ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Νηφομανής, ο νυφομανής και η ... κάλτσα της Νώενας

Πάσχα έρχεται και ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γίνεται ακόμη περισσότερο επίκαιρος αφού παρά τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξιθρησκία στη χώρα μας υπάρχει και η κυρίαρχη ορθοδοξία που δίνει ρυθμό ακόμη και στις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων ή ορίζει  ποιες μέρες θα εργαστούμε και ποιες θα κάνουμε υποχρεωτικές διακοπές.

Είναι τόσο πολύ κακό αυτό; Λέω πως ας ήταν αυτό μονάχα το κακό στη ζωή μας...  Εξάλλου υπάρχει Παπαδιαμάντης και υπάρχει και Λιαντίνης για να αντιμετωπίζεις μετρημένα το ζήτημα και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δηλώνει ο γλωσσοπλάστης Λιαντίνης με τον όρο "νηφομανής" (αλλά και όσα στο ομώνυμο βιβλίο  γράφει για την ελληνική ορθοδοξία (1) ) ή κατά τα συνήθεια του Ρωμαίικου Πάσχα  του κυρ Αλέξανδρου.

Εδώ όμως θα ασχοληθούμε με το ξήλωμα της Κάλτσας της Νώενας! Που είναι και αυτή ένα διήγημα του αγίου των ελληνικών γραμμάτων. Και με αφορμή την επιμονή ορισμένων να διαβάζουν ως "νυφομανή" το Νηφομανή του Λιαντίνη...



Η ΚΑΛΤΣΑ ΤΗΣ ΝΩΕΝΑΣ

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

«–Και τα κουνούπια πως να ηύραν τρόπον κ’ εσώθηκαν εις την Κιβωτόν; Κ’ η μυίγα; και τα μυιγαράκια; κ’ οι μουσίτσες;

–Και τα μικρόβια;

Αι δύο κυρίαι είχαν τον λόγον. Η πρώτη, ευτραφής, μεγαλόσωμος, και καλοκαμωμένη, όσο εφαίνετο υπό τας ακτίνας της σελήνης, μέσω του δένδρου, Και υπό το φως ενός φανού επί χαμηλού στύλου, έξωθεν του εξοχικού καφενείου, ήτο σύζυγος του παρακαθημένου αυτή υπερμεσήλικος κυρίου με την γενειάδα, όστις ήτο επαρχιώτης πολιτευόμενος. Η άλλη, νεαρά ακόμη, άγαμος, ήτο εν ενεργεία δασκάλα. Εις γνώριμός των, νεαρός κύριος, συνεπλήρου την τετράδα. Είχαν πίει τον καφέν των, την θερινήν εκείνην νύκτα, και ανεψύχοντο.

–Κι ο ψύλλος τάχα που να ετρύπωσε, και κατώρθωσε να γλυτώση; είπεν η δασκάλα.

–Δεν αμφιβάλλω ότι στην κάλτσα της Νώενας θα εχώθη, απήντησεν η μεγαλόσωμος.

Όλοι εκάγχασαν.

–Μα η ψείρα;

–Ω, η ψείρα; Χωρίς άλλο θα εκόλλησε στην γενειάδα του Νώε.

Ο γηραιός κύριος ακουσίως έψαυσε την γενειάδα του.

Εις ένα όμιλον αντικρινόν εκάθηντο τρεις λιμοκοντόροι. Οι δύο μόνον εφορούσαν στενά. Ο τρίτος, αμύστακος ακόμη, εφορούσε κομψά ρασάκια, και είχε την κοτσίδα του οπίσω δεμένην εις την μέσην με κορδέλαν. Ίσως ήτο Ριζαρείτης.

Κατά σύμπτωσιν, κ’ εκεί η ομιλία ήτο σχετική με την Παλαιάν Διαθήκην. Οι τρεις νέοι ωμιλούσαν εν εξάψει, κ’ εφαίνοντο ότι είχαν δειπνήσει εν αφθονία.

–Και τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;... Πως μίλησεν η γαϊδάρα του Βαρλαάμ; Τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;

Το βρε ο Ριζαρείτης το απηύθυνε βεβαίως εις τον αόρατον και απρόσωπον (τον) διευθυντήν συντάκτην της Ιεράς Γραφής, προς τον οποίον απέστρεφε ρητορικώς τον λόγον. Ίσως εις τον προφήτην Μωϋσέα.

–Τίνος τα πουλάς αυτά, επανέλαβε και τρίτην φοράν.

Ο νεαρός κύριος του γείτονος ομίλου, αν κ’ εγέλασε με τας ελαφράς ευφυολογίας των δύο γυναικών, φαίνεται ότι δεν ευηρεστήθη από την βαναυσότητα του μικρού ρασοφόρου. Και αποτεινόμενος προς την ιδίαν ομάδα του, αρκετά μεγαλοφώνως ώστε ν’ ακούεται και από τους γείτονας, είπε:

–Τίνος τα πουλά; ...Μ’ αυτά τα πράγματα, είναι είκοσιν αιώνες τώρα, εξακολουθούν να πουλούνται εις εκατομμύρια ανθρώπων, και μάλιστα αι Βιβλικαί Εταιρείαι τα πουλούν μεταφρασμένα εις τριακόσιες τόσες γλώσσες... Κ’ έπειτα, εκείνος που τα πουλά, ως θαύμα ζητεί να τα πουλήση και όχι ως κοινόν τι και σύνηθες. Ουδέ βιάζει κανένα να το πιστεύση.

–Και δεν είναι και πολύ παράξενο αν ωμίλησε μίαν φοράν η γαϊδάρα, είπεν ακάκως ο γηραιός κύριος. Πόσοι γαϊδάροι και γαϊδάρες πόσες μιλούν!

–Ας τ’ αφήσουμε αυτό, είπεν ο νέος. Μα ιδέτε πόσον καλά ο νεαρός αυτός ρασοφόρος μανθάνει τα «ιερά γράμματα», αφού τον Βαλαάμ, τον μάντιν, που έζησε χίλια χρόνια προ Χριστού, τον κάνει Βαρλαάμ, τον αιρετικόν της 13ης μετά Χριστόν εκατονταετηρίδος... Και το κάτω-κάτω, κύριε, επέφερεν οιονεί αποστρέφων τον λόγον προς τον Ριζαρείτην, αφού δεν σ’ αρέσει, κύριε, η Θρησκεία και το ιερατικόν στάδιον, διατί φορείς ράσα, και διατί οι φιλόστοργοι γονείς σου σε στέλνουν να φοιτάς εις την Ριζάρειον; Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι; ».



Αχ, αυτός ο κυρ Αλέξανδρος. Που δεν κόλλαγε η γλώσσα του (2)  και ήξερε με το βαμβάκι να σφάζει όλους τους δήθεν. Που παριστάνουν τους παντογνώστες και τους ειδήμονες και αγνοούν ακόμη και τα βασικά. Όπως για παράδειγμα εκείνοι που αρέσκονται να εμφανίζονται στα φόρα του διαδικτύου ως ειδικοί λιαντινολόγοι και τους ακούς να σου μιλάνε για το ... νυφομανή του Λιαντίνη!

Υπάρχει νυφομανής του Λιαντίνη; Ούτε του Λιαντίνη μα ούτε και του λεξικού, τουλάχιστον του λεξικού της ελληνικής γλώσσας. Στα μεν λεξικά θα συναντήσετε τον όρο "νυμφομανής" (και πάτε εκεί να δείτε και τι σημαίνει) ο δε Λιαντίνης ονόμασε ένα από τα βιβλία του με τον τίτλο "ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ".  Φρόντισε μάλιστα αρχή αρχή του βιβλίου και να εξηγήσει τον όρο αφού πρόκειται για σύνθετη λέξη δικής του επινόησης:

"Ο Νηφομανής δηλώνει το νηφάλιο και το μαινόμενο ταυτόχρονα. Είναι εκείνος που νοεί και κρίνει, αλλά την ίδια στιγμή ενθουσιά και εμπνέεται. Ζει τον έλλογο μύθο ζυμωμένον αξεδιάλυτα με τη φρόνιμη τρέλα.

Ο Νηφομανής υπάρχει μέσα στην "καιρική κατάσταση". Ισοζυγιάζεται σ' ένα μεταίχμιο, και περιπατεί επί "ξυρού ακμής". Ενουσιάζει την ψυχρή φλόγα του Πίνδαρου. Και πίνει νερό από την κασταλική κρήνη του Απόλλωνα στους Δελφούς, καθώς ηγεμονεύει τη μάχη των Λαπιθών και των Κενταύρων στην Ολυμπία. 

Η σημερινή φυσική αυτή την ταυτότητα του ποιητή την ανακάλυψε στο ταυτόχρονο γινόμενο του ελάχιστου σφάλματος της θέσης και του ελάχιστου σφάλματος της κίνησης του ηλεκτρόνιου. Η τιμή του γινόμενου αυτού μετρήθηκε και βρέθηκε τουλάχιστον ίση με τη σταθερά του Πλανκ." (3) 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, προλόγισμα στο βιβλίο του Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ

Κάθεσαι λοιπόν και εξηγείς στον άλλο πως ο Λιαντίνης στο Νηφομανή του αναλύει την ιδιαιτερότητα της ελληνικής ορθοδοξίας, φτάνει ακόμη και να κατανοήσει τον Παπαδιαμάντη που δεν κολλά η γλώσσα του γιατί δε λησμονά την Ιερουσαλήμ, κι αυτός σου λέει όχι! δεν τα λέει αυτά ο Λιαντίνης στο ... Νυφομανή! 

Τι να του απαντήσεις; Παρά να πάει να μάθει πρώτα τα ελληνικά και μετά ας έρθει να κουβεντιάσουμε για το Λιαντίνη. Λυπάμαι που το λέω τόσο ωμά, αλλά κι εμένα έτσι αδιάβαστη με έστειλε κάποτε ο Δάσκαλος, είκοσι χρόνια πριν, να πάω πρώτα να διαβάσω στο λεξικό τι σημαίνει "λέπας" και μετά να τον ξαναρωτήσω. Πού να του έλεγα και λάθος τη λέξη! Εκεί, δικαίως του λόγου, θα μου απάνταγε με την τελευταία ... βελονιά της κάλτσας της Νώενας:

Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι;


______________________________

1. Δ. Λιαντίνης, Ο Νηφομανής, σελ. 91 - 92
2. Δ. Λιαντίνης, Ο Νηφομανής, σελ. 93 &  Αλ. Παπαδιαμάντης, Λαμπριάτικος Ψάλτης:

[...] Διὰ νὰ δώσομεν πέρας εἰς τὸ προοίμιον αὐτό, θὰ εἴπομεν μὲ δυὸ λέξεις ὅτι: τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσον λέγουν αὐτοί. Τὸ Ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν, τὸ δοῦλον τουλάχιστον, εἶναι ἀκόμη ὀπίσω, καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξῃ ἀρκετὰ ἐμπρός, χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ ὡς διασπαράσσεται, φεῦ! ἤδη. Ὁ τρέχων πρέπῃ νὰ περιμένῃ καὶ τὸν ἑπόμενον, ἐὰν θέλῃ νὰ τρέχῃ· ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῇ τὸν δεσμώτην ἢ πρέπει νὰ τὸν ἀνακουφίζῃ. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον τὸ ἐλεύθερον ἔθνος καθίσταται, οἶμοι! ἀνικανότερον, ὅπως δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος.

Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὁτιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν.

Ἀλλὰ ὁ Γραικύλος τῆς σήμερον ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νάνον ἀνορθούμενον ἐπ᾿ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ᾿ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον ἔχει καὶ θὰ ἔχει διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του.

 Τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἐνόσω ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, ἰδίως δὲ κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἔθη. «Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλώσσα μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ». [...]

3. Για τη σταθερά του Πλανκ: Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, σελ. 127 (και όλο το κεφάλαιο που ακολουθεί, πρόκειται για την περίφημη αρχή της Απροσδιοριστίας, βασική συνισταμένη στη φιλοσοφία του Λιαντίνη)

Η περιέργεια του κοινού

Σαν χτες, 3 του Γενάρη, ο κόσμος "έχασε" έναν ξεχωριστό άνθρωπο των γραμμάτων, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Εκατόν ένα χρόνια πια από τη μέρα που έκλεισε τα μάτια του κι αποκοιμήθηκε τον ύπνο τον ανεξύπνητο. Τον έκλαψαν οι συγγενείς, τον έκλαψαν οι φίλοι, τον έκλαψαν κι εκείνοι που τον είχαν διαβάσει και αγαπούσαν το έργο του. Και πικραθήκανε που δε θα τον ξαναδούν. Ένας όμως, ο Παύλος Νιρβάνας, μαζί με την πίκρα είχε και να καμαρώνει για ένα μεγάλο κατόρθωμα. Ας αφήσουμε τον ίδιο να μας το διηγηθεί:

Ο Παύλος Νιρβάνας διηγείται πώς έπεισε
τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη να φωτογραφηθεί

Ο καημένος ο Αλέξανδρος! Καινούριες ανησυχίες θα είχε πάλι η ασκητική του με τη συρροή τόσων ξένων και δικών μας μουσαφιρέων στο ταπεινό του σπιτάκι του ωραίου νησιού. Τον ετρόμαζε τόσο πολύ “η περιέργεια του Κοινού”.

Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ’ τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβήσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού.

Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ’ εκείνους που θα ‘ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ο αγνός αυτός χριστιανός, με την ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. ”Ού ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα” ήταν η άρνησή του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωσα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.

Με τι δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του για τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στο φακό μου. Να “ποζάρει” είναι ένας λεχτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία.

Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα, στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει - ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος - να μιλεί γαλλικά:

-Nous excitons la curiosité du public.

Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… Κοινού! Ποιου Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνιά του μαγαζιού, και δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, που ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η “περίεργειά” του. Και αυτή ήταν η διαπόμπευσή του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος.

-Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι… μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια- στο τέλος του μαρτυρίου του.

Μήπως δεν ήταν στ’ αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκοσμίων.(…)

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 163, 1/10/1933

http://alexandrospapadiamandis.wikispaces.com/

Η φωτογραφία που αναφέρει ο Νιρβάνας κυκλοφορεί σήμερα σε πολλές γωνιές του διαδικτύου, ας την αποθέσουμε λοιπόν κι εμείς εδώ:


Ο κυρ Αλέξανδρος. Που δεν ήθελε να ερεθίσει την περιέργεια του κοινού. Και μόνο χάριν της φιλίας με το Νιρβάνα του επέτρεψε αυτή τη μία και μοναδική φωτογραφία. Και κοιτώντας όχι το φακό, κατεβάζοντας κάτω τα μάτια. Να ήταν άλλος στη θέση του! Να ήταν κανένας σημερινός. Θα γέμιζε τον κόσμο με φωτογραφίες, με βίντεο, θα μοίραζε και αυτόγραφα. Μη χάσει ο κόσμος τη χαρά να τον έχει στο κάδρο και να τον καμαρώνει και να τον λατρεύει. Μα δεν ήταν άλλος, ήταν ο Παπαδιαμάντης.

Ένας άλλος μεγάλος της εποχής του, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, θα γράψει σε ποίημά του το ακόλουθο:

Χάσαμε το πιο τίμιο, τη μορφή του. Έτσι γράφει ο πονηρός ο γέρος της Αλεξάνδρειας. Μιλώντας για ποιον; Όχι για τον Παπαδιαμάντη. Μα για τον Ευρίωνα. Που πέθανε 25 χρονών. Αλεξανδρινό νέο και ωραίο, σαν απολλώνια οπτασία. Κι άλλο πιο τίμιο να αφήσει δεν είχε πάρεξ τη μορφή του. Κι ενδεικτικά αναφέρω την κριτική από το ιστολόγιο του Λογομνήμονα:
Για τον Ευρίωνα πάλι δε θα μάθουμε αν έδωσε ή πήρε ηδονή, πέθανε όπως κι ο Ιασής πολύ νέος, ωστόσο πρόλαβε να κάνει σπουδές στη φιλοσοφία και στη ρητορική αν και αυτές πολύ λίγο απασχολούν τον Καβάφη, το ίδιο και η συγγραφή ιστορίας. Ένα είναι το σημαντικό του χάρισμα: η ομορφιά! Ο Ευρίων ήταν σαν “απολλώνεια οπτασία”.
Κι αν ξενίζει η ερμηνεία των στίχων του Καβάφη, θα επικαλεστώ και το Λιαντίνη, που στο κύκνειο άσμα του, τη Γκέμμα, έχει συμπεριλάβει και ένα κεφάλαιο, το ξ, με τον τίτλο "Οι Είρωνες". Κι έχει κρατήσει εκεί αρκετές σελίδες και για την καβαφική ειρωνεία:

"Μικρό ανάλογο της κοσμοϊστορικής ειρωνείας είναι η καβαφική ειρωνεία. Εκείνος που δεν ανιχνεύει στο βάθος του Καβάφη αυτό το στοιχείο, διαβάζει ποιήματα του Καβάφη στο βιβλίο, και βλέπει παπούτσια του παπουτσή στο μαγαζί. Κατά τη γνώση, ότι Καβάφης τουρκιστί πάει να ειπεί τσαγκάρης.

Ο αληθινός Καβάφης δεν είναι αυτός που φαίνεται. Η ειρωνεία του είναι ο νόμος συνοχής, που οργανώνει τη χημεία του ποιητικού του σώματος."

Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, 231 - 232

Στις σελίδες που ακολουθούν ο Λιαντίνης θα αναλύσει διεξοδικά - και με βάση το πρίσμα της ειρωνείας που εισάγει - και τη σχέση του τεχνίτη με το έργο του. Αφορμή βρίσκει τους νέους της Σιδώνας, το πιο δύσκολο όπως σημειώνει ποίημα του Καβάφη, που χαντάκωσε, τονίζει ο Λιαντίνης, ακόμη και το Σεφέρη στην ερμηνεία του. Φαντάσου τώρα τι μπορεί να πάθει ο όποιος άλλος θελήσει να ερμηνεύσει Καβάφη. Αυτό δεν το παραβλέπουμε. Μα κρατάμε και τούτη την κουβέντα του Λιαντίνη, οδηγό μας:

"Το νόημα των στίχων αυτών ο Καβάφης, σε μια άλλη στιγμή του, θα μας το δώσει με μια πρόταση ανυποχώρητη και βλοσυρή: Ο τεχνίτης, μια και θέτει το έργο του πάνω απ' όλα, οφείλει να καταστρέψει το άτομό του χάριν του έργου του."

Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, 239

Σελίδες πριν, στην 185 της Γκέμμας, ο Λιαντίνης πρόλαβε και χάραξε για τον εαυτό του μιλώντας τούτο:

"Έγραψα τα Ελληνικά και τη Γκέμμα σε εφτά χρόνους.

Από οργή για τους αιώνες που δε θα υπάρχω."

Και σε πολλά ακόμη σημεία θα εξηγήσει πως αυτή η προσήλωση στο έργο είναι η μόνη οδός αθανασίας. Ενδοκοσμικής. Το έργο που θα αφήσεις:
"Η δόξα είναι η μόνη ιδέα ζωής μετά θάνατο. Είναι η μόνη εικόνα αθανασίας του ανθρώπου. Είναι η μετά το θάνατο ενδοκοσμική, όχι υπερκόσμια ή υπερβατική, παρουσία του ανθρώπου μέσα στους άλλους ανθρώπους. Μια κατάσταση που στη λογική μας στέκεται ψηλαφητή, βεβαιωμένη, αποδείξιμη.

Τι σημαίνει ότι κατάχτησε κάποιος τη δόξα; Ότι κέρδισε την ενδοκοσμική αθανασία του, ή την επιβίωση της ύπαρξής του μέσα στη μνήμη των ανθρώπων;

Σημαίνει ότι όταν πεθάνει δε θα επιστρέψει εις το μεγάλο Τίποτε. Ότι δε θα τον αφανίσουν οι αιώνες των αιώνων μέσα στην αχανή λήθη του σύμπαντος. Ότι ενίκησε το θάνατο σα λησμονιά. Όσο βέβαια είναι ορισμένο στον άνθρωπο να νικά το θάνατο. Όσον ενδέχεται αθανατίζειν, που λέει ο Αριστοτέλης."

Δ. Λιαντίνης, Τα Ελληνικά, 127
Τι έχουμε λοιπόν εδώ;

1. Έναν Παπαδιαμάντη που δε θέλει να φωτογραφηθεί, να αποτυπωθεί η μορφή του, για να μην ερεθίσει την περιέργεια του κόσμου.

2. Έχουμε τον Καβάφη που αριστοτεχνικά ειρωνεύεται τον Ευρίωνα που άλλο δεν άφησε πάρεξ τη μορφή του που έμοιαζε με απολλώνεια οπτασία.

3. Κι έχουμε και το Λιαντίνη. Να μιλά για ενδοκοσμική αθανασία και να τη συνδέει με το έργο που αφήνεις και υπερθεματίζοντας μαζί με τον Καβάφη πως για το έργο ο τεχνίτης οφείλει να καταστρέψει τον εαυτό του!

Έχουμε όμως και έναν Νιρβάνα. Που ισχυρίζεται ότι ένα από τα ωραιότερα πράγματα που έκανε στη ζωή του είναι που παρέδωσε στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη. Προσοχή όμως. Η διάσωση της μορφής τιμά τον Νιρβάνα, όχι τον Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης έχει αφήσει έργο, δεν είχε καμιά ανάγκη να διασώσει τη μορφή του. Δεν το επεδίωξε ο ίδιος και μόνο χάριν της φιλίας με το Νιρβάνα υποχωρεί και του κάνει το χατίρι. Κι αυτό τον κάνει ακόμη πιο σπουδαίο στα μάτια μας. Και αναφέρω από το Λιαντίνη τα ακόλουθα που θα εξηγήσουν το γιατί:

"Ποιος είναι ο δείχτης που δείχνει με βεβαιότητα πως ο γραφιάς με τα γραφτά του δε δουλεύει στην τέχνη, αλλά δουλεύει τον κοσμάκη σε ακκόρντο κάλπικο, και στο ντουμάνι της "παραμύθας";

Είναι το ναρκισσιλίκι του διανοούμενου γενικά και η τάση του για επίδειξη. Που όσο έντεχνα επιτηδεύεται να τα σκεπάζει, τόσο κατάφωρα και χυδαία τον προδίδουν.

Οι αναλυτές της συμπεριφοράς θα πρέπει κάποτε να ασχοληθούν στην ψυχολογία τους με τη διάθεση του στιχοποιού, όταν βλέπει τον εαυτό του στην οθόνη της τηλεόρασης, ή ακούει τη φωνή του στο ραδιόφωνο. Να μας ειπούν τι λογής αυτοσυναίσθημα του γεννιέται. Έχω την ιδέα ότι θα τραβήξουν από το βυθό στην επιφάνεια τόσα λύματα ματαιοδοξίας, όση λάσπη σηκώνουν τα δίχτυα του ψαρολόγου σε μια κακή ψαριά.

Θα διαγνώσουν πολύ φούσκωμα και οίηση και μεγαλείο και τύφο. Θα ακτινογραφήσουν μια συναίσθηση σχεδόν αυτοκρατορική, και ένα "θα σας δείξω εγώ, χαλδούπηδες", που να σου πέφτει το μαλλί. Μπροστά τους όλοι οι λαμπροί άντρες της ιστορίας γίνουνται πυγολαμπίδες.

Η τηλεόραση άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου σε ένα είδος αθανασίας που κλείνεται στα πέντε λεπτά ή στο ένα τέταρτο της ώρας για όλες τις μετριότητες και για όλες τις ουδενίες."

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Τα Ελληνικά (σελ. 78 )
Κι έλα τώρα και προβληματίσου, τίμιε αναγνώστη. Αν δεν είχε κάνει ο Νιρβάνας το ωραίο του έργο και αν δεν είχαμε ούτε μια φωτογραφία του Παπαδιαμάντη, θα ήταν μικρότερη η αξία του; Θα ασχολιόμασταν λιγότερο με όσα μας άφησε με το δικό του χέρι ο τεχνίτης;

Και όμοια, λόγω χώρου, ας προβληματιστούμε και για το Λιαντίνη. Ποιο το μείζον και ποιο το έλασσον. Η μορφή; Ή το έργο;

Κάποτε έκανα το μεγάλο λάθος να αναδείξω στο διαδίκτυο τον ακόλουθο "στίχο" του Λιαντίνη:

Το αληθινότερο ποίημα στο γνήσιο ποιητή είναι η ίδια η ζωή του.

Δ. Λιαντίνης, Χάσμα Σεισμού σελ. 24

Μόνο που ο σβησμένος αριθμός της σελίδας με έκανε να γράψω σελίδα 21. Κι όχι 24 που είναι ο σωστός. Το διαβάζει λοιπόν ένας άνθρωπος στο διαδίκτυο, πάει στη σελίδα 21, πουθενά ο "στίχος". Έλα μου ντε που ο στίχος του χρειαζόταν; Είχε αποφασίσει, άλλος Νιρβάνας κι αυτός, να αφήσει στους μεταγενέστερους τη ζωή του Λιαντίνη. Και ο στίχος του ερχόταν γάντι. Να στηρίξει και να υποστηρίξει την προσφορά του στους ανθρώπους.

Με παίρνει λοιπόν τηλέφωνο αναστατωμένος. Να βρω το στίχο και να του ειπώ τη σωστή σελίδα. Δε θα το σχολιάσω πως όφειλε να τη γνωρίζει αφού ήθελε να γράψει για τη ζωή του Λιαντίνη... Σχολιάζω μόνο και καυτηριάζω τη στάση τη ... νιρβάνεια εκείνων που αρπάζονται από τη δόξα των άλλων για να χτίσουν τη δική τους ενδοκοσμική αθανασία. Και του κισσού το πλάνο ψήλωμα.

Και τον εαυτό μου επίσης μαλώνω. Που έδωσα έστω και άθελά μου το στήριγμα για μια κάλπικη δόξα. Ευτυχώς που δε μου έκαμε την "τιμή" να αναφέρει στο βιβλίο του το περιστατικό, να μου κοτσάρει και κανένα ευχαριστήριο για τη βοήθεια. Και ας μην ήταν η μόνη που του είχα δώσει. Εκείνος φοβήθηκε μην του κλέψω έστω και λιγουλάκι από τη δόξα κι εγώ γλίτωσα το ρεζίλεμα. Ένας Νιρβάνας να χαρτογραφηθώ.

Τώρα, ένα πουλάκι μου το είπε μόλις χτες, μαθαίνω πως ξανακυκλοφόρησε το βιβλίο του διορθωμένο. Δεν το είδα ιδίοις όμμασι να έχω γνώμη, πόσο διορθωμένο... Μου είπαν μόνο ότι έλαβε σε κάποια σημεία υπόψη όσα χρόνια τώρα ανεβάζουμε στο διαδίκτυο προσπαθώντας να συμμαζέψουμε τα ψέματα για το Λιαντίνη. Για μια φωτογραφία που επιτέλους δε λέει Μόναχο, για το διδακτορικό που δεν αφήνει λάθος εντυπώσεις για την αξία του Λιαντίνη. Ίσως και άλλα.

Μου άρεσε που το έμαθα χτες. Τη μέρα του κυρ Αλέξανδρου. Και θυμήθηκα και την ιστορία της φωτογραφίας που του έβγαλε ο Νιρβάνας. Τουλάχιστον το να διασώζεις με το φακό μία μορφή είναι πράξη που μπορεί σε τίποτε να μην προσφέρει στην αξία του τεχνίτη, μα και δεν τον διασύρει. Ειδικά όταν αφήνεις και κείμενο που εξηγείς ότι ο ίδιος δεν ήθελε να προκαλέσει την περιέργεια του κοινού. Και μόνο χάριν φιλίας υποχώρησε.

Να βγάζεις όμως βιβλίο για να παραδώσεις στις επόμενες γενιές τη ζωή του Λιαντίνη και λίγα χρόνια αργότερα να το εκδίδεις διορθωμένο; Αυτό πώς πρέπει να το χαρακτηρίσουμε; Τουλάχιστον ως ανοιχτή ομολογία πως βιάστηκες να μιλήσεις για κάτι που σε ξεπερνούσε.

Κι έτσι αποκτά μια άλλη σημειολογία και η φράση που ακούστηκε στην παρουσίαση εκείνου του βιβλίου. Πως το πιο τίμιο που χάσαμε ήταν η μορφή του Λιαντίνη. Στίχος "κλεμένος" αυτός από τον Ευρίωνος τάφο του Καβάφη. Και παρερμηνευμένος. Τόσο και όσο που να σου φέρνει στο μυαλό τα λόγια του Λιαντίνη για τα παπούτσια. Αλλά και μια φωτογραφία του ίδιου του Λιαντίνη, είρωνα κι εκείνου αξεπέραστου...

Λοιπόν. Στο κεφάλαιο "Οι Είρωνες" της Γκέμμας υπάρχει μια πολύ περίεργη εισαγωγή. Που αναφέρεται σε κάποιον Χήνυ. Εκεί και αξίζει να προσέξουμε ετούτη την περίεργη κουβέντα του Λιαντίνη:

"Οι δημοσιογράφοι τον έψαχναν, αλλά ήταν άφαντος."

Για το Χήνυ μιλά. Αν και μετά την 1η Ιούνη του 98 ο καθένας θα καταλάβαινε πως μιλά και για τον ίδιο τον εαυτό του. Τότε που μπουλούκια δημοσιογράφων έτρεχαν στον Ταΰγετο...

Τότε λοιπόν ο Λιαντίνης είχε φροντίσει να υπάρχει μια φωτογραφία του πρόσφατη, βγαλμένη στη Ζάκυνθο και τις μέρες του Απρίλη που πήγε εκεί να μιλήσει για το Σολωμό. Όχι βέβαια δια χειρός Νιρβάνα... αυτή τη φωτογραφία και αρκετές ακόμη τις έβγαλε κατά παραγγελία του Λιαντίνη ο μαθητής του ο Αβούρης. Ο ίδιος που ανέλαβε να στεφανώσει το Σολωμό όταν ο Λιαντίνης εξαφανίστηκε.

Μία λοιπόν από τις φωτογραφίες αυτές είναι και η φωτογραφία που ο Λιαντίνης επιδεικτικά σχεδόν προβάλλει στο φακό τα παπούτσια του. Και ιδού και η φωτογραφία:



Την είδαμε και στις εφημερίδες εκείνης της εποχής, σε ασπρόμαυρη έκδοση. Μα πού να προσέξουμε τα παπούτσια... Κοιτούσαμε τη μορφή του. Τα παπούτσια μας απασχόλησαν χρόνους αργότερα, όταν μάθαμε πως είναι τα ίδια που βρέθηκαν δίπλα στο σκελετό, το 2005. Και ταυτόχρονα σχεδόν προσέξαμε σε μαγνητοσκοπημένη συνέντευξη του ταξιτζή που ανέβασε το Λιαντίνη στον Ταΰγετο, κατά δήλωσή του τουλάχιστον, πως ο Λιαντίνης εκείνη τη μέρα, 1 Ιουνίου του 1998, φορούσε παπούτσια άσπρα και πάνινα, όχι καφέ και τύπου τίμπερλαντ που βρέθηκαν στη σπηλιά... Εδώ μπορείς να δεις και το βίντεο με τη συνέντευξη του ταξιτζή.

Άκρη με το αίνιγμα αυτό δεν καταφέραμε να βγάλουμε. Πώς ο ταξιτζής τον είδε με πάνινα λευκά παπούτσια και στη σπηλιά βρέθηκαν καφέ δερμάτινα...

Αρχίσαμε όμως να υποψιαζόμαστε τι συμβαίνει όταν εντοπίσαμε και μια άλλη παραξενιά στα ευρήματα. Το πουκάμισο. Ο ταξιτζής το περιέγραφε ως μπλε πολύ ανοικτό. Και ήταν πιστευτός αφού με τέτοιο χρώμα πουκάμισο παρουσιάζεται ο Λιαντίνης και στο οπισθόφυλλο της Γκέμμας. Έλα μου ντε που ένας δημοσιογράφος είχε τη φαεινή ιδέα να φωτογραφίσει το πουκάμισο που βρέθηκε στη σπηλιά. Να το διασώσει κι αυτό ως άλλος Νιρβάνας! Και δεν ήταν μπλε και πολύ ανοικτό αλλά καρό με πράσινες γραμμούλες;

Τότε μας ήρθε στο νου η τελευταία του διδασκαλία (στο δικό μας έτος τελευταία) για την Ελένη. Και το ένα πουκάμισο αδειανό... Την Ελένη που επέμενε ο Λιαντίνης ότι αλλού τη γύρευαν και αλλού ήταν:

"Ποια πλάνη! Να πολεμάμε για την Ελένη δέκα χρόνους στην Τροία, κι εκείνη ανίδεη να μας περιμένει στην Αίγυπτο. Ποια τρέλα! Να παίρνουμε για τρελούς τους τρελούς, γιατί η τρέλα τους μας εμποδίζει να σκεφθούμε πως οι τρελοί είμαστε εμείς. Ποιο αίνιγμα σαχλό στο σεργιάνι του κάβουρα που περπατάει ανάποδα! Φτάνουμε στην Αμερική με βία, και φωνάζουμε ξέπνοοι, Χαίρε Ινδία!"

Δ. Λιαντίνης, Ο Νηφομανανής, 116
Εμείς σκοπό να λύσουμε το αίνιγμα του Λιαντίνη δεν είχαμε βάλει. Κι αν βγήκαμε στο πηγεμό για τέτοια "Ιθάκη" ήταν από όσα μας ανάγκασαν οι ισχυρισμοί των δημοσιογράφων. Να τους το αναγνωρίσουμε αυτό το καλό. Δίκαιο είναι.

Άδικο όμως που δεχτήκαμε στη συνέχεια απερίγραπτες επιθέσεις γιατί τολμήσαμε να μιλήσουμε για τα παπούτσια και το πουκάμισο. Λυσσασμένες επιθέσεις που δεν μπορούσαν να κρύψουν την απύθμενη ζήλια να μην ανακαλύψουν πρώτοι εκείνοι τέτοιο στοιχείο, να μην το βάλουν στο βιβλίο, να το μοσχοπουλήσουν και να το κάνουν μπεστ σέλερ! Και να πεις ότι δεν τους είχαμε δώσει το βίντεο με τη συνέντευξη του ταξιτζή; Το είχαμε κάνει και αυτό το λάθος... Πως δεν είχαν και τη φωτογραφία από τη Ζάκυνθο και την άλλη με το πουκάμισο; Όλα τα είχαν! Μόνο που δεν συνδύασαν τα ντοκουμέντα. Ποιος τους φταίει; Σίγουρα όχι εμείς.

Αν και πολύ φοβάμαι πως ακόμη και αν είχαν προσέξει τα ντοκουμέντα, την ειρωνεία του Λιαντίνη πάλι δε θα την πρόσεχαν. Ειρωνεία για τα μελλούμενα της εξαφάνισής του και που ο δαιμόνιος Λάκων είχε προβλέψει με κάθε λεπτομέρεια. Πως θα τον αναζητούν οι δημοσιογράφοι και θα φτιάχνουν παραμύθια. Κι ας έγραψε εκείνος στο Εδώ Μεσολόγγι πως η φυλλάδα του τραγουδάει τον αντι - Αλέξανδρο που έδεσε αντί να λύσει ένα γόρδιο δεσμό έτσι που κανείς να μη μπορεί να τον λύσει. (σελ. 144). Και παρακάτω τόνισε πως το σώμα του νεκρού δε θα το ιδεί ανθρώπου μάτι (σελ. 152). Καταλήγοντας στον επίλογο του κεφαλαίου (σελ. 166 της Γκέμμας) να μας πει ευθέως ότι μας αφήνει αίνιγμα και δώρο!

Τώρα λοιπόν γύρνα και κοίτα και σύγκρινε τις δυο φωτογραφίες. Του Παπαδιαμάντη και του Λιαντίνη. Και διάβασε τις ομοιότητες και τις διαφορές. Ο Παπαδιαμάντης δεν ήθελε να βγάλει φωτογραφία, μόνο χάριν φιλίας υποχώρησε. Και έσκυψε το κεφάλι, δεν κοίταξε το φακό. Να μην προκαλέσει την περιέργεια του κοινού!

Ο Λιαντίνης τη φωτογραφία την έβγαλε με δική του θέληση. Κοιτώντας κατάματα το φακό. Κοιτώντας κατάματα την περιέργεια των ανθρώπων. Την άρρωστη περιέργεια. Την αδηφάγα όρεξη των μίντια και των δημοσιογράφων. Δεν έχει δεμένα άδεια τα χέρια του όπως ο κυρ Αλέξανδρος. Έχει τα όπλα του, τα Ελληνικά και τη Γκέμμα. Κοιτάτε λοιπόν όσο θέλετε! Και τους δείχνει τα παπούτσια του. Ο Παπαδιαμάντης θα τα δείξει αλλιώς, σέρνοντας τα βήματά του στο χιόνι:
Με τον Παπαδιαμάντη η προσέγγιση του ποιητή και του ποιήματος φτάνει στην ταύτιση. Τα μεθυσμένα βήματα που σβήνουν στο παγωμένο χιόνι μαζί με τη λαύρα του μπαρμ(π)α-Γιαννιού του Έρωντα είναι τα αλήτικα βήματα του ίδιου του κυρ – Αλέξανδρου!

Δημήτρης Λιαντίνης, Homo Educandus, 82
Και από ανέκδοτο κείμενο του Λιαντίνη:
Και οι τρύπιες αρβύλες του Παπαδιαμάντη γίνουνται γλάστρες για το άνθος της ανθρώπινης δικαιοσύνης.
Δ. Λ.
Ο Λιαντίνης δε θα διστάσει να μας δείξει τα δικά του παπούτσια. Να μας τα πετάξει καταπρόσωπο. Δίκαιη πληρωμή της χυδαίας περιέργειας και της ανακουφιστικής χαιρεκακίας για το σώμα του νεκρού. (Γκέμμα, 152)

Τόσο χυδαία που στην περίπτωση του Λιαντίνη έφτασε να δημοσιεύει σε διαδίκτυο και βιβλία ακόμη και φωτογραφίες σκελετών. Και τόσο που να αναγκάσει την κόρη του, τη Διοτίμα, να δηλώσει σε δημόσια ομιλία της:
Πάντως, για όποιον θέλει να γνωρίσει το Λιαντίνη τα βιβλία του αρκούν (ο ίδιος έλεγε ό,τι είχα να πω βρίσκεται γραμμένο στα βιβλία μου),[...] Υπάρχουν βέβαια στο βιβλίο μερικά περιττά σημεία όπως η παρεμβολή των προσωπικών ημερολογίων, τα περισσότερα από τα οποία, αντίθετα από τα γράμματα, δεν έχουν κατά τη γνώμη μου να προσφέρουν κάτι το αξιόλογο, ή η φωτογραφία της σπηλιάς του Ταϋγέτου με το σκελετό. Η λεζάντα φέρει τον τίτλο φωτογραφία – ντοκουμέντο, αλλά για μένα θα έπρεπε να απουσιάζει. Πιστεύω ότι ο ίδιος ο πατέρας μου δεν θα επιθυμούσε τη δημοσίευση μιας τόσο προσωπικής στιγμής του.
Διοτίμα Λιαντίνη, Μαράσλειο, Νοέμβρης 2006
Εκεί και τότε ακούσαμε και τους παρερμηνευμένους στίχους του Καβάφη για τη μορφή του Ευρίωνος. Όχι από τη Διοτίμα. Από βίντεο που συνόδευε την παρουσίαση του βιβλίου. Πως χάσαμε το πιο τίμιο του Λιαντίνη, τη μορφή του! Μα έμεινε αναπάντητο τι ακριβώς θέλησαν να διασώσουν οι φωτογραφίες του σκελετού. Τη μορφή του Λιαντίνη σίγουρα όχι. Μόνο την ακόρεστη περιέργεια του κοινού.

Ίσα ίσα για να αποδειχθεί πως από το έργο του τίποτε δεν κατάλαβαν. Κλαίγοντας που έχασαν το μόνο που μπορούσαν να κατέχουν. Μια ζωντανή εικόνα του Λιαντίνη. Τη φυσική του παρουσία που δεν πρόκαμαν. Να τον δουν από κοντά, να τον αγγίξουν ίσως. Κι έφτασαν έτσι να φωτογραφίζουν κόκαλα. Λες και αυτά είναι ο Λιαντίνης...

Αργότερα είδαμε ως και εξετάσεις dna. Του σκελετού που βρέθηκε στον Ταΰγετο. Απελπισμένη αντίδραση να αποδείξουν πως είναι νεκρός, νεκρός, νεκρός... Σε όλους εμάς που διαβάζαμε Λιαντίνη και λέγαμε τα αντίθετα. Πως ο Λιαντίνης είναι ποιητής και μάλιστα αληθινός και γνήσιος και μεγάλος. Σε όλους εμάς που υποστηρίζαμε ότι κατέκτησε την ενδοκοσμική αθανασία χάρη στο έργο του. Που αρνούμασταν να χωθούμε σε σπηλιές για να μάθουμε πώς πέθανε ο Λιαντίνης.

Κι όταν τα βήματά μας έφτασαν στο Σήμα του, στις Κεχρεές, ψιθυρίσαμε "Αίνιγμα και Δώρο".

Αφήνοντας οριστικά στην άκρη και το τελευταίο ίχνος περιέργειας. Αν πέθανε, πώς πέθανε, πότε πέθανε.

Κρατώντας αγκαλιά το δώρο του, τα βιβλία του, όπως κι εκείνος στη φωτογραφία στη Ζάκυνθο. Κι αφήνοντας για τους τυμβωρύχους τα παπούτσια και τη μορφή του τεχνίτη, σε φωτογραφίες, σε βίντεο, σε εξετάσεις dna:

"Τι φρόνιμο που θα 'ταν, συλλογίστηκε, βρίσκοντας οι άνθρωποι το χρυσάφι μέσα στο νερό να λογαριάζανε πολυτιμότερο το δεύτερο και ευτελέστερο το πρώτο. Όμως ετούτοι θαμπώνουνται από το χρυσάφι, και αλησμονούν το νερό. Μέσα στο μυαλό τους έχουν αναποδογυρισμένη την τάξη. Γι' αυτό η ιστορία τους δεν τραβάει φυσικά. Όπως, λόγου χάρη, τραβάνε τα βουνά. Που κάθε άνοιξη βλέπουμε ν' ανθίζει σταθερά στις πλαγιές τους ο γαύρος και η οξυά. Έσκυψε, πήρε στο χέρι του ένα φλουρί και κοίταξε προσεχτικά το ωραίο κεφάλι που είχε χαράξει ο αρχαίος χαράκτης. Το καλολόγιαζε και το θωρούσε. Σα να διάβαζε τους στίχους του μακρυνού ποιητή:

Αυτός που εις το τετράδραχμον επάνω
μια χάρη αφήκε απ' τα ωραία του νιάτα,
απ' την ποιητική εμορφιά του ένα φως.*

Άφηκε το νερό της στέρνας και τα φλουριά, και πιάστηκε ν' ανηφορίζει πάλι στα ψηλώματα."
Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, 160
*(δες περισσότερα για τους στίχους εδώ)
Άφετε αυτούς. Ου γαρ οίδασι. Θαρρούν το πιο τίμιο τη μορφή του. Γι' αυτό και έχουν κατακλύσει το διαδίκτυο με βίντεο. Να βλέπουμε Λιαντίνη! Ως άλλοι εικονολάτρες. Πού είσαι, Νιρβάνα, σε έφαγαν λάχανο. Έβγαλες κι εσύ μια φωτογραφία τον Παπαδιαμάντη και θάρρεψες πως έκανες έργο μεγάλο!

Όσοι έχουμε ακούσει το ίδιο το αηδόνι, "Αυτάς άκουκα τήνας", (Νηφομανής, 111), και όχι μόνο με την έννοια ότι μας έτυχε να βρεθούμε ενώπιον του Λιαντίνη και να τον ακούσουμε με τ' αυτιά μας να διδάσκει, αλλά και με την έννοια της μελέτης από το Άγιο Πρωτότυπο, δεν έχουμε ανάγκη από φωτογραφίες και βίντεο. Άλλο είναι το πολυτιμότερο, όχι η μορφή. Και το λέει ο ίδιος ο Λιαντίνης, το κατονομάζει το πιο τίμιο. Με την ίδια ακριβώς έκφραση. ΤΟ ΠΙΟ ΤΙΜΙΟ! Ζητώντας μάλιστα να μην το σπαταλάμε:

Και προπαντός δε θα σπαταλήσουμε το πιο τίμιο.

Τη γνώση που μας χαρίζει η πληγή του.

Δημήτρης Λιαντίνης, Ο Νηφομανής, σελ. 97

Ποια ήταν η πληγή και ποια είναι η γνώση; Ε, είπαμε πολλά και σώνει, ας λαλήσει και τ' αηδόνι. Ανοίξτε επιτέλους τα βιβλία του. Και διαβάστε. Αυτός είναι ο αληθινός Λιαντίνης, και όμοια ο αληθινός Παπαδιαμάντης είναι τα διηγήματά του και ο Καβάφης τα ποιήματά του. Κι άσε τους Νιρβάνες στη νιρβάνα τους να προσκυνούνε είδωλα...

Η κάλτσα της Νώενας και το βελονάκι του Λιαντίνη

Όπου να σας βρίσκει το κακό αδερφοί, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Έτσι παράγγειλε άλλος μεγάλος των ποιητών μας, ο Ελύτης, και κατά Λιαντίνη Αλήτης. Αλήτης βεβαίως σαν εκείνον τον αρχαίο, τον Εμπεδοκλή, τον φυγάδα θεόθεν και αλήτη.

Κι επειδή στις μέρες μας περίσσεψε το κακό και είναι και μέρες χριστουγεννιάτικες όλο με τον κυρ Αλέξανδρο σεριανίζουμε. Έτσι έγινε και θυμηθήκαμε και την κάλτσα της Νώενας. Την έχετε διαβάσει; Αν όχι, ιδού η ευκαιρία:

Η ΚΑΛΤΣΑ ΤΗΣ ΝΩΕΝΑΣ

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

«–Και τα κουνούπια πώς να ηύραν τρόπον κ’ εσώθηκαν εις την Κιβωτόν; Κ’ η μυίγα; και τα μυιγαράκια; κ’ οι μουσίτσες;

–Και τα μικρόβια;

Αι δύο κυρίαι είχαν τον λόγον. Η πρώτη, ευτραφής, μεγαλόσωμος, και καλοκαμωμένη, όσο εφαίνετο υπό τας ακτίνας της σελήνης, μέσω του δένδρου, Και υπό το φως ενός φανού επί χαμηλού στύλου, έξωθεν του εξοχικού καφενείου, ήτο σύζυγος του παρακαθημένου αυτή υπερμεσήλικος κυρίου με την γενειάδα, όστις ήτο επαρχιώτης πολιτευόμενος. Η άλλη, νεαρά ακόμη, άγαμος, ήτο εν ενεργεία δασκάλα. Εις γνώριμός των, νεαρός κύριος, συνεπλήρου την τετράδα. Είχαν πίει τον καφέν των, την θερινήν εκείνην νύκτα, και ανεψύχοντο.

–Κι ο ψύλλος τάχα που να ετρύπωσε, και κατώρθωσε να γλυτώση; είπεν η δασκάλα.

–Δεν αμφιβάλλω ότι στην κάλτσα της Νώενας θα εχώθη, απήντησεν η μεγαλόσωμος.

Όλοι εκάγχασαν.

–Μα η ψείρα;

–Ω, η ψείρα; Χωρίς άλλο θα εκόλλησε στην γενειάδα του Νώε.

Ο γηραιός κύριος ακουσίως έψαυσε την γενειάδα του.

Εις ένα όμιλον αντικρινόν εκάθηντο τρεις λιμοκοντόροι. Οι δύο μόνον εφορούσαν στενά. Ο τρίτος, αμύστακος ακόμη, εφορούσε κομψά ρασάκια, και είχε την κοτσίδα του οπίσω δεμένην εις την μέσην με κορδέλαν. Ίσως ήτο Ριζαρείτης.

Κατά σύμπτωσιν, κ’ εκεί η ομιλία ήτο σχετική με την Παλαιάν Διαθήκην. Οι τρεις νέοι ωμιλούσαν εν εξάψει, κ’ εφαίνοντο ότι είχαν δειπνήσει εν αφθονία.

–Και τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;... Πως μίλησεν η γαϊδάρα του Βαρλαάμ; Τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;

Το βρε ο Ριζαρείτης το απηύθυνε βεβαίως εις τον αόρατον και απρόσωπον (τον) διευθυντήν συντάκτην της Ιεράς Γραφής, προς τον οποίον απέστρεφε ρητορικώς τον λόγον. Ίσως εις τον προφήτην Μωϋσέα.

–Τίνος τα πουλάς αυτά, επανέλαβε και τρίτην φοράν.

Ο νεαρός κύριος του γείτονος ομίλου, αν κ’ εγέλασε με τας ελαφράς ευφυολογίας των δύο γυναικών, φαίνεται ότι δεν ευηρεστήθη από την βαναυσότητα του μικρού ρασοφόρου. Και αποτεινόμενος προς την ιδίαν ομάδα του, αρκετά μεγαλοφώνως ώστε ν’ ακούεται και από τους γείτονας, είπε:

–Τίνος τα πουλά; ...Μ’ αυτά τα πράγματα, είναι είκοσιν αιώνες τώρα, εξακολουθούν να πουλούνται εις εκατομμύρια ανθρώπων, και μάλιστα αι Βιβλικαί Εταιρείαι τα πουλούν μεταφρασμένα εις τριακόσιες τόσες γλώσσες... Κ’ έπειτα, εκείνος που τα πουλά, ως θαύμα ζητεί να τα πουλήση και όχι ως κοινόν τι και σύνηθες. Ουδέ βιάζει κανένα να το πιστεύση.

–Και δεν είναι και πολύ παράξενο αν ωμίλησε μίαν φοράν η γαϊδάρα, είπεν ακάκως ο γηραιός κύριος. Πόσοι γαϊδάροι και γαϊδάρες πόσες μιλούν!

–Ας τ’ αφήσουμε αυτό, είπεν ο νέος. Μα ιδέτε πόσον καλά ο νεαρός αυτός ρασοφόρος μανθάνει τα «ιερά γράμματα», αφού τον Βαλαάμ, τον μάντιν, που έζησε χίλια χρόνια προ Χριστού, τον κάνει Βαρλαάμ, τον αιρετικόν της 13ης μετά Χριστόν εκατονταετηρίδος... Και το κάτω-κάτω, κύριε, επέφερεν οιονεί αποστρέφων τον λόγον προς τον Ριζαρείτην, αφού δεν σ’ αρέσει, κύριε, η Θρησκεία και το ιερατικόν στάδιον, διατί φορείς ράσα, και διατί οι φιλόστοργοι γονείς σου σε στέλνουν να φοιτάς εις την Ριζάρειον; Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι; ».
Αυτά από το Σκιαθίτη. Εκατό και πλέον χρόνους νωρίτερα. Που δεν εγνώριζε τις κάλτσες τις σημερινές και τις δικές μας συνήθειες να τις κρεμούμε τέτοιες μέρες στα τζάκια. Κάτεχε όμως την ανωτάτη τέχνη της πλεκτικής του λόγου και ημπορούσε σε τόσο λίγες γραμμές να σμιλέψει απαράμιλλα μνημεία λόγου. Ακόμη και μαντάροντας καλτσούλες για τη Νώενα και χώνοντας εκεί τη γενιά των ψύλλων. Έτσι λέει γλίτωσαν τότε στον κατακλυσμό οι ψύλλοι κι οι ψείρες πήγαν και φώλιασαν στη γενειάδα του Νώε. Κι έτσι γίνηκε και η αφορμή να θυμηθώ παραμονές Χριστούγεννα αυτή την παλιά ιστορία του Παπαδιαμάντη.

Ανοίγω που λέτε το mail box και παίρνω ένα μήνυμα των ημερών με ευχές. Και μαζί με τα κλασικά χρόνια πολλά διαβάζω και για το μικρόβιο! Της απογοήτευσης το μικρόβιο. Να μην αφήσουμε έλεγε ο αποστολέας να τρέφεται από την ελληνική κοινωνία...

Βρε συ, εδώ κοτζάμ Παπαδιαμάντης και το μπάρκαρε και το μικρόβιο στην Κιβωτό του Νώε, κι εσύ δεν το λυπάσαι το καψερό και θες να το καταδικάσεις σε θάνατο εξ ασιτίας; Εντάξει, δεν ανέφερε τις λεπτομέρειες, πού πήγε ακριβώς και τρύπωσε το μικρόβιο, μα εύκολο είναι να υποθέσουμε αν λάβουμε υπόψη τις κρυψώνες για τα άλλα ζωΰφια. Εκτός και μόνο κάλτσες φορούσε η κυρα - Νώενα, πράγμα επιεικώς απαράδεκτο για γυναίκα θεοσεβούμενη!

Μα θα μου πεις και θα έχεις δίκιο πως ο αποστολέας δε μίλαγε για τη φαμίλια του Νώε και για τον καιρό του. Μα για το σήμερα. Και τους Έλληνες. Εμείς, λέει, να μην το ταΐζουμε αυτό το μικρόβιο. Της απογοήτευσης...

Προφανώς του έχουν γίνει τσιμπούρια τα εν λόγω μικρόβια και άλλο δε σκέφτηκε μέρες χρονιάρες πάρεξ να παραγγείλει σε γνωστούς και φίλους να τα ξεπαστρέψουν. Τα άτιμα τα μικρόβια. Της απογοήτευσης...

Άλλοι μαθές κάνουν τον Βαλαάμ Βαρλαάμ και άλλοι την απογοήτευση μικρόβιο. Και ξεχνούν πως ούτε περί μικροβίου πρόκειται ούτε και τη θρέφει την απογοήτευση η ίδια η κοινωνία. Μα τη σπέρνουν στον κοσμάκη εκείνοι ακριβώς που καταγγέλλει ο κυρ Αλέξανδρος στην τελευταία του γραμμή, οι Γραικύλοι. Κι αν δε γνωρίζουμε ποιοι είναι αυτοί, ας αφήσουμε το Λιαντίνη να μας εξηγήσει:



Το δούλον φρόνημα. Η κολακεία και η δουλοφροσύνη που δημιούργησαν τους Γραικολιγούρηδες. Και η τσίμπλα στο μάτι της Ακρόπολης.

Ας δούμε όμως και το αντίστοιχο κείμενο για τους γραικολιγούρηδες στο συγγραφικό έργο του Λιαντίνη:

«Όλους αυτούς τους αιώνες στο κατώτερο επίπεδο των «ελασσόνων», το διακομετακομιστικό εμπόριο των ιδεών της Στοάς γίνεται από παιδαγωγούς και δασκάλους χωρίς τίτλους πνευματικής καταγωγής και ηθικής ευγένειας.

Ένα σμάρι πεινασμένων λογίων και καλλιτεχνών, φιλόσοφοι ρήτορες ιατροί σχοινοβάτες αλείπτες στιχοποιοί παιδοτρίβες μετανάστες αιχμάλωτοι εμιγκρέδες τυχοδιώκτες μαστρωποί κιναιδολόγοι ρουφιάνοι ξεβασκαντές τερατοσκόποι μισθοφόροι τελώνες χορευτές απελεύθεροι, - κάτι σαν εκείνους που σήμερα δηλώνουν επάγγελμα «εραστές» στη Ρόδο και στα Μάταλα -, κατακλύζουν τη Ρώμη και τις άλλες πόλεις της Ιταλίας καθώς και τις έδρες των επαρχιών. Εκεί, μαζί με τον Όμηρο, την αρχιλόχεια προσωδία και τις εμβάδες του Εμπεδοκλή, διδάσκουν τη λογική του Χρύσιππου και την εγκράτεια του Ζήνωνα.

Είναι το κοπάδι των ρακοσυλλεκτών και των κουρελοφόρων του πνεύματος. Ένα φιλοσοφικό Lumpenproletariat που περιφέρει στο ένα χέρι το πινάκιο του σιτόφοβου, και στο άλλο το σφυρί του πλειστηριασμού της φιλοσοφίας.

Περιγραφή γραφική, αλλά παράλληλα και δραματική στο έπακρο, ολόκληρης της πλανόδιας δυστυχίας μας δίνει ο Λουκιανός στο ντοκουμέντο του Περί των επί μισθώ συνόντων.

Και σ’ έναν τόνο διαφορετικό, όχι απλώς καταφρόνησης αλλά εξευτελισμού και φόβου που κάπου σε πονά, περιγράφει το φαινόμενο μια πλειάδα λατίνων συγγραφέων σ’ ένα τόξο τριών αιώνων. Το τόξο το ανοίγει ο Πλαύτος, ένα μαστίγιο για τους έλληνες στο χέρι του Κάτωνα του Τιμητή, και το κλείνει ο Ιουβενάλης, ο σύγχρονος του αμείλικτου Τάκιτου στα χρόνια του Τραϊανού.

Στο μέσο αυτής της τεντωμένης καμπύλης βρίσκεται ο αμφίσημος και παλίμβουλος Κικέρων, που από τα χρόνια του και τα γραφτά του και ύστερα αρχίζει κανείς να μιλά πλέον για γραικούς, αλλά και για γραικύλους.

Το Graeculus, υποκοριστικό του Graecus με σημασία ραπίσματος, εδήλωνε τους έλληνες σκλάβους που έκθεταν τους λαμπρούς προγόνους, για να σκεπάσουν τη μιζέρια των απογόνων.

Στόχος της λέξης ήταν κυρίως η κοιλιά, που για να γεμίσει κατασταίνοταν μήτρα της αηδιαστικότερης κολακείας. Ένα δοχείο εντροπής και ατίμωσης.

Οι ρωμαίοι συγγραφείς πολλές φορές θα απορήσουν και θα αναρωτηθούν. Πώς από μια φυλή αξανακατάκτητων αρετών γεννήθηκαν τέτοια ασπόνδυλα ανθρωπίδια; Όλοι τους είναι άπιστοι, υποκριτές, λαίμαργοι, πονηροί, αργυρώνητοι, αργοκηφήνες και παράσιτα που δεν έχουν αίσθηση και αισθήματα. Στο όνομα γραικύλος ο Ιουβενάλης θα προσθέσει ένα προσδιοριστικό που διαφωτίζει:

esuriens graeculus.

Μεταφράζοντας κατά λέξη γίνεται κανείς καίριος, αν πει: ο γραικολιγούρης.

[...] Υπήρχε λοιπόν στη Ρώμη, λέει ο Λουκιανός, ένας στωικός φιλόσοφος, δείγμα τυπικό του esuriens graeculus, άκουγε στο όνομα Θεσμόπολις. Αντικείμενο διακόσμησης το πιότερο και ελάχιστα παιδαγωγός, αδημονούσε να δείχνει το ζήλο του, που όμως του τον ζητούσαν σπάνια.

Αντί για τα καλά μαθήματα περί «αυτάρκειας» και «εκπυρώσεων», δύο όρων βασικών στη στωική φιλοσοφία, η δέσποινα του αρχοντικού – φαντάζομαι μια πατρικία εμπερίστατη και λεπτοφυή με τα μαλλιά της ένα μαύρο σταφύλι ή μια πλεξίδα σκόρδα – προτιμούσε να επιφορτίζει το στωικό με το καθήκον να βγάζει τη σκυλίτσα της την ορισμένη ώρα περίπατο στις στοές και στους κήπους της Ρώμης. Στωικό καθήκον και πράξη!

Καθώς ο φιλόσοφος περπατούσε στο δρόμο φυλάγοντας με προσοχή στον κόρφο του το πολύτιμο οικόσιτο, ήσαν φορές να βλέπεις ένα έξυπνο κεφάλι σκυλιού να προβάλλει από το ιμάτιο του Θεσμόπολη και με την κόκκινη γλώσσα του να γαργαλά την παραυτίδα και να λείχει τα λευκά του γένια. (1)

Κι ο Λουκιανός καταλήγει: Έτσι ο φιλόσοφος από στωικός κατάντησε να γίνει κυνικός!» (2)

Και από τα σχόλια του βιβλίου αναφέρουμε τις ακόλουθες παραπομπές:

(1) Λουκιανού, Περί των επί μισθώ συνόντων 34: «το δε πράγμα παγγέλοιον ην, κυνίδιον εκ του ιματίου προκύπτον μικρόν υπό τον πώγωνα και κατουρήσαν πολλάκις, και το γένειον του φιλοσόφου περιλιχμώμενον»

(2) «Περί δε Θεσμοπόλιδος, έφη, τούτο μόνον ειπείν έχω, ότι αντί Στωικού ήδη Κυνικός ημίν γεγένηται».

Δημήτρης Λιαντίνης, «Πολυχρόνιο», σελ. 29 – 32

Μπορεί λοιπόν ο Παπαδιαμάντης, ως θρήσκος άνθρωπος να απέφυγε να κατονομάσει πού κρύφτηκαν τα κάθε λογής μικρόβια στην Κιβωτό του Νώε, κι ο Λιαντίνης για λόγους ευπρέπειας να μην ανέφερε στο βιβλίο του όλες τις λεπτομέρειες για το σκυλάκι, μα ο αρχαίος Λουκιανός δε δίστασε να στιγματίσει τον κατουρημένο φιλόσοφο! Λουκιανός είναι αυτός. Κι αν θυμάστε ο ίδιος έβαλε το Μένιππο να περγελά το Χάρο με το "Ουκ αν λάβετε παρά του μη έχοντος". Στο γραικολιγούρη θα κόλωνε; Που καταδεχόταν κοτζάμ φιλόσοφος να βγάζει βόλτα το σκυλάκι και να το αφήνει να τον κατουράει;

Κι από το Λουκιανό επίσης, και τον ήρωά του το Μένιππο, μάθαμε και διδαχτήκαμε πως ένας πραγματικά λεύτερος άνθρωπος τίποτε δε φοβάται:
Χ: Από πού μας κουβάλησες βρε Ερμή τούτο το κοπρόσκυλο; Το τι έλεγε στο ταξίδι δε περιγράφεται! Πείραζε και κορόϊδευε όλους τους άλλους κι ήταν ο μόνος που τραγουδούσε ενώ κείνοι θρηνούσανε.

Ε: Δε ξέρεις Χάρε ποιον είχες στη βάρκα; Τον Μένιππο! 'Ανθρωπος τελείως λεύτερος. Τίποτε δεν τονε νοιάζει!
Έτσι κι ο Λουκιανός, τον έκανε σεργούνι το Θεσμόπολη. Που περιφερόταν με τα κάτουρα του σκύλου. Για να μη χαλάσει το χατίρι των αφεντικών. Και μαζί του όλους τους ομοίους του. Κάθε τόπου και κάθε εποχής. Γιατί και τότε και τώρα υπάρχουν αφενός οι Μένιπποι και αφετέρου οι Θεσμοπόληδες. Και τυχαίο δεν είναι που ακόμη σήμερα ο λαός μας μιλάει για "κατουρημένες ποδιές".

Λέει όμως και μια ακόμη παροιμία ο λαός μας. Πως στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί. Στου κατουρημένου; Μιλάνε για μικρόβια;

Πού είσαι κυρ Αλέξανδρε να ανακράξεις και πάλι:

Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι;



Το σκοτεινό τρυγόνι...

Μια ολάκερη μέρα σήμερα με τον κυρ Αλέξανδρο. Του το χρωστούσα και μέρες που είναι και κλείνοντας την επέτειο εκατό χρόνων από το θάνατό του.

Κι ελπίζοντας πως όσοι περνοδιαβαίνουν από τούτο το ιστολόγιο μοιράζονται κοινούς καημούς και βάσανα αφιερώνω σε όλους το Σκοτεινό τρυγόνι. Να έχετε μουσική υπόκρουση για το κρασάκι σας...


Στίχοι: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μουσική: Μανώλης Λιαπάκης
Πρώτη εκτέλεση: Σωκράτης Μάλαμας


Μάνα μου,
εγώ είμαι τ' άμοιρο
το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος
βροχή που το πληγώνει..

Το δόλιο
όπου κι αν στραφεί
απ' όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί
κλωνάρι να πλαγιάσει..

Εγώ βαρκούλα μοναχή
βαρκούλα αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό
σε θάλασσα αφρισμένη..

Παλεύω με τα κύματα
χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα
πλην την ευχή σου μόνη..

Και μου λες μετά γιατί ο Λιαντίνης λάτρεψε τον Παπαδιαμάντη. Μπορούσε να μην;

Όλα τα σκοτεινά τρυγόνια στην ίδια γωνιά των ουρανών φτερουγάνε. Εκείνη την απόσκια...

Κι ας μην είναι ανέστιοι και ανυμέναιοι σαν τον κυρ Αλέξανδρο.

Η μοναξιά δεν έχει να κάνει με τους άλλους γύρω σου. Αλλά με σένα τον ίδιο... Που δεν μπορείς αυτά που τρικυμίζουνε εντός σου να τα μοιραστείς, να σε νιώσουν οι άλλοι δεν μπορείς.

Ο Παπαδιαμάντης για το Λιαντίνη

Ο Παπαδιαμάντης για το Λιαντίνη

(Απόσπασμα από ανέκδοτο κατάλοιπο έργο του Λιαντίνη*)


Και οι τρύπιες αρβύλες του Παπαδιαμάντη
γίνουνται γλάστρες για το άνθος της αν-
θρώπινης δικαιοσύνης.
Δ. Λ.


Τώρα η αφεντιά του, ο κυρ Αλέξανδρος, που ελαιώνες αργοκυλούν στα μάτια του τ’ ασημωμένα φύλλα.

Ενώ πιο ψηλά του αιθέρα σκαμπανεβάζουν μαβιά τα ηφαίστεια με την πατημασιά του τυπωμένη στην άκρη.

-καθώς το σχήμα αρετής που αφήκαν στη λάβα της Αίτνας τα σιδερένια πέδιλα του Εμπεδοκλή-

Από τα βαθιά της Σκίαθος θα τον ανασύρει το αόρατο δίχτυ του αρχάγγελου. Κι όσο κι αν σπαρταρά, θα τον τραγουδήσει ζωντανό στο ενυδρείο ο «Παρνασσός».

Γιατί μόλο που ακόμη έχει το βλέμμα προσηλωμένο στην ιλαρή μορφή του Ελισσαίου, και των άλλων άγιων βράχων, που ριζωμένοι στα ρηχά του εσπερινού και του όρθρου εξακολουθούν να μουρμουρίζουν το Ωρολόγιο.

Δεν τον χωράει πια το σπίτι του φίλου του Νικόλα Μπούκη, οπωροπώλη. Επειδής οι άνεμοι διαλέξανε να γεννηθεί αυτός

Ο Μαγελλάνος ενός τριαντάφυλλου.

Λέω για το πως άνοιξε την ακαταμέτρητη ενδοχώρα του ανθρώπινου ήθους, και το νησί του τον κύτταξε από το μέσα μέρος. Έτσι που

Τα εξήντα περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα
Με τις τρεις χιλιάδες ψυχές, έφτασαν ν’ απο-
κτήσουν τη σημασία ολόκληρης ηπείρου.

Μεγάλης σαν την Ασία, και με όλες τις ακτές από τα ρεύματα φαγωμένες του άλλου πόντου που και ψυχή του ανθρώπου τόνε λένε.

Και στη γλυφή της πέτρας ένα κλωνί αλάτι, καθώς όταν το δάκρυο στεγνώνεται στην άκρη του ματιού και μένει.

Και στα ποτάμια της κυλώντας ο γέρο-καιρός σαν το αίμα του Θεού.

Και με τα δέντρα της να νηστεύουν τη βροχή, ώσπου να σκολάσει το εωθινό, για να ματαλάβουν ώστρια.

Και με όλα τα χωριά των ανθρώπων της και τις πολιτείες λευκές.

Και σαν απορείς που πια να περπατήσεις, βρίσκεις τη μόνη που σου αφήνει, να διαβάζεις και να οδηγιέσαι, δυσνόητη πινακίδα:
Ύπαγε ανίατε!

Το στενό που επήγε και ο μπαρμπα Γιαννιός ο Έρωτας, τη νύχτα που γεννιούνται τα παιδιά, και ανεβαίνει η ασπιλωσύνη της πίκρας ίσαμε την άνθιση της μυγδαλιάς στο παγωμένο χιόνι.

Όσοι λευκοφόροι εννοήτωσαν.





Σχετικό με το ανέκδοτο αυτό κείμενο του Λιαντίνη είναι και το απόσπασμα που ακολουθεί από το συγγραφικό του έργο. Το αναδημοσιεύουμε και από αυτό από το φόρουμ Homa Educandus, όπως το ανέβασε η φίλη Σ.Λ.

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από τα Ελληνικά, Ποίηση και Ζωή , σελίδες 61-62 Γιά όσους, καθώς εγώ, δεν τους απασχολεί το ερώτημα γιατί ο Δημήτρης Λιαντίνης "ανεβάζει σε τέτοια περίοπτη θέση" αυτόν τον "μέθυσο γραφιά", τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Οι υπόλοιποι ας μείνουν με τις απορίες τους.

"[...] Το τέταρτο δείγμα μου είναι η περίπτωση η άριστη στα πεζά μας γράμματα. Ο Παπαδιαμάντης. Τι λογής είναι το έργο του Παπαδιαμάντη. Δεν είναι έργο της πολιτικής. Δε μιλάει για τη ζωή των ανθρώπων.

Aπό τη μία άκρη του νησιού του στην άλλη, κι από την πέρα στεριά ως πέρα από τις θάλασσες της Ελλάδας τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη μιλούν για τους ανθρώπους. Το έργο του είναι ποίηση πολιτική με την έννοια ότι όλοι οι άνθρωποι είναι πολίτες, και ζουν τη ζωή τους μέσα στις πόλεις της πολιτείας.

Λέμε ποίηση πολιτική όπως λέμε γυναίκα πολιτική. Και με το τελευταίο εννοούμε την πόρνη, τη μοιχαλίδα, την άπιστη. Σαν την Ελένη της Σπάρτης. Που όμως η Ελένη της Σπάρτης ήταν ταυτόχρονα η πιο αγνή και η πιο ακήρατη ανάμεσα στις γυναίκες του καιρού της και των άλλων καιρών.

Και όπως λέμε στίχος πολιτικός, και εννοούμε το δεκαπεντασύλλαβο. Το βασιλικό στίχο του δημοτικού τραγουδιού μας.

Έτσι που ο Παπαδιαμάντης μιλά για τη ζωή, έτσι ο γεωργός οργώνει τη γη. Και ο αγωγιάτης γκιζερά στους δρόμους. Και ο βοσκός βόσκει τα βοσκήματα στη βοσκή.Ποιός ημπορεί να σταθεί και να του βγει, για να περιγράψει καλύτερα τα έξω και τα μέσα μας!

Ο Παπαδιαμάντης ζωγραφίζει το αόρατο. Κινηματογραφεί τον άνεμο. Βάζει τη σιωπή και χορεύει. Και φανερώνει στα αλλόκοτα μάτια μας ορατή την κίνηση του νεαρού δέντρου, πώς μεγαλώνει.

Η γλώσσα του σωφυλλιάζει με τον ήχο της σταλαματιάς, και με το διάνεμα των φύλλων της λεύκας. Τον κοιτάμε να φωτίζει απλά τις έγνοιες και τον καημό του καθημερινού ανθρώπου, και νιώθουμε να μας λογχίζουν τα κοντάρια το φως, όταν ορμάει η μέρα το πρωί και κυριεύει τους λόφους.

Όλα τα φέρνει και όλα τα παίρνει το κυμάτισμα της φωνής του :

Tη λίγη ελπίδα των ανθρώπων και την πολλή απαντοχή τους. Το πέρασμά μας από τη ζωή το βιαστικό. Και το φευγιό μας για πάντα. Τις χαρές απλές και τις λύπες αμεμψίμοιρες. Ο ασβέστης του ψέλνει, οι θάλασσες ανεβαίνουν, το κυπαρίσσι του φυλάει σκοπιά το νούμερο δύο με τέσσερες.

Είναι το ξόμπλι του ένα δίχτυ ησυχίας, που μέσα του πέφτουν και χωνεύουν καλόβολα όλα τα έργα του θεού και των ανθρώπων.

Όμβροι, ανεμοζάλη, η άνοιξη των σπάρτων. Η θροή του καλαμιώνα, οι απορρώγες βράχοι, η δρόσος Αερμών. Τα δέντρα, οι πόες, τα πουλιά, οι αιγιαλοί, οι ορίζοντες. Η ανυμέναιη κόρη που έμεινε, τα ράσα του καλού ιερέα, του παπα-Αδαμάντιου, η ξενιτειά, τα καράβια και τα κάρβουνα. Και ακόμη η στολή η χιονόλευκη του μπάρμπα-Γιαννιού του Έρωτα παραμονή Χριστούγεννα.

Ο Παπαδιαμάντης μιλά για τον άνθρωπο, ακόμη κι όταν φαίνεται πως δε μιλά για τον άνθρωπο.

Σ' ένα διήγημά του, από τον κορμό κάποιου δεσπόζοντα δρυ και βασιλικού, αναδύεται το στυλό ανάστημα μιας νύφης-δρυάδας. Τα εξαίσια λυγίσματα εκείνου του θηλυκού είναι ο δαίμονας-πειρασμός των αγίων. Οι στάλες της δροσιάς που στάζει το σώμα της γίνουνται αναμμένα κάρβουνα που πέφτουν και καίνε την ερωτική πενία και το ποθοπλάνταγμα σε όλους τους σεβνταλήδες. Και τέτοιος σαρκώθηκε ο οξύς ερωτισμός στη φαντασία του Παπαδιαμάντη και στα όνειρά του.
Το ποίημά του Όνειρο στο κύμα είναι το στέμμα της ερωτικής ποίησης ολόκληρης της νέας λογοτεχνίας μας.

Μέσα στον άνθρωπο συρρέει και διαλύεται όλος ο φυσιολόγος και ο παγανιστής Παπαδιαμάντης. Με τον ίδιο τρόπο που ο Καύκασος σαν όρος συναθροίζεται ολόκληρος στη στιγμή του Προμηθέα, παρόμοια το ποιητικό σώμα του Παπαδιαμάντη εκκεντρώνεται σε δυό γραμμές που ορθώνουν τον αιώνιο άνθρωπο και το πικρό φυσικό του:

Σα νά' χαν κάποτε σωσμό
τα βάσανα στον κόσμο.

Αυτό το δίστιχο είναι το δαχτυλικό αποτύπωμα που άφηκε σήμανση το δάχτυλο του Παπαδιαμάντη στο μάγμα του χρόνου. Ειδωμένο με το βλέμμα που του πρέπει μοιάζει να καταγγέλνει όλα τα εγκλήματα του θεού. Γιατί ο θεός έπλασε τον άνθρωπο πολύ κακοτράχαλο. Ίσως γιατί δεν μπορούσε να κάμει και αλλιώτικα, όπως είπε ο Αϊνστάιν.

Αχ! κυρ-Αλέξανδρε. Φαρμάκι το κρασάκι σου. Ίδιο εκείνο το ξύδι που δοκίμασες, πρωί και εκδρομή, στο ταβερνάκι του Κοκκιναρά. Κι απέ, σηκώθηκες, αμίλητος, έφυγες και άφηκες σύξυλους τους καλεστάδες σου. Καθώς ξεμάκραινες, καβάλα στο γαϊδουράκι του αγωγιάτη, ήσουν πολύ θλιμμένος. Ίδιος ένας μεγαλοπαρασκευϊάτικος Χριστός.[...]"

ΣΧΟΛΙΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ

Και τον θυμάμαι το Δάσκαλο, ακούω ακόμα τη φωνή του, να μας λέει και να μας ξαναλέει στο Μαράσλειο για το κρασάκι του κυρ Αλέξανδρου και το ταβερνάκι στον Κοκκιναρά. Ένας από τους λόγους που λάτρεψα το Λιαντίνη ήταν κι αυτός, η δική του λατρεία στον Παπαδιαμάντη, που ήδη τον γνώριζα και τον αγαπούσα πολύ. Παιδί ακόμη διάβασα τα άπαντά του. Κι όταν άκουσα το Λιαντίνη να μας μιλά με πάθος για το Σκιαθίτη, ένιωσα ένα αόρατο νήμα να με ενώνει με το λόγο του. Βρήκα ένα κοινό σημείο αναφοράς.

Χρειάστηκε όμως χρόνος πολύς μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι η βαθύτερη μελέτη του Παπαδιαμάντη μπορεί να με βοηθήσει να αποκωδικοποιήσω συμβολισμούς και βαθύτερα νοήματα στο έργο του Λιαντίνη. Διάσπαρτο το έργο του Λιαντίνη από τις επιδράσεις που δέχτηκε από τον Παπαδιαμάντη. Ακόμη και σε λέξεις. Πχ τη λέξη "ναυβάτης" που συναντούμε στο ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ της Γκέμμας. Από τον Παπαδιαμάντη είναι κι αυτή. Και μόλις προχτές γράψαμε για τη "Λουλούδω" του Παπαδιαμάντη και τη "Λουλούδω" του Λιαντίνη, διαπιστώνοντας πως ο κυρ Αλέξανδρος δεν επηρέασε μόνο το συγγραφέα Λιαντίνη αλλά και τον άνθρωπο...

Όθεν και κρίνουμε απαραίτητο να αναδείξουμε αυτό το ζήτημα για όσους πραγματικά ενδιαφέρονται για το έργο και τη φιλοσοφία του Δημήτρη Λιαντίνη. Πως πρέπει να μελετούν παράλληλα με τα δικά του κείμενα και τα κείμενα εκείνων που επηρέασαν το στοχασμό του και τη γραφίδα του. Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας από αυτούς. Κι ας μην περιλαμβάνεται σε εκείνους για τους οποίους ο Λιαντίνης μας άφησε ξέχωρο βιβλίο, στο επίσημο έργο του ή και στο ανέκδοτο, δηλαδή το Ρίλκε (Έξυπνον Ενύπνιον), το Σολωμό (Χάσμα Σεισμού), το Σεφέρη (Ο Νηφομανής), τον Καβάφη (Ρέκβιεμ), τον Ελύτη (Αλήτης Ελύτης), το Ρουσό (Η εντολή του Ρουσό και η παρακοή των δασκάλων). Ο Παπαδιαμάντης έτσι κι αλλιώς διατρέχει ολάκερο το έργο του Λιαντίνη, ακόμη και όταν ο αναγνώστης που αγνοεί το έργο του Παπαδιαμάντη δεν το αντιλαμβάνεται. Ε, λοιπόν, ας τον μελετήσουμε και πάλι. Και θα ανακαλύψουμε πολλά που αγνοούμε...

Το άνθος του γιαλού και το άνθος του Λιαντίνη (χριστουγεννιάτικο και αφιερωμένο στους ελαφροΐσκιωτους)


Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1906)

Φωτογραφία από το ιστολόγιο La Bastia

"Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δυὸ ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, - ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ - ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δυὸ ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς - κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον - νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον.

Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς δυὸ μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον. Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἤ, ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια «λαδικά», ἢ καὶ δυὸ τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήση.

Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς βουλευτάς.

Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; Ἠσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς ἐπέρνα μὲ τὴν βάρκα του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δυὸ χλοερὰ νησάκια, καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύση τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ τοὺς ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάση ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῆ τί εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήση τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος, ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ νυκτερινὸν ὅραμά του, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομήν.

Ἐπῆγαν μίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡμερῶν, κ᾿ ἔμελλε νὰ δύση περὶ τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωμένον, ἐνῷ ὁ πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἤρεμα πρὸς δυσμᾶς κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῆ ὀπίσω τοῦ βουνοῦ. Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ μὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται ὀφθαλμοφανῶς, ὁ μυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναμιν εἰς τὰ κουπιά, «ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον. Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των.

Ὁ Μάνος, μαζὶ μὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας λέξεις:

- Δὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.

- Καὶ τί εἶναι;

- Εἶναι...

Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.

Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡμέρας, καὶ πάλιν δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας μετ᾿ αὐτήν, οἱ δυὸ ναυτίλοι ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδρομήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν μυστηριώδη λάμψιν νὰ χορεύῃ εἰς τὰ κύματα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅραμα ἔφευγε. Καὶ τέλος ἐγίνετο ἄφαντον. Τί ἄρα ἦτο;

Εἷς μόνον γείτων εἶχε παρατηρήσει τὰς ἐπανειλημμένας νυκτερινὰς ἐκδρομὰς τῶν δυὸ φίλων μὲ τὴν βάρκαν. Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας, ἄνθρωπος πενηντάρης, εἶχε διαβάσει πολλὰ παλαιὰ βιβλία μὲ τὰ ὀλίγα κολλυβογράμματα ποὺ ἤξευρε, καὶ εἶχεν ὁμιλήσει μὲ πολλὰς γραίας σοφάς, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ πάλαι. Ἐκάθητο ὅλην τὴν νύκτα, ἀγρυπνῶν, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρόν του, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πότε ἐδιάβαζε τὰ βιβλία του, πότε ἐρρέμβαζε πρὸς τὰ ἄστρα καὶ πρὸς τὰ κύματα. Ἡ καλύβη του, ὅπου ἔρημος καὶ μόνος ἐκατοικοῦσεν, ἔκειτο ὀλίγους βράχους παραπέρα ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Λουλούδως, ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του ὁ Μάνος, ἀνάμεσα εἰς τὸ σπίτι τῆς Βάσως τοῦ Ραγιᾶ καὶ τῆς Γκαβαλογίνας.

Μίαν νύκτα, ὁ Κορωνιὸς καὶ ὁ ἐγγονὸς τῆς Φαφάνας ἡτοιμάζοντο νὰ λύσουν τὴν βάρκαν, καὶ νὰ κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διὰ νὰ κυνηγήσουν τὸ ἀσύλληπτον θήραμά των.

Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας τοὺς εἶδεν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν καλύβην του, φορῶν ἄσπρον σκοῦφον καὶ ράσον μακρύ, ὅπως ἐσυνήθιζε κατ᾿ οἶκον, ἐπήδησε δυὸ τρεῖς βράχους πρὸς τὰ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφθασε παραπάνω ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ δυὸ φίλοι.

- Γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, παιδιά; τοὺς ἐφώναξεν. Εἶναι βραδιὲς τώρα ποὺ τρέχετε ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι, χωρὶς νὰ γιαλεύετε, χωρὶς νὰ πυροφανίζετε - καὶ τὰ ψάρια σας δὲν τὰ εἴδαμε. Μήπως σὰς ὠνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, γιὰ νὰ βρῆτε τίποτα θησαυρό;

Ὁ Μάνος παρεκάλεσε τὸν Κόκοϊαν νὰ κατεβῇ παρακάτω καὶ νὰ ὁμιλῇ σιγανώτερα. Εἶτα δὲν ἐδίστασε νὰ τοῦ διηγηθῆ τὸ ὅραμά του.

Ὁ Λίμπος ἤκουσε μετὰ προσοχῆς. Εἶτα ἐγέλασε:

- Ἀμ᾿ ποὺ νὰ τὰ ξέρετε αὐτὰ ἐσεῖς, οἱ νέοι, εἶπε, σείων σφοδρῶς τὴν κεφαλήν. Τὸν παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σὰν αὐτὸ ποὺ εἶδες, Μάνο, τὰ ἔβλεπαν ὅσοι ἦταν καθαροί, τώρα τὰ βλέπουν μόνο οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι. Ἐγὼ δὲ βλέπω τίποτα!.. Τὸ ἴδιο κι ὁ Γιαλὴς βλέπει αὐτὸ ποῦ λὲς πῶς βλέπεις;

Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη μὲ συστολὴν κατωτέραν της ἡλικίας του νὰ ὁμολογήση, ὅτι δὲν ἔβλεπε τὸ φῶς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου, ὅστις ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει.

Ὁ Κόκοϊας, ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται:

- Ἀκοῦστε νὰ σὰς πῶ, παιδιά. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπετε, ἔφθασα τὴ γριά-Κοεράνω τοῦ Ραγιά, τὴν μαννοὺ αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα τῆς Γκαβαλογίνας, ἀκόμα κι ἄλλες γριές. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά, παλαιικὰ πράματα, καθὼς κι αὐτὸ ποὺ θὰ σὰς πῶ τώρα:

»Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πῶς εἶναι στοιχειωμένο; Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοματίσει γιὰ τὴν ἐμορφιά της, - ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτὴ - μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της τὸν γερό-Θεριὰ (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὅπου ἐκυνηγοῦσε ὅλους τους Δράκους καὶ τὰ Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήση τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθη νὰ τὴν στεφανωθῇ.

»Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα, στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς ἀναστεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ βγῆ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθη ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, νὰ γυρίση ὁ σαστικός της νὰ τὴν στεφανωθῆ.

»Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τὸ ῾βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίση. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτα τοὺς στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος.

Νά, τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!

»Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρες τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Δόξα ἐν ὑφίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο.

Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!

»Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλες τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι, κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλες τους, ἐμπήκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.

- »Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!

»Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ Βασιλόπουλο δὲν ᾖρθε νὰ πάρη τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ Βασιλόπουλο. Τὸ φουσάτο του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν κυριέψει μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ ἀκράτητην ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο τὸν εἶχαν αἰχμαλωτίσει!

»Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάση στὸ θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἀνθὸς τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάση ἐγκαίρως, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξη τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.

»Μερικοὶ λένε, πῶς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινε ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλιωνε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».


Read more: http://ofisofi.blogspot.com/2011/12/blog-post_19.html#ixzz1hRRhUD56

*ΛΟΓΟΜΝΗΜΩΝ: http://logomnimon.wordpress.com



Αυτό ήταν το Άνθος του Γιαλού του κυρ Αλέξανδρου. Κι ακολουθεί το Άνθος του Λιαντίνη.

Μα για να φτάσουμε να δρέψουμε άνθη πρέπει πρώτα να ξεβοτανίσουμε το χωράφι. Έτσι μας δίδαξε ο Δάσκαλος. Πως δεν αρκεί να λέγεις την αλήθεια μα και να πολεμάς το ψέμα.

Στα 1906 έγραψε ο κυρ Αλέξανδρος το Άνθος του Γιαλού, την ιστορία δηλαδή της Λουλούδως και του Βασιλόπουλου που έγινε Σπίθα καταμεσής στο πέλαγος και μόνο οι ελαφροΐσκιωτοι, πάει να πει όσοι έχουν καθαρή καρδιά, τη βλέπουν.

Εκατό χρόνους αργότερα, 2006 δηλαδή, στην Αθήνα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο τάζοντας τους αναγνώστες του πως θα τους αποκαλύψει την αλήθεια του κόσμου όλη για τη ζωή του Λιαντίνη. Το υπέγραφε ένας δημοσιογράφος. Κι όσο παράξενο κι αν φανεί, πολλοί την πατήσαμε και πιστέψαμε πως μπορεί πένα δημοσιογράφου να μας αποκαλύψει την αλήθεια. Τιμωρία μας που ξαστοχήσαμε τους λόγους του δασκάλου για τους δημοσιογράφους...

Ανάμεσα στα υπόλοιπα που αποφάσισε ο δημοσιογράφος αυτός να φέρει στο φως, αποκαλούμενος και ως "ο βιογράφος του Λιαντίνη", ήταν και η ερμηνεία της αφιέρωσης στο πρώτο βιβλίο του Λιαντίνη, στο Έξυπνον Ενύπνιον:

"Ad Lou exvoto"

Ο δημοσιογράφος ξέρει ήδη αυτό που αγνοούσαμε ως και οι μαθητές του Λιαντίνη. Πως η Λου είναι η γυναίκα του Λιαντίνη. Ξέρει, έχει συναντήσει, και την ίδια τη Λου. Που επίσης οι μαθητές του Λιαντίνη μόνο από την τηλεόραση είχαμε δει. Κι όχι ως Λου, έτσι τη φώναζε ο άντρας της - εμείς πού να το ξέρουμε; - Νικολίτσα Γεωργοπούλου, σύζυγος Λιαντίνη, έτσι ακριβώς μας συστήθηκε μέσα από το γυαλί. Όταν χάθηκε ο Λιαντίνης τον Ιούνιο του '98 κι εκείνη έδινε, ήθελε δεν ήθελε, τη μία συνέντευξη μετά την άλλη στα κανάλια και στους περίεργους. Ώσπου, το θυμάμαι αυτό γιατί το είδα ζωντανά στα τελεβίζια, ευγενικά αλλά αποφασιστικά τους έκλεισε την πόρτα.

Έτσι εμείς μείναμε στο Νικολίτσα Γεωργοπούλου, σύζυγος Λιαντίνη όμως ο δημοσιογράφος που έταξε να γίνει βιογράφος του Λιαντίνη δεν το έβαλε κάτω και πήγε και βρήκε την ίδια τη Νικολίτσα. Μπήκε στο σπίτι της, κουβέντιασε μαζί της. Κι έμαθε όσα οι απλοί άνθρωποι αγνοούσαμε και δε μας ενδιέφερε κιόλας εκείνη την εποχή να μάθουμε. Εμείς το Λιαντίνη θαυμάζαμε και το έργο του. Τι δουλειά είχαμε με την οικογένειά του και τη γυναίκα του;

Έμαθε λοιπόν εκείνος ότι ο Λιαντίνης φώναζε τη γυναίκα του Λου αλλά και άκουσε πως οι γνωστοί και οι φίλοι της την έλεγαν Λίτσα. Από το 1998 αυτά. Κι έτσι, όταν στα 2006, οκτώ χρόνους αργότερα, κυκλοφόρησε το βιβλίο του, διαβάσαμε οι αναγνώστες του το ακόλουθο σχόλιο:

"Και ερχόμαστε στη Λου. Ναι, στη Λου. Έτσι αποκαλούσε ο Λιαντίνης τη σύζυγό του. Γιατί όμως Λου; Από το Νικολίτσα, όσο και να το προσπαθήσεις, δεν βγαίνει το Λου. Πας μέχρι το "Λίτσα" κι εκεί σταματάς. Εκτός από το Λιαντίνη, που συνέχισε, όπως θα δούμε."

Δ. Αλικάκος, "Λιαντίνης - Έζησα έρημος και ισχυρός", Αθήνα, 2006, σελ. 189
Ο Δημήτρης Λιαντίνης πράγματι συνέχισε με τη Λου του. Και συνέχισε και τη σχέση που ξεκίνησε μια μέρα του Γενάρη του '72, όντας ήδη συνάδελφος μαζί της σε σχολείο της Γερμανίας, και πηγαίνοντας επίσκεψη σε κάποιο Μουσείο. Τα έχουμε πει και τα έχουμε γράψει αυτά στο παρελθόν και χωρίς να είμαστε δημοσιογράφοι και πολύ περισσότερο χωρίς να το παίζουμε βιογράφοι του Λιαντίνη:


Είναι στα 2008 που γράφω αυτή την ιστορία. Και είναι πλέον πάνω από μήνας που γνωρίζω κι εγώ τη γυναίκα του Λιαντίνη. Δέκα σχεδόν χρόνους από τη μέρα που εκείνος χάθηκε. Κι όχι από περιέργεια. Δική της ήταν η πρόσκληση να γνωριστούμε και δική της η επιθυμία να μου μιλήσει για το Λιαντίνη. Και φυσικά ήταν μεγάλη τιμή για μένα να συναντήσω και να γνωρίσω τη σύντροφο της ζωής του Δασκάλου μου. Τον άνθρωπο που έζησε δίπλα του σχεδόν τρεις δεκαετίες και μάλιστα εκείνες που ταυτίζονται με την περίοδο που έγραψε τα βιβλία του.

Από τότε και μέχρι σήμερα διατηρούμε μια ζεστή φιλική σχέση και είναι αμέτρητες οι ώρες που την έχω ακούσει να μου μιλάει για το Δάσκαλο και να μου αποκαλύπτει όσα ούτε οι δημοσιογράφοι δεν μπόρεσαν να ξετρυπώσουν. Επιθυμία της να τα γράψω κάποτε και σε βιβλίο. Με τιμά η γνώμη της, πως μπορώ να γράψω τέτοιο βιβλίο, με τρομάζει όμως (ακόμη) μια τέτοια ευθύνη. Μένω λοιπόν και επιμένω να γράφω στο διαδίκτυο. Μια μέση λύση. Αφενός να φτάσουν σε κάθε ενδιαφερόμενο που θέλει να μελετήσει τη ζωή του Λιαντίνη κι αφετέρου να αφήσουμε το χρόνο να ωριμάσει τη γνώση εκείνη που δίνει το δικαίωμα σε κάποιον να γίνει συγγραφέας. Και μάλιστα για τη ζωή ενός ποιητή... Την ασύλληπτη αυτή υπόθεση, που λέει και ο Λιαντίνης:

«Είναι ασύλληπτη υπόθεση η βιογραφία του αληθινού ποιητή. Η μοναξιά και η πίκρα του έχει εφτά δέρματα, λέει ο ξένος. Και ο δικός μας έγραψε πως ο ποιητής, αν είναι να δημιουργήσει έργο, οφείλει να σπαταλήσει τη ζωή του ως την ίνα και ως τη ρανίδα. Θυσία στον ήλιο τον κοσμήτορα, και στο χάος το τέρας είναι η ζωή του ποιητή. Και διαθήκη που θα την υπογράψει με το αίμα του. Όπως ο Φάουστ με το σκούφο του σοφού υπόγραψε με το διάβολο τον κατσικοπόδαρο.»

Δ. Λιαντίνης, "Τα Ελληνικά" (σελ 84)

Στα χρόνια που γράφω για το Λιαντίνη ήταν πολλές οι φορές που θυμήθηκα αυτά του τα λόγια. Γιατί και ο Λιαντίνης είναι ποιητής. Όχι μόνο γιατί μας άφησε και ποιήματα αλλά με την ίδια έννοια που μας δίδαξε ότι και ο Παπαδιαμάντης ποιητής ήταν και μάλιστα μεγάλος:

"Διαιρώ τους ποιητές μας σε τρία επίπεδα. {...}

1. Η πρώτη ... είναι η δημοτική μας ποίηση.

2. Η δεύτερη ... είναι ο Σολωμός, ο Καβάφης, και ο Παπαδιαμάντης.

3. Η τρίτη ... είναι ο Κάλβος, ο Μακρυγιάννης, ο Μυριβήλης, ο Βάρναλης, ο Σεφέρης, ο Παλαμάς, ο Καζαντζάκης, ο Ελύτης.

Αυτές είναι οι τρεις φάσεις της ακτινοβολίας στη δημιουργία της νέας Ελλάδας.

4. Και υπάρχει και η τέταρτη φάση... Αυτοί είναι οι τεχνίτες του λόγου και οι εργάτες της επιστήμης.{...}

Δ. Λιαντίνης, τα Ελληνικά (σελ. 92)

Μπορεί ακόμη όποιος πολύ ενδιαφέρεται να ρίξει κι εδώ μια ματιά. Τι έλεγε ο Λιαντίνης για τον Παπαδιαμάντη. Πως "ζωγραφίζει το αόρατο. Κινηματογραφεί τον άνεμο. Βάζει τη σιωπή και χορεύει. Και φανερώνει στα αλλόκοτα μάτια μας ορατή την κίνηση του νεαρού δέντρου, πώς μεγαλώνει." Και ακόμη πως "Ο Παπαδιαμάντης μιλά για τον άνθρωπο, ακόμη κι όταν φαίνεται πως δε μιλά για τον άνθρωπο." Αξίζει ακόμη να διαβάσετε και αυτό, όπου εκτός από τη γνώμη του για τον Παπαδιαμάντη θα βρείτε αναφορά και στο Άνθος του Γιαλού:

Kαι τέσσερα επίπεδα βρίσκω να δίνουν την άγια ζωή του Παπαδιαμάντη. Ξεκινούν από τα χαμηλά και τα βάθη, και ανεβαίνουν σκαλί-σκαλί ως το άπειρο.

Το πρώτο είναι η πνευματική του χειρωναξία. Να δουλεύει, δηλαδή, στις εφημερίδες και να μεταφράζει ζεμένος στο ζυγό της ανάγκης για τον ολίγο τίμιο επιούσιο. Εκατό δραχμές το μήνα θα σου δίνω, του είπε ο αρχισυντάκτης, όταν τον προσλάβανε. Όχι! Οι ογδόντα μου αρκούν, αποκρίθηκε ο αγαθός σκιαθίτης.

Το δεύτερο, πιο ψηλά, είναι το κρασάκι και το σιγαρέττο του. Το’πινε γουλιά-γουλιά σαν το φάρμακο του Ιπποκράτη. Και το κάπνιζε αμίλητος, ενώ ο καπνός ανέβαινε δαχτυλιδάκια στον αγέρα. Για να ζαλίζεται, γαλήνιος και μελαγχολικός, και να ξεχνάει τα βάσανα του κόσμου.

Το τρίτο, ακόμη πιο ψηλά, είναι όταν έμπαινε στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου τους εσπερινούς και τις γιορτάδες και κρατούσε τον Ορθό και τον Πλάγιο. Παραδίνοταν στο αθώο γήτεμα της μουσικής. Και μεταμόρφωνε τον εαυτό του σε ψαλτήριο και σε κιθάρα. Και στα άλλα μουσικά όργανα για τους έλεγους και τους αίνους. Ήταν ο τρόπος του να ενώνει το ρυθμό μέσα του με την αρμονία των ουρανών, και με τα δρομαία εμβατήρια των άστρων.

Και το τελευταίο μετερίζι στα ψηλά πια, όπου δεν υπάρχουν κορυφές αλλά μόνο ύψη, ήταν οι ώρες της δημιουργίας.

Το άνθος του γιαλού, Το αστεράκι, Ο γείτονας με το λαγούτο, Ο έρωτας στα χιόνια. Και πιο μακριά απ’όλα, το καταχυτό κορμάκι της Μοσχούλας στα δεκαπέντε της χρόνια. Το πήρε στα χέρια του πάνω στα κύματα, και κράτησε στην αγκαλιά το ξυπνητό όνειρο της ζωής του. Ένα έξυπνον ενύπνιον.

Με το διήγημά του Όνειρο στο κύμα από ολόκληρο το γένος των ανδρών μόνο ο Παπαδιαμάντης έφτασε ν’αγκαλιάσει πάνω στα κύματα το σώμα της Αφροδίτης. Ολόκληρο, κινητικό, μυροβόλο, κάθυγρο. Και ασπαίροντας ανεκλάλητα μέσα στη φρικτή γοητεία της απουσίας.

Δ. Λιαντίνης, επίλογος του επίμετρου των Ελληνικών, σελ. 229 - 231

Κοίτα τώρα και δες και μόνος σου. Γιατί είναι ασύλληπτη υπόθεση η βιογραφία του αληθινού ποιητή. Δες πως ο Λιαντίνης καταστερίζει πρώτο το Άνθος του γιαλού ανάμεσα στις κορυφαίες δημιουργίες του Παπαδιαμάντη και την ίδια ώρα αναστρέφει το λόγο του στο έξυπνον ενύπνιον. Και για όσους αποξεχάστηκαν διαβάζοντας να σημειώσω και πάλι ότι "Έξυπνον ενύπνιον" λέγεται και το πρώτο βιβλίο του Λιαντίνη, αυτό που αφιέρωσε "Ad Lou exvoto" προκαλώντας στους επίδοξους βιογράφους του ερωτηματικά πώς από το Νικολίτσα έφτασε στο Λου αλλά και κωμικές ερμηνείες σαν και τούτη:

"Όλες οι μαρτυρίες οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: ότι ο Λιαντίνης στο πρόσωπο της δικής του Λου είδε τη γυναίκα που όφειλε να θυσιαστεί για να δημιουργήσει ο ίδιος. Επιπλέον ήθελε η σύντροφός του να βρίσκει σημείο επαφής με το δαιδαλώδη εσωτερικό του κόσμο. Γι' αυτό έγινε η "Λου του", παραλλαγμένη φυσικά, προσαρμοσμένη στα δικά του θέλω. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο του βιβλίο, τη διδακτορική του διατριβή για τον Ρίλκε, το αφιερώνει σ' εκείνη: ad Lou ex voto.

Δ. Αλικάκος, "Λιαντίνης - Έζησα έρημος και ισχυρός", ό.π., σελ. 199 - 200
Τυχαίο; Σίγουρα δεν ήταν τυχαίο. Μόνο που ο δημοσιογράφος δεν είναι σε θέση να εντοπίσει το βάθος αυτής της αφιέρωσης. Ούτε να τη συνδέσει καν με ένα ακόμη τροχιοδεικτικό του Λιαντίνη στον πρόλογο του ίδιου βιβλίου, του Έξυπνου Ενύπνιου:

«… ένα κάστρο
που να το πολεμάς
σαράντα χρόνους και να πας
να γίνεις ήρωας και άστρο

Αλαγονία
29 Δεκέμβρη 1977»

Δημήτρης Λιαντίνης

Συγκρίνετε τώρα αυτούς τους στίχους με το διήγημα του Παπαδιαμάντη, τους στίχους του Σεφέρη. (Μην παραλείψετε ακόμη και την αναφορά στο Σκιαθίτη για "το σεφέρι" που κίνησε το Βασιλόπουλο.) Στίχους που ο Δημήτρης Λιαντίνης θα επαναλάβει το Μάη του 1998, στην τελευταία του διδασκαλία στο Μαράσλειο. Λίγες μόλις μέρες πριν χαθεί. Και γίνει ήρωας και άστρο...

Κι άλλο τόσο να συγκρίνεται το "Λου" με το ακόλουθο γράμμα του Λιαντίνη στη γυναίκα του, τη Λου του, που εδώ την αποκαλεί "Λουλούδω". Και σύντμηση της Λουλούδως είναι και το Λου:



Δια χειρός Λιαντίνη. Γράμμα χειρόγραφο δημοσιευμένο και στο περιοδικό Γυναίκα από το 1999 - συνοδεύοντας συνέντευξη της Νικολίτσας Λιαντίνη και την οποία συνέντευξη επικαλείται πολλάκις στα σχόλια του βιβλίου του ο δημοσιογράφος Δ. Αλικάκος (σελ. 373 - 374) Αδύνατον λοιπόν να μην πρόσεξε ότι ο Λιαντίνης προσφωνεί τη γυναίκα του ως Λουλούδω. Αυτό τουλάχιστον όφειλε και μπορούσε να το προσέξει, από πού βγαίνει το "Λου". Αν και ως βιογράφος του Λιαντίνη ήταν υποχρεωμένος να έχει φτάσει και στη Λουλούδω του Παπαδιαμάντη. Πρώτος εκείνος και όχι εμείς οι αναγνώστες.

Και να συνδέσει όχι μόνο το όνομα των γυναικών μα και την ουσία του μύθου. Του Βασιλόπουλου που έφυγε για τον πόλεμο. Όμοια με το παλικάρι που αναφέρεται στο Εδώ Μεσολόγγι της Γκέμμας, σελ. 144. Που άρματα του δώσαν για τον πόλεμο και πόλεμο δε βρήκε πίσω γύρισε. Μα έσκυψε να πιει νερό στο Γκιούλ Μπαξέ και σφαίρα τόνε βρήκε και τον λάβωσε... Είναι ο ίδιος ο Λιαντίνης που μιλάει για βασιλόπουλα και πολέμους, όχι η δική μας φαντασία. Κι ο Λιαντίνης που δένει το Έξυπνον Ενύπνιον με τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Κι άλλο τόσο με τους στίχους του Σεφέρη που μιλάνε για ήρωες που έγιναν άστρα, όπως το Βασιλόπουλο του Παπαδιαμάντη έγινε Σπίθα μεσοπέλαγα. Μια νύχτα σαν και τούτη που μόλις ξημέρωσε, μια νύχτα Χριστουγέννων. Προσπαθώντας να κρατήσει τον όρκο του στην αγαπημένη του, στη Λουλούδω.

Πολύ την κατηγόρησε εκείνος ο δημοσιογράφος τη Λουλούδω. Τη Λουλούδω του Λιαντίνη. Τρελή πήγε να την εβγάλει τη γυναίκα που έμεινε στο ακρογιάλι να καρτερεί το Βασιλόπουλο. Τρελούς κι εμάς που βλέπαμε τη Σπίθα στο βάθος του πελάγου. Αυτήν που εκείνος δεν μπορούσε να δει. Ε, τι να κάνουμε. Δεν είναι όλοι ελαφροΐσκιωτοι σε τούτο τον κόσμο...

Εμείς πάντως, που μια τέτοια νύχτα χριστουγεννιάτικη όπως όλοι οι ελαφροΐσκιωτοι του κόσμου ξενυχτήσαμε, άλλοι για να δουν το άστρο των μάγων κι εμείς μελετώντας τα δικά μας άστρα, στέλνουμε την αγάπη μας και τις ευχές μας στη Λουλούδω του Λιαντίνη.

Και της αφιερώνουμε από καρδιάς το Άνθος του γιαλού που μοίρα* καλή μας έστειλε τη χτεσινή μέρα να ξαναδιαβάσουμε και να προσέξουμε το όνομα της κορασιάς. Την άλλη Λουλούδω...

_________________

Σχόλια...
  • * Μοίρα που ακούει στο όνομα Σοφία, φίλη και συναδέλφισσα εδώ στα βορειοδυτικά, και που ανέβασε το διήγημα λίγες μέρες πριν στο ιστολόγιό της. Μπουναμάς χριστουγεννιάτικος. Και για να λέμε την αλήθεια ολόκληρη και όχι να παριστάνουμε πως γνωρίζουμε τα πάντα και τους ειδήμονες. Ειδεμή, αν όλα τα γνωρίζαμε και τα κατείχαμε, θα είχαμε γράψει και το βιβλίο.
  • Σχετική με το άρθρο η ανάρτηση στο φόρουμ: Γείραν τ' απόσκια γείρανε, Λελούδα μ' στην αυλή σου. Από την ανάρτηση αυτή και το χειρόγραφο σημείωμα του Λιαντίνη που ακολουθεί:

Τη μέρα της γιορτής της, του Αγίου Νικολάου, ο Λιαντίνης χαρίζει στην αγαπημένη που σε λίγες βδομάδες θα γίνει και επίσημα σύντροφος της ζωής του, το Φαίδρο του Πλάτωνα. Εκεί και σημειώνει την παραπάνω αφιέρωση. Στη Λου του. Το Φαίδρο που στη Γκέμμα, το κύκνειο άσμα του, θα τον χαρακτηρίσει ως το ωραιότερο ερωτικό ποίημα. Ο ίδιος όμως είχε προλάβει μήνες νωρίτερα να της αφήσει κι ένα δικό του ποίημα:

ΕΚΤΟΡΕΙΟΣ ΣΤΑΣΙΣ


Masturbabantur phrygii post ostia servi hectoreo quotiens sederat uxor equo
Martialis

Στη Λου μου
10 Μαΐου 1972

Τις νύχτες κλαίει η Ανδρομάχη
μες στο παλάτι μόνη
τις νύχτες με τ' αηδόνι
κι είν' η σιωπή μεγάλη μάχη.

Τη μέρα λάμπει σα λουλούδι
το δόρυ του συντρόφου
που στου δικού του κόρφου
ζαρώνει η πόλη σαν το ζούδι.

Απόμειναν στην άσπιλη την κλίνη
τα μάτια τα γραμμένα
αγνάντια στυλωμένα
απόμεινε μια λύπη μες στη μνήμη.

Ανθίζει εξαίσιο της αγάπης
το δέντρο μες στην απουσία
στην πυργωμένη Τροία
ο θάνατος το όνομά του γράφει.

Δημήτρης Λιαντίνης


10 Μαΐου 1972. Μόλις 4 μήνες γιόρταζε εκείνη τη μέρα η σχέση τους. Κι όχι σαράντα χρόνους που αναφέρει το ποίημα του Σεφέρη στο Έξυπνο Ενύπνιο. Κι όποιος έχει μάτια βλέπει ότι από τότε ακόμη ο Λιαντίνης έχτιζε τη σχέση τους στο μοτίβο που άφησε στο Μικρό Κριτή της Γκέμμας, πως ο έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις... Αλλά πώς! Εδώ σε θέλω.

Κι εδώ είναι που απαντά το Άνθος του γιαλού του Παπαδιαμάντη. Και για το Βασιλόπουλο και για τη Λουλούδω του. Και όποιος έχει μάτια, το ματαλέω, βλέπει. Μόνο που χρειάζεται να είναι ή ελαφροΐσκιωτος ή καθαρός. Οι άλλοι ας μην μπούνε καν στον κόπο...

Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα