια πράγματα μπορεί κανείς να πει ή να υποθέσει για τα δύο παραπάνω ποιήματα. Ένα δεν μπορεί να αρνηθεί. Την άμεση σχέση μεταξύ τους.

Και δεν μπορεί να αρνηθεί και κάτι ακόμη. Ας μην το ξεχνάμε και αυτό:

Πως ολόκληρη η γραπτή μαρτυρία του Λιαντίνη είναι απαραίτητο να μελετηθεί και σε βάθος αν θέλουμε κάποτε να τον κατανοήσουμε. Και ειδικά οι ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ. Που αποδεικνύονται χρυσωρυχείο αμύθητης αξίας.

π.χ. Λογικές που καλλιεργούν το δήθεν ενδιαφέρον για τη λογοκρισία ενός άρθρου του για τον Ελύτη και την ίδια ώρα λογοκρίνουν ολόκληρο βιβλίο του, και μιλάμε για τη μη αναφορά του βιβλίου ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ στον κατάλογο των άλλων έργων του, θέλουν μα δεν μπορούν να κρύψουν ότι δεν αποσκοπούν στη διάδοση της φιλοσοφίας του Λιαντίνη.

Και είναι τραγικό να ακούμε ανθρώπους να λένε πως γνώρισαν το Λιαντίνη από τις επιστολές που έγραφε στα είκοσι και αγνοούν την ίδια ώρα τον ποιητή Λιαντίνη. Ή που κάθονται και παρακολουθούν βίντεο και δεν πιάνουν να διαβάσουν τι έγραψε. Τι ευτελισμός αντιμετώπισης για ένα στοχαστή...

Κι έρχεται εκείνος με τη λέξη "νιάκαρες" να μας δείξει ακόμη μία φορά την αξία της μελέτης. Όχι μόνο του δικού του έργου αλλά και κάθε άλλου που ο χρόνος σεβάστηκε και το ανέδειξε σε ποίημα. Μία και μοναδική φορά αναφέρεται στους 10.000 στίχους του Ερωτόκριτου η λέξη αυτή. Κι όμως εκείνος και την πρόσεξε και την ανέσυρε από τη λήθη. Γιατί εκείνος τους ποιητές δεν τους άκουγε μόνο στα βίντεο... τους διάβαζε και τους ξαναδιάβαζε και μία και δύο και είκοσι φορές. Ως να φωτίσει μέσα του το ποίημα.

Και να γρικήσει το κρυφό του μήνυμα. Να το απο-κρυπτο-γραφή-σει. Κι έπειτα σταλάζοντας στάλα τη στάλα τους δικούς του στίχους - τους τροχισμένους με της αστραπής το ακόνι - να στοχεύσει στα ύψη. Να τα αθανατίσει...

Μα πώς μπορούν ένα τέτοιο έργο έτσι να το υποτιμούν;

Μια εξήγηση χωρά. Γιατί ιδέα δεν έχουν περί τίνος πρόκειται. Και ιδέα δεν έχουν γιατί αγνοούν τα μυστικά νάματα που το έθρεψαν. Κατά τα άλλα τους ένοιαξε που δε δημοσιεύτηκε ολόκληρο το άρθρο για τον Ελύτη... Λες και ο Λιαντίνης στάθηκε κύρια ένας κριτικός της ποίησης του ενός και του άλλου και δεν άφησε και ο ίδιος ποίηση.

Κι απορούν μετά που τους λέμε ότι τέτοια τακτική είναι μόνο για τα τελεβίζια και δη της απογευματινής ζώνης και για τα κουτσομπολίστικα περιοδικά...

__________________________

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΡΟΥΜ HOMA EDUCANDUS


Από κει και τα ακόλουθα:

[Λεξικό Κριαρά]

νιάκαρη η. — Βλ. και ανακαράς, νάκαρο. 1) (Στον πληθ.) τύμπανα ή κρόταλα: σάλπιγγες με τσι νιάκαρες (Ερωτόκρ. Β 230). 2) ?Είδος πνευστού, σάλπιγγα: Τη νιάκαρην επαίζαν και ταμπούκι (Λεηλ. Παροικ. 34). [βεν. gnacara· πβ. το ιταλ. gnacchera. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.] νάκαρο το· νιάκαρο. — Βλ. και ανακαράς, νιάκαρη. (Στον πληθ.) μεταλλικά τύμπανα καλυμμένα με δέρμα, που παίζονταν, συν. δύο μαζί, από στρατιωτικούς μουσικούς (συν. προκ. για μικρή μπάντα από κρουστά και πνευστά που συνόδευε στρατιωτικές επιχειρήσεις): (Τζάνε, Κρ. πόλ. 28524)· Ταμπόκια να κτυπούσινε, νιάκαρα να λαλούσι, τους Τούρκους ν’ αναγκάζουνε απάνω ν’ ανεβούσι (αυτ. 16623). [παλαιότ. ιταλ. naccaro· ο τ. βεν. gnacara. Η λ. και ο τ. σήμ. ιδιωμ.] ανακαράς ο· νακαράς. (Συν. στον πληθ.) είδος τυμπάνου που παιζόταν από στρατιωτικούς μουσικούς, συν. έφιππους (σε στρατιωτικές επιχειρήσεις): όργανα του πολέμου, τρουμπέτες …, τύμπαν’, ανακαράδες (Διήγ. Bελ. χ 272)· Ολονυκτίς ακούγανε πίφερες, νακαράδες (Τζάνε, Κρ. πόλ. 15617). [αραβ. nakkāra ή μεσν. λατ. nacara - παλαιότ. ιταλ. naccara. Πβ. λ. ανάκαρον το 14. αι. (LBG) και ανάκαρα τα στο Meursius· βλ. και νάκαρο. H λ. και ο τ. και σήμ. ιδιωμ.] ΠΗΓΗ http://www.greek-language.gr/greekLang/index.html

ΜΕΙΖΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΥ ΦΥΤΡΑΚΗ

νάκαρα [ρ. ανακαρώνω < ανά αρχ. ρ. καρώ (= βυθίζω σε ύπνο)] (τα) ουσ. 1. η σωματική δύναμη ψυχική αντοχή, διάθεση. 2. [αραβ. λ.] διπλά τύμπανα των Βυζαντινών που τα έπαιζαν οι καβαλάρηδες στις στρατιωτικές και άλλες παρελάσεις (γεν.) μουσικά όργανα: και βούκινα και νάκαρα ξεσπάνε και φρενιάζουν ανάκαρα [μσν. ανάκαρα < ανακαρώνω < πρόθ. ανά αρχ. καρώ (= βυθίζω σε βαθύ ύπνο)] (τα) ουσ. σωματική δύναμη, αντοχή: ούτε δεν είχε ανάκαρα κρυφά ν' αναστενάζει (Α. Βαλαωρίτης) νάκαρα (βλ. λ.) κακαρώνω [καρώνω αρχ. καρώ κάρος (= αναισθησία, νάρκη)] ρ. (κακάρωσα) πεθαίνω· (εύχρ. ιδ. στη φρ.) τα κακάρωσε κακάρωμα (το) ουσ. θάνατος

Η "Ελένη" του Λιαντίνη


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ BLOG ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ



Εγκαινιάζοντας το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας του και μετά από μια τρίμηνη σιωπή περισυλλογής, ανεβάζει σήμερα ένα αφιέρωμα στην "Ελένη" του Λιαντίνη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για υλικό από τους διαλόγους μας στο forum HOMA EDUCANDUS την περασμένη άνοιξη. Έναν από τους όμορφους διαλόγους μας γύρω από το έργο του Δημήτρη Λιαντίνη και ελπίζουμε σύντομα να χαρούμε και άλλους παρόμοιους.

________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ: Αρχική τοποθέτηση από το χρήστη ΦΩΤΕΙΝΗ

Δανάη,

Η πρώτη σου δημοσίευση στο θέμα «Στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει..» της 12ης Απριλίου και ιδιαίτερα η αναφορά σου στην Ελένη, μου δίνει την ευκαιρία να καταγράψω κάποιες παρατηρήσεις για την Ελένη του Λιαντίνη.

Ορθά παρατηρείς εκεί ότι Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ ακολουθεί μετά το ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΡΙΤΗΣ και ΝΕΚΥΙΑ. (σ.σ. Η αναφορά εδώ αφορά κεφάλαια του βιβλίου ΓΚΕΜΜΑ του Δημήτρη Λιαντίνη.)

Στο ΜΙΚΡΟ ΚΡΙΤΗ έχουμε ως αρχική παράθεση τη γνωστή αφιέρωση στη γυναίκα του. Στη ΝΕΚΥΙΑ έχουμε το γνωστό Amor fati (τραγουδισμένος έρωτας) του Νίτσε. Και στην ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ επανέρχεται και πάλι ο Μπετόβεν του ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ με το Sprecht lauter, schreyt, denn ich bin taub (Μιλάτε πιο δυνατά, φωνάξτε, γιατί είμαι κωφός).

Όμως στην ίδια σελίδα (203) καταγράφεται και μια δεύτερη αφιέρωση με δικό του ποίημα του ίδιου του Λιαντίνη για την Ελένη που την είδε «από τη Σπάρτη στο Μυστρά» και στο σχόλιο της σελ. 206 υπογραμμίζεται ότι «Οι γάμοι του Φάουστ και της Ελένης γίνουνται στο κάστρο του Μυστρά» (σελ. 266). Στο κάστρο του Μυστρά έκανε και τους δικούς του γάμους ο Λιαντίνης. Λες τυχαία να επέλεξε τον τόπο;

Πρόσεξε όμως: Το ποίημα που παρατίθεται είναι το ποίημα ΓΛΥΠΤΗΣ, «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, σελ. 27». Ο Λιαντίνης λαξεύει άγαλμα (αγαπημένη του πρόταση). Όμως το ποίημα που περιλαμβάνεται στο Corpus των ποιημάτων του έχει μια διαφοροποίηση σε σχέση με το ποίημα της ΕΛΕΝΗΣ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ στη Γκέμμα. Συγκεκριμένα στον τελευταίο στίχο. Ενώ πριν 10 χρόνια γράφει «και μ’ ηύρε ο τάφος ποιητή», 10 χρόνια μετά στην Γκέμμα, αλλάζει το τάφος και το κάνει «και μ’ ηύρε ο κόσμος ποιητή».

Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ τελειώνει επίσης με δικό του ποίημα, συγκεκριμένα με ΤΗΝ ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, σελ. 40». Και εδώ κάποιες αλλαγές, ιδιαίτερα στο δεύτερο στίχο:

Τους παραθέτω:

ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ
....
Έσιαζες το κρεββάτι μου
μέσ’ στα λυμένα σου μαλλιά
κι έγερνα δίχως τ’ άτι μου,
χήνα, καλή μου, αλοταριά.


Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ (ΓΚΕΜΜΑ)

Έστρωνες το κρεββάτι μου
στα χέρια σου και στα σπαθιά,
κι έγερνα εγώ και τ’ άτι μου,
βαθύζωνη κι αλοταριά.

Τα λυμένα μαλλιά γίνονται τώρα χέρια για να κρατούν σπαθιά και ο ποιητής που έγερνε δίχως άτι, τώρα γέρνει με το άτι του. Συνειρμικά σου έρχεται η εικόνα του πολεμιστή Έκτορα με το άτι του, αλλά και της Ανδρομάχης που χρειάζεται να κρατά τα δικά της σπαθιά, γιατί ο ήρωας της έχει κινήσει για πόλεμο.

Όμως δεν είναι η μόνη ΕΛΕΝΗ που μας άφησε ο Λιαντίνης. Έχουμε την Ελένη των ΧΟΡΙΚΩΝ στο ΝΗΦΟΜΑΝΗ (σελ. 148 εξ.). Εδώ παρότι επιγράφεται ΕΛΕΝΗ δεν έχουμε ούτε μία αναφορά στο όνομα ΕΛΕΝΗ. Αντίθετα οι πρωταγωνιστές ΓΙΑΝΝΙΑΣ και ΛΙΜΠΙΚΑ (περίεργο όνομα, σαν να παραπέμπει ηχητικά κάπου!!!) ζουν ένα πραγματικό ερωτικό γεγονός στο ξενοδοχείο Καστέλλι στην ιταλική πόλη Μόντενα σε ταξίδι επιστροφής τους στην πατρίδα. Και είναι γνωστό ότι πολλά από τα χορικά του ΝΗΦΟΜΑΝΗ είναι προσωπικά βιώματα του Λιαντίνη.

Μήπως την ΕΛΕΝΗ των χορικών θα πρέπει να την δούμε σε συνάρτηση με την ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ της Γκέμμας;

_________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ - Από δημοσίευση του χρήστη ΛΟΥΚΙΑ ΣΟΦΟΥ:

Η Λουκία προς διευκόλυνση του διαλόγου παρέθεσε το κεφάλαιο που ανέφερε η Φωτεινή από τα Χορικά του Νηφομανή του Δημήτρη Λιαντίνη (σελ. 148 - 155)

Δ. ΕΛΕΝΗ

αλλ’ είδωλον ην.

Έτσι που θα την ιστορήσω, μας ανιστόρησε ο ξένος την ιστορία μιας απιστίας παράξενης που έγινε στα ξένα.

Από το Σαν Ρέμο ως τη Τζένοβα οι ιταλιάνοι μηχανικοί έχουν στρώσει ένα δρόμο πέταλο καρφί. Ή θα περνάς γιοφύρια που ενώνουν βουνά με κάτωθε τις κοιλάδες και το πιότερο βράχους και κράκουρα, ή θα περνάς τούνελ και σήραγγες που ενώνουν κοιλάδες με πάνωθέ σου όγκους τα βουνά.

Μια χτενισιά γης, εκατό και βάλε μίλια, την ξεμετράς αστραπή. Το μισό σαν ιπτάμενος, το άλλο μισό υποβρύχιος. Κύλινδροι, σπαστήρες, δυναμίτες, προωθητές γαιών έκαμαν ένα τα κατά γην, αέρα και θάλασσα. Οι ιταλοί έχουν παράδοση στη μηχανική και στους δρόμους. Από την εποχή του βασιλιά Πύρρου. Τότε που στρώσανε την Αππία οδό. Την πρώτη αουτοστράντα.

Ύστερα, καμιά διακοσαριά χιλιόμετρα, καθώς αφήνεις πίσω Ραπάλλο και Σάντα Μαργαρίτα και δεξιά σου Λασπέτσια και Πίζα, ο δρόμος ισιώνει στον κάμπο. Η αουτοστράντα τους τραβάει καρσί και πλατιά. Το αμάξι χύνεται στην άσφαλτο κυνηγώντας τα πρατήρια βενζίνης. Το τοπίο μηρυκάζει τον εαυτό του. Μόνο ανάρια και που, με τη στροφή ή την ομίχλη αλάργα, διαβάζεις την πινακίδα Velocita 100.

Tέλευε η μέρα κι ο μουντός αγέρας
τα ζωντανά της γης από τους κόπους
ξαλάφρωνε∙ κι εγώ μονάχος ένας
συντάζουμουν να πιάσω τον αγώνα,

που λέει κι ο Δάντης του Καζαντζάκη. Αλλά τότες δεν ήμουν ένας ακόμη. Ήμουνε δύο.

Τέλευε η μέρα, λοιπόν, που ο Γιαννιάς και η Λίμπικα με την καμπριολέ τους Μπιεμτάμλιγιου φτάνανε στο σταυρό της Πάρμας. Το ιουλιάτικο πνίγος λάβωνε το ηλιοβασίλεμα με τη φτερούγα μιας θαμπερής αποκάρωσης.

- Τραβάμε για Πάρμα; ρώτησε τη γυναίκα ο Γιαννιάς αγγίζοντας τα μαλλιά της.

- Λέω να προχωρήσουμε κομμάτι. Έχουμε να χάσουμε πολλά, αν δεν κοιμηθούμε απόψε στο Μοναστήρι της Πάρμας;

- Τότε Μόντενα-Ζυντ, είπε ο άντρας.

Σε λίγα λεπτά αφήνανε το ποτάμι της πίσσας, και μπαίνανε στα νότια προάστια της πόλης. Περνώντας περιβόλια λογής, αποθήκες κατά μήκος του δρόμου, αδέσποτα σπίτια, φάμπρικες και κεραμικά κανατάδικα, σταμάτησαν σ’ ένα hotel. Ήταν ένα απολειφάδι παλιού αρχοντικού, «Το Καστέλλι», με τ’ όνομα.

Και στους δύο ορόφους του τετράπλευρου τα παράθυρα, με ξύλο στο χρώμα του δρυ, απόληγαν σε ευρύκυκλα τόξα. Στη στέγη ένα χτίσμα, αρκετά μεγάλο για δώμα, στεφάνωσε την κλασική γραμμή των παραλλήλων. Το’παιρνες καλύτερα για βίγλα, ή πολεμίστρα άλλων καιρών.

Ανεβαίνοντας ένα Π πέντε σκαλιά, και στηριγμένη σε δύο μαρμάρινες κολόνες η κεντρική είσοδος, με ευρυχωρία πυλώνα, έδειχνε κατευθείαν στην Υποδοχή. Δεξιά, ένας άνετος διάδρομος οδηγούσε στο μπαρ, που στο βάθος του καρσί έβλεπες κρεμασμένη μια γκραβούρα του ποιητή με το δάφνινο στεφάνι στην κόμη και τη μακρυά γαμψή μύτη. Αυτό μπορούσες να το ξεχωρίσεις αμέσως από κάθε σημείο του διαδρόμου. Όπως ακριβώς στο Μουσείο των Δελφών βλέπεις από παντού τον Ηνίοχο.

Αριστερά, άνοιγε η μικρή αίθουσα του ρεστωράν με μια δεκαριά τραπέζια. Σε όλους τους χώρους υπόφεραν οικόσιτα φυτά σε ζαρτινιέρες και γλάστρες. Τα χαλιά ήσαν λεπτά και τριμμένα. Ένα γυάλινο ενυδρείο στημένο στον αριστερό τοίχο του εστιατορίου ήταν το μόνο παράταιρο στην παλαιωμένη τάξη.

Το ταξιδιάρικο ζευγάρι πήρε το δωμάτιο δεκάξι στη βορειοδυτική πλευρά του πρώτου ορόφου. Ήταν μια κάμαρη ευρύχωρη με το λουτρό εμπρός και αριστερά. Στο δεξιό και πίσω μέρος το σιδερένιο κρεβάτι μέσα σε μια μεγάλη τετράγωνη αχιβάδα.

Τα φώτα ήσαν κρυμμένα. Ο πολυέλαιος στη μέση σε αποστρατεία. Και ο καθρέφτης στη βορειοανατολική γωνία του τοίχου έμοιαζε να’ χει αντικρύσει ήθη και τρόπους από την εποχή του Μαρκήσιου Ντε Σαντ.

Τα δύο παράθυρα, μικρότερο το ένα από το άλλο μεγαλύτερο, ανοίγονταν δυτικά και βόρεια αντίστοιχα. Το δυτικό μέσα από ψηλές σημύδες αγνάντευε στον ουδέτερο κάμπο. Η βόρεια πλευρά έβλεπε σ’ ένα χώρο με εφτά οχτώ ρεμίζες. Και δεξιά του θρόϊζε ένας μεγάλος κήπος, νοιασμένος με ψιλολογιά ατημέλητη.

Η Λίμπικα βιάστηκε. Χωρίς σχεδόν να σπουδάξει το χώρο που σε λίγο θα γινόταν ιδιωτικός έστω και φευγαλέα, πέταξε το ελάχιστο ρούχο της και μπήκε στο λουτρό.

- Το νερό! τι θαύμα είναι το νερό, μονολόγησε βγαίνοντας. Σκούπιζε μαλακά το σώμα της, αγγίζοντας μ’ ένα Marimekko προσόψιο νησίδες νησίδες τα υγρά μέλη.

- Όπως τρίβεις με την απαλάμη φύλλα καρυδιάς. Κι ύστερα τα μυρίζεσαι, συλλογίστηκε ο Γιαννιάς.

Όταν φρεσκαρίστηκε και ο άντρας, κατέβηκαν στο ρεστωράν και δείπνησαν ελαφρά. Ύστερα πέρασαν στο μπαρ. Εκείνος άναψε τα τσιμπούκια του, τρεις παλαιωμένες ρίζες από ρείκι Κορσικής, και η Λίμπικα ξεδίπλωσε τον Άτλαντα της Shell. Εσπούδαξε σημειώνοντας τον τόπο και τις αποστάσεις για την αύριο. Και έριξε μια γρήγορη ματιά στις σελίδες με τα τοπικά αξιοθέατα και τα μνημεία.

- Αύριο λίγο Φερράρα και πολύ Φιρέντζε, είπε στο Γιαννιά λικνίζοντας τη φωνή της ανάμεσα στη φαντασία και στο προσδοκώμενο.



- Φίλος παλιός έλεγε πως στην Casa di Dante, σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο τόπο θα διαβάσουμε ολόκληρη την Κωμωδία.



- Λένε πως στην έκθεση βιβλίων στην είσοδο του σπιτιού θα ιδούμε τα τρία τεύχη της μετάφρασης του Καζαντζάκη.

- Εθνική μας τιμή, απόσωσε στυφά ο άντρας.

- Πάμε για ύπνο. Νιώθω κατάκοπη. Θα παραδεχτείς να με αφήσεις απόψε αφίλητη; του χαμογέλασε ήρεμα.

Σε λίγο, κόντευε πια μεσονύχτι, η νέα γυναίκα είχε κιόλας αποκοιμηθεί. Το ελαφρύ λινό, πτυχωμένο σε λοξή ταινία, σκέπαζε το καστανό της ανάστημα, αφήνοντας να διαγράφεται μια ανεπαίσθητη κλίση προς τα δεξιά, καθώς άπλωνε ανάσκελα τον απέριττο πλούτο του κορμιού της στο στρώμα.

Οι μηροί της ενωμένοι χαλαρά τόνιζαν μια αδιόρατη κάμψη προς την ίδια πλευρά βαθαίνοντας χαρούμενα το στιλπνό μέταλλο της κοιλιάς. Τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της σκέπαζαν τον κάλυκα του αφαλού, ενώ η δεξιά παλάμη της ήταν λησμονημένη στην πυρή κορυφή του αριστερού της στήθους. Όπως το μωρό που κοιμήθηκε με το δάχτυλο ξεχασμένο στο στόμα. Μια άνεση θεληματική πλανιότανε ανενόχλητη στα δροσερά ματόκλαδα.

Α, η χορτασμένη γυναίκα, συλλογίστηκε ο Γιαννιάς. Η Gestillte, που έλεγε ο Ρίλκε. Τύψη της αθωότητας. Λύτρο και ευλογία της ενοχής.

Εκεί, και τότε, και έτσι. Και η νύχτα νύσταζε. Και νικητήριος του κόσμου ο ρυθμός ολοπερίγυρα ησύχαζε. Οπόταν ξαφνικά!

Ξαφνικά ένας ξερός ήχος. Εγλίστρησε τραβηγμένος, και παρείσακτος μπήκε απάντεχος. Ένα τρέμουλο, που άρχισε ν'ανεβαίνει στο σαλαγητό και την αναστάτωση.

Και απότομα, ωσάν ερεθισμός και πείραξη τριβής, φούντωσε σε φρύγανα το ζεστό λαχάνιασμα. Κάτι που είχε ξεκινήσει συσταζούμενο, μουσικό, βαθύ και πνιγμένο. Τα ακούσματα έσπασαν σε απότομες και δυνατές ανακοπές, που ασύμμετρες ή περιοδικές αυλάκωναν το σκοτάδι με βαθιές χαραγές.

Αναπνοές και βογγητά. Καλέσματα σιγανά. Απότομα πλούταιναν. Και σβήνανε βίαια στο βάθος μιας απελπισμένης σπηλιάς. Στα αυτιά του Γιαννιά φτάνανε οι κύκλοι ενός ιερού τρόμου.

Τέντωσε την ακοή του λεπίδι. Δάγκωσε τον αριστερό του αντίχειρα. Σαλτοπατώντας βρέθηκε στο ανοιχτό παραθύρι του βοριά. Ζουλάπι κακό ζάρωσε μέσα του το αρπαχτικό φυλάγοντας από τη σκοτεινή λόχμη τον καιρό, να ξεδιακρίνει και να φερμάρει το θήραμα.

Ένα δεύτερο κύμα από αγκομαχητά, βιάση αναμμένη, γελούμενα κλάματα, και φωνές ασυνάρτητες και βατταριστές περόνιασε το σώμα του και κούνησε την κάμαρη.

Ένιωσε τα παραθύρια να σκαμπανεβάζουν στην αγριεμένη νύχτα των νερών. Ανταριάστηκαν οι σημύδες, και άρχισαν να υποχωρούν κατεβαίνοντας. Τα μανιτάρια του κήπου τραμπάλιζαν, σπίθες σε άπατα ύψη, και πυγολαμπίδες. Πέρα ο κάμπος άρχισε να γυρίζει σφοντύλι. Γύρω από το τεράστιο αδράχτι τ'ουρανού.

Έπλεξε σφιχτά τα δάχτυλα των χεριών του. Πισωπατώντας διάγειρε στο στενό δωμάτιο. Πλησίασε τη Λίμπικα προσεκτικά και την κοίταξε. Η ήρεμη θέση ενός κοιμισμένου αλάβαστρου. Η ακινησία της μαρμαρένιο αλώνι.

- Και ο ύπνος τι δίκαιος! ψιθύρισε ο Γιαννιάς.

Έσκυψε να λογαριάσει την αναπνοή της γαλήνης της.

Ύστερα ξεμάκρυνε βιαστικά βηματίζοντας στον αλαφιασμένο αέρα. Περισυνάζοντας τα μέσα του και τα έξω, αναμέτρησε την κατάσταση και τους όρους. Άνοιξε τα χέρια του και τα κατέβασε νεύοντας. Σα νά' θελε να κυβερνήσει το δρολάπι των σκιών και των ήχων. Είδε τα νεύρα του και το σφυγμό του πιασμένα στο δίχτυ.

Ο Γιαννιάς πρόβαλε τώρα το σώμα του έξω από το παράθυρο του βοριά. Κατευθύνοντας προσήλωσε συγκεντρωτικά τη χοάνη των αυτιών του στο μεθυσμένο αλαλητό που έβγαινε από τα πάνω παραθύρια. Εστάθηκε εκεί κρατώντας το χτύπο να βαρεί μες στο αίμα του. Μέσα στη θύελλα μιας ακαταλάγιαστης διάρκειας άκουγε ακούσματα ανάκουστα.

Φωνές, Φωνές που τις κόβανε οι λυγμοί. Ικεσίες και στεναγμοί κατεβαίναν ως τη λυτρωτική σιωπή μιας καινούργιας εκκίνησης. Αναπνοές ασυγκράτητες και σφαχτές ανεβασμένες από το αναβρυτό παράδομα της σάρκας.

Διαρκούσανε και δυνάμωναν, και ανέβαιναν και κατέβαιναν. Έσπρωχναν το κυνήγι της ταραχής ως το σύνορο της λιποθυμίας.

Κατάπιναν τη λύσσα της αναζήτησης στις δοχές ενός άπειρου λάρυγγα. Βύθιζαν παλαβωμένη τη λαχτάρα ανάμεσα από σπαραγμούς και απανωτές ριπές εγκατάλειψης σε βυθούς ανεξερεύνητους. Συμπάλευαν τα τινάγματα και τα φιλιά και το χάϊδεμα στο αβρό και σαρκοβόρο πλέξιμο μιας εκκωφαντικής διάλυσης.

Ήτανε τα αγρίμια που ζευγάρωναν. Ήτανε σε συστάδες αναμμένες αφάνες, σε αλυγαριές και σε φλόμους. Ήτανε κορφές δέντρων υψιπέτηλες που τις κομμάτιαζε έξαλλο το πλέξιμο του βοριά. Ήτανε νερά καταρράχτες και έσκαζαν παφλάζοντας στα βράχια.

Μυώνες γατόπαρδου στο γονάτισμα και στο κύλισμα της γκαζέλας. Λυγίσματα κύκνων στους καλαμιώνες. Περιστεριών ραμφίσματα και φτερουγητά. Έκλαιγε η βροχή. Ούρλιαζαν την πείνα τους τα τσακάλια στο μακρυνό λόγγο. Λύγιζαν κύματα τα γεννήματα στο κολπωτό πέρασμα του Μάη. Τα στοιχεία της οργής χύνουνταν ταράζοντας την κορφή και τη ρίζα στα κέδρα.

Ποιοί σμίγανε, καθώς οι ορίζοντες που τους έφερνε και τους έπαιρνε η στιγμή της αστραπής; Πάνου από το κεφάλι του Γιαννιά, σε όλο και πιο έξαλλους ανεβατούς ρυθμούς, λαχανιάσματα γρήγορα, και πελώρια ξεφωνητά κατέβαζαν τρόχαλα οι ροβόλες.

"... Ν'αγαπηθεί ακόμη περισσότερο
η ηδονή που νοσηρώς και με φθορά αποκτάται
που νοσηρώς και με φθορά, παρέχει
μιαν έντασιν ερωτική, που δεν γνωρίζει η υγεία..."

Οι γραμμές της επιστολής του νέου Ιμένου, πατρικίου διαβοήτου εν Συρακούσαις επι ασωτεία, φωτίστηκαν ξαφνικά και φωτίσανε τον τομέα του εγκέφαλου του Γιαννιά. Ιδού γιατί στο εξής οι ευαίσθητοι νέοι σαν ερωτεύουνται θα παίρνουν μαζί τους, τρίτο, τον Καβάφη. Την ιδική του έκφανση του ωραίου. Π ο λ ύ σ π α ν ί ω ς, αλλά ναι.

Δάγκωσε άγρια το κατώχειλό του. Σάλεψε ασάλευτος. Και δοκίμασε να συναρμολογήσει την αταξία του κορμιού του, που ορμούσε με ξεφρενωμένα τα φρένα του άρματος να τον πετάξει, ιππικό ναυάγιο, στους βράχους.

- Α, το τραγούδι τους! ψιθύρισε πνιχτά. Νάτο, λοιπόν. Το τραγούδι τους. Το τραγούδι των Σειρήνων!

Μια υπέροχη και φονική κατανόηση διαπέρασε φωσφόρος και φώτισε όλα του τα κόκαλα. Ο Οδυσσέας δεμένος στο κατάρτι. Με τα ώτα έναυλα.

- Λύστε με! παρακάλεσε τους ίσκιους ο Γιαννιάς.

Όμως το σφάγιο της ηδονής δεν εννοούσε να πάψει. Έντρομα ξεσπάσματα, λιγοθυμισμένα αναφιλητά, καλέσματα φωνής μελλοθάνατης ανακάτευαν το σεισμό της ακοής του με τις λέξεις που δεν καταλάβαινε, με εικόνες, με γραμμές, με πλεγμούς και σπασμούς και θεσπέσια χρώματα.

Νερά, και σπαθιά, και κοχύλια. Δελφίνια, και αστερίες, και μύδια. Τα κυκλάμινα, οι κάκτοι. Και ροδάκινα, και αχινοί, και σταφύλια. Και τα φίδια, που λυγίζοντας τύλιγαν γιορντάνια στα μέλη τους οι χορεύτριες της Ίσιδας. Έσταζαν στάλες τα κόκκινα μήλα. Η αρμύρα έλουζε τα αχόρταγα μέλη. Και τα μύρα ζωντανά.

Ξαφνικά, η άρρυθμη κατεβασιά των ήχων και του παρακαλετού επήρε το καθαρό σχήμα των λέξεων της γλώσσας του Γιαννιά: Άαχ! Χάι! Να! Τι! Έτσι! Τώ-ρα! Ίιι! Πά-λι! Μη! Άαγκ! Ναι! Ένιωσε να σκάβει. Μία μία να φέρνει για πρώτη φορά στο φως τις λέξεις της γλώσσας του. Γνώριμες, και όμως άγνωστες.

Ήτανε δύο και τέταρτο. Όταν ο Γιαννιάς, χωρίς να ακούει πια άλλο, πάρεξ τις σφυριές και τα σφαδάσματα που τάραζαν τις φλέβες του, πέταξε από πάνω το ρούχο, γονάτισε δίπλα στη Λίμπικα, και φίλησε τρέμοντας όλα τα μέλη του θαλερού της ύπνου.

Με τρυφερή προσοχή τη γύρισε γαμώπιστα. Όπως τη ράχη κανονιού βυθισμένου στη θάλασσα, χάϊδεψε τους ώμους, τις πλάτες της. Κυκλωτικά έφερε τα χέρια του στους τρυφερούς γλουτούς και την ξαναγύρισε ανάσκελα.

Άφηκε τότε να γλιστρήσει το πενιχρό της εσώρουχο στον αέρα, και με την τρυφεράδα κρίνου άνοιξε τους ωραίους μηρούς. Έλυσε το πυρό του άλογο. Και αφέθηκε να το νιώθει να πλανιέται στους σχιστούς λειμώνες της Αφροδίτης. Να βόσκει στη χλώρη του βυθού.

Τόπους τόπους τίναζε ψηλά περήφανα το κεφάλι. Και η χαίτη του αλαφρότρεφε στις ριπές του ανέμου. Με τα αυτιά του προσηλωμένα στο μουσικό πανδαιμόνιο που κατέβαζε ο ουρανός.

Η Λίμπικα, μες στα ολόγλειφα χέρια του ονείρου της, αγκάλιασε το σκληρό σώμα του άντρα και κολπώθηκε να το χωρέσει αξεδιάλυτα και βαθιά της.

Στάζοντας τα μαλλιά και το μέτωπο σήκωσε τα μάτια του ο Γιαννιάς και την είδε κουλουριασμένη στα μπράτσα του. Ένα γαλήνιο, πλαγιασμένο, κατάφωτο οχτώ.

Την ώρα που οι πάνω ήχοι διαλύονταν σε τριανταφυλλένια σύννεφα στο σκοτεινό γαλάζιο του απείρου.

___________

  • Σημειώσεις: Μπορεί κανείς κάνοντας κλικ εδώ να διαβάσει και τις υπόλοιπες τοποθετήσεις πάνω στο θέμα, όπως διατυπώθηκαν από τα μέλη του Φόρουμ HOMA EDUCANDUS, τον περασμένο Απρίλη. Η ουσία όμως βρίσκεται στα δύο αποσπάσματα που δημοσιεύτηκαν και εδώ. Το ένα της Φωτεινής, το άλλο του Λιαντίνη από τα Χορικά του Νηφομανή. Νομίζω τίποτε καλύτερο δε θα μπορούσε να ανοίξει τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας του blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, του αποκλειστικά αφιερωμένου στο Δημήτρη Λιαντίνη. Το γιατί μπορούν καλύτερα να το κατανοήσουν όσοι βαθιά γνώση του έργου του Λιαντίνη έχουν. Και όσοι καταλαβαίνουν κι εκείνα που δε θέλουμε εμείς να αποκαλύψουμε. Λέμε μόνο πως περιποιεί ιδιαίτερη τιμή για το ιστολόγιό μας η παράθεση αυτών των δύο αποσπασμάτων. Τόση και τέτοια που οι μελλοντικοί μελετητές του Λιαντίνη είναι βέβαιο πως θα αναδείξουν ιδιαίτερα.

    Και παρακαλώ αυτό να το σημειώσετε, γιατί εκτός των άλλων η ανάρτηση αυτή αποτελεί και απάντηση του blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ σε όσα χτες διαβάσαμε στις συζητήσεις του ελληνικού τμήματος της WIKIPEDIA και συγκεκριμένα στο άρθρο της για το Δημήτρη Λιαντίνη. Ήδη αποστείλαμε mail διαμαρτυρίας προς τους υπεύθυνους του χώρου, τόσο για τη συκοφάντηση σε βάρος μας όσο και για ξεκάθαρη προκατάληψη εναντίον μας. Ταυτόχρονα τους τονίσαμε ότι ουδόλως μας απασχολεί να μας συμπεριλάβουν στους εξωτερικούς συνδέσμους του άρθρου τους, μας αρκεί που το ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ χαίρει εμπιστοσύνης από τους ανθρώπους εκείνους που νομίμως εκπροσωπούν το Δημήτρη Λιαντίνη και που κατ' επανάληψη μας έχουν παραχωρήσει σπάνια ντοκουμέντα από το αρχείο τους για δημοσίευση. Όπως και οι φωτογραφίες του ζεύγους Λιαντίνη που παραθέσαμε στο κείμενο από το Νηφομανή. Φωτογραφίες που εικονίζουν το Δημήτρη Λιαντίνη και τη σύζυγό του Νικολίτσα, μπροστά από την Casa di Dante, και που πρώτο έφερε στη δημοσιότητα τον περασμένο Δεκέμβρη το ιστολόγιό μας. Τα όσα σε εκείνο το άρθρο και άλλα κατοπινά μας δημοσιεύσαμε, φαίνεται πως θεωρήθηκαν από από κάποιους σχολιαστές της WIKIPEDIA ως ανεπίτρεπτη πολεμική, ικανή να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό μας. Εμείς πάλι λέμε ότι και εκείνο το άρθρο και όλα τα άλλα που φιλοξενούνται στο χώρο μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά φόρος τιμής στο Δάσκαλό μας και λιθαράκια της μεγάλης μάχης να λάμψει η αλήθεια στο αίνιγμα που μας άφησε. Πλην όμως όταν τέτοιες μάχες ξεκινάς είναι βέβαιο πως θα δεχθείς και λιθοβολισμούς. Τιμή μας και καμάρι μας. Γιατί όταν αυτό το χώρο ξεκινήσαμε, τον υπογράψαμε με την εντολή του Ναζωραίου αλλά και του Λιαντίνη:

    «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι.»

    Και χαιρόμαστε χαρά μεγάλη που δε μείναμε μόνο στα λόγια. Φυσικά δεν αναφερόμαστε μόνο στα σχόλια της WIKIPEDIA αλλά και σε πολύ πιο σοβαρές επιθέσεις που δεχτήκαμε. Δεν έχουμε σκοπό να αναφερθούμε σ' αυτές επί του παρόντος. Είναι θαρρούμε αρκετό που είμαστε και πάλι εδώ συνεχίζοντας να μιλάμε για το Δάσκαλό μας. Και χωρίς καμία παρέκκλιση από το σκοπό μας: Την αποπληρωμή του χρέους μας προς το Δημήτρη Λιαντίνη.


  • Αναφορικά προς το θέμα της ανάρτησης, την "Ελένη" του Λιαντίνη, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι οι φωτογραφίες που δημοσιεύσαμε ανήκουν σε παλιότερη εποχή και άλλο ταξίδι από εκείνο που περιγράφει ο Λιαντίνης στα Χορικά του Νηφομανή. Το ένα έγινε το καλοκαίρι του 1974. Το άλλο το καλοκαίρι του 1979. Ήταν τότε που γυρίζοντας από τη Γερμανία έφεραν και το αυτοκίνητο που αναφέρεται παραπάνω, το ίδιο αυτοκίνητο που χρόνια αργότερα, την 1η Ιουνίου 1998, άφησε ο Λιαντίνης στη Σπάρτη και έφυγε...


    Το ίδιο αυτοκίνητο που μετέφερε τον ίδιο και την οικογένειά του σε πολλά άλλα ταξίδια όπως και σε αυτό της φωτογραφίας, στο Χελμό το 1991. Μια ακόμη φωτογραφία που η κ. Νικολίτσα Λιαντίνη μας παραχώρησε με δικαίωμα αποκλειστικής δημοσίευσης. Και μαζί μάς έχει παραχωρήσει ατέλειωτες ώρες αφηγήσεων που στάθηκαν καθοριστικές για να εμβαθύνουμε στη μελέτη του έργου του Λιαντίνη αλλά και να κατανοήσουμε καλύτερα τις πράξεις της ζωής του. Όλο αυτό τον πλούτο των γνώσεων, και στο βαθμό που έχουμε την άδεια της κ. Λιαντίνη, είναι που μοιράζεται το ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ με τους αναγνώστες του. Ανιδιοτελώς και υπηρετώντας την αλήθεια και μόνο. Ακριβώς όπως έχουμε σκοπό να συνεχίσουμε και στη νέα περίοδο λειτουργίας μας.

_______________________________


22/2/2010 ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναδημοσίευση από το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ - ημερομηνία αρχικής ανάρτησης 6/10/2008

"Το αίνιγμα του Οιδίποδα" ... και του Λιαντίνη





Στη γλώσσα που κομίζει η μεγάλη Τέχνη ο άνθρωπος θωρεί δυνατά το κλάσμα της τρομερής κόψης. Στη Δευτέρα Παρουσία του Μιχαήλ Αγγέλου στα πόδια του Ναζωραίου που γρικάει το απόλυτο μηδέν σε καθαρούς βαθμούς ποιότητας και ανασυντάσσει το σύμπαν στέκεται ο Βαρθολομαίος. Εκείνο τον είπανε άγιο. Όχι στην προσκύνηση της θρησκευτικής αναλαμπής, αλλά στο ζωντανό φως του Μιχαήλ Αγγέλου είναι που το δέρας του σώματός του μπορεί και ανεμίζει στα χέρια του. Έχει μέσα στις κυκλικές φωτοσκιάσεις της Τέχνης συντελεστεί η Δευτέρα Παρουσία. Άλλως, η Όγδοη Ημέρα. Αλλά πριν ο πόνος και ο καημός. Η εκδορά και η άρνηση. Η απουσία και το πριν το τέλος, τέλος. Το μετά το αρχέτυπο, παράδειγμα.

«Το κορμί μου του Λινού γδαρμένο κρέμεται
στο κατάρτι του μεσονυχτιού»

Οι Ώρες των Άστρων, σ. 24

Το ποίημα «Αιγεύς», γραμμένο και ξαναγραμμένο σκόπιμα, όχι από την αυτοκτονική πλευρά του ανυπόμονου πατέρα, αλλά από οπουδήποτε είναι δυνατό να βλέπεις «το χρυσάφι μέσα στο νερό» (Γκέμμα, σ. 160) δηλαδή το ναυάγιο μες τη θάλασσα, έρχεται να αποκηρύξει το αναμενόμενο, την ασπρόμαυρη ανάγνωση, όπου με άσπρο σημαίνεται η χαρά και με μαύρο η λύπη. Εκεί που με άλλα λόγια λέει ο Ελύτης:

« Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα
τη χαρά και τη θλίψη πίσω μου έριξα»

Άξιον Εστί, Δ΄

ο Λιαντίνης θα σμιλέψει:

«Σαν ανδρικού κορμού το τρίτο πόδι
τόσον αβόλετη εστάθη
η εντολή να μην αμελή-
σουν, αν πρέπει,
νʼ αλλάξουν τα μαύρα ιστία.»


Οι Ώρες των Άστρων, σ. 82

Δεν είναι ούτε ο Μινώταυρος ούτε ο πατέρας, αλλά η παρουσία της Αριάδνης που μεταρσιώνει το εν αινίγματι «τρίτο πόδι» του άφαντου Οιδίποδα στο τρίτο πόδι του φαλλού. Το κομμένο ρήμα «αμελή-σουν» φροντίζει μέσα από την ηρακλείτεια αντίφαση να δώσει λύση, πόρο, πέρασμα στη «ρότα του τρόπου του» (Γκέμμα, σ. 46). Είναι λοιπόν η Αριάδνη εκείνη που περιμένει στην ακτή, διότι αλλιώς ο Θησέας δεν θα γύριζε. Γιʼ αυτό και δεν έχει σημασία η πτώση του πατέρα, που εδώ λειτουργεί πιότερο ως σεξπηρικό φάντασμα, αλλά η μυστική αναστροφή των έσωθεν ιστίων, το «νεκρό γουρούνι του φόβου» που θα ξεβράσει το «γκαστρωμένο πέλαγος» (Οι Ώρες των Άστρων, σ. 81). Κανείς, σχεδόν, δεν θα το αντιληφθεί. Την περιπαικτική εικονολογία του έρωτα θα τονίσει η δεύτερη μορφική έκταση του ποιήματος, σε άλλους μετρικούς τονισμούς:

«Από την Αττική έως την έρμη Κρήτη
έπαιζε με τους Τρίτωνες η Αμφιτρίτη»


Οι Ώρες των Άστρων, σ. 83

Για να απαντήσουμε στο αίνιγμα του τόπου θα γυρίσουμε στην αρχή:

« Ένα καράβι βουλιάζει στην στεριά
και του δρυμού τα ζουλάπια
ξεστράτισαν στου πελάου τις ορεινές
γιδοπατιές».

Οι Ώρες των Άστρων, σ. 24

______________

  • Αναδημοσίευση από ανάρτηση του χρήστη Αλέξανδρου Ζ. στο φόρουμ HOMA EDUCANDUS. Τη συνέχεια των διαλόγων σχετικά με την ανάρτηση αυτή, μπορείτε να τη διαβάσετε κάνοντας κλικ ΕΔΩ.

Στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού...



Στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού...

Έχουμε σκεφτεί τι μπορεί εκεί να κρύπτεται;

Και τι μπορεί να "έκρυψε" εκεί ο Λιαντίνης; Γιατί δικός του είναι ο στίχος. Και το δικό του ευήκοον ους συνέλαβε τον απόηχο του χρόνου του αμίλητου να ασπαίρει - να σπαρταρά - σε τέτοια φέγγη...

"Στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού

ασπαίρει η παντοδυναμία του αμίλητου χρόνου."

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

Ο λαός μας τη φράση "κλειστός σαν μύδι" την έχει καταγράψει εδώ και καιρό. Ξέρετε λοιπόν όλοι τι σημαίνει. Και μύδια οι περισσότεροι θα έχετε δει να ανοίγουν:



Τέτοια μύδια είναι για τα ταβερνάκια όμως και τις χαλαρές ώρες στις παραλίες...

Και άδικα ίσως δεν έπλασαν την ομόηχη λέξη. Τα μήδεα τα λαχνήεντα, που αρχίδια βαρβάτα και βάρβαρα τα εξηγάνε, όπως μας λέγει ο Λιαντίνης στη Γκέμμα. Ας αφήσουμε λοιπόν τα μήδεα τα λαχνήεντα και άλλο λαχνί να τραβήξουμε. (Γκέμμα, 143, 145 )

Να γυρίσουμε λέω στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού... Τι άλλο μπορεί εκεί να περιμένει υπομονετικά το χρόνο να σημάνει;

Ίσως και τίποτα. Ή το ΤΙΠΟΤΑ...

Αν δεν το ανοίξουμε το μύδι και εξακολουθούμε να ασχολούμαστε ως Μήδοι με τα μήδεα... πού να ξέρουμε;

Ξέρετε πώς έλεγαν στο χωριό μου κάποτε τα μύδια; Κοράτσες. Ναι, κοράτσες. Αυτό το κέρδος μου προχτές στο τραπέζι της Λαμπρής.* Κάπου ανάμεσα στη σαλάτα και στο κατσικάκι και στους προβληματισμούς για το μέγιστο κακό από το αλάτι μάς προέκυψε και ο προβληματισμός για το άλας της γης. Και τότε έλαβε το λόγο ο πατέρας - μανιώδης συλλέκτης λέξεων και εθίμων του τόπου μας - για να εξηγήσει σε μας τους νεότερους και απληροφόρητους τον αγώνα της παλιότερης γενιάς να εξασφαλίσουν έστω και λίγο αλάτι.

Ταξίδευαν λέει ως τη Σαγιάδα. Την παραθαλάσσια θεσπρωτική πολίχνη. Εκεί εύρισκαν το πολύτιμο αλάτι και το φόρτωναν στα ζα ως θησαυρό μεγάλο. Αλάτι φυσικό. Όχι πλυμένο και βιομηχανικό σαν το σημερινό στα δικά μας ντουλάπια της κουζίνας.

Σαν έφταναν τα σακιά στο χωριό, οι γυναίκες αναλάμβαναν τα υπόλοιπα. Και έτσι που ήταν το αλάτι αυτό, εύρισκαν συχνά ανάμεσα στους κόκκους και μικρά όστρακα, κυρίως μύδια. Άνθρωποι του βουνού, που δεν είχαν δει ποτέ τους θάλασσα, τα θεωρούσαν τούτα τα μύδια το ίδιο πολύτιμα με το αλάτι κι ας μην έκρυβαν άλλους θησαυρούς. Τα έπαιρναν λοιπόν και τα τρύπαγαν και τα έφτιαχναν στολίδια για τις κοτσίδες των κοριτσιών. Ίσως έτσι και προέκυψε το όνομά τους: κοράτσες. Αφού τα μύδια τούς ήταν άγνωστα ακόμη και ως όνομα.

Νομίζετε ξεστρατίσαμε από την κουβέντα μας για τα νυκτερινά φέγγη* και το φέγγος του Λιαντίνη; Καθόλου. Στο ίδιο περιδέραιο δένουμε μικρές μικρές πληροφορίες που φτάνουν μπροστά μας ανέλπιδα και τυχαία μερικές φορές.

Ελάτε λοιπόν να δούμε τώρα και άλλα μύδια:

Αυτά που τα λένε και μαργαριτοφόρα.

Όλη τη μέρα χτες αναζητούσα ένα στίχο που μου είχε καρφωθεί στο μυαλό. Κι όταν τον βρήκα και έγραψα τα καθέκαστα, φςςςςςς εξαφανίστηκε το κείμενο από ένα λάθος πλήκτρο. Προς γνώση και συμμόρφωση ή και γιατί έτσι η μοίρα θέλησε. Να διαβάσω πριν για το φεγγερό κέλυφος του μυδιού. Κάθε πράγμα για να συμβεί θέλει τον καιρό του..

Ο στίχος είναι ο εξής:

"Αντίκρια μου και αντίκρια σου, κι αντίκρια στο φεγγάρι

Εκεί έχουν κρύψει το ψηφί και το μαργαριτάρι."

Θα τον βρείτε στο Νηφομανή του Δ. Λιαντίνη. Σελίδα 139. Μοιάζει τελείως ξεκρέμαστος εκεί που βρίσκεται, αρχή και πρόλογος στο κεφάλαιο με τον τίτλο ΕΔΩ - ΩΔΕ. Ένα από τα Χορικά του Λιαντίνη, το δεύτερο στη σειρά. Το περιεχόμενο μιλά για τους αμαθείς και τους ημιμαθείς. Για την απλή σοφία του λαού και το Θεόφιλο και την άλλη σοφία, την κατακτημένη, που πλούτισε ολοζωής ο Σεφέρης και όσοι ακολουθούν την ίδια στράτα.

Και άλλες φορές ακουρμάστηκε ο Λιαντίνης τον ίδιο στίχο. [...] Τον ακουρμάστηκε λέει το στίχο να του τον κελαηδούν αηδόνια... Για το φεγγάρι και το μαργαριτάρι.

Ήρθε όμως η ώρα να μπούμε πιο βαθιά στο θέμα. Να μελετήσετε πριν παρακαλώ το υλικό που θα βρείτε ΕΔΩ. Και μη σκάτε που στήνω πάλι "δοκίμια". Είναι πολλοί εκείνοι που τέτοια δοκίμια τα αφήνουν στο διαδίκτυο για να τα βρίσκουμε και οι άλλοι και να φωτιζόμαστε. Κάποτε τα έκρυβαν στο φεγγάρι. Τώρα είναι το διαδίκτυο ο χώρος της δικής μας γενιάς. Κι αυτός ο τύπος που έφτιαξε το αφιέρωμα που σας έστειλα να μελετήσετε, έχει κάνει εξαιρετικότατη εργασία. Να τη διαβάσετε παρακαλώ ολόκληρη. Μέχρι κάτω. Και για την Ηρώ και για το Λέανδρο. Διαβάστε μετά και πάλι το ΑΣΤΕΡΑΚΙ του Παπαδιαμάντη. Να δείτε τι ωραίο κολιέ φτιάχνεις έτσι από αστεράκια και αστέρια...

Θα βρείτε όμως εκεί και το Θησέα. Ίσα ίσα για να ξαναγυρίσουμε στα καθ' ημάς. Αλήθεια, ξέρετε με ποιο άλλο όνομα είναι γνωστή η Γκέμμα; Μιλώ για το αστέρι το φωτεινότερο στο στέμμα της βασιλοπούλας που ερωτεύτηκε το Θησέα και μετά έπεσε στον έρωτα του Διονύσου. Έτσι και βρέθηκε στ' αστέρια. Με το Βόρειο Στέφανο ή Coronae Borealis. Επισκεφθείτε τη Βικιπαίδεια. Στο λήμμα Αλφέκκα. Και διαβάστε και αυτό πολύ προσεκτικά.

Τι σημαίνει Αλφέκκα; Είναι λέει φράση από τα αραβικά και σημαίνει ο φωτεινός του πιάτου! Μήπως σαν και ετούτο το φωτεινό:



Κι επίσης: Το στεφάνι του Βόρειου Στεφάνου οι Άραβες είχαν παρατηρήσει πως ήταν σπασμένο. Ανοιχτό δηλαδή και όχι ολόκληρο. Να θυμίσω και το στίχο του Λιαντίνη:

"σκορπίζεται σα φέγγος σπασμένου φεγγαριού";

Και ακουρμαστείτε και πάλι τους στίχους του δημοτικού τραγουδιού. Αντίκρια στο φεγγάρι εκεί έχουν κρύψει το ψηφί και το μαργαριτάρι.

Ελπίζω στο μεταξύ βρήκατε πώς αλλιώς ονομάζεται η Γκέμμα: Μαργαρίτα. Δηλαδή το μαργαριτάρι του στέμματος, της κορώνας της Αριάδνης. Και πώς ονομάζεται και το πρώτο κεφάλαιο της Γκέμμας του Δημήτρη Λιαντίνη;

Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ

Ένα μαργαριτάρι λοιπόν. Σε φεγγερό κέλυφος μυδιού που καρτερεί να το ανοίξουμε και να βρούμε όλα τα δώρα που κρύβει. Αντίκρια μου και αντίκρια σου και αντίκρια στο φεγγάρι...


______________________________

για τις κοράτσες...

Οι πληροφορίες για τις κοράτσες, είναι από την ανέκδοτη μελέτη του Θεόφιλου Λαμπρίδη και την καταγραφή του γλωσσικού ιδιώματος του Πολυδρόσου Θεσπρωτίας.

* Αναδημοσίευση από το φόρουμ HOMA EDUCANDUS, με ημερομηνία ανάρτησης 22/4/2009 και τίτλο θέματος: ΝΥΚΤΕΡΙΝΑ ΦΕΓΓΗ (φράση από τον Πλάτωνα)


ΑΒΑΓΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΡΙΓΑΝΗ


Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Στους δρόμους που γκιζέριζα
καθώς γιουδαίοι και ατσίγγανοι
ό,τι έσπερνες εθέριζα,
αβαγιανούς και ρίγανη.

Έστρωνες το κρεβάτι μου
στα χέρια σου και στα σπαθιά,
κι έγερνα εγώ και τ’ άτι μου,
βαθύζωνη κι αλοταριά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

ΓΚΕΜΜΑ «Η Ελένη της Σπάρτης» (206 – 207)

ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ

Στους δρόμους που γκιζέριζα
καθώς Γιουδαίοι κι Ατσίγγανοι
τα φύτευες εθέριζα
αβαγιανούς και ρίγανη.

Έσιαζες το κρεββάτι μου
μέσ’ στα λυμένα σου μαλλιά
κι έγερνα δίχως τ’ άτι μου,
χήνα, καλή μου, αλοταριά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ ( 40 )

"ΕΙΝΑΙ λογής παλικαριές, είναι και λογής παλικάρια. Το κάθε τι στη ζωή το αγναντεύεις και το χαίρεσαι μέσα στον περίγυρό του.

Όμως μέσα του είναι κ' ένας σκοπός που το κυβερνά, κι αυτός είναι που του δίνει το νόημά του. Κάθε καρπός θέλει τη γης και το κλίμα του για να μελώσει, θέλει κ' ένα στόμα να τον βυζάξει. Κάθε καράβι θέλει τα νερά του για να πλέψει, όμως η μοίρα του, εκεί σ' ένα μακρινό λιμάνι στέκεται και το καρτερεί. Έτσ' είναι.

Μόνο το Βασίλη τον Αρβανίτη, που στάθηκε μέσα στα παιδιάτικά μου όνειρα ο αρχάγγελος της παλικαριάς, τόσα χρόνια περνούσαν από πάνω μου, μέστωναν τη στόχασή μου, και μολαταύτα δε μπορούσα να καταλάβω το θάμα της ορμής του. Τι γύρευε, πού τραβούσε και τι πίστευε. Και μόνο τώρα, που ωρίμασε ο καημός στην ψυχή και στέριωσε ο καιρός την αντριά μου, τον κατάλαβα.

Σήμερα, από την κορφή της ζωής, γυρίζω τα μάτια προς τα περασμένα, αγναντεύω τους αλλοτινούς ανθρώπους που έφυγαν, ανιστορώ τα πρόσωπα, τις κουβέντες και τα διανέματα. Μια ανάσα ζεστή και γλυκιά, έτσι σαν από ζεστό ψωμί, έρχεται από κει, γλείφει το πρόσωπο, ψιλή φλόγα. Μοσχοβολά αβαγιανούς και ρίγανη, σταφύλια πατημένα και τσακισμένα φύλλα της πικραμυγδαλιάς, που κανένας μας δεν άπλωνε να κόψει τα τσάγαλά της πάνω από τη στέρνα.

Είναι οι αψιές μυρουδιές της θαλασσινής εξοχής και του σπιτιού, που μου στέλνουν τα παιδιάτικα καλοκαίρια. Τα νησιώτικά μου τα καλοκαίρια. Περνούν μπροστά από τα μάτια μου, χτυπημένα απότομα από τα ασημένια σπαθιά των μεσημεριών.

Τραγούδια Αιγαιοπελαγίτικα πάνε κ' έρχουνται, ορμούν σαν τα χελιδόνια γύρω στις κούνιες, που πετάν από δέντρο σε δέντρο. Γεμίζουν βουή τις βάρκες και τις ταβέρνες.

Κάτι αγόρια τα τραγουδάνε, βασανισμένα από τη φαντασία και τα μυστικά τους οράματα. Ακροζυγιάζουνται ξεσκούφωτα πάνω σε πανύψηλους βράχους όρθιους, που έχουν το χρώμα του φρέσκου ατσαλιού και μάλλιασαν οι σκισμές τους από το μούσκλι. Τα πρόσωπα στράφτουν από τη ζωή, μορφάζουν με πάθος, γανωμένα από τ' αλάτι και τον ήλιο. Χουγιάζουν τη θάλασσα κατάμουτρα.

Κι αυτή ξαμολάει κατά πάνω τους κάτι κύματα, στηθάτα αλόγατα. Όλ' αυτά φωσφορίζουν, δονίζουν μαγικά τον αέρα. Οι πνοές έρχουνται και μοσχοβολούν τη μνήμη, σα μακρινές πυρκαγιές από δάσα.

Και μέσα στην καρδιά αυτού του μαγικού κόσμου, στέκεται τροπαιοφόρος ένας ξανθός παλίκαρος. Πότε χαμογελά καλοσυνάτος και ζευγαρίζει πίσω με τ' άσπρα δάχτυλα κάτι ξανθά μαλλιά σαν από φως. Πότε πάλι συννεφιάζουν τα μαβιά μάτια του. Γίνουνται μολυβιά σα δυο σφαίρες του γκραδιού και το κάτω χείλι ξεβγαίνει με το μορφασμό του ερεθισμένου αγριμιού, που οσμίζεται να χιμήξει.

Σαν τι γύρευε και χτυπιόταν με τόσον καημό η παλικαριά του Βασίλη του Αρβανίτη; Με τους ανθρώπους και με το Θεό χτυπιόταν, με ξένους και δικούς, με το καλό και με το κακό έπιανε αμάχη. Και ποτές δεν έλεγε να καταλαγιάσει ο παραδαρμός του.

Στοχάζουμαι κάτι νερομάνες, που αναβρύζουν ολομόναχες στην ερημιά κάτ΄ από τον ουρανό. Τινάζουν τη δροσιά τους μέσα από την πυρωμένη πέτρα και κανένας δεν είν' εκεί ν' απλώσει τη φούχτα στο χόχλο, ν' ανεστηθεί η καρδιά του. Μήτε άνθρωπος, ούτε θεριό, ουδέ πουλί, μηδέ χορτάρι. Τα νερά τάχατες τραγουδούν για τον εαυτό τους; Η χαρά τους βουίζει μάταια, δίχως να ξεδιψάσει ψυχή;

Ας μην αμαρτάνουμε. Τίποτα δεν πάει στα χαμένα, αφού είναι ο Θεός γυροπερίγυρα και ανασαίνει γαληνά την ειρήνη του. Αυτός τα χαίρεται, πίνει τα νερά κι ανεγαλλιάζει από τη δροσιά η φλογερή καρδιά Του. Είναι απλωμένη η χαρούμενη Παρουσία Του ως και στην πιο απόμερην ερημιά, εκεί που τρίζει ο άμμος μες στη μοναξιά και δε βρίσκει μια χαραμίδα για τη ρίζα της η πιο ταπεινή κάπαρη. Αυτός χαμογελά προς την έρημη πέτρα, που την ψήνει ο ήλιος και μυρίζει θειάφι, την καίγει και θρει μες στο καταμεσήμερο, αφράτη σαν το παξιμάδι.

Τέτοια, λογιάζω, θα ήταν κ' η παλικαριά του Βασίλη του Αρβανίτη. Ανάβρα αχρείαστη για όλο τον κόσμο, αξήγητη για τους ανθρώπους, όμως μεγάλη χαρά μπρος στα μάτια του Θεού, που σπαρταρούσε μέσα του."

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ «Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ» (κεφάλαιο 1)



Τραγουδώντας Λιαντίνη...

______________________

ΣΧΟΛΙΟ:

Δύο ποιήματα και ένα απόσπασμα από διήγημα. Τα ποιήματα είναι του Δημήτρη Λιαντίνη. Το απόσπασμα από διήγημα του Στρατή Μυριβήλη. Συνδετικός κρίκος; Η φράση "αβαγιανοί και ρίγανη".

Ο Μυριβήλης ήταν αγαπημένος συγγραφέας για το Δημήτρη Λιαντίνη. Τόσο αγαπημένος που την τελευταία νύχτα (31/5/1998 ) πριν την αναχώρησή του, να φροντίσει να αφήσει ένα δικό του βιβλίο στο κομοδίνο του:

απόσπασμα από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (4/6/1998 )

«Tο βιβλίο που είχε στο κομοδίνο του το τελευταίο βράδυ ήταν το «H ζωή εν τάφω» του Mυριβήλη. Tο διάβαζε για τρίτη φορά και όπως συνήθιζε είχε σημειώσει την ημερομηνία σε μια σελίδα μαζί με μια φράση. 31-5-98 «Tην προτεραία της αύριον». Kαι στην τελευταία 31-5-98 «Aύριο είναι η μεγάλη μέρα.

Ξέρουμε πως ο Λιαντίνης είχε πολλούς αγαπημένους συγγραφείς και αμέτρητα βιβλία διαβάσει. Άνθρωπος με πολλά κοινά στοιχεία με το Φάουστ του Γκαίτε, που θα αφήσουμε τον ίδιο να μας τον περιγράψει στις σελίδες της Γκέμμας (σελ 10 )

«Ο δόκτωρ Φάουστ είναι μία ακρότητα ανθρώπου. [...] γέρασε σκυμμένος στις σπουδές και τις μελέτες. Εδιάβασε καράβια τα βιβλία, και αποθήκεψε βουνά τη γνώση.

Ο Φάουστ διόδεψε βήμα το βήμα τους κλασικούς πολιτισμούς. Τις κλασικές γλώσσες τις κατάχτησε στην κορφή και στη ρίζα. Τι Lingua graeca, και τι Lingua latina. Κατάφαγε τα χειρόγραφα των μοναστηριών ως την ώα τους. Και ξεσκόλισε όλα τα παλαιά βιβλία. Από τον Άρατο και τα Φαινόμενα ως τους Πλίνιους και τη Φυσική Ιστορία.

Ο Φάουστ μέσα στις θάλασσες του μυαλού του σέρνει ολάκερη τη νύχτα του Μεσαίωνα. Και όλα τα χρώματα και τις εκρήξεις της Αναγέννησης. Είναι ο παλαιός, και ο νέος. [...]

Ο Φάουστ επικαλέστηκε το πνεύμα της γης. Άνοιξε λογαριασμούς με τις δυνάμεις της φύσης. Εξόρκισε τα δαιμονικά της φαντασίας και ημέρεψε την Κόλαση. Και τότε, κατά τον καιρό και το δίκιο, φανερώθηκε μπροστά του ο διάβολος, που ο Γκαίτε τον εβάφτισε Μεφιστοφελή.

Ο Φάουστ νύχτες και μέρες και χρόνους και εποχές θεράπεψε την επιστήμη και τη σοφία. Φτάνοντας ως τα όρια του νου, ερεύνησε τα φαινόμενα και τα όντα, τις δράσεις του κόσμου, τις πράξεις των ανθρώπων.

Ο Φάουστ το σπουδαστήριό του, εκείνο το στενό και υψίθολο γοτθικό δώμα, τό 'καμε πλανητάριο για τις μακρυνές οράσεις και λαμπορατόριο για τις απειροελάχιστες δομές

Όχι, δεν πρέπει να παρεξηγηθεί αυτή η ομοιότητα και να θεωρηθεί ταύτιση. Σε καμία περίπτωση. Τις διαφορές μπορεί κανείς να τις εντοπίσει εύκολα ανοίγοντας τη Γκέμμα και μελετώντας από το Άγιο Πρωτότυπο ολόκληρη την περιγραφή του Φάουστ. Κι αφού την ολοκληρώσει, να ξαναδιαβάσει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου το αυτοβιογραφικό σημείωμα του Λιαντίνη. Το τόσο δωρικό και ταυτόχρονα σιβυλλικό που σε ελάχιστες λέξεις συγκεντρώνει όσα υπήρξε ο Λιαντίνης.

Τότε θα συνειδητοποιήσει πως τυχαία δε γράφτηκαν για το Φάουστ όλα αυτά στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Ενός βιβλίου που ορίζεται από τον ίδιο το συγγραφέα ως κύκνειο άσμα. Και έχει τίτλο μια λέξη που δεν απαντά στα ελληνικά λεξικά: Γκέμμα.

Και από το φόρουμ HOMA EDUCANDUS παραθέτω το ακόλουθο σχόλιο του μέλους Ηρακλή:

«Το βιβλίο λέγεται Γκέμμα, το αστέρι Γκέμμα, όπως σαφέστατα δηλώνει το εξώφυλλο και εξηγεί εισαγωγικά. Γκέμμα είναι ονομασία λατινική, ακόμη και ο Λιαντίνης λατινικό κείμενο δίνει, παραθέτει ως ερμηνεία. Πριν λοιπόν φτάσει κανείς στο οπισθόφυλλο να κοιτάει με απορία τη φωτογραφία εξ Αιγύπτου, ας αναρωτηθεί πρώτα για τον τίτλο στο εξώφυλλο. Γιατί λατινική ονομασία στο κύκνειο άσμα ενός ελληνοέλληνα; Αντε για... δώστε μου εδώ μια καλή εξήγηση!

Από τις χιλιάδες ελληνικές λέξεις δεν του περίσσεψε μία του Λιαντίνη για το τελευταίο του βιβλίο; Αν απαντήσει αυτό, τότε μπορεί να εξηγήσει και γιατί από τις αμέτρητες (σίγουρα) φωτογραφίες του εντός Ελλάδας καμία δε του άρεσε για το τελευταίο βιογραφικό του.

Στους κολλημένους με τις αιγυπτιομανείς θεωρίες τονίζω πως το αστέρι Γκέμμα έχει και αραβική ονομασία. Αλφέκα. Ο Λιαντίνης όμως προτίμησε το Γκέμμα. Και επιπλέον φρόντισε να διακωμωδήσει τη σημερινή Αίγυπτο στις σελίδες της Γκέμμας που ξέπεσε στους καμηλιέρηδες της Γκίζας από τους Φαραώ και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους. Αν και το σημείο έχει περισσότερο το νόημα της κριτικής για τα χάλια της σημερινής Ελλάδας και η Αίγυπτος χρησιμεύει ως αντίστοιχο παράδειγμα. Κι αλλού πάλι θα αποκαλέσει προχειρολόγους και ημιμαθείς όσους λένε πως και οι αιγύπτιοι έκαναν επιστήμη. "Λάθος. Επιστήμη έκαμαν μόνον οι έλληνες", θα τονίσει ο Λιαντίνης κρατώντας αποστάσεις από τέτοιες αντιλήψεις αντιεπιστημονικές.»

Αποστάσεις θα κρατήσει ο Λιαντίνης και από το Φάουστ. (Γκέμμα, 12 )

«Τύπος του homo universalis, ο Φάουστ έχει άπειρη μέσα του την ορμή για γνώση, και την ορμή για δράση. Από την ίδια τη φύση του ήταν ξένος στο τύπο ανθρώπου της κλασικής Ελλάδας. Εκείνου του ανθρώπου, που τα βασικά του γνωρίσματα ήσαν το μέτρο και η Δίκη. [...]

Γεννημός και πλαστούργηση του πολιτισμού της Ευρώπης, ο Φάουστ στη βάση του είναι ρομαντικός. Μονοσήμαντος, δηλαδή, ακαθόριστος, νύχτιος, ετεροθαλής, φυγόκεντρος, τοξοτά αρειμάνιος, άπειρος. Δεν έχει καθαρές τις γραμμές, το σχήμα, τα όρια, το γάρμπος.

Οι ιστοί και οι σύνδεσμοι του κλασικού έλληνα, που του δίνουν την ισορροπία επάνω στη βάση της σύνθεσης λόγου και θυμικού, μέσα στο Φάουστ είναι συντριμμένοι

Είναι εντελώς αναγκαίο, να κρατήσει αποστάσεις ο Λιαντίνης από το Φάουστ και να διευκρινίσει τις διαφορές. Αλλιώς ο λατινογενής τίτλος του βιβλίου του κινδυνεύει να παρεξηγηθεί από τους αναγνώστες.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τα δύο ποιήματα του Λιαντίνη, τα τόσο όμοια μεταξύ τους, και το απόσπασμα από το Βασίλη τον Αρβανίτη του Στρατή Μυριβήλη; Μεγάλη... Αρκεί κανείς να προσέξει πώς ξεκινούν και τα δύο ποιήματα του Λιαντίνη:

"Στους δρόμους που γκιζέριζα

καθώς Γιουδαίοι κι Ατσίγγανοι"

Κι έπειτα να ανοίξει το Νηφομανή του Δημήτρη Λιαντίνη. Να διαβάσει κι εκεί τις πρώτες σελίδες. Για τον Οδυσσέα που

«σκύβει στο αυτί μας και μας ψιθυρίζει σιγά. Πραγματικός άνθρωπος πάει να ειπεί homo viator και fugitivus errans. Αιώνιος οδοιπόρος, δηλαδή, και περιπλανώμενος φυγάς.

Και στη δεύτερη μεγάλη θάλασσα της ελληνικής περιπέτειας, στην αττική τραγωδία, ο πραγματικός άνθρωπος παρουσιάζεται με τα ίδια σημάδια. Εδώ μάλιστα γίνεται και τυπική προσεπικύρωση του αλήτικου τρόπου με μια σήμανση από την ίδια τη γλώσσα. Ο Οδυσσέας γίνεται Οιδίπους. Οιδίπους, από το οίδημα, που θα ειπεί πρήξιμο, και το πόδι.

Από τον ασταμάτητο δρόμο σε μια στράτα που μετριέται με το χούι των άστρων πρηστήκανε τα πόδια του οδοιπόρου.»

Ίδιος δεν είναι και ο Βασίλης ο Αρβανίτης; Ένα άγαλμα λόγου κι αυτός, που το ξεχωρίζει ο Λιαντίνης και το αναφέρει στα Ελληνικά του (σελ. 90 ) δίπλα στην ομηρική Ελένη αλλά και τη Μαργαρίτα του Γκαίτε. Στο θρόνο όμως - γράφει εκεί ο Λιαντίνης - κάθεται ανάμεσα σε όλα αυτά τα αγάλματα του λόγου, τις νοητικές δηλαδή εποπτείες, ο Οδυσσέας του Ομήρου.

«Ο Οδυσσέας κλείνει με άρτιο τρόπο πολύπλοκο και βαθύ, με αρμονικά αντιθετικό, με σύνθετο, με ρεαλιστικό και ιδεώδη, αλλά κυρίως με τον πιο απλό και τον πιο σοφό τρόπο τον τύπο του ιστορικού ανθρώπου [...] ως τη στιγμή που ο ίδιος θα καταστρέψει τον εαυτό του πάνω στη γης.»

Και ο Βασίλης Αρβανίτης, το ίδιο:

«[...] ο κοσμαγάπητος «Βασίλης ο Αρβανίτης», ο εκτός νόμου και ήθους παλικαράς, ο λεβέντης και κακοποιός, που μέσα του θρασομανάν η ζωή και ο έρωτας, το θάρρος και το θράσος, η αψηφησιά κι ο ηρωισμός. Κατάλοιπο της αρχέγονης ληστρικής ψυχολογίας και αντιφέγγισμα του αρματολισμού, συγκρούεται με την κοινωνία και τελικά αυτοκτονεί [...] »

Ο Βασίλης ο Αρβανίτης*... Ξέρετε δα πως κάποιοι ισχυρίζονται ότι οι Αρβανίτες* είχαν στενή σχέση και με το Σούλι και τους Σουλιώτες. Έτσι τουλάχιστον αναφέρει ένας βέρος Αρβανίτης, ο σημερινός αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Θεόδωρος Πάγκαλος.

Ποιος άλλος είχε σχέση με το Σούλι; Μα ο Δημήτρης Λιαντίνης. Αυτό τουλάχιστον μου είπαν οι συγγενείς του όταν επισκέφθηκα τη Λιαντίνα Λακωνίας. Πως οι ρίζες της οικογένειας είναι από το Σούλι. Ο ίδιος πάντως ο Λιαντίνης (απ' όσο γνωρίζω) πουθενά στο έργο του δεν αναφέρει το παραμικρό για τη σχέση του αυτή με το Σούλι και τους Σουλιώτες. Βέβαια δεν παραλείπει να εκφράσει το θαυμασμό του για το Μπότσαρη και μάλιστα στο κεφάλαιο "Ο Ελληνοέλληνας", στη Γκέμμα (σελ. 121 ) Να είναι άραγε αυτό και μια έμμεση απάντηση σε όσους διατείνονται πως οι Σουλιώτες ήταν Αρβανίτες και βιαστικά προχωρούν πιο πέρα συγχέοντας τους Αρβανίτες με τους Αλβανούς και φτάνοντας να θεωρούν Αλβανούς τους Σουλιώτες;

Πάντως αξίζει να δούμε και μια αναφορά στα Ελληνικά (σελ. 37 ) του Δημήτρη Λιαντίνη για το Μάρκο Μπότσαρη:

«Ούτε πως ο κάθε έλληνας οφείλει να γνωρίζει τι είναι το χαρμπί του Μπότσαρη»..

Χαρμπί; Μα το χαρμπί είναι λέξη τουρκικής προέλευσης σύμφωνα με τα λεξικά. Ενώ ο Μπότσαρης είναι γνωστό ότι συνέγραψε ελληνοαλβανικό λεξικό...

Περίεργα, το λιγότερο, πράγματα... Και βέβαιο συμπέρασμα ουδείς μπορεί να εξάγει με τα στοιχεία αυτά. (Η εξήγηση προσωπικά μου δόθηκε διαβάζοντας το βιβλίο του Σαράντου Καργάκου, για το πώς διαμορφώθηκαν τα αρβανίτικα και ποιοι είναι πραγματικά οι Αρβανίτες.* )

Δεν μπορεί όμως και να παραβλέψει την επιμονή του Λιαντίνη για την καταγωγή του από την περιοχή της Σπάρτης, εμφανή σε όλο το έργο του αλλά και στην επιλογή του να στεφανωθεί το άγαλμα του Λυκούργου δυο μέρες μετά την εξαφάνισή του. Όπως και όσα γραφτήκανε για τον Ταΰγετο.

Ναι, είναι βέβαιο πως ο Δημήτρης Λιαντίνης γεννήθηκε στη σκιά του Ταΰγέτου. Όμως αν έχουν βάση όσα λέγουν οι συγγενείς του, δεν είναι απόγονος των αρχαίων κατοίκων της περιοχής αλλά κάποιων που "γκιζερίζοντας καθώς Γιουδαίοι κι Ατσίγγανοι" έφτασαν στη Λακεδαίμονα προερχόμενοι από το Σούλι και ποιος ξέρει από πού αλλού στο παρελθόν.

Μειώνουν όλα αυτά στο ελάχιστο την ελληνικότητα του Λιαντίνη; Όχι. Έλληνες είναι οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες. Έτσι δεν είναι;

Εξάλλου και οι αρχαίοι Σπαρτιάτες ως Δωριείς δεν ήταν γέννημα θρέμμα της λακωνικής γης, "ταξιδιώτες" ήταν που κατέβηκαν ως εκεί από τα βουνά της Ηπείρου.

Μα, να το πούμε και τούτο. Οι περισσότεροι νεοέλληνες παρόμοια ιστορία δεν έχουμε; Και παρόμοιες καταβολές δεν κουβαλά η οικογένεια του καθενός μας; Δεν έζησε μόνο ο Οδυσσέας την οδύσσεια. Ανάλογες οδύσσειες ιστορούν και οι παππούδες όλων μας σχεδόν. Έτσι και ο Λιαντίνης στη Γκέμμα (σελ. 109 ) δε θα διστάσει να μας πει:

«Οι νεοέλληνες είμαστε γέννημα μπασταρδεμένο και νόθο. Ούτε ίπποι, ούτε όνοι, ούτε όνισσες ούτε φοράδες. Είμαστε μούλοι. Δηλαδή μουλάρια. Και τα μουλάρια δε γεννούν.»

Και ξέρουμε πως αυτή η κατάντια πονούσε βαθιά το Δημήτρη Λιαντίνη. Κι αν για πέντε πράγματα πούμε ότι πολέμησε ένα θα είναι σίγουρα αυτό, να ξαναγίνουν οι νεοέλληνες ελληνοέλληνες. Πώς; Σίγουρα όχι με τα μήνιν άειδε μα με τα συνήθια της Ιλιάδας... (Γκέμμα, 120 )

Έτσι ο ποιητής Δημήτρης Λιαντίνης μετά το γκιζέρισμα (κι εδώ δείτε μια αναφορά στο έθιμο της γκεζεράς, και με τη σημείωση ότι το γκιζερίζω απαντά και ως γκεζερίζω και γκεζερώ, με τούρκικη ρίζα - λεξικό Ι. Σταματάκου, σελ. 897 ) επιδίδεται στο θέρισμα...

Θερίζει ό,τι του έσπειρε (η Ελένη της Σπάρτης; ) και είναι αβαγιανοί και ρίγανη η σοδειά του. Όπως με αβαγιανούς και ρίγανη μοσχοβολά, γράφει ο Μυριβήλης, και ο κόσμος του αρχάγγελου της παλικαριάς, Βασίλη Αρβανίτη.

Στη δεύτερη στροφή, αρκετά διαφοροποιημένη στα δυο ποιήματα του Λιαντίνη, ξεκαθαρίζει το τοπίο του θερισμού. Η θηλυκή παρουσία που υπαινίσσεται (η Ελένη της Σπάρτης στην πρώτη περίπτωση, η Βερενίκη και η κόμη της στη δεύτερη) προσλαμβάνει το επίθετο "βαθύζωνη", λέξη που φτάνει ως προς τη σημασία της ως τον Όμηρο. (Ιλ. Ι 594, Οδυσ. Γ 154 κ.ά.) Να σημειώσουμε επίσης ότι το ίδιο επίθετο, βαθύζωνη, συναντάται και στην Κίχλη του Σεφέρη : μια γυναίκα ἐλικοβλέφαρη βαθύζωνη.

Ποια είναι η Ελένη της Σπάρτης; Ολόκληρο κεφάλαιο της αφιέρωσε ο Λιαντίνης στη Γκέμμα ( 203 ) κι εμείς δεν είναι λίγες οι φορές που μελετήσαμε και αναλύσαμε την Ελένη του Λιαντίνη... Κι εδώ θα βρείτε απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Λιαντίνη για την Ελένη ως νοητική εποπτεία από τον Όμηρο ως τον Ελύτη. Αλλά κι εδώ υπάρχουν σημαντικές πληροφορίες για τα Λουτρά της Ελένης, περιοχή που ο Λιαντίνης διάλεξε να χτίσει εξοχικό για την οικογένειά του. Από κει και η φωτογραφία που έχουμε διαλέξει ως σήμα του blog:



Στην ίδια ανάρτηση του φόρουμ HOMA EDUCANDUS θα βρείτε και ένα απόσπασμα για τον ΑΛΗΤΗ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ. Ένας Αλήτης που φέρνει στο νου μας το "γκιζέριζα" των δυο ποιημάτων. Και είναι ένας "αλήτης Εμπεδοκλής" όπως και η νοητική εποπτεία του πασίγνωστου κεφαλαίου της Γκέμμας: ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ.

Με όλα τούτα ξεχάσαμε τη Βερενίκη και την κόμη της, τίτλο του ποιήματος στις Ώρες των Άστρων. Και είναι η Βερενίκη μια βασίλισσα που ο σύζυγός της άφησε ολομόναχη στο νυφικό κρεβάτι, τραβώντας για τον πόλεμο. Τότε εκείνη αφιέρωσε την πλούσια κόμη της στην Αφροδίτη για να γυρίσει πίσω ο καλός της. Κι έτσι και έκανε σαν ξανάρθε πίσω. Έκοψε τα μαλλιά της και τα πρόσφερε στη θεά. Όμως η κόμη της Βερενίκης εξαφανίστηκε από το ναό και ο μύθος θέλει να έχει τοποθετηθεί από τους θεούς ανάμεσα στ' αστέρια... εκεί που είναι και σήμερα ο ομώνυμος αστερισμός. Όπως και η κορόνα της Αριάδνης, ο Βόρειος Στέφανος, που αστέρι του είναι η Γκέμμα.

Αξίζει ακόμη να τονίσουμε μια ακόμη διαφορά στη δεύτερη στροφή των ποιημάτων. Στη μία περίπτωση, στις Ώρες των άστρων, ο ποιητής γέρνει δίχως το άτι του στα λυμένα μαλλιά της αγαπημένης του. Στην άλλη, στη Γκέμμα, και στην Ελένη της Σπάρτης, ο ποιητής βρίσκεται με το άτι του και γέρνει πάνω στα σπαθιά... Η εικόνα εδώ παραπέμπει στον Έκτορα και την Ανδρομάχη και ας μιλά το ποίημα για Ελένη. Έτσι κι αλλιώς η Ελένη σύμβολο είναι. Και είδωλον... (περισσότερα για τον Έκτορα και την Ανδρομάχη έχουμε δημοσιεύσει παλιότερα στο φόρουμ HOMA EDUCANDUS).

Για όλα τούτα τα στοιχεία που παρουσιάσαμε, τα δύο αυτά ποιήματα του Λιαντίνη αποκτούν ιδιάζουσα σημασία και διακρίνει κανείς ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές τους πως σχετίζονται άμεσα και με τη φιλοσοφία του αλλά και με τη στράτα που ακολούθησε. Την "καταραμένη" του στράτα όπως ο ίδιος την αποκαλούσε...

Ταυτόχρονα η περίπτωση των δύο αυτών ποιημάτων μας αναγκάζει να θυμηθούμε ένα ακόμη ζευγάρι ποιημάτων του, τον Ύμνο στο Δία, εκ των οποίων το ένα δημοσίευσε στο βιβλίο του Πολυχρόνιο και το άλλο το είδαμε στις Ώρες των Άστρων, αποδεικνύοντας πως η διαδικασία αυτή - της δεύτερης γραφής των ποιημάτων (και όχι μόνο) - αποτελούσε προσφιλή διαδικασία για το Δημήτρη Λιαντίνη. Φαίνεται πως για το Λιαντίνη τα κείμενα και τα ποιήματά του δεν ήταν παγωμένες εικόνες μα συνέχιζε να συνομιλεί μαζί τους και να αποτυπώνει εκ νέου τους διαλόγους του μαζί τους. Τη συνήθεια αυτή είχε και ο Στρατής Μυριβήλης, επανεκδίδοντας μάλιστα ολόκληρα βιβλία με αλλαγές...

Κλείνοντας την περιήγησή μας στους Αβαγιανούς και τη ρίγανη, θα καταθέσουμε την απορία μας για την "αλοταριά". Όσο και αν ψάξαμε δεν καταφέραμε τίποτε να βρούμε για τη σημασία της λέξης. Αν κάποιος γνωρίζει, ας μας ενημερώσει σχετικά.

__________

* Για τους Αρβανίτες πλούσιο υλικό υπάρχει στο βιβλίο του Σαράντου Καργάκου "Αλβανοί - Αρβανίτες - Έλληνες. Εκεί και αναφέρεται απόσπασμα από τον Παπαρρηγόπουλο που συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι οι Σουλιώτες ήταν "κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντως Αλβανών", όπως επίσης και οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες.

Αξιοσημείωτη και η παρατήρηση του Καργάκου στη σελίδα 78 για το επώνυμο του ήρωα του Μυριβήλη, του Βασίλη Αρβανίτη - γενικότερη αναφορά για το επώνυμο Αρβανίτης στη σελίδα 68 με ιδιαίτερη επισήμανση στη σχέση της Μάνης με το επώνυμο αυτό.

Ενώ στη σελίδα 74 υπάρχει εκτενής αναφορά στα φιλικά αισθήματα του Παπαδιαμάντη για τους αλβανόφωνους, όπως προκύπτει από τα διηγήματά του. (πχ Στο Χριστό στο κάστρο)

Να πούμε τέλος ότι ο ήρωας του Μυριβήλη, ο Βασίλης ο Αρβανίτης ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Δεν τον έλεγαν Βασίλη, τον έλεγαν όμως Αρβανίτη, Στρατή Αρβανίτη. Εδώ θα βρείτε μαρτυρία της κόρης του Στρατή Αρβανίτη.

Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα