ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η περιέργεια του κοινού

Σαν χτες, 3 του Γενάρη, ο κόσμος "έχασε" έναν ξεχωριστό άνθρωπο των γραμμάτων, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Εκατόν ένα χρόνια πια από τη μέρα που έκλεισε τα μάτια του κι αποκοιμήθηκε τον ύπνο τον ανεξύπνητο. Τον έκλαψαν οι συγγενείς, τον έκλαψαν οι φίλοι, τον έκλαψαν κι εκείνοι που τον είχαν διαβάσει και αγαπούσαν το έργο του. Και πικραθήκανε που δε θα τον ξαναδούν. Ένας όμως, ο Παύλος Νιρβάνας, μαζί με την πίκρα είχε και να καμαρώνει για ένα μεγάλο κατόρθωμα. Ας αφήσουμε τον ίδιο να μας το διηγηθεί:

Ο Παύλος Νιρβάνας διηγείται πώς έπεισε
τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη να φωτογραφηθεί

Ο καημένος ο Αλέξανδρος! Καινούριες ανησυχίες θα είχε πάλι η ασκητική του με τη συρροή τόσων ξένων και δικών μας μουσαφιρέων στο ταπεινό του σπιτάκι του ωραίου νησιού. Τον ετρόμαζε τόσο πολύ “η περιέργεια του Κοινού”.

Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ’ τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβήσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού.

Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ’ εκείνους που θα ‘ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ο αγνός αυτός χριστιανός, με την ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. ”Ού ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα” ήταν η άρνησή του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωσα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.

Με τι δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του για τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στο φακό μου. Να “ποζάρει” είναι ένας λεχτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία.

Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα, στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει - ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος - να μιλεί γαλλικά:

-Nous excitons la curiosité du public.

Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… Κοινού! Ποιου Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνιά του μαγαζιού, και δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, που ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η “περίεργειά” του. Και αυτή ήταν η διαπόμπευσή του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος.

-Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι… μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια- στο τέλος του μαρτυρίου του.

Μήπως δεν ήταν στ’ αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκοσμίων.(…)

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 163, 1/10/1933

http://alexandrospapadiamandis.wikispaces.com/

Η φωτογραφία που αναφέρει ο Νιρβάνας κυκλοφορεί σήμερα σε πολλές γωνιές του διαδικτύου, ας την αποθέσουμε λοιπόν κι εμείς εδώ:


Ο κυρ Αλέξανδρος. Που δεν ήθελε να ερεθίσει την περιέργεια του κοινού. Και μόνο χάριν της φιλίας με το Νιρβάνα του επέτρεψε αυτή τη μία και μοναδική φωτογραφία. Και κοιτώντας όχι το φακό, κατεβάζοντας κάτω τα μάτια. Να ήταν άλλος στη θέση του! Να ήταν κανένας σημερινός. Θα γέμιζε τον κόσμο με φωτογραφίες, με βίντεο, θα μοίραζε και αυτόγραφα. Μη χάσει ο κόσμος τη χαρά να τον έχει στο κάδρο και να τον καμαρώνει και να τον λατρεύει. Μα δεν ήταν άλλος, ήταν ο Παπαδιαμάντης.

Ένας άλλος μεγάλος της εποχής του, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, θα γράψει σε ποίημά του το ακόλουθο:

Χάσαμε το πιο τίμιο, τη μορφή του. Έτσι γράφει ο πονηρός ο γέρος της Αλεξάνδρειας. Μιλώντας για ποιον; Όχι για τον Παπαδιαμάντη. Μα για τον Ευρίωνα. Που πέθανε 25 χρονών. Αλεξανδρινό νέο και ωραίο, σαν απολλώνια οπτασία. Κι άλλο πιο τίμιο να αφήσει δεν είχε πάρεξ τη μορφή του. Κι ενδεικτικά αναφέρω την κριτική από το ιστολόγιο του Λογομνήμονα:
Για τον Ευρίωνα πάλι δε θα μάθουμε αν έδωσε ή πήρε ηδονή, πέθανε όπως κι ο Ιασής πολύ νέος, ωστόσο πρόλαβε να κάνει σπουδές στη φιλοσοφία και στη ρητορική αν και αυτές πολύ λίγο απασχολούν τον Καβάφη, το ίδιο και η συγγραφή ιστορίας. Ένα είναι το σημαντικό του χάρισμα: η ομορφιά! Ο Ευρίων ήταν σαν “απολλώνεια οπτασία”.
Κι αν ξενίζει η ερμηνεία των στίχων του Καβάφη, θα επικαλεστώ και το Λιαντίνη, που στο κύκνειο άσμα του, τη Γκέμμα, έχει συμπεριλάβει και ένα κεφάλαιο, το ξ, με τον τίτλο "Οι Είρωνες". Κι έχει κρατήσει εκεί αρκετές σελίδες και για την καβαφική ειρωνεία:

"Μικρό ανάλογο της κοσμοϊστορικής ειρωνείας είναι η καβαφική ειρωνεία. Εκείνος που δεν ανιχνεύει στο βάθος του Καβάφη αυτό το στοιχείο, διαβάζει ποιήματα του Καβάφη στο βιβλίο, και βλέπει παπούτσια του παπουτσή στο μαγαζί. Κατά τη γνώση, ότι Καβάφης τουρκιστί πάει να ειπεί τσαγκάρης.

Ο αληθινός Καβάφης δεν είναι αυτός που φαίνεται. Η ειρωνεία του είναι ο νόμος συνοχής, που οργανώνει τη χημεία του ποιητικού του σώματος."

Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, 231 - 232

Στις σελίδες που ακολουθούν ο Λιαντίνης θα αναλύσει διεξοδικά - και με βάση το πρίσμα της ειρωνείας που εισάγει - και τη σχέση του τεχνίτη με το έργο του. Αφορμή βρίσκει τους νέους της Σιδώνας, το πιο δύσκολο όπως σημειώνει ποίημα του Καβάφη, που χαντάκωσε, τονίζει ο Λιαντίνης, ακόμη και το Σεφέρη στην ερμηνεία του. Φαντάσου τώρα τι μπορεί να πάθει ο όποιος άλλος θελήσει να ερμηνεύσει Καβάφη. Αυτό δεν το παραβλέπουμε. Μα κρατάμε και τούτη την κουβέντα του Λιαντίνη, οδηγό μας:

"Το νόημα των στίχων αυτών ο Καβάφης, σε μια άλλη στιγμή του, θα μας το δώσει με μια πρόταση ανυποχώρητη και βλοσυρή: Ο τεχνίτης, μια και θέτει το έργο του πάνω απ' όλα, οφείλει να καταστρέψει το άτομό του χάριν του έργου του."

Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, 239

Σελίδες πριν, στην 185 της Γκέμμας, ο Λιαντίνης πρόλαβε και χάραξε για τον εαυτό του μιλώντας τούτο:

"Έγραψα τα Ελληνικά και τη Γκέμμα σε εφτά χρόνους.

Από οργή για τους αιώνες που δε θα υπάρχω."

Και σε πολλά ακόμη σημεία θα εξηγήσει πως αυτή η προσήλωση στο έργο είναι η μόνη οδός αθανασίας. Ενδοκοσμικής. Το έργο που θα αφήσεις:
"Η δόξα είναι η μόνη ιδέα ζωής μετά θάνατο. Είναι η μόνη εικόνα αθανασίας του ανθρώπου. Είναι η μετά το θάνατο ενδοκοσμική, όχι υπερκόσμια ή υπερβατική, παρουσία του ανθρώπου μέσα στους άλλους ανθρώπους. Μια κατάσταση που στη λογική μας στέκεται ψηλαφητή, βεβαιωμένη, αποδείξιμη.

Τι σημαίνει ότι κατάχτησε κάποιος τη δόξα; Ότι κέρδισε την ενδοκοσμική αθανασία του, ή την επιβίωση της ύπαρξής του μέσα στη μνήμη των ανθρώπων;

Σημαίνει ότι όταν πεθάνει δε θα επιστρέψει εις το μεγάλο Τίποτε. Ότι δε θα τον αφανίσουν οι αιώνες των αιώνων μέσα στην αχανή λήθη του σύμπαντος. Ότι ενίκησε το θάνατο σα λησμονιά. Όσο βέβαια είναι ορισμένο στον άνθρωπο να νικά το θάνατο. Όσον ενδέχεται αθανατίζειν, που λέει ο Αριστοτέλης."

Δ. Λιαντίνης, Τα Ελληνικά, 127
Τι έχουμε λοιπόν εδώ;

1. Έναν Παπαδιαμάντη που δε θέλει να φωτογραφηθεί, να αποτυπωθεί η μορφή του, για να μην ερεθίσει την περιέργεια του κόσμου.

2. Έχουμε τον Καβάφη που αριστοτεχνικά ειρωνεύεται τον Ευρίωνα που άλλο δεν άφησε πάρεξ τη μορφή του που έμοιαζε με απολλώνεια οπτασία.

3. Κι έχουμε και το Λιαντίνη. Να μιλά για ενδοκοσμική αθανασία και να τη συνδέει με το έργο που αφήνεις και υπερθεματίζοντας μαζί με τον Καβάφη πως για το έργο ο τεχνίτης οφείλει να καταστρέψει τον εαυτό του!

Έχουμε όμως και έναν Νιρβάνα. Που ισχυρίζεται ότι ένα από τα ωραιότερα πράγματα που έκανε στη ζωή του είναι που παρέδωσε στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη. Προσοχή όμως. Η διάσωση της μορφής τιμά τον Νιρβάνα, όχι τον Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης έχει αφήσει έργο, δεν είχε καμιά ανάγκη να διασώσει τη μορφή του. Δεν το επεδίωξε ο ίδιος και μόνο χάριν της φιλίας με το Νιρβάνα υποχωρεί και του κάνει το χατίρι. Κι αυτό τον κάνει ακόμη πιο σπουδαίο στα μάτια μας. Και αναφέρω από το Λιαντίνη τα ακόλουθα που θα εξηγήσουν το γιατί:

"Ποιος είναι ο δείχτης που δείχνει με βεβαιότητα πως ο γραφιάς με τα γραφτά του δε δουλεύει στην τέχνη, αλλά δουλεύει τον κοσμάκη σε ακκόρντο κάλπικο, και στο ντουμάνι της "παραμύθας";

Είναι το ναρκισσιλίκι του διανοούμενου γενικά και η τάση του για επίδειξη. Που όσο έντεχνα επιτηδεύεται να τα σκεπάζει, τόσο κατάφωρα και χυδαία τον προδίδουν.

Οι αναλυτές της συμπεριφοράς θα πρέπει κάποτε να ασχοληθούν στην ψυχολογία τους με τη διάθεση του στιχοποιού, όταν βλέπει τον εαυτό του στην οθόνη της τηλεόρασης, ή ακούει τη φωνή του στο ραδιόφωνο. Να μας ειπούν τι λογής αυτοσυναίσθημα του γεννιέται. Έχω την ιδέα ότι θα τραβήξουν από το βυθό στην επιφάνεια τόσα λύματα ματαιοδοξίας, όση λάσπη σηκώνουν τα δίχτυα του ψαρολόγου σε μια κακή ψαριά.

Θα διαγνώσουν πολύ φούσκωμα και οίηση και μεγαλείο και τύφο. Θα ακτινογραφήσουν μια συναίσθηση σχεδόν αυτοκρατορική, και ένα "θα σας δείξω εγώ, χαλδούπηδες", που να σου πέφτει το μαλλί. Μπροστά τους όλοι οι λαμπροί άντρες της ιστορίας γίνουνται πυγολαμπίδες.

Η τηλεόραση άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου σε ένα είδος αθανασίας που κλείνεται στα πέντε λεπτά ή στο ένα τέταρτο της ώρας για όλες τις μετριότητες και για όλες τις ουδενίες."

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Τα Ελληνικά (σελ. 78 )
Κι έλα τώρα και προβληματίσου, τίμιε αναγνώστη. Αν δεν είχε κάνει ο Νιρβάνας το ωραίο του έργο και αν δεν είχαμε ούτε μια φωτογραφία του Παπαδιαμάντη, θα ήταν μικρότερη η αξία του; Θα ασχολιόμασταν λιγότερο με όσα μας άφησε με το δικό του χέρι ο τεχνίτης;

Και όμοια, λόγω χώρου, ας προβληματιστούμε και για το Λιαντίνη. Ποιο το μείζον και ποιο το έλασσον. Η μορφή; Ή το έργο;

Κάποτε έκανα το μεγάλο λάθος να αναδείξω στο διαδίκτυο τον ακόλουθο "στίχο" του Λιαντίνη:

Το αληθινότερο ποίημα στο γνήσιο ποιητή είναι η ίδια η ζωή του.

Δ. Λιαντίνης, Χάσμα Σεισμού σελ. 24

Μόνο που ο σβησμένος αριθμός της σελίδας με έκανε να γράψω σελίδα 21. Κι όχι 24 που είναι ο σωστός. Το διαβάζει λοιπόν ένας άνθρωπος στο διαδίκτυο, πάει στη σελίδα 21, πουθενά ο "στίχος". Έλα μου ντε που ο στίχος του χρειαζόταν; Είχε αποφασίσει, άλλος Νιρβάνας κι αυτός, να αφήσει στους μεταγενέστερους τη ζωή του Λιαντίνη. Και ο στίχος του ερχόταν γάντι. Να στηρίξει και να υποστηρίξει την προσφορά του στους ανθρώπους.

Με παίρνει λοιπόν τηλέφωνο αναστατωμένος. Να βρω το στίχο και να του ειπώ τη σωστή σελίδα. Δε θα το σχολιάσω πως όφειλε να τη γνωρίζει αφού ήθελε να γράψει για τη ζωή του Λιαντίνη... Σχολιάζω μόνο και καυτηριάζω τη στάση τη ... νιρβάνεια εκείνων που αρπάζονται από τη δόξα των άλλων για να χτίσουν τη δική τους ενδοκοσμική αθανασία. Και του κισσού το πλάνο ψήλωμα.

Και τον εαυτό μου επίσης μαλώνω. Που έδωσα έστω και άθελά μου το στήριγμα για μια κάλπικη δόξα. Ευτυχώς που δε μου έκαμε την "τιμή" να αναφέρει στο βιβλίο του το περιστατικό, να μου κοτσάρει και κανένα ευχαριστήριο για τη βοήθεια. Και ας μην ήταν η μόνη που του είχα δώσει. Εκείνος φοβήθηκε μην του κλέψω έστω και λιγουλάκι από τη δόξα κι εγώ γλίτωσα το ρεζίλεμα. Ένας Νιρβάνας να χαρτογραφηθώ.

Τώρα, ένα πουλάκι μου το είπε μόλις χτες, μαθαίνω πως ξανακυκλοφόρησε το βιβλίο του διορθωμένο. Δεν το είδα ιδίοις όμμασι να έχω γνώμη, πόσο διορθωμένο... Μου είπαν μόνο ότι έλαβε σε κάποια σημεία υπόψη όσα χρόνια τώρα ανεβάζουμε στο διαδίκτυο προσπαθώντας να συμμαζέψουμε τα ψέματα για το Λιαντίνη. Για μια φωτογραφία που επιτέλους δε λέει Μόναχο, για το διδακτορικό που δεν αφήνει λάθος εντυπώσεις για την αξία του Λιαντίνη. Ίσως και άλλα.

Μου άρεσε που το έμαθα χτες. Τη μέρα του κυρ Αλέξανδρου. Και θυμήθηκα και την ιστορία της φωτογραφίας που του έβγαλε ο Νιρβάνας. Τουλάχιστον το να διασώζεις με το φακό μία μορφή είναι πράξη που μπορεί σε τίποτε να μην προσφέρει στην αξία του τεχνίτη, μα και δεν τον διασύρει. Ειδικά όταν αφήνεις και κείμενο που εξηγείς ότι ο ίδιος δεν ήθελε να προκαλέσει την περιέργεια του κοινού. Και μόνο χάριν φιλίας υποχώρησε.

Να βγάζεις όμως βιβλίο για να παραδώσεις στις επόμενες γενιές τη ζωή του Λιαντίνη και λίγα χρόνια αργότερα να το εκδίδεις διορθωμένο; Αυτό πώς πρέπει να το χαρακτηρίσουμε; Τουλάχιστον ως ανοιχτή ομολογία πως βιάστηκες να μιλήσεις για κάτι που σε ξεπερνούσε.

Κι έτσι αποκτά μια άλλη σημειολογία και η φράση που ακούστηκε στην παρουσίαση εκείνου του βιβλίου. Πως το πιο τίμιο που χάσαμε ήταν η μορφή του Λιαντίνη. Στίχος "κλεμένος" αυτός από τον Ευρίωνος τάφο του Καβάφη. Και παρερμηνευμένος. Τόσο και όσο που να σου φέρνει στο μυαλό τα λόγια του Λιαντίνη για τα παπούτσια. Αλλά και μια φωτογραφία του ίδιου του Λιαντίνη, είρωνα κι εκείνου αξεπέραστου...

Λοιπόν. Στο κεφάλαιο "Οι Είρωνες" της Γκέμμας υπάρχει μια πολύ περίεργη εισαγωγή. Που αναφέρεται σε κάποιον Χήνυ. Εκεί και αξίζει να προσέξουμε ετούτη την περίεργη κουβέντα του Λιαντίνη:

"Οι δημοσιογράφοι τον έψαχναν, αλλά ήταν άφαντος."

Για το Χήνυ μιλά. Αν και μετά την 1η Ιούνη του 98 ο καθένας θα καταλάβαινε πως μιλά και για τον ίδιο τον εαυτό του. Τότε που μπουλούκια δημοσιογράφων έτρεχαν στον Ταΰγετο...

Τότε λοιπόν ο Λιαντίνης είχε φροντίσει να υπάρχει μια φωτογραφία του πρόσφατη, βγαλμένη στη Ζάκυνθο και τις μέρες του Απρίλη που πήγε εκεί να μιλήσει για το Σολωμό. Όχι βέβαια δια χειρός Νιρβάνα... αυτή τη φωτογραφία και αρκετές ακόμη τις έβγαλε κατά παραγγελία του Λιαντίνη ο μαθητής του ο Αβούρης. Ο ίδιος που ανέλαβε να στεφανώσει το Σολωμό όταν ο Λιαντίνης εξαφανίστηκε.

Μία λοιπόν από τις φωτογραφίες αυτές είναι και η φωτογραφία που ο Λιαντίνης επιδεικτικά σχεδόν προβάλλει στο φακό τα παπούτσια του. Και ιδού και η φωτογραφία:



Την είδαμε και στις εφημερίδες εκείνης της εποχής, σε ασπρόμαυρη έκδοση. Μα πού να προσέξουμε τα παπούτσια... Κοιτούσαμε τη μορφή του. Τα παπούτσια μας απασχόλησαν χρόνους αργότερα, όταν μάθαμε πως είναι τα ίδια που βρέθηκαν δίπλα στο σκελετό, το 2005. Και ταυτόχρονα σχεδόν προσέξαμε σε μαγνητοσκοπημένη συνέντευξη του ταξιτζή που ανέβασε το Λιαντίνη στον Ταΰγετο, κατά δήλωσή του τουλάχιστον, πως ο Λιαντίνης εκείνη τη μέρα, 1 Ιουνίου του 1998, φορούσε παπούτσια άσπρα και πάνινα, όχι καφέ και τύπου τίμπερλαντ που βρέθηκαν στη σπηλιά... Εδώ μπορείς να δεις και το βίντεο με τη συνέντευξη του ταξιτζή.

Άκρη με το αίνιγμα αυτό δεν καταφέραμε να βγάλουμε. Πώς ο ταξιτζής τον είδε με πάνινα λευκά παπούτσια και στη σπηλιά βρέθηκαν καφέ δερμάτινα...

Αρχίσαμε όμως να υποψιαζόμαστε τι συμβαίνει όταν εντοπίσαμε και μια άλλη παραξενιά στα ευρήματα. Το πουκάμισο. Ο ταξιτζής το περιέγραφε ως μπλε πολύ ανοικτό. Και ήταν πιστευτός αφού με τέτοιο χρώμα πουκάμισο παρουσιάζεται ο Λιαντίνης και στο οπισθόφυλλο της Γκέμμας. Έλα μου ντε που ένας δημοσιογράφος είχε τη φαεινή ιδέα να φωτογραφίσει το πουκάμισο που βρέθηκε στη σπηλιά. Να το διασώσει κι αυτό ως άλλος Νιρβάνας! Και δεν ήταν μπλε και πολύ ανοικτό αλλά καρό με πράσινες γραμμούλες;

Τότε μας ήρθε στο νου η τελευταία του διδασκαλία (στο δικό μας έτος τελευταία) για την Ελένη. Και το ένα πουκάμισο αδειανό... Την Ελένη που επέμενε ο Λιαντίνης ότι αλλού τη γύρευαν και αλλού ήταν:

"Ποια πλάνη! Να πολεμάμε για την Ελένη δέκα χρόνους στην Τροία, κι εκείνη ανίδεη να μας περιμένει στην Αίγυπτο. Ποια τρέλα! Να παίρνουμε για τρελούς τους τρελούς, γιατί η τρέλα τους μας εμποδίζει να σκεφθούμε πως οι τρελοί είμαστε εμείς. Ποιο αίνιγμα σαχλό στο σεργιάνι του κάβουρα που περπατάει ανάποδα! Φτάνουμε στην Αμερική με βία, και φωνάζουμε ξέπνοοι, Χαίρε Ινδία!"

Δ. Λιαντίνης, Ο Νηφομανανής, 116
Εμείς σκοπό να λύσουμε το αίνιγμα του Λιαντίνη δεν είχαμε βάλει. Κι αν βγήκαμε στο πηγεμό για τέτοια "Ιθάκη" ήταν από όσα μας ανάγκασαν οι ισχυρισμοί των δημοσιογράφων. Να τους το αναγνωρίσουμε αυτό το καλό. Δίκαιο είναι.

Άδικο όμως που δεχτήκαμε στη συνέχεια απερίγραπτες επιθέσεις γιατί τολμήσαμε να μιλήσουμε για τα παπούτσια και το πουκάμισο. Λυσσασμένες επιθέσεις που δεν μπορούσαν να κρύψουν την απύθμενη ζήλια να μην ανακαλύψουν πρώτοι εκείνοι τέτοιο στοιχείο, να μην το βάλουν στο βιβλίο, να το μοσχοπουλήσουν και να το κάνουν μπεστ σέλερ! Και να πεις ότι δεν τους είχαμε δώσει το βίντεο με τη συνέντευξη του ταξιτζή; Το είχαμε κάνει και αυτό το λάθος... Πως δεν είχαν και τη φωτογραφία από τη Ζάκυνθο και την άλλη με το πουκάμισο; Όλα τα είχαν! Μόνο που δεν συνδύασαν τα ντοκουμέντα. Ποιος τους φταίει; Σίγουρα όχι εμείς.

Αν και πολύ φοβάμαι πως ακόμη και αν είχαν προσέξει τα ντοκουμέντα, την ειρωνεία του Λιαντίνη πάλι δε θα την πρόσεχαν. Ειρωνεία για τα μελλούμενα της εξαφάνισής του και που ο δαιμόνιος Λάκων είχε προβλέψει με κάθε λεπτομέρεια. Πως θα τον αναζητούν οι δημοσιογράφοι και θα φτιάχνουν παραμύθια. Κι ας έγραψε εκείνος στο Εδώ Μεσολόγγι πως η φυλλάδα του τραγουδάει τον αντι - Αλέξανδρο που έδεσε αντί να λύσει ένα γόρδιο δεσμό έτσι που κανείς να μη μπορεί να τον λύσει. (σελ. 144). Και παρακάτω τόνισε πως το σώμα του νεκρού δε θα το ιδεί ανθρώπου μάτι (σελ. 152). Καταλήγοντας στον επίλογο του κεφαλαίου (σελ. 166 της Γκέμμας) να μας πει ευθέως ότι μας αφήνει αίνιγμα και δώρο!

Τώρα λοιπόν γύρνα και κοίτα και σύγκρινε τις δυο φωτογραφίες. Του Παπαδιαμάντη και του Λιαντίνη. Και διάβασε τις ομοιότητες και τις διαφορές. Ο Παπαδιαμάντης δεν ήθελε να βγάλει φωτογραφία, μόνο χάριν φιλίας υποχώρησε. Και έσκυψε το κεφάλι, δεν κοίταξε το φακό. Να μην προκαλέσει την περιέργεια του κοινού!

Ο Λιαντίνης τη φωτογραφία την έβγαλε με δική του θέληση. Κοιτώντας κατάματα το φακό. Κοιτώντας κατάματα την περιέργεια των ανθρώπων. Την άρρωστη περιέργεια. Την αδηφάγα όρεξη των μίντια και των δημοσιογράφων. Δεν έχει δεμένα άδεια τα χέρια του όπως ο κυρ Αλέξανδρος. Έχει τα όπλα του, τα Ελληνικά και τη Γκέμμα. Κοιτάτε λοιπόν όσο θέλετε! Και τους δείχνει τα παπούτσια του. Ο Παπαδιαμάντης θα τα δείξει αλλιώς, σέρνοντας τα βήματά του στο χιόνι:
Με τον Παπαδιαμάντη η προσέγγιση του ποιητή και του ποιήματος φτάνει στην ταύτιση. Τα μεθυσμένα βήματα που σβήνουν στο παγωμένο χιόνι μαζί με τη λαύρα του μπαρμ(π)α-Γιαννιού του Έρωντα είναι τα αλήτικα βήματα του ίδιου του κυρ – Αλέξανδρου!

Δημήτρης Λιαντίνης, Homo Educandus, 82
Και από ανέκδοτο κείμενο του Λιαντίνη:
Και οι τρύπιες αρβύλες του Παπαδιαμάντη γίνουνται γλάστρες για το άνθος της ανθρώπινης δικαιοσύνης.
Δ. Λ.
Ο Λιαντίνης δε θα διστάσει να μας δείξει τα δικά του παπούτσια. Να μας τα πετάξει καταπρόσωπο. Δίκαιη πληρωμή της χυδαίας περιέργειας και της ανακουφιστικής χαιρεκακίας για το σώμα του νεκρού. (Γκέμμα, 152)

Τόσο χυδαία που στην περίπτωση του Λιαντίνη έφτασε να δημοσιεύει σε διαδίκτυο και βιβλία ακόμη και φωτογραφίες σκελετών. Και τόσο που να αναγκάσει την κόρη του, τη Διοτίμα, να δηλώσει σε δημόσια ομιλία της:
Πάντως, για όποιον θέλει να γνωρίσει το Λιαντίνη τα βιβλία του αρκούν (ο ίδιος έλεγε ό,τι είχα να πω βρίσκεται γραμμένο στα βιβλία μου),[...] Υπάρχουν βέβαια στο βιβλίο μερικά περιττά σημεία όπως η παρεμβολή των προσωπικών ημερολογίων, τα περισσότερα από τα οποία, αντίθετα από τα γράμματα, δεν έχουν κατά τη γνώμη μου να προσφέρουν κάτι το αξιόλογο, ή η φωτογραφία της σπηλιάς του Ταϋγέτου με το σκελετό. Η λεζάντα φέρει τον τίτλο φωτογραφία – ντοκουμέντο, αλλά για μένα θα έπρεπε να απουσιάζει. Πιστεύω ότι ο ίδιος ο πατέρας μου δεν θα επιθυμούσε τη δημοσίευση μιας τόσο προσωπικής στιγμής του.
Διοτίμα Λιαντίνη, Μαράσλειο, Νοέμβρης 2006
Εκεί και τότε ακούσαμε και τους παρερμηνευμένους στίχους του Καβάφη για τη μορφή του Ευρίωνος. Όχι από τη Διοτίμα. Από βίντεο που συνόδευε την παρουσίαση του βιβλίου. Πως χάσαμε το πιο τίμιο του Λιαντίνη, τη μορφή του! Μα έμεινε αναπάντητο τι ακριβώς θέλησαν να διασώσουν οι φωτογραφίες του σκελετού. Τη μορφή του Λιαντίνη σίγουρα όχι. Μόνο την ακόρεστη περιέργεια του κοινού.

Ίσα ίσα για να αποδειχθεί πως από το έργο του τίποτε δεν κατάλαβαν. Κλαίγοντας που έχασαν το μόνο που μπορούσαν να κατέχουν. Μια ζωντανή εικόνα του Λιαντίνη. Τη φυσική του παρουσία που δεν πρόκαμαν. Να τον δουν από κοντά, να τον αγγίξουν ίσως. Κι έφτασαν έτσι να φωτογραφίζουν κόκαλα. Λες και αυτά είναι ο Λιαντίνης...

Αργότερα είδαμε ως και εξετάσεις dna. Του σκελετού που βρέθηκε στον Ταΰγετο. Απελπισμένη αντίδραση να αποδείξουν πως είναι νεκρός, νεκρός, νεκρός... Σε όλους εμάς που διαβάζαμε Λιαντίνη και λέγαμε τα αντίθετα. Πως ο Λιαντίνης είναι ποιητής και μάλιστα αληθινός και γνήσιος και μεγάλος. Σε όλους εμάς που υποστηρίζαμε ότι κατέκτησε την ενδοκοσμική αθανασία χάρη στο έργο του. Που αρνούμασταν να χωθούμε σε σπηλιές για να μάθουμε πώς πέθανε ο Λιαντίνης.

Κι όταν τα βήματά μας έφτασαν στο Σήμα του, στις Κεχρεές, ψιθυρίσαμε "Αίνιγμα και Δώρο".

Αφήνοντας οριστικά στην άκρη και το τελευταίο ίχνος περιέργειας. Αν πέθανε, πώς πέθανε, πότε πέθανε.

Κρατώντας αγκαλιά το δώρο του, τα βιβλία του, όπως κι εκείνος στη φωτογραφία στη Ζάκυνθο. Κι αφήνοντας για τους τυμβωρύχους τα παπούτσια και τη μορφή του τεχνίτη, σε φωτογραφίες, σε βίντεο, σε εξετάσεις dna:

"Τι φρόνιμο που θα 'ταν, συλλογίστηκε, βρίσκοντας οι άνθρωποι το χρυσάφι μέσα στο νερό να λογαριάζανε πολυτιμότερο το δεύτερο και ευτελέστερο το πρώτο. Όμως ετούτοι θαμπώνουνται από το χρυσάφι, και αλησμονούν το νερό. Μέσα στο μυαλό τους έχουν αναποδογυρισμένη την τάξη. Γι' αυτό η ιστορία τους δεν τραβάει φυσικά. Όπως, λόγου χάρη, τραβάνε τα βουνά. Που κάθε άνοιξη βλέπουμε ν' ανθίζει σταθερά στις πλαγιές τους ο γαύρος και η οξυά. Έσκυψε, πήρε στο χέρι του ένα φλουρί και κοίταξε προσεχτικά το ωραίο κεφάλι που είχε χαράξει ο αρχαίος χαράκτης. Το καλολόγιαζε και το θωρούσε. Σα να διάβαζε τους στίχους του μακρυνού ποιητή:

Αυτός που εις το τετράδραχμον επάνω
μια χάρη αφήκε απ' τα ωραία του νιάτα,
απ' την ποιητική εμορφιά του ένα φως.*

Άφηκε το νερό της στέρνας και τα φλουριά, και πιάστηκε ν' ανηφορίζει πάλι στα ψηλώματα."
Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, 160
*(δες περισσότερα για τους στίχους εδώ)
Άφετε αυτούς. Ου γαρ οίδασι. Θαρρούν το πιο τίμιο τη μορφή του. Γι' αυτό και έχουν κατακλύσει το διαδίκτυο με βίντεο. Να βλέπουμε Λιαντίνη! Ως άλλοι εικονολάτρες. Πού είσαι, Νιρβάνα, σε έφαγαν λάχανο. Έβγαλες κι εσύ μια φωτογραφία τον Παπαδιαμάντη και θάρρεψες πως έκανες έργο μεγάλο!

Όσοι έχουμε ακούσει το ίδιο το αηδόνι, "Αυτάς άκουκα τήνας", (Νηφομανής, 111), και όχι μόνο με την έννοια ότι μας έτυχε να βρεθούμε ενώπιον του Λιαντίνη και να τον ακούσουμε με τ' αυτιά μας να διδάσκει, αλλά και με την έννοια της μελέτης από το Άγιο Πρωτότυπο, δεν έχουμε ανάγκη από φωτογραφίες και βίντεο. Άλλο είναι το πολυτιμότερο, όχι η μορφή. Και το λέει ο ίδιος ο Λιαντίνης, το κατονομάζει το πιο τίμιο. Με την ίδια ακριβώς έκφραση. ΤΟ ΠΙΟ ΤΙΜΙΟ! Ζητώντας μάλιστα να μην το σπαταλάμε:

Και προπαντός δε θα σπαταλήσουμε το πιο τίμιο.

Τη γνώση που μας χαρίζει η πληγή του.

Δημήτρης Λιαντίνης, Ο Νηφομανής, σελ. 97

Ποια ήταν η πληγή και ποια είναι η γνώση; Ε, είπαμε πολλά και σώνει, ας λαλήσει και τ' αηδόνι. Ανοίξτε επιτέλους τα βιβλία του. Και διαβάστε. Αυτός είναι ο αληθινός Λιαντίνης, και όμοια ο αληθινός Παπαδιαμάντης είναι τα διηγήματά του και ο Καβάφης τα ποιήματά του. Κι άσε τους Νιρβάνες στη νιρβάνα τους να προσκυνούνε είδωλα...

ΑΠΟ ΤΑ ΡΩΜΑЇΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

(Από το κατάλοιπο έργο του Δ. Λιαντίνη για τον Καβάφη)

ΤΑ ΡΩΜΑЇΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ


Τα ρωμαϊκά ποιήματα, όπως και τα ελληνιστικά είναι απόχες φευγαλέων επεισοδίων και καθηλώσεις στιγμών μιας ροής που η ιστορική της ένταση είναι προσεκτικά καλυμμένη.

Πίσω από τις λίγες δειγματοληπτικές ή ασυσχέτιστες υποδηλώσεις τους παραμονεύει φυλαχτικά ένα τεράστιο χρονικό κήτος που έφαγε και χώνεψε τα μέλη ενός εξίσου μεγάλου γεωγραφικού θηράματος.

Ονόματα, πλούτος ευγένεια αλλά και κουρελαρία ψυχής, δύναμη λάμψη και ομορφιά, σοφία και παιδεία, σκληρότητα κακουργία και ανάγκη, και πάνω απ’ όλα η δυναστεία των Δυνατών σε τόπους και λαούς πολυώνυμους που για πολύ φάνταξε ατελεύτητη, είναι το χώμα της βλάστησης και το κλίμα της ευδοκίμησης των ρωμαϊκών ποιημάτων του Καβάφη*.

Από τα οκτώ ρωμαϊκά ποιήματα μιλούν τα δύο για τους δύο μεγάλους της δεύτερης τριανδρίας, τον Πομπήιο και τον Καίσαρα. Τα τρία για της τρίτης τριανδρείας τους δύο πρωταγωνιστές, τον Αντώνιο και τον Οκταβιανό, και παράλληλα για το 31 π.χ., για τη χρονιά δηλαδή που τυπικά συντελέσθηκε η μεταβολή από τη Respublica στο Imperium. Τα υπόλοιπα δύο έχουν θέμα τους το Νέρωνα, το πρότυπο της ειδεχθούς ιδιοφυίας. Και το τελευταίο, το Περιμένοντας τους Βαρβάρους, είναι ένα ποίημα για όλες τις εποχές.

Ο κόσμος της Ρώμης δημιούργησε ένα πρότυπο εξουσίας, την κοσμοκρατορία. Κι ένα πρότυπο ηθικής, την ηθική των Κυρίων. Κι ένα πρότυπο πολιτισμού, τον πολιτισμό των ολίγων συνειδήσεων που τις έθρεψε το λίπασμα των πολλών σωμάτων.

Το ρωμαϊκό πνεύμα με την πρακτική ιδιοσυγκρασία που το δηλώνει εξαιρετικά, μεταστοιχείωσε ολόκληρο τον αρχαίο πλούτο – τον ελληνικό ιδιαίτερα – της θεωρίας της αισθητικής λεπτότητας και των εμπνεύσεων, σε οργάνωση σε δραστικά αντικρίσματα και σε εφαρμογή.

Έτσι εδημιούργησε τους νόμους, τους θεσμούς, τους τύπους και τις αρχές μιας πολυαίωνης διάρκειας και χρήσης.

Μόνο το ναπολεόντειο δαιμόνιο της πράξης ύστερα από είκοσι αιώνες κατάφερε να επέμβει αναπαλαιωτικά και γόνιμα σ’ αυτόν τον κώδικα της ιστορικής πορείας. (Και ο μαρξισμός βέβαια, αλλά τούτος με το δίκαιο πνεύμα του αφανισμού και της καθαίρεσης). Η Ρώμη εξακολουθεί να’ ναι η κοιτίδα της ζωής του σύγχρονου ανθρώπου.

Ο Καβάφης αναφέρει τη ρωμαϊκή Σύγκλητο δύο φορές. Τί είδους υπόσταση είχε εκείνο το σώμα των αποφάσεων και της ευθύνης, που οδήγησε σκεπαστά και λιγομίλητα τη ζωή μιας μικρής πόλης στο μεγάλο πεπρωμένο;

Όταν μια αποστολή του Πύρρου γύρισε από τις διαπραγματεύσεις που της είχε αναθέσει για να κάμει στη Ρώμη, και ο βασιλιάς την ρώτησε να μάθει για τους τρόπους και τους τύπους της Συγκλήτου, έλαβε την ακόλουθη περίπου απόκριση.

- Είναι τριακόσιοι άνθρωποι που σκέπτονται και συζητούν για τα κοινά. Η φρονιμάδα στους λόγους και η σοβαρότητα στις χειρονομίες τους αφήνει να σχηματίζεται στον αγέρα και να τους παραστέκει ολόγυρα μια εντύπωση ήθους που, πέρα από το θαυμασμό, γεννά και αναρριπίζει το αίσθημα του φόβου. Φεύγοντας νιώθεις, ότι είδες και άκουσες μέσα σε μια αίθουσα όχι τριακόσιους σύνεδρους αλλά τριακόσιους βασιλιάδες.

Ανάλογη εσωτερική τάξη και υγεία, ανθρώπων που αποτέλεσαν σώμα συλλογικό, και που πρόσεχαν τη διάρκεια και τη σταθερότητα μέσα στο χρόνο, οι ιστορικοί αναφέρουν άλλη μια φορά.

Καθώς ο Σπαρτιάτης Παιδάρητος, γράφει ο Πλούταρχος, δεν κρίθηκε άξιος να γίνει μέλος των τριακοσίων στη Σπάρτη, βγήκε από το βουλευτήριο σφόδρα χαρούμενος, γιατί η πόλη είχε τριακόσιους πολίτες καλύτερους από κείνον:

Ο μεν γαρ Παιδάρητος ουκ εγκριθείς εις τους
τριακόσιους απήει μάλα φαιδρός,ώσπερ χαίρων,
ότι βελτίονας αυτού τριακόσιους η πόλις έχει.

Τα νεύματα της Συγκλήτου περνούσαν κατευθείαν στα νεύρα των Λεγεώνων. Και οι λεγεώνες εχάραζαν τη βούληση αυτής της βουλής των βασιλιάδων επάνω στη μαρμάρινη ύλη των πράξεων με τη σκληρότητα που το διαμάντι χαράζει το γυαλί.

Όταν οι λεγεώνες εδιάβαιναν πάνω από το σώμα της Αυτοκρατορίας, το κύμα της έντασης που περνούσε τα μέλη τους ήταν το ίδιο τίναγμα δύναμης που αγριαίνει τους μυώνες της λεοπάρδαλης.

Το όνομα που λάβαινε η κάθε λεγεώνα, επάνω στα πεδία των εντολών που εκτελούσε, εδήλωνε την ουσία και τον τύπο της.

Δευτέρα η πίστη. Έκτη η Σιδηρά. Η Λεγεώνα της Αθηνάς. Η Μακεδονική. Η Ντεϊοταριανή. Η Τιμωρός. Δεκάτη η εκστρατευτική των Αγριοχοίρων. Δωδεκάτη Λεγεώνα η Κεραυννοφόρος.

Οι λεγεώνες της δημοκρατίας μάχες έχασαν πολλές, πόλεμο όμως δεν έχασαν κανένα.

Γέροντας πια ο Οκταβιανός Αύγουστος, όταν του άγγειλαν στη Ρώμη πως καταστράφηκαν σούμπιτα τρία τέτοια σώματα εγκλωβισμένα μαζί με το στρατηγό του Βάρο στα έλη των τευτονικών δρυμών, ξέτρεχε στο παλάτι χτυπώντας το κεφάλι του στους τοίχους και φώναζε: «Κοϊντιλιανέ Βάρε, δος μου πίσω τις Λεγεώνες μου!».

Αυτός ο νους σε τέτοιο σώμα αδίκησε και τυράννησε για αιώνες όλους τους λαούς της γης. Από την άλλη όμως εκόλασε με κολασμό καθαρτήριο την κολακεία, την υποκρισία, την παρακμή και την ύβρι, παντού όπου τις συνάντησε.

Ένα τέτοιο παράδειγμα έχουμε από τη Μ. Ελλάδα, όταν η Σύγκλητος είδε και μελέτησε πώς οι Ταραντίνοι διασκεδάζουν. Το αναφέρω σαν τυχαία περίπτωση ύβρης, που δείχνει σε τι εξαχρείωση είχε οδηγήσει τους έλληνες ο Κόρος της ζωής, και το γέρασμα του πολιτισμού τους.

Δυστυχώς, γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, ότι όταν πέρασε το άνθισμά της η Ελλάδα, δεν μπόρεσε, όπως έκανε η γρια Λαΐδα, να αποθέσει τον καθρέφτη και να πάψει να κυττάζει το πρόσωπό της. Της έλειψε η φρονιμάδα να αρκεσθεί στο μόνο πια που μπορούσε να κάμει να θυμάται την περασμένη της ομορφιά.

Έφτασε, λοιπόν, κάποτε στον Τάραντα μια ρωμαϊκή πρεσβεία. Οι Ταραντίνοι, αντί να συζητούν σοβαρά και με την προσοχή που άρμοζε στα πράγματα με τους απεσταλμένους, άρχισαν να τους ειρωνεύονται για την προφορά και τα μειξοβάρβαρα Ελληνικά τους.

Τόσο που κάποιος άθλιος κατέβασε τα βρακιά του, αποπάτησε εν μέσω θεάτρω, και πέταξε τα περιττώματα στη λευκή τήβεννο ενός επισήμου. «Μου πέταξαν ανθρώπινες μαγαρσές» θα πει στην εποχή του ο Μακρυγιάννης.

Το πλήθος, αντί να αποτροπιασθεί μπροστά στο αισχρό έργο, εκάγχασε τον ξένο, και ελάμπρυνε τον υβριστή.

Γελάτε, όσο έχετε χρόνο, άνδρες, Ταρντίνοι, γελάτε.
Γιατί έρχεται ο καιρός που θα κλάψετε πικρά

φώναξε πελιδνός ο πρώτος της αποστολής. Και όταν, αντί να γυρίσουν στα σύγκαλά τους, έγιναν και έργω απειλητικοί οι αδικητές, ο ρωμαίος διπλωμάτης αποτελείωσε έτσι το λόγο του:

Και ίνα γε μάλλον αγανακτήσητε και τούθ’ υμίν λέγομεν.
Ότι πολλώ την εσθήτα ταύτην αίματι εκπλυνείτε.

Ο λόγος του ήταν το μαύρο πουλί που έφερνε το μήνυμα του αίματος όχι μόνο στον Τάραντα, αλλά και στην Πύδνα, τη Μαγνησία, τη Σκάρφεια, την Κόρινθο, στον Πειραιά του Σύλλα.

Άμωμοι εσείς, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος,

λέει στο επίγραμμα του Αχαιού ο Καβάφης. Το έπταισαν δεν σημαίνει μονοσήμαντα στρατηγική ανεπιτηδειότητα.
............................................................
...............................................................

* Απολείπειν ο θεός Αντώνιον
Εν δήμω της Μικράς Ασίας
Η Διορία του Νέρωνος
Μάρτιαι Ειδοί
Ο Θεόδοτος
Περιμένοντας τους βαρβάρους
Τα βήματα
Το 31 π.χ. στην Αλεξάνδρεια

___________________________

Αναδημοσίευση από το φόρουμ Homa Educandus

Δείτε κι άλλα κείμενα από το Ρέκβιεμ στην επίσημη ιστοσελίδα του Λιαντίνη:

Οροφέρνης



Οροφέρνης *

Αυτός πού εις τό τετράδραχμον επάνω
μοιάζει σάν νά χαμογελά τό πρόσωπό του
τό έμορφο, λεπτό του πρόσωπο,
αυτός είν’ ο Οροφέρνης Αριαράθου.

Παιδί τόν έδιωξαν απ’ τήν Καππαδοκία,
απ’ τό μεγάλο πατρικό παλάτι,
καί τόν εστείλανε νά μεγαλώσει
στήν Ιωνία, καί νά ξεχασθεί στούς ξένους.

Ά εξαίσιες τής Ιωνίας νύχτες
πού άφοβα, κ’ελληνικά όλως διόλου
εγνώρισε πληρή τήν ηδονή.

Μές στήν καρδιά του, πάντοτε Ασιανός
αλλά στούς τρόπους του καί στήν λαλιά του Έλλην,
μέ περουζέδες στολισμένος, ελληνοντυμένος,
τό σώμα του μέ μύρον ιασεμιού ευωδιασμένο,
κι απ’ τούς ωραίους τής Ιωνίας νέους,
ο πιό ωραίος αυτός, ο πιό ιδανικός.

Κατόπι σάν οί Σύροι στήν Καππαδοκία
μπήκαν, καί τόν εκάμαν βασιλέα,
στήν βασιλεία χύθηκεν επάνω
γιά νά χαρεί μέ νέον τρόπο κάθε μέρα,
γιά νά μαζέυει αρπαχτικά χρυσό κι ασήμι,
καί γιά νά ευφραίνεται καί νά κομπάζει
βλέποντας πλούτη στοιβαγμένα νά γυαλίζουν.
Όσο γιά μέριμνα τού τόπου, γιά διοίκηση -
ούτ’ ήξερε τί γένονταν τριγύρω του.

Οί Καππαδόκες γρήγορα τόν βγάλαν
καί στήν Συρία ξέπεσε, μές στό παλάτι
τού Δημητρίου να διασκεδάζει καί νά οκνεύει.

Μιά μέρα ωστόσο τήν πολλήν αργία του
συλλογισμοί ασυνείθιστοι διέκοψαν
θυμήθηκε πού ατ’ τήν μητέρα του Αντιοχίδα,
κι απ’ τήν παληάν εκείνη Στρατονίκη
κι αυτός βαστούσε απ’ τήν κορώνα τής Συρίας,
καί Σελευκίδης ήτανε σχεδόν.
Γιά λίγο βγήκε απ’τήν λαγνεία κι απ’τήν μέθη,
κι ανίκανα, καί μισοζαλισμένος
κάτι εζήτησε νά ραδιουργήσει,
κάτι νά κάμει, κάτι νά σκεδίασει,
κι απέτυχεν οικτρά κ’ εξουδενώθει.

Το τέλος του κάπου θα γράφηκε κ' εχάθη·
ή ίσως η ιστορία να το πέρασε,
και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο
πράγμα δεν καταδέχθηκε να το σημειώσει.

Αυτός που εις το τετράδραχμον επάνω
μια χάρι αφήκε απ' τα ωραία του νειάτα,
απ' την ποιητική εμορφιά του ένα φως,
μια μνήμη αισθητική αγοριού της Ιωνίας,
αυτός είν' ο Οροφέρνης Αριαράθου.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


Με αφορμή την προηγούμενη ανάρτησή μας, για τον Οδυσσέα στο έργο του Λιαντίνη, και όσα εκεί αναφέραμε σχετικά με το ποίημα αυτό του Καβάφη. Αντιγράφουμε χαρακτηριστικά τούτο:
"Μια αόρατη κλωστή που ενώνει τα σπασμωδικά νοήματα και αποκαλύπτει πως ο Λιαντίνης δεν έγραψε, ο Λιαντίνης έζησε. Με την ίδια έννοια που αναλύει τον όρο ο ίδιος στα Ελληνικά του (σελ. 117) και μιλώντας για τους έλληνες. "Το ξέρουμε αυτό;", ρωτάει εκεί ο Λιαντίνης. Και παραθέτει τούτο:

Όσο για μέριμνα του τόπου, για διοίκηση -
ούτ' ήξερε τι γένονταν τριγύρω του.

Αχ! ο Καβάφης. Πάντα μπροστά μας βγαίνει ο πονηρός ο γέρος. "


Ο πονηρός ο γέρος ή ο πονηρός Λιαντίνης; Ολόκληρο μεταλλείο υπάρχει εδώ. Να έχεις όρεξη και χρόνο να μελετάς και να γράφεις. Και πρώτα πρώτα, αυτό ο αρχοντογεννημένος Οροφέρνης ποιον σύγχρονο πολιτικό σας φέρνει στο μυαλό; Που τον εκάμαν και αυτόν "βασιλιά" του τόπου και τα έκαμε θάλασσα; Για μέριμνα του τόπου, για διοίκηση, έχοντας πλήρη άγνοια και έχοντας "διαζύγιο" με την πραγματικότητα γύρω του; Κι αφού τον καθαιρέσανε, άρχισε τώρα τις ραδιουργίες και πάλι στο "θρόνο" να γυρίσει;

Εκείνος ο παλιός ήτανε λέει ο Καβάφης στην καρδιά Ασιανός, στα άλλα Έλλην. Τον τωρινό μια άλλη ήπειρος τον διεκδικεί μα όπως και να έχει μισός Έλληνας κι αυτός.

Τι τα θες όμως και τι τα γυρεύεις. Τα τραγούδησε τα κατορθώματα του Οροφέρνη ο Καβάφης, τα υπογράμμισε ο Λιαντίνης, εμείς όμως εκεί. Να ανεβάζουμε Οροφέρνηδες στην εξουσία. Ίσα ίσα για να δούμε πως δεν καταφέρνουν ούτε δυο γαϊδουριών άχυρα να μοιράσουν. Μάλιστα κι εκείνος ο παλιός δύο χρονάκια πρόλαβε τα σκήπτρα να κρατήσει. Από το 159 π. μέχρι το 157.

Άραγε τα είχε προβλέψει όλα αυτά ο Λιαντίνης; Ή έτσι τυχαια πέταξε στο κείμενο για τον Οροφέρνη; Πάντως η συνέχεια του κειμένου στα Ελληνικά λέγει τούτα:

"Σήμερα μία μυλόπετρα πλακώνει την παιδεία των παιδιών μας. Ένας βραχνάς γράφει το παρόν μίζερο, και διαγράφει απαίσιο το μέλλον της χώρας.

Γιατί η αγωγή των νέων είναι κακή. Και η αγωγή των νέων είναι το θεμέλιο της πολιτείας. Και κρίνει τη σωτηρία και την ικμάδα της από το Α ως το Ψ. Αφήνω σκόπιμα έξω τα Έκτορος λύτρα, γιατί εκεί ο χαλασμός και ο θρήνος είναι μέγας.

Η παιδεία των νέων είναι το δυνατό αίμα και ο αέρας ιωδίου για το μέλλον των λαών. Επένδυση πιο ασφαλή για προοπτική μακρόπνοη δεν πρόκειται να βρεις. Την αλήθεια αυτή τη λαλούν και την κράζουν από τους νόμους του Λυκούργου μέχρι τους χάρτες του ΟΗΕ. Όμως της δικής μας παιδείας το αίμα έχει αιματοκρίτη λευχαιμίας.

Χρειάζεται να στηθούν οδοφράγματα στους δρόμους. Να στηθούν δικαστήρια στις αίθουσες. και ίσως ίσως γκιλοτίνες στις πλατέες. Να σταυρωθεί το κακό και να πάψει η βασκανία.

Από τον καιρό του Σχινά και του Μαυροκορδάτου μας βαραίνει ο σοφολογιότατος και ο φαναριώτης. Το δίκαιο του μέλλοντος όμως χρειάζεται πολλούς δικαστές σαν τον Τερτσέτη τίμιους. Και σαν τον Πολυζωίδη. Για να εξαλειφθούν κάποτε οι αιτίες της δίκης του Κολοκοτρώνη."

Δ. Λιαντίνης, Τα Ελληνικά, σελ. 117


Ποια δίκη γινόταν στην Ελλάδα την εποχή που ο Λιαντίνης γράφει τα Ελληνικά; Θυμίζω ότι το βιβλίο κυκλοφόρησε αρχές της δεκαετίας του '90.

Κι ακόμη. Ποιος είχε εκείνη την περίοδο αναλάβει (τρομάρα του) το υπουργείο Παιδείας;

Μάλιστα, πριν γράψει όλα αυτά στη σελίδα 117 ο Λιαντίνης, σημειώνει και τούτο:

"Σήμερα μάλιστα που είμαστε "και τέλος πάντων, να, τραβούμε εμπρός", που λένε οι ηλεκτρονικοί και ο πολιτικός αναμορφωτής του Καβάφη, στη διδακτική των Αρχαίων Ελληνικών θα χρησιμοποιήσουμε και την "προηγμένη τεχνολογία".

Υπολογιστές, μικροδιδασκαλίες, κλειστά κυκλώματα, βιντεοκασέτες, οπτικοακουστικά, και τα συναφή.

Όλα αυτά είναι έγκριτα και να τα χαιρετάς. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται αλλού. Και το πρόβλημα, είναι το ένα, που έχουμε μόνο τη δική του ανάγκη, και κανενός άλλου. Όπως ακριβώς κάποτε το είπε και ο Ιησούς, δάσκαλος πρώτος, καθώς επιτιμούσε τρυφερά τη Μάρθα, και κοίταζε έμπιστα τη Μαρία.

Το πρόβλημα λοιπόν διατυπώνεται έτσι: Δεν έχει νόημα να διδάσκεις τη διδακτική των Αρχαίων Ελληνικών, έστω κι αν η δεξιοτεχνία σου ξεπερνά τις "ηλεκτρικές τρίπλες" του Μαραντόνα, όταν δεν έχεις ιδέα για το τι είναι ο κλασικός κόσμος. Όταν δεν άκουσες ποτέ σου το λόγο: οι έλληνες δε γράψανε, οι έλληνες ζήσανε. Το ξέρουμε αυτό;

Όσο για μέριμνα του τόπου, για διοίκηση -
ούτ' ήξερε τι γένονταν τριγύρω του.

Αχ! ο Καβάφης. Πάντα μπροστά μας βγαίνει ο πονηρός ο γέρος."

Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά, σελ. 116 - 117

Είναι πραγματικά απίστευτο αλλά ακόμη και στο σημείο αυτό, την εισβολή των ηλεκτρονικών μέσων, ή αν θες την ηλεκτρονική διακυβέρνηση που τα δύο τελευταία χρόνια κουραστήκαμε να το ακούμε, ο λόγος του Λιαντίνη είναι προφητικός. Και μόνο εμείς στραβοί, κουφοί και μπουμπούνες. Που μας τα έλεγε στα ίσα και δεν καταλαβαίναμε ότι μας λέει όσα ακριβώς θα συμβούν. Κι όχι υποθέσεις...

Κι εκείνο "οι έλληνες δε γράψανε, οι έλληνες ζήσανε" ευθέως λέει πως εν αρχή ην η πράξις και όχι τα όμορφα τα λόγια τα μεγάλα που όλο εκείνο το διάστημα είχαν γεμίσει τις κεφάλες μας και μυαλό δεν είχαμε να καταλάβουμε για πού τραβάμε...

Κλείνοντας λίγα χρόνια αργότερα τη Γκέμμα και πάλι ο Λιαντίνης το ίδιο θα επισημάνει. Τη διαφορά, την τρομερή. Πως έζησε την αλήθεια. Δεν την είπε απλά... Ένα ο λόγος του και η ζωή του. Όπως δηλαδή θα έπρεπε και όπως δυστυχώς δεν είναι ο λόγος και η ζωή και τα έργα των ηγετών μας. Από τον καιρό του Οροφέρνη και μέχρι σήμερα...


______________________

* Στίχους από τον Οροφέρνη του Καβάφη συναντούμε και στο Εδώ Μεσολόγγι της Γκέμμας:

"Τι φρόνιμο που θα 'ταν, συλλογίστηκε, βρίσκοντας οι άνθρωποι το χρυσάφι μέσα στο νερό να λογαριάζανε πολυτιμότερο το δεύτερο και ευτελέστερο το πρώτο. Όμως ετούτοι θαμπώνουνται από το χρυσάφι, και αλησμονούν το νερό. Μέσα στο μυαλό τους έχουν αναποδογυρισμένη την τάξη. Γι' αυτό η ιστορία τους δεν τραβάει φυσικά. Όπως, λόγου χάρη, τραβάνε τα βουνά. Που κάθε άνοιξη βλέπουμε ν' ανθίζει σταθερά στις πλαγιές τους ο γαύρος και η οξυά. Έσκυψε, πήρε στο χέρι του ένα φλουρί και κοίταξε προσεχτικά το ωραίο κεφάλι που είχε χαράξει ο αρχαίος χαράκτης. Το καλολόγιαζε και το θωρούσε. Σα να διάβαζε τους στίχους του μακρυνού ποιητή:

Αυτός που εις το τετράδραχμον επάνω
μια χάρη αφήκε απ' τα ωραία του νιάτα,
απ' την ποιητική εμορφιά του ένα φως.

Άφηκε το νερό της στέρνας και τα φλουριά, και πιάστηκε ν' ανηφορίζει πάλι στα ψηλώματα."
Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, 160

ΛΑΓΝΟΥΡΓΟΙ ΚΑΙ ΛΑΓΝΟΔΙΩΚΤΟΙ


Το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ έχει την τιμή και τη χαρά να σας παρουσιάσει ένα σπάνιο ντοκουμέντο:

Απόσπασμα από το ανέκδοτο έργο του

Δημήτρη Λιαντίνη: ΡΕΚΒΙΕΜ

Τίτλος: Λαγνουργοί και Λαγνοδίωκτοι.






Το απόσπασμα αυτό έρχεται για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας σήμερα. Η εξαιρετική τύχη που μας χάρισε αυτή τη δυνατότητα οφείλεται στην εμπιστοσύνη που μας έδειξε η οικογένεια του Δημήτρη Λιαντίνη και που το ευχαριστώ μας είναι πολύ λίγο για να τους εκφράσει όσα νιώθουμε.



Ιδιαίτερα ευχαριστούμε την κ. Νικολίτσα Γεωργοπούλου - Λιαντίνη που μέσω της κόρης της κ. Διοτίμας Λιαντίνη, μας παραχώρησε την άδεια δημοσίευσης.



Οφείλουμε να πούμε ότι όταν σήμερα το μεσημέρι παραλάβαμε το ανέλπιστο δώρο, δεν πιστεύαμε στα μάτια μας. Κι όταν αργότερα μελετήσαμε το κείμενο, μείναμε έκθαμβοι. Μακράν καλύτερο από οτιδήποτε άλλο έχουμε διαβάσει από τη χαρισματική πένα του Δημήτρη Λιαντίνη.


Καταλήξαμε στην απόφαση να σας το παρουσιάσουμε σε μορφή βίντεο, καθώς έτσι εκτιμούμε πως θα ανταποκριθούμε καλύτερα και στην εμπιστοσύνη που μας έδειξε η οικογένεια του Δημήτρη Λιαντίνη αλλά και στις ανάγκες του ίδιου του κειμένου. Το κατά πόσο πετύχαμε το δεύτερο στόχο μας, θα το κρίνετε οι ίδιοι. Για το πρώτο όμως ζήτημα, παρακαλούμε να λάβετε υπόψη ότι το έργο είναι ανέκδοτο και για το λόγο αυτό τονίζουμε ότι δεν επιτρέπεται η αντιγραφή και αναδημοσίευση.


  • Το άρθρο αυτό (όπως και πολλά άλλα του ιστολογίου) έχει αναδημοσιευτεί από το παλαιότερο blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ. Η αρχική του ημερομηνία δημοσίευσης είναι 24.10.07 και στην ημερομηνία αυτή αναφέρονται και οι χρονικοί προσδιορισμοί του άρθρου.
  • Στο official site του Δημήτρη Λιαντίνη που άρχισε να λειτουργεί από την 1η Μάρτη 2010, μπορεί πλέον κάποιος να διαβάσει και το κείμενο αυτό από το Ρέκβιεμ του Λιαντίνη. (ΚΛΙΚ ΕΔΩ)

ΡΕΚΒΙΕΜ


Το Ρέκβιεμ είναι τίτλος ενός χειρογράφου που έως πρόσφατα είχαμε την εντύπωση ότι ο Δημήτρης Λιαντίνης το εμπιστεύτηκε σε ένα μαθητή του, τον κ. Η. Αναγνώστου, τον οποίο αναφέρει και στο τελευταίο γράμμα προς την κόρη του πως κρατά ως ιδιοκτησία μέρος του αρχείου του. Η εντύπωση βασιζόταν σε πληροφορία που είχαμε διαβάσει στο ίντερνετ. Οφείλουμε, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, να επισημάνουμε ότι επίσημη ανακοίνωση του κυρίου Αναγνώστου για το ζήτημα αυτό δεν έχουμε υπόψη μας.

Το τελευταίο όμως διάστημα που ευτυχής συγκυρία μας έδωσε την ευκαιρία να συζητήσουμε με τη σύζυγο του Δημήτρη Λιαντίνη, την καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κ. Νικολίτσα Γεωργοπούλου - Λιαντίνη, διαπιστώσαμε ότι το χειρόγραφο του έργου αυτού βρίσκεται στα χέρια της όπως και το υπόλοιπο αρχείο που άφησε ο άντρας της. Μάλιστα η κ. Λιαντίνη μας παραχώρησε και απόσπασμα αυτού του έργου προς δημοσίευση. Δείτε τη σχετική μας ανάρτηση με τον τίτλο ΛΑΓΝΟΥΡΓΟΙ ΚΑΙ ΛΑΓΝΟΔΙΩΚΤΟΙ.

Αντιγράφουμε τη διαφωτιστική για το έργο σημείωση της κ. Λιαντίνη, όπως τη διαβάσαμε στο απόσπασμα που μας απέστειλε:

"Από το ημιτελές ανέκδοτο βιβλίο του Δ. Λιαντίνη για τον Καβάφη με τον τίτλο REQUIEM. Πρόκειται για παράγραφο του πρώτου μέρους με τον τίτλο «Νείλου Δέλτα». Το χειρόγραφο κείμενο είναι γραμμένο σε πολυτονική μορφή. Το βιβλίο, το οποίο δεν περατώθηκε, γράφτηκε το 1985 - 1986. Ορισμένα τμήματα του REQUIEM έχουν συμπεριληφθεί στη ΓΚΕΜΜΑ."

Παραθέτουμε επίσης εδώ ένα ακόμα απόσπασμα του ΡΕΚΒΙΕΜ όπως δημοσιεύτηκε παλιότερα στο περιοδικό του Συλλόγου των σπουδαστών του Μαράσλειου Διδασκαλείου, το "Μαρασλειακό Βήμα". Λίγες οι γραμμές, μεγαλειώδης και πάλι η αίσθηση από το λόγο του Λιαντίνη:
  1. σελ. Χειρογράφου 30-32

"Ο Καβάφης αναφέρεται σκόρπια και σπάνια, καίρια όμως, στην αλογάριαστη σκληρότητα των ρωμαίων υπάτων, κατά την εποχή της αναβαίνουσας Δημοκρατίας: είναι φρικτότατοι εχθροί οι Ρωμαίοι.

Και αλλού με δύο μόνο λέξεις περιγράφει την κατολίσθηση των ανθρώπινων όγκων στον αφανισμό και το θρήνο: η απαισία λήξις

Αυτό το γεγονός η Ιστορία το πέρασε μέσα από τη συνοπτική και άοσμη διαπίστωση: υποταγή της αρχαίας Ελλάδας στη Ρώμη.

Η απαισία λήξις. Οι δύο λέξεις του Καβάφη μας περικαλούν να συλλογιστούμε την πτώση της Ελλάδας, όπως συλλογιζόμαστε το θάνατο ενός ανθρώπου. Ο θάνατος του ανθρώπου είναι θεώρημα διπλού τύπου. Ο ένας δηλώνει την ηχώ και την εντύπωση που σκορπίζει η αγγελία του. Είναι η φραστική σήμανση και η υποδοχή της. Μια εξωτερική περιβολή του συμβάντος δηλαδή που ντύνει και κρύβει την ουσία του.

Ο άλλος ερμηνεύει το γεγονός της πράξης. Ο διαδραματισμός του θανάτου συγκεντρώνεται και αποτυπώνει την πορεία του θνήσκοντος.

Όταν ο σωματικός πόνος οξύνεται, ώσπου να αχρηστέψει τη φωνή. Όταν η δύσπνοια και οι σπασμοί συνοδεύονται από τη μελάνωση των άκρων, από τη γλαύκωση των ματιών, ή την τρόμωση της όρασης. Όταν το αγγρίφωμα των σωθικών γίνεται με λεπίδες και άγκιστρα. Και η παράταση της αλλοφροσύνης δεν ανακουφίζεται από την παράκλητη ανάπαυλα, από τη χαλάρωση των διαλειμμάτων, από το στιγμιαίο ησυχασμό. Όταν ο ρόγχος και το φλέγμα έχουν γίνει στο λάρυγγα ένα άρρωστο φίδι. Όταν οι καθετήρες, οι, ορροί, τα οξυγόνα και οι μορφίνες αγωνίζονται να κρατήσουν τις υψηλές φωνίδες της οδύνης, το γούρλωμα του πνιγμού, την ακράτεια των οργάνων και την ακυβέρνητη ακοσμία τους. Όταν η αϋπνία μετρά τους δείχτες των ωρών που αργοπορούν ως το σταμάτημα.

(Πενήντα χρόνους κράτησε το ξεψύχισμα της Ελλάδας. Και ανάμεσα στα διαστήματα των τεσσάρων συρράξεων συνοδεύονταν υπόκωφα από ολόκληρον αυτό το βασανισμό του ψυχοραγούντος. Κυττάχτε, κι ακούστε! πίσω από τους αυλούς και τις φωταψίες του Φιλίππου του Ε', μας λέει ο Καβάφης).

Και από κοντά είναι η φρικτή γνωριμία με το μηδέν, εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ' τη ζωή.

Η βαθμιαία, η αυξητική, η ανεπίστροφη γνωριμία με το μηδέν. Είναι η κλιμακωτή βίωση της προχώρησης σε ορίζοντες όλο και πιο ζοφερούς ενός ουρανού απ' την αρχή ζοφερού. Ποιες και ποιας λογής είναι οι επιτακτικές βαθμίδες του μαύρου; Οι όχι τρεις, αλλά τριάντα τρεις!

Αυτή τη δεύτερη όψη του θανάτου δεν τη χωρούν οι περιγραφές. Μόνο για μια στιγμή πάει να την ανεβάσει στα μάτια μας ο στίχος του μοιρολογιού: Τα ξένα δάκρυα είναι νερό και τα δικά μας αίμα.


Ξένα δάκρυα είναι η περιγραφή της Ιστορίας. Του Καβάφη η ποίηση όμως είναι το αίμα. Που γίνεται αίμα δικό μας, όταν στοχαστούμε ότι σε κάποια στροφή αυτή η άλλη όψη του θανάτου, η προσωπική δηλαδή, έχει στήσει και σε μας το καρτέρι της. Η απαίσια λήξις, που περιμένει τον καθένα μας".

  1. σελ. Χειρογράφου 52-54


"Η ιδέα του Απολείπειν ο θεός Αντώνιον είναι η ωραία στάση μπροστά στο θάνατο. Δεν είναι ανάγκη να γίνεις Αντώνιος, ώστε εκείνο που θα χάσεις πεθαίνοντας να είναι η πόλη του Αλεξάνδρου.


Η Αλεξάνδρεια είναι το άλλο όνομα της ζωής.

Στον καθένα που αξιώθηκε να υψωθεί σε συνείδηση, να ανοίξει τα μάτια του δηλαδή και να κλείσει μέσα τους το θαύμα της ζωής, στον καθένα που είχε τη χαρά έστω και μόνο να κυττάξει ένα Μάη τις ανθισμένες σπίθες των σπάρτων, του χαρίζεται, και του χρεώνεται μια ολόκληρη Αλεξάνδρεια. Με το φάρο, με τη Βιβλιοθήκη της, τους στόλους και το Νείλο, την αιχμηρή της χερσόνησο στη μακρυνή γοητεία των Φαραώ, με τους χορούς της ιερής νύχτας και της ιερής φρίκης, και με την Κλεοπάτρα της. Αυτή τη μυθική συναλλαγματική ο άνθρωπος με την πράξη του θανάτου του την εξοφλεί ως τον τελευταίο του όβολο.

Η ώρα της πληρωμής επομένως αξιώνει γενναιοδωρία και αρχοντιά ισομέτρητη προς το μέγεθος της χρέωσης.

Όρος που ορίστηκε κοινός για το βασιλιά και το στρατιώτη, το φοροβαστάχτη και το βιολιστή, τον ταξιδευτή και τον ερωτευμένο. Ο Σαίξπηρ με τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα του ένιωσε πως δεν ετραγούδησε όλες τις στροφές ταυ τραγουδιού του.

Έτσι συμπλήρωσε του μουσικού θρήνου το μέσα του κενό με το Ρωμαίο και την Ιουλιέττα του. Σημείο πως είτε κλασσικά είτε ρομαντικά δουλέψεις το απαλό σφιχταγκάλιασμα του Έρωτα και του θανάτου, πως είτε από την πλευρά της πλήρωσης, είτε από την πλευρά της στέρησης το ιδείς, τελικά δεν μπορείς να εκταθείς και να συμπέσεις με το άπειρο όριο του ακαταμάχητου συμπλέγματος.

Ακόμη και όταν είσαι ο Σαίξπηρ".

  1. Πηγή αναδημοσίευσης: ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΦΟΡΟΥΜ

Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα