ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Από τον Κούρο του Πτώου ως τον Παίδα του Κριτίου

Η φράση "από τον Κούρο του Πτώου ως τον Παίδα του Κριτίου" είναι φράση του Λιαντίνη. Τη συναντούμε στο βιβλίο του Homo Educandus, σελ. 121. Τη συναντούμε και την προσπερνούμε συνήθως. Κι όσοι έχουν τις ειδικές γνώσεις καταλαβαίνουν το τεράστιο βάθος της και όσοι δεν τις έχουμε συνεχίζουμε αθώοι παρακάτω. Τι άλλο να κάμουμε αφού σε κάθε βήμα συναντούμε στα κείμενά του όρους και φράσεις περίεργους και δύσκολους;

Θα σου πω τι κάνω εγώ. Κι αν θέλεις άκου. Τέτοιες φράσεις και όρους του Λιαντίνη τις χρησιμοποιώ όπως στο διαδίκτυο χρησιμοποιούμε τους εξωτερικούς συνδέσμους σε ένα κείμενο. Μόνο που στο διαδίκτυο αρκεί ένα κλικ με το ποντικάκι. Στην ανάγνωση ενός βιβλίου όμως; Εδώ τη δουλειά πρέπει να την κάνεις μόνος σου. Να αναζητήσεις τα κρυφά νοήματα συλλέγοντας πληροφορίες από όσες πηγές διαθέτεις ώστε να ανοίξει το μάτι σου και να διαβάζεις το Λιαντίνη και να εννοείς τι ακριβώς λέγει, να μην παπαγαλίζεις.

Δε λέω πως είναι εύκολη μια τέτοια μελέτη του Λιαντίνη. Μοιάζει μάλλον με την τακτική του κάβουρα. Αντί να προχωράς μπροστά, κάνεις βήματα δεξιά - αριστερά. Μένεις στο σημείο, στη λέξη, και την περιεργάζεσαι. Ποιος είναι ο Κούρος του Πτώου; Ποιος ο Παις του Κριτίου;

Για τα συγκεκριμένα ανάγκη είναι να ξεκινήσουμε από τις εικόνες:




Να μια καλή αρχή, να οπτικοποιήσουμε το κείμενο. Ακόμη καλύτερη να μελετήσουμε όσα σχετικά, όχι μόνο για τα δύο γλυπτά μα και για τη διαδρομή ανάμεσά τους, αφού ο Λιαντίνης ως αρχή και τέλος μιας διαδρομής τα στήνει ετούτα τα αγάλματα. Ο δρόμος ενδιαφέρει λοιπόν. Πώς φτάσαμε από τον Κούρο του Πτώου ως τον Παίδα του Κριτίου. Και παραθέτω το αντίστοιχο κείμενο από το Homo Educandus ώστε να γίνει κατανοητό πως πρόκειται για δρόμο και μάλιστα ανάβαση:


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

Τα προανακρούσματα του ελληνικού ανθρώπου που άθλησε στην εποχή των Μηδικών τα βρίσκουμε κιόλας στον Όμηρο της Οδύσσειας. Ο ήρωας του έπους της θάλασσας φέρνει όλες τις αρχαϊκές παραστάσεις των ψυχικών στοιχείων του Μαραθωνομάχου.

Η ποιητική διάσταση μόνο και η μυθική χροιά των περιγραφών του Ομήρου θα στήνανε στα μάτια μας υπερφυή κάπως την εικόνα του "ομηρικού μαραθωνομάχου". Σαν εκείνο περίπου το μεγαλόσωμο φάντασμα της διήγησης του Ηρόδοτου που το γένι του σκέπαζε την ασπίδα του και περπατώντας τύφλωσε με τον αέρα τον Επίζηλο του Κουφαγόρα στη μάχη του Μαραθώνα.

Δ. Λιαντίνης, Homo Educandus, σελ. 119 "Ο μύθος των Μηδικών"
Αναγκαστική στάση εδώ για αναζήτηση του Επίζηλου του Κουφαγόρα και όσων έπαθε στη μάχη του Μαραθώνα. Ας δούμε λοιπόν τι λέγει ακριβώς ο Ηρόδοτος:

Εν ταύτη τη εν Μαραθώνι μάχη απέθανον των βαρβάρων κατά εξακισχιλίους και τετρακοσίους άνδρας, Αθηναίων δε εκατόν και ενενήκοντα και δύο έπεσον μεν αμφοτέρων τοσούτοι.

Συνήνεικε δε αυτόθι θώμα γενέσθαι τοιόνδε Αθηναίον άνδρα Επίζηλον τον Κουφαγόρεω εν τη συστάσι μαχόμενόν τε και άνδρα γινόμενον αγαθόν των ομμάτων στερηθήναι, ούτε πληγέντα ουδέν του σώματος ούτε βληθέντα, και το λοιπόν της ζόης διατελέειν από τούτου του χρόνου εόντα τυφλόν.

Λέγειν δε αυτόν περί του πάθεος ήκουσα τοιόνδε τινά λόγον άνδρα οι δοκέειν οπλίτην αντιστήναι μέγαν, του το γένειον την ασπίδα πάσα σκιάζειν, το δε φάσμα τούτο εωυτόν μεν παρεξελθείν, τον δε εωυτου παραστάτην αποκτείναι. Ταύτα μεν δη Επίζηλον επυθόμην λέγειν.
Επόμενη δουλειά να εξηγήσουμε στην καθομιλουμένη την ιστορία του Ηρόδοτου:

Στη συγκεκριμένη τέλος, μάχη του Μαραθώνα έχασαν τη ζωή τους από μέρους των βαρβάρων έξι χιλιάδες τετρακόσιοι άνδρες, ενώ από τους Αθηναίους εκατόν ενενήντα δύο. Τόσοι λοιπόν έπεσαν και από τις δύο μεριές.

Εκεί εξάλλου έτυχε να συμβεί και το ακόλουθο παράδοξο γεγονός: ο Αθηναίος πολίτης Επίζηλος, γιος του Κουφαγόρα, εκεί που πολεμούσε σώμα με σώμα και αναδεικνυόταν σε γενναίο πολεμιστή, έχασε την όρασή του, χωρίς να χτυπηθεί, ούτε από κοντά ούτε από απόσταση, σε κάποιο σωματικό του σημείο και από αυτό το χρονικό σημείο και μετέπειτα, στο υπόλοιπο της ζωής του ήταν τυφλός.

Πληροφορήθηκα μάλιστα ότι αφηγείται αυτός, σχετικά με το πάθημά του, μια ιστορία σαν και την παρακάτω: είχε, λέει, την εντύπωση πως στεκόταν απέναντί του ένας τεραστίων διαστάσεων οπλίτης, που το γένι του κάλυπτε όλη του την ασπίδα, και ότι η οπτασία αυτή για τον ίδιο τον Επίζηλο αδιαφόρησε, σκότωσε όμως τον διπλανό σύντροφό του στη μάχη. Ακριβώς αυτά πληροφορήθηκα να εξιστορεί ο Επίζηλος.
Κι αφού τα μάθαμε όλα αυτά για τον Επίζηλο του Κουφαγόρα, συνεχίζουμε με Λιαντίνη. Στόχος μας είναι να μάθουμε για τον άνθρωπο, τον έλληνα, που άθλησε στην εποχή των Μηδικών. Το Μαραθωνομάχο.

Ο Λιαντίνης λοιπόν στο σημείο αυτό μας γυρίζει πίσω, στην εποχή του Ομήρου. Πρώτα θα μας μιλήσει για το χτες και μετά για όσα ακολούθησαν. Πρώτα για τον Οδυσσέα, τον "ομηρικό μαραθωνομάχο", και μετά για τους ανθρώπους που πολέμησαν στο Μαραθώνα.

Διδάσκει εδώ ο Λιαντίνης. Πως αν θέλεις να καταλάβεις το κάθε σήμερα, γύρνα και ρώτα το χτες. Μελέτησε ιστορία. Κι όταν λέμε μελέτη, εννοούμε μελέτη, όχι παπαγαλίες και δουλειές του ποδαριού.

Παραθέτω το κείμενο, όπως το είδαμε και στη χτεσινή μας ανάρτηση, που αφορούσε την παρουσία του Οδυσσέα σε όλο το έργο του Λιαντίνη:

Στη λαχανιασμένη πάλη του Οδυσσέα με τα φυσικά στοιχεία και τα ανθρώπινα τέρατα υποδηλώνεται συμβολικά ο αγώνας του να γνωριστεί με τους νόμους της φύσης για να πάει με το ρυθμό τους.

Το αποτέλεσμα αυτού του αγώνα είναι ότι καταφέρνει να βγάζει την κάπα του γέρου, γιατί μεταχειρίζεται τη μαστοριά του ήλιου και ποτέ την άγαρμπη φούρια του βοριά.

Πίσω από την τακτική αυτή - το μόνο σταθερό σημείο στην ευέλικτη φύση του Οδυσσέα - κρύβεται όλη εκείνη η γνώση της φύσης, που μας περιγράφει ο προσωκρατικός στοχασμός. Και παράλληλα όλη εκείνη η άμετρη δύναμη του μετρημένου τρόπου του ανθρώπου που γνωρίζει να συνοδοιπορεί με το ρυθμό του κόσμου όπως ακριβώς εδίδαξαν οι Προσωκρατικοί.

Την πηγή ή την εστία αυτής της ακτινοβολούσας σοφίας και δράσης θα την λέγαμε μονολεκτικά ευλάβεια προς τη φυσική τάξη ή ευσέβεια προς τους θεούς.

Ο Οδυσσέας, τη στιγμή που έχει κιόλας τοξέψει τον Αντίνοο, τοξεύει και μια φράση στο υπόλοιπο ατάσθαλο σκυλομάνι

- Ω κύνες - ,

που είναι πολύ πιο φαρμακερή από τα φαρμακερά βέλη:

ούτε θεούς δείσαντες, οι ουρανόν ευρύν έχουσιν.

Το σημείο πάνω στο οποίο εντοπίζει την αιτία του ξολοθρεμού των μνηστήρων ο Όμηρος είναι το ίδιο σημείο πάνω στο οποίο στηρίζει τη λύση του δράματος των Μηδικών η ανθρωποφυσική ερμηνεία του Αισχύλου και του Ηροδότου. Μία είναι η διαφορά: ότι στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μυθική σύλληψη ενώ στη δεύτερη για ιστορική πράξη. Ήλοι και τύποι, που λένε. Και δύσκολη πίστη.

Δημήτρης Λιαντίνης, Homo Educandus, σελ. 120
Και συνεχίζει ο Λιαντίνης για να εξηγήσει στη δύσκολη πίστη μας πώς έγιναν τα πράγματα και οι έλληνες πέτυχαν τον απίστευτο μύθο των Μηδικών:

"Ο αρχαϊκός τύπος του "ομηρικού μαραθωνομάχου" για να φτάσει στην καιρική ετοιμότητα του οπλίτη και του ναυβάτη της εποχής των Μηδικών πέρασε πολλά στάδια ειδολογικών ανακαταδιατάξεων.

Όσα, θα 'λεγα, είναι τα στάδια της καλλιτεχνικής ανέλιξης στην ελληνική πλαστική από τον "Κούρο του Πτώου" ως τον "Παίδα του Κριτίου".

Δημήτρης Λιαντίνης, Homo Educandus, σελ. 120
Κι εδώ ακριβώς δε φελάνε τα βιβλία. Θα τα κλείσεις. Και θα κινήσεις για το μουσείο. Να συναντήσεις τον Κούρο του Πτώου και τον Παίδα του Κριτίου. Όπως ακριβώς συνήθιζε να κάνει και ο Λιαντίνης με τους μαθητές του. Δεν έμενε μόνο στις διδασκαλίες εντός αιθούσης. Προχωρούσε και στα πεδία της ζωντανής μελέτης.

Τον πρώτο, τον Κούρο του Πτώου, θα τον βρεις στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών. Θα βρεις το χρόνο να πας ως εκεί. Και να θυμηθείς πηγαίνοντας ότι εδώ τριγύρω δίδαξε ένα διάστημα ο Λιαντίνης ως καθηγητής Γυμνασίου όταν γύρισε από τη Γερμανία και πριν προσληφθεί στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ο άλλος, ο Παις του Κριτίου, βρίσκεται στη σκιά της Ακρόπολης και στο νέο μουσείο της.

Εδώ θα βρεις μια δική μας παλιότερη περιήγηση στο νέο μουσείο. Θα συναντήσεις και τον Παίδα του Κριτίου στις φωτογραφίες "μας". Μα μη μείνεις σ' αυτές. Να πας και ο ίδιος.

Καλά ταξίδια λοιπόν!

Ένα ταξίδι αληθινό η μελέτη του Λιαντίνη.

Μην το ξεχνάτε...


ΥΓ Για την εξέλιξη της ελληνικής πλαστικής και δη των κούρων επισκεφθείτε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα στην παρέα αυτού του μουσείου, έχουμε ανεβάσει με τον τίτλο Η Συντροφιά της Φρασίκλειας. Εκεί θα βρείτε και πίνακα με την εξέλιξη των κούρων. Και να σημειώσουμε εδώ ότι χάρη στη μελέτη του έργου του Λιαντίνη μάθαμε αλλιώς να περπατάμε τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς μας χώρους. Να προσέχουμε αυτά που παλιότερα δε βλέπαμε. Και κυρίως τούτο, να νιώθουμε πως είναι άλλου ποιού η τέχνη των αρχαίων ελλήνων. Δεν είναι απλά σκάλισμα στην πέτρα. Να τονίσουμε πως σχετικό κεφάλαιο για την ελληνική τέχνη θα βρείτε στα Ελληνικά του Λιαντίνη. Από κει και παραθέτουμε τα εξής σημαντικά:


Στην πραγματικότητα, η τέχνη των Ελλήνων καθρεφτίζει τον αγώνα τους να νικήσουν τον πεσσιμισμό τους.

Η ελληνική τέχνη είναι το γέννημα του αδυσώπητου αλλά και του εξαίσιου κόπου να μετουσιώσει το βάρος του κόσμου σε ελαφράδα ζωής. Η θλίψη που γέννησε στον Έλληνα η γνωριμία του με το κακό του κόσμου, με το malum physicum καθώς το λεν, παραχώρησε τη θέση της σε μία πικρή αποδοχή, σε μία συναίνεση ανάγκης με τις σκληρές δομές της φύσης. Και το πράγμα έγινε μ’ έναν τρόπο, ώστε την εγγενή συφορά του ανθρώπου να μην τη νοθέψει η δειλία και ο δόλος. Να μην κουκουλωθεί το κακό δηλαδή με την αυταπάτη και το ψέμα.

[...] Στο πρόβλημα του θανάτου, που για τον άνθρωπο είναι το πρόβλημα των προβλημάτων, και για τη φιλοσοφία ο μόνος δρόμος που οδηγεί στη γνήσια έρευνα και στην αληθινή γνώση για τη φύση και τη μοίρα του ανθρώπου, όπως ισχυρίζεται ο Πλάτων, οι έλληνες δεν καταδέχτηκαν να κοροϊδέψουν τον εαυτό τους. Αρνηθήκανε να αυτοεξευτελιστούν.

Κι αφού δεν τον κορόιδεψαν εδώ, στον κίνδυνο και στον αγώνα τον έσχατο, είναι αυτονόητο πως δεν τον κορόιδεψαν και σε τίποτα άλλο. Κυνήγησαν τον πάνθηρα δηλαδή, και θα κιότευαν μπροστά στους ψύλλους;

Αυτή η μοναδικότητα, αυτή η παλικαριά, και το σέβας των ελλήνων στην αλήθεια της φύσης και στην αξία του ανθρώπου, του αδύναμου και τραγικού ανθρώπου αλλά του αληθινού και εξαίσια ωραίου, πέρα από την επιστήμη και την πολιτική συνείδηση, γέννησε κυρίως την τέχνη τους.

Ο καημός του θανάτου γέννησε στους έλληνες την τέχνη. Εκεί που ο φόβος του θανάτου γέννησε στους λαούς τις θρησκείες.

[...] Η τέχνη των ελλήνων είναι η αποτύπωση της συμπεριφοράς τους να ξεπεράσουν τον πόνο που τους έδινε η γνώση για τον κόσμο και για τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Εάν οι έλληνες δεν έβρισκαν διέξοδο στην τέχνη τους, θα 'παιρναν τα βουνά και τα όρη. Κάτω από κάθε δέντρο θα μας άφηναν και από μια αγχόνη.

[...]Αυτή η αγνή ορμή τον φέρνει συνέχεια σε αντικρυστό διάλογο με την αλήθεια. Γεγονός που εξηγεί το φαινόμενο ότι η ελληνική τέχνη στην ιστορία του ανθρώπου θα στέκεται κανόνας βίου, και κανόνας διαρκείας.

Με την τέχνη οι έλληνες το βαθύ τους πόνο και την τιμιότητα να μην τον ψευτίσουν τα έκαμαν τραγούδι.

Έτσι γεννήθηκε η ραψωδία του αοιδού, η λύρα και ο χορός του Αλκαίου και του Αλκμάνα, η διδασκαλία στα θέατρα, ο δωρικός κίονας, το αέτωμα του ναού, το άγαλμα του γλύπτη, το επιτύμβιο επίγραμμα, το πλατωνικό φιλοσόφημα.

Ό,τι ονομάσαμε πεσσιμισμό και μελαγχολία, που τα γέννησε η φυσική γνώση των ελλήνων η αμόλυντη από το κιότεμα και την πονηρή φαντασία, η τέχνη τους τό 'καμε όνειρο. Τό 'καμε μια χαρωπή εικόνα, που καθώς τη βλέπουμε και καθώς την ακούμε μας μετατοπίζει από την ωμότητα του "έτσι είναι" στη ρέμβη του "έτσι σα νά 'ναι". Από το στύγος του "εγώ ζηλεύω, εγώ σκοτώνω, εγώ πεθαίνω", στη διαφυγή του "βλέπω να βασανίζεται η Μήδεια, βλέπω να σκοτώνει ο Ορέστης, βλέπω να αυτοκτονεί ο Αίαντας".

Με τα ακίνδυνα καμώματα της τέχνης ξεχνάμε τα θανάσιμα γνωρίσματα της ζωής.

Η φράση του Νίτσε "έχουμε την τέχνη για να μη μας συντρίψει η αλήθεια" είναι η τέλεια ανατομία της συμπεριφοράς των ελλήνων που γέννησε την τέχνη τους.

Δ. Λιαντίνης, Τα Ελληνικά, σελ. 125 - 130

Οροφέρνης



Οροφέρνης *

Αυτός πού εις τό τετράδραχμον επάνω
μοιάζει σάν νά χαμογελά τό πρόσωπό του
τό έμορφο, λεπτό του πρόσωπο,
αυτός είν’ ο Οροφέρνης Αριαράθου.

Παιδί τόν έδιωξαν απ’ τήν Καππαδοκία,
απ’ τό μεγάλο πατρικό παλάτι,
καί τόν εστείλανε νά μεγαλώσει
στήν Ιωνία, καί νά ξεχασθεί στούς ξένους.

Ά εξαίσιες τής Ιωνίας νύχτες
πού άφοβα, κ’ελληνικά όλως διόλου
εγνώρισε πληρή τήν ηδονή.

Μές στήν καρδιά του, πάντοτε Ασιανός
αλλά στούς τρόπους του καί στήν λαλιά του Έλλην,
μέ περουζέδες στολισμένος, ελληνοντυμένος,
τό σώμα του μέ μύρον ιασεμιού ευωδιασμένο,
κι απ’ τούς ωραίους τής Ιωνίας νέους,
ο πιό ωραίος αυτός, ο πιό ιδανικός.

Κατόπι σάν οί Σύροι στήν Καππαδοκία
μπήκαν, καί τόν εκάμαν βασιλέα,
στήν βασιλεία χύθηκεν επάνω
γιά νά χαρεί μέ νέον τρόπο κάθε μέρα,
γιά νά μαζέυει αρπαχτικά χρυσό κι ασήμι,
καί γιά νά ευφραίνεται καί νά κομπάζει
βλέποντας πλούτη στοιβαγμένα νά γυαλίζουν.
Όσο γιά μέριμνα τού τόπου, γιά διοίκηση -
ούτ’ ήξερε τί γένονταν τριγύρω του.

Οί Καππαδόκες γρήγορα τόν βγάλαν
καί στήν Συρία ξέπεσε, μές στό παλάτι
τού Δημητρίου να διασκεδάζει καί νά οκνεύει.

Μιά μέρα ωστόσο τήν πολλήν αργία του
συλλογισμοί ασυνείθιστοι διέκοψαν
θυμήθηκε πού ατ’ τήν μητέρα του Αντιοχίδα,
κι απ’ τήν παληάν εκείνη Στρατονίκη
κι αυτός βαστούσε απ’ τήν κορώνα τής Συρίας,
καί Σελευκίδης ήτανε σχεδόν.
Γιά λίγο βγήκε απ’τήν λαγνεία κι απ’τήν μέθη,
κι ανίκανα, καί μισοζαλισμένος
κάτι εζήτησε νά ραδιουργήσει,
κάτι νά κάμει, κάτι νά σκεδίασει,
κι απέτυχεν οικτρά κ’ εξουδενώθει.

Το τέλος του κάπου θα γράφηκε κ' εχάθη·
ή ίσως η ιστορία να το πέρασε,
και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο
πράγμα δεν καταδέχθηκε να το σημειώσει.

Αυτός που εις το τετράδραχμον επάνω
μια χάρι αφήκε απ' τα ωραία του νειάτα,
απ' την ποιητική εμορφιά του ένα φως,
μια μνήμη αισθητική αγοριού της Ιωνίας,
αυτός είν' ο Οροφέρνης Αριαράθου.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


Με αφορμή την προηγούμενη ανάρτησή μας, για τον Οδυσσέα στο έργο του Λιαντίνη, και όσα εκεί αναφέραμε σχετικά με το ποίημα αυτό του Καβάφη. Αντιγράφουμε χαρακτηριστικά τούτο:
"Μια αόρατη κλωστή που ενώνει τα σπασμωδικά νοήματα και αποκαλύπτει πως ο Λιαντίνης δεν έγραψε, ο Λιαντίνης έζησε. Με την ίδια έννοια που αναλύει τον όρο ο ίδιος στα Ελληνικά του (σελ. 117) και μιλώντας για τους έλληνες. "Το ξέρουμε αυτό;", ρωτάει εκεί ο Λιαντίνης. Και παραθέτει τούτο:

Όσο για μέριμνα του τόπου, για διοίκηση -
ούτ' ήξερε τι γένονταν τριγύρω του.

Αχ! ο Καβάφης. Πάντα μπροστά μας βγαίνει ο πονηρός ο γέρος. "


Ο πονηρός ο γέρος ή ο πονηρός Λιαντίνης; Ολόκληρο μεταλλείο υπάρχει εδώ. Να έχεις όρεξη και χρόνο να μελετάς και να γράφεις. Και πρώτα πρώτα, αυτό ο αρχοντογεννημένος Οροφέρνης ποιον σύγχρονο πολιτικό σας φέρνει στο μυαλό; Που τον εκάμαν και αυτόν "βασιλιά" του τόπου και τα έκαμε θάλασσα; Για μέριμνα του τόπου, για διοίκηση, έχοντας πλήρη άγνοια και έχοντας "διαζύγιο" με την πραγματικότητα γύρω του; Κι αφού τον καθαιρέσανε, άρχισε τώρα τις ραδιουργίες και πάλι στο "θρόνο" να γυρίσει;

Εκείνος ο παλιός ήτανε λέει ο Καβάφης στην καρδιά Ασιανός, στα άλλα Έλλην. Τον τωρινό μια άλλη ήπειρος τον διεκδικεί μα όπως και να έχει μισός Έλληνας κι αυτός.

Τι τα θες όμως και τι τα γυρεύεις. Τα τραγούδησε τα κατορθώματα του Οροφέρνη ο Καβάφης, τα υπογράμμισε ο Λιαντίνης, εμείς όμως εκεί. Να ανεβάζουμε Οροφέρνηδες στην εξουσία. Ίσα ίσα για να δούμε πως δεν καταφέρνουν ούτε δυο γαϊδουριών άχυρα να μοιράσουν. Μάλιστα κι εκείνος ο παλιός δύο χρονάκια πρόλαβε τα σκήπτρα να κρατήσει. Από το 159 π. μέχρι το 157.

Άραγε τα είχε προβλέψει όλα αυτά ο Λιαντίνης; Ή έτσι τυχαια πέταξε στο κείμενο για τον Οροφέρνη; Πάντως η συνέχεια του κειμένου στα Ελληνικά λέγει τούτα:

"Σήμερα μία μυλόπετρα πλακώνει την παιδεία των παιδιών μας. Ένας βραχνάς γράφει το παρόν μίζερο, και διαγράφει απαίσιο το μέλλον της χώρας.

Γιατί η αγωγή των νέων είναι κακή. Και η αγωγή των νέων είναι το θεμέλιο της πολιτείας. Και κρίνει τη σωτηρία και την ικμάδα της από το Α ως το Ψ. Αφήνω σκόπιμα έξω τα Έκτορος λύτρα, γιατί εκεί ο χαλασμός και ο θρήνος είναι μέγας.

Η παιδεία των νέων είναι το δυνατό αίμα και ο αέρας ιωδίου για το μέλλον των λαών. Επένδυση πιο ασφαλή για προοπτική μακρόπνοη δεν πρόκειται να βρεις. Την αλήθεια αυτή τη λαλούν και την κράζουν από τους νόμους του Λυκούργου μέχρι τους χάρτες του ΟΗΕ. Όμως της δικής μας παιδείας το αίμα έχει αιματοκρίτη λευχαιμίας.

Χρειάζεται να στηθούν οδοφράγματα στους δρόμους. Να στηθούν δικαστήρια στις αίθουσες. και ίσως ίσως γκιλοτίνες στις πλατέες. Να σταυρωθεί το κακό και να πάψει η βασκανία.

Από τον καιρό του Σχινά και του Μαυροκορδάτου μας βαραίνει ο σοφολογιότατος και ο φαναριώτης. Το δίκαιο του μέλλοντος όμως χρειάζεται πολλούς δικαστές σαν τον Τερτσέτη τίμιους. Και σαν τον Πολυζωίδη. Για να εξαλειφθούν κάποτε οι αιτίες της δίκης του Κολοκοτρώνη."

Δ. Λιαντίνης, Τα Ελληνικά, σελ. 117


Ποια δίκη γινόταν στην Ελλάδα την εποχή που ο Λιαντίνης γράφει τα Ελληνικά; Θυμίζω ότι το βιβλίο κυκλοφόρησε αρχές της δεκαετίας του '90.

Κι ακόμη. Ποιος είχε εκείνη την περίοδο αναλάβει (τρομάρα του) το υπουργείο Παιδείας;

Μάλιστα, πριν γράψει όλα αυτά στη σελίδα 117 ο Λιαντίνης, σημειώνει και τούτο:

"Σήμερα μάλιστα που είμαστε "και τέλος πάντων, να, τραβούμε εμπρός", που λένε οι ηλεκτρονικοί και ο πολιτικός αναμορφωτής του Καβάφη, στη διδακτική των Αρχαίων Ελληνικών θα χρησιμοποιήσουμε και την "προηγμένη τεχνολογία".

Υπολογιστές, μικροδιδασκαλίες, κλειστά κυκλώματα, βιντεοκασέτες, οπτικοακουστικά, και τα συναφή.

Όλα αυτά είναι έγκριτα και να τα χαιρετάς. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται αλλού. Και το πρόβλημα, είναι το ένα, που έχουμε μόνο τη δική του ανάγκη, και κανενός άλλου. Όπως ακριβώς κάποτε το είπε και ο Ιησούς, δάσκαλος πρώτος, καθώς επιτιμούσε τρυφερά τη Μάρθα, και κοίταζε έμπιστα τη Μαρία.

Το πρόβλημα λοιπόν διατυπώνεται έτσι: Δεν έχει νόημα να διδάσκεις τη διδακτική των Αρχαίων Ελληνικών, έστω κι αν η δεξιοτεχνία σου ξεπερνά τις "ηλεκτρικές τρίπλες" του Μαραντόνα, όταν δεν έχεις ιδέα για το τι είναι ο κλασικός κόσμος. Όταν δεν άκουσες ποτέ σου το λόγο: οι έλληνες δε γράψανε, οι έλληνες ζήσανε. Το ξέρουμε αυτό;

Όσο για μέριμνα του τόπου, για διοίκηση -
ούτ' ήξερε τι γένονταν τριγύρω του.

Αχ! ο Καβάφης. Πάντα μπροστά μας βγαίνει ο πονηρός ο γέρος."

Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά, σελ. 116 - 117

Είναι πραγματικά απίστευτο αλλά ακόμη και στο σημείο αυτό, την εισβολή των ηλεκτρονικών μέσων, ή αν θες την ηλεκτρονική διακυβέρνηση που τα δύο τελευταία χρόνια κουραστήκαμε να το ακούμε, ο λόγος του Λιαντίνη είναι προφητικός. Και μόνο εμείς στραβοί, κουφοί και μπουμπούνες. Που μας τα έλεγε στα ίσα και δεν καταλαβαίναμε ότι μας λέει όσα ακριβώς θα συμβούν. Κι όχι υποθέσεις...

Κι εκείνο "οι έλληνες δε γράψανε, οι έλληνες ζήσανε" ευθέως λέει πως εν αρχή ην η πράξις και όχι τα όμορφα τα λόγια τα μεγάλα που όλο εκείνο το διάστημα είχαν γεμίσει τις κεφάλες μας και μυαλό δεν είχαμε να καταλάβουμε για πού τραβάμε...

Κλείνοντας λίγα χρόνια αργότερα τη Γκέμμα και πάλι ο Λιαντίνης το ίδιο θα επισημάνει. Τη διαφορά, την τρομερή. Πως έζησε την αλήθεια. Δεν την είπε απλά... Ένα ο λόγος του και η ζωή του. Όπως δηλαδή θα έπρεπε και όπως δυστυχώς δεν είναι ο λόγος και η ζωή και τα έργα των ηγετών μας. Από τον καιρό του Οροφέρνη και μέχρι σήμερα...


______________________

* Στίχους από τον Οροφέρνη του Καβάφη συναντούμε και στο Εδώ Μεσολόγγι της Γκέμμας:

"Τι φρόνιμο που θα 'ταν, συλλογίστηκε, βρίσκοντας οι άνθρωποι το χρυσάφι μέσα στο νερό να λογαριάζανε πολυτιμότερο το δεύτερο και ευτελέστερο το πρώτο. Όμως ετούτοι θαμπώνουνται από το χρυσάφι, και αλησμονούν το νερό. Μέσα στο μυαλό τους έχουν αναποδογυρισμένη την τάξη. Γι' αυτό η ιστορία τους δεν τραβάει φυσικά. Όπως, λόγου χάρη, τραβάνε τα βουνά. Που κάθε άνοιξη βλέπουμε ν' ανθίζει σταθερά στις πλαγιές τους ο γαύρος και η οξυά. Έσκυψε, πήρε στο χέρι του ένα φλουρί και κοίταξε προσεχτικά το ωραίο κεφάλι που είχε χαράξει ο αρχαίος χαράκτης. Το καλολόγιαζε και το θωρούσε. Σα να διάβαζε τους στίχους του μακρυνού ποιητή:

Αυτός που εις το τετράδραχμον επάνω
μια χάρη αφήκε απ' τα ωραία του νιάτα,
απ' την ποιητική εμορφιά του ένα φως.

Άφηκε το νερό της στέρνας και τα φλουριά, και πιάστηκε ν' ανηφορίζει πάλι στα ψηλώματα."
Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, 160

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΤΟΥ



Ο τίτλος της ανάρτησης είναι "κλεμμένος" από τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ του Δημήτρη Λιαντίνη. Εκεί θα τον βρείτε, ως τίτλο κεφαλαίου. Σελίδα 45. Και από το κεφάλαιο αυτό παραθέτουμε ένα απόσπασμα - ευαγγέλιο για όποιον μελετά Λιαντίνη:

"Δεύτερος όρος είναι η τακτική αναστροφή. Οφείλουμε όχι μόνο να διαβάζουμε τα κείμενα, αλλά να τα διαβάζουμε και σωστά. Δεν κατανοείται ένα λογοτέχνημα ποιότητας με μία μόνο ανάγνωση. Και αν κατανοείται δεν βιώνεται. Δεν αποκαλύπτεται, δηλαδή, η δύναμη και η φεγγοβολή του. Ο ευεργετικός λόγος που κρύβει, και που φυλάει του αναγνώστη.

Από αυτό το γνώρισμα της ποίησης πηγάζει η ανάγκη που μας σπρώχνει στα κείμενα αξίας.

Ύστερα ο τρόπος για να πλησιάσουμε την ποίηση δεν είναι λογοκρατικός. Εάν ειπώ, διαβάζω κάτι για να το εννοήσω, για να το εξηγήσω λογικά, για να του κάνω ανάλυση, ή για να βρω τα ωφέλιμα και τα ευάρεστα στοιχεία του δια μιας, έχω ειπεί κουβέντα ανθρώπου μισοπάλαβου.

Το ποίημα είτε μας μιλάει, είτε δε μας μιλάει, λέει ο Σεφέρης. Μπορεί να το διαβάσεις είκοσι φορές μέσα σε είκοσι μήνες ή σε πέντε χρόνια, και να μην σου ειπεί τίποτα. Και ξαφνικά εκεί που περπατάς στο ακροθαλάσσι για να πάρεις τον αέρα σου, ένας στίχος του χτυπάει ανεπάντεχα την ύπαρξή σου, όπως το ατλάζι του πελάγου σου χτυπάει τα μάτια, και σε φωτίζει ολόκληρο. Την ίδια ακριβώς στιγμή που φωτίζεται και το ποίημα μέσα σου.

Τότε σε πλημμυρίζει η κατάφαση. Αυτό που διαφορετικά το λέμε αισθητική συγκίνηση. Πίσω από το ποίημα νιώθεις την εμορφιά και τη μαγεία. Όπως ακριβώς πίσω από το πέσιμο του μήλου ο Νεύτων ένιωσε τη γήινη έλξη, και από την έκσταση που δοκίμασε υψώθηκε απότομα στην ουράνια μηχανική.

Ο Ελύτης στα νιάτα του έδωκε ένα σουρρεαλιστικό ορισμό στην ποίηση. Η ποίηση, είπε, είναι συνουσία επ' άπειρον. Εάν αυτός ο ορισμός για το γνήσιο ποιητή έχει ισχύ καταλυτικά ακατάλυτη, ο ευαίσθητος αναγνώστης συμμετέχει σ' αυτή τη σφαγή από δεύτερο χέρι. Όσο, να ειπούμε, συμμετείχε ο Πολύδωρος και η Νένα στη φλόγα του Ερωτόκριτου και της Αρετής.

Το συμπέρασμα, με μια πρόταση, είναι πως για να αποκτήσεις οργανικό δεσμό με τη λογοτεχνία μας χρειάζεται συνεχής αναστροφή, που δε γίνεται υπό τύπον αγγαρείας, αλλά πάντα σαν αναψυχή και χαρούμενος κόπος."





Αγαπητέ και τίμιε αναγνώστη.

Δεν παρέθεσα τυχαία αυτό το απόσπασμα από το έργο του Λιαντίνη. Ήδη τόνισα πως πρόκειται για "ευαγγέλιο" εκείνων που μελετούν Λιαντίνη. Είτε τις σελίδες του, το λόγο του δηλαδή, είτε και τη ζωή του. Την πράξη. Εν αρχή ην η πράξις... Υπενθυμίζω. Από τα Ελληνικά και αυτό. Και από το ίδιο κεφάλαιο. Σελίδα 46:

"Αυτός ο μέσα στα σκοτεινά πάμφωτος ειρμός κατανόησης που οδηγεί στο ποίημα, το φέρνει τόσο κοντά στην πράξη, ώστε τα δύο σχεδόν γίνουνται ένα.

Έτσι λέει λόγο αληθινό, εκείνος που διατείνεται ότι ποίημα είναι ο θάνατος του μάντη Μεγιστία στις Θερμοπύλες, η συνωμοσία του Βρούτου στη Ρώμη, η στέψη του Παλαιολόγου στο Μυστρά, και η άρνηση του Πολυζωίδη να υπογράψει την καταδίκη στη δίκη του Αναπλιού.

Ο Γκαίτε καθισμένος στην πέτρα της υπομονής και της γνώσης φωτίστηκε να μεταφράσει το Εν αρχή ην ο Λόγος του τέταρτου Ευαγγελίου με το Εν αρχή ην η Πράξις.

Το όνομα ποίημα παράγεται από το ρήμα ποιείν που σημαίνει πράττειν."


Κατάλαβες, καλέ μου αναγνώστη; Εσύ που νοιάζεσαι να μελετήσεις Λιαντίνη;

Εκτός και δε γνωρίζεις πως ο Λιαντίνης είναι ποιητής. Τότε να σου θυμίσω από τη Γκέμμα (σελίδα 203) τους ακόλουθους στίχους του:

Την Τυνδαρίδα Ελένη
την είδα την ευώλενη,
από τη Σπάρτη στο Μυστρά
και στου καιρού τα σείστρα.

Κι ηύρα τον κόσμο σκήτη
και μ' ηύρε ο κόσμος ποιητή.

Λέω πως δε γελάστηκες, δεν παρασύρθηκες να νομίσεις πως λέγω το Λιαντίνη ποιητή γιατί έγραψε και στίχους. Για τους δυο τελευταίους στίχους σου μιλώ. Τους ίδιους που συναντάμε και στις ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ (σελίδα 27 ) αλλά με έναν τάφο στη θέση του κόσμου:

Κι ηύρα τον κόσμο σκήτη
και μ' ηύρε ο τάφος ποιητή.

Οι ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, να το πούμε και αυτό, μπορεί να εκδόθηκαν μετά τη Γκέμμα, μα έχουν γραφτεί πολλά χρόνια πριν από το κύκνειο άσμα του Λιαντίνη. Προηγείται λοιπόν ο τάφος και έπεται ο κόσμος. Παραμένει όμως η σκήτη του κόσμου. Η ερημία του ποιητή.

Εκείνος λοιπόν στη σκήτη του κι εμείς με τις απορίες... Να αναζητούμε χρόνους και χρόνους την απάντηση στο αίνιγμα. Κάποιοι θαρρέψαν πως τη βρήκαν την ίδια κιόλας μέρα που εκείνος εξαφανίστηκε. Βρέθηκαν, βλέπεις, κάποιοι να πούνε πως τους αποκάλυψε τι επρόκειτο να κάνει...

Να με συμπαθάτε. Τι λογής αίνιγμα θα ήταν αυτό αν ο ίδιος ο Λιαντίνης έπιανε από πριν και αποκάλυπτε τη λύση του; Και τι θα ήταν και ο Λιαντίνης... Απλά κάποιος που θέλησε να τραβήξει πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας εξαφανίζοντας το νεκρό του σώμα επί εφτά χρόνια; Κι έπειτα ντρινννννν, χτύπησε το τηλέφωνο στην Κηφισιά και βρέθηκε ο νεκρός!!!

Αστεία πράγματα. Και μυθεύματα μόνο για αφελείς. Και άσχετους με τη φιλοσοφία του Λιαντίνη. Όλους εκείνους δηλαδή που δεν έχουν εννοήσει πως ο Δημήτρης Λιαντίνης είναι ποιητής και μάλιστα γνήσιος, αληθινός...

Καλοί μου φίλοι. Όταν μελετάτε Λιαντίνη να έχετε πάντα κατά νου εκείνο που χαρακτήρισα ευαγγέλιο. Να τον μελετάτε ξανά και ξανά και με απέραντη υπομονή. Κι όχι για τη λογική εξήγηση. Ούτε για την ανάλυση. Μισοπάλαβο θα σας έλεγε ο Λιαντίνης αν κάτι τέτοιο κάνατε. Αν μάλιστα τέτοιες λογικές εξηγήσεις και αναλύσεις τις δημοσιεύατε κιόλας, θα αφαιρούσε τελείως το πρώτο συνθετικό.

Να διαβάζουμε λοιπόν Λιαντίνη. Αλλά να τον διαβάζουμε σωστά.

Τηρώντας επακριβώς και όλα τα άλλα που αναφέρει στο κεφάλαιο των Ελληνικών για το ποίημα και τη δυσκολία του. Με ιδιαίτερη υπογράμμιση σε τούτο:

"Το ποίημα δεν είναι πτώμα να το δουλέψουμε

στο ανατομικό τραπέζι με το ψαλίδι και τις τσιμπίδες."

Ο ποιητής; Είναι; Είναι πτώμα και σκελετός; Όπως κατ' επανάληψη αντιμετωπίστηκε ο Λιαντίνης; Ακόμη και πολύ πρόσφατα... έγραψα ήδη την πικρία μου στο φόρουμ HOMA EDUCANDUS... για εκείνους που επιμένουν να αναζητούν στο διαδίκτυο φωτογραφίες του σκελετού του Λιαντίνη.

Κι αν εδώ προβάλεις την αντίρρηση, πως άλλο ποίημα και άλλο ο ποιητής, τότε απλά θα σου αντιγυρίσω πως ιδέα δεν έχεις από Λιαντίνη. Αλλιώς θα γνώριζες την περίφημη φράση του από το Χάσμα Σεισμού. Και τη σελίδα 24:

Το αληθινώτερο ποίημα στο γνήσιο ποιητή είναι η ίδια η ζωή του.

Και τι πόνος φρικτός, εσύ που καταλαβαίνεις από Λιαντίνη, έστω και τόσο δα... να βλέπεις τη ζωή του να την ανεβάζουν στα ανατομικά τραπέζια. Να βλέπεις φωτογραφίες με σκελετούς. Ακόμη και αναλύσεις DNA... Ψέματα λέω; Έτσι ακριβώς δεν έγινε; Και ο ποιητής κατάντησε αρμάθα από κόκαλα και έλικες του γενετικού κώδικα...

Και έχουν το θράσος να λένε πως όλα αυτά τα έκαναν γιατί αγαπούσαν το Λιαντίνη!!! Όσο αγαπάει ο ανατόμος το πτώμα και ο τυμβωρύχος το νεκρό...

Γι' αυτό και λέμε πως αυτές οι τακτικές ακόμη και αν ξεκίνησαν από αφέλεια και όχι σκόπιμα, ζημίωσαν τη διάδοση του έργου του Λιαντίνη. Παρέσυραν ανθρώπους που με αγνή πρόθεση θέλησαν να γνωρίσουν τη φιλοσοφία του και τους έστρεψαν να αναζητούν τα κόκαλά του. Όχι το έργο του.

Πώς μου θυμίζουν όλα τούτα εκείνη την ωραία περιγραφή από το ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ της Γκέμμας. (σελ. 160 ) Με τη γούρνα και το νερό και τα πέντε χρυσά νομίσματα. Που ο "ορεινός ναυβάτης" τα είδε και:

"Τι φρόνιμο που θα 'ταν, συλλογίστηκε, βρίσκοντας οι άνθρωποι το χρυσάφι μέσα στο νερό να λογαριάζανε πολυτιμότερο το δεύτερο και ευτελέστερο το πρώτο. Όμως ετούτοι θαμπώνουνται από το χρυσάφι, και αλησμονούν το νερό. Μέσα στο μυαλό τους έχουν αναποδογυρισμένη την τάξη. Γι' αυτό η ιστορία τους δεν τραβάει φυσικά. Όπως, λόγου χάρη, τραβάνε τα βουνά. Που κάθε άνοιξη βλέπουμε ν' ανθίζει σταθερά στις πλαγιές τους ο γαύρος και η οξυά. Έσκυψε, πήρε στο χέρι του ένα φλουρί και κοίταξε προσεχτικά το ωραίο κεφάλι που είχε χαράξει ο αρχαίος χαράκτης. Το καλολόγιαζε και το θωρούσε. Σα να διάβαζε τους στίχους του μακρυνού ποιητή:

Αυτός που εις το τετράδραχμον επάνω
μια χάρη αφήκε απ' τα ωραία του νιάτα,
απ' την ποιητική εμορφιά του ένα φως.

Άφηκε το νερό της στέρνας και τα φλουριά, και πιάστηκε ν' ανηφορίζει πάλι στα ψηλώματα."



Το χρυσάφι... και όσα αυτό συμβολίζει. Αυτό σκέφτονται πάντα οι άνθρωποι. Ποιος να λογαριάσει το νερό; Μόνο κάτι παράξενοι και αργόσχολοι. Που στέκουνται στις όχθες κι έπειτα γράφουν:

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ

Κι άλλοι, όμοιοί τους που με τον άνεμο και τον ποταμό συντονίζουν τα βήματά τους. Κάτι ναυβάτες. Που ξέρουν σε τι κόσμο ζουν. Δεν τρέφουν αυταπάτες. Μα ακολουθούν την άλλη πορεία. Το φως... Και τα μονοπάτια για τα ψηλώματα.

Αυτά έγραφε ο Λιαντίνης κι αυτά σας βεβαιώ δίδασκε...

Μα οι άνθρωποι, βιαστικοί πάντα, και προσανατολισμένοι στο χρυσάφι - όχι στο νερό - δε νοιάστηκαν διόλου να τον μελετήσουν πρώτα σε βάθος και μετά να μιλήσουν για εκείνον.

"Είναι στοιχειωδώς φρόνιμο προκειμένου να κρίνει κανείς κάποιον όχι μόνο να μελετήσει και να ξαναμελετήσει τα κείμενα,

το άγιο Πρωτότυπο,

όπως θα ‘λεγε ο Γκαίτε, αλλά και να τα μελετήσει ολόκληρα. Αρχή και τέλος.

Όταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς του όλο οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά,

γράφει και ξαναγράφει ο αγράμματος Μακρυγιάννης."



Κι έτσι έγραψε και ξανάγραψε και ο Λιαντίνης. Από το Homo Educandus, σελ. 105, το απόσπασμα...

Ας καθίσει ο καθείς μποστά στον καθρέφτη του να αποκριθεί αν έτσι έπραξε. Αν ξεσκόλισε πρώτα όλο το έργο του Λιαντίνη... όχι μόνο τη φράση για το αληθινώτερο ποίημα του γνήσιου ποιητή, αλλά και την άλλη, από τα Ελληνικά (σελ. 84 ) που απαραίτητα τη συμπληρώνει:

«Είναι ασύλληπτη υπόθεση η βιογραφία του αληθινού ποιητή.»

Και ερωτώ. Είναι ή δεν είναι αληθινός ποιητής ο Λιαντίνης; Είναι τότε ή δεν είναι ασύλληπτη υπόθεση η βιογραφία του;

Το λανθάνειν, τίμιε αναγνώστη, έντιμα θα παραδεχθώ πως είναι ανθρώπινο. Και ο αναμάρτητος μόνο τον πρώτο λίθο ας σηκώσει. Εγώ όχι. Κι αν γράφω αυτά που γράφω είναι για ένα λόγο και μόνο. Να καταλάβουμε - ΟΛΟΙ - έστω και αργά, πως με τη βιογραφία του Λιαντίνη δεν ξοφλάς τόσο εύκολα.

Εμείς τουλάχιστον αυτό αποκομίσαμε ως πείρα και βίωμα και όχι μόνο ως στείρα διδαχή από το λόγο το δικό του. Και έτσι έχουμε σκοπό να βαδίσουμε. Όπως ακριβώς ζήτησε και ο ίδιος στην τελευταία του διδασκαλία. Με:

ΠΑΝΤΑ ΑΝΟΙΧΤΑ ΠΑΝΤΑ ΑΓΡΥΠΝΑ

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ

Και με τη βεβαιότητα πως θα τον διαβάζουμε και πάντα καινούριο θα τον βρίσκουμε. Όπως δηλώνει και η παράξενη φράση πάνω από τον πίνακα ονομάτων της Γκέμμας: "Η επιστροφή"...

Επιστροφή και αναστροφή. Γιατί τα ποιήματα των γνήσιων ποιητών δεν κατανοούνται με μία ανάγνωση. Ούτε και με δύο. Θα τα διαβάσεις εκατό φορές. Μέχρι και αν να φωτιστούν εντός σου...

Όσο για τη ζωή του γνήσιου ποιητή; Το αληθινώτερο των ποιημάτων του;

Άστο καλύτερα. Είναι υπόθεση ασύλληπτη!

_______________________________

ΥΓ Ακόμη και ένας Λιαντίνης δεν έγραψε βιογραφίες ποιητών... Και όμως τρία βιβλία του είναι για ποιητές.

Το ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ για τις Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε,

το ΧΑΣΜΑ ΣΕΙΣΜΟΥ για το φιλοσοφικό Σολωμό

και Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ για την ποιητική του Σεφέρη.

Κι έχουμε υπόψη και το ανέκδοτο έργο του, το ΡΕΚΒΙΕΜ, για τον Καβάφη, που σημειωτέον έμεινε ημιτελές.

Βρίσκουμε σε αυτά και βιογραφικές πληροφορίες για τους ποιητές. Δεν ισχυρίζεται όμως ο συγγραφέας σε καμία περίπτωση πως το έργο του είναι βιογραφία ούτε παριστάνει το βιογράφο αυτών των ποιητών. Γιατί ο Λιαντίνης κατάφερε να κρατήσει τη ζωή του κατά το πλάγιασμα της βροχής. (Νηφομανής, σελ. 159 - 163) Και να ζήσει με μέτρο, τάξη και κλιτότητα. Έτσι βιογραφία ποιητή δεν εξέδωσε. Σημειώνοντας απολογητικά και επεξηγηματικά τη στάση του με τη φράση των Ελληνικών, πως είναι ασύλληπτη υπόθεση μια τέτοια βιογραφία...

Λιαντίνης: Να στηθούν γκιλοτίνες στις πλατέες, να σταυρωθεί το κακό...

"Σήμερα μία μυλόπετρα πλακώνει την παιδεία των παιδιών μας. Ένας βραχνάς γράφει το παρόν μίζερο, και διαγράφει απαίσιο το μέλλον της χώρας.

Γιατί η αγωγή των νέων είναι κακή. Και η αγωγή των νέων είναι το θεμέλιο της πολιτείας. Και κρίνει τη σωτηρία και την ικμάδα της από το Α ως το Ψ. Αφήνω σκόπιμα έξω τα Έκτορος λύτρα, γιατί εκεί ο χαλασμός και ο θρήνος είναι μέγας.

Η παιδεία των νέων είναι το δυνατό αίμα και ο αέρας του ιωδίου για το μέλλον των λαών. Επένδυση πιο ασφαλή για προοπτική μακρόπνοη δεν πρόκειται να βρεις.

Την αλήθεια αυτή τη λαλούν και την κράζουν από τους νόμους του Λυκούργου μέχρι τους χάρτες του ΟΗΕ. Όμως της δικής μας παιδείας το αίμα έχει αιματοκρίτη λευχαιμίας.

Χρειάζεται να στηθούν οδοφράγματα στους δρόμους. Να στηθούν δικαστήρια στις αίθουσες, και ίσως ίσως γκιλοτίνες στις πλατέες. Για να σταυρωθεί το κακό, και να πάψει η βασκανία.

Από τον καιρό του Σχινά και του Μαυροκορδάτου μας βαραίνει ο σοφολογιότατος και ο φαναριώτης. Το δίκαιο του μέλλοντος όμως χρειάζεται πολλούς δικαστές σαν τον Τερτσέτη τίμιους. Και σαν τον Πολυζωΐδη. Για να εξαλειφθούν κάποτε οι αιτίες της δίκης του Κολοκοτρώνη.

Τονίζοντας το δράμα στους ιδικούς μου τόνους, έχω να κλείσω σε μία πρόταση που δεν δυσωπείται. Είναι πικρή όσο το παλαιό εκείνο "εάλω η Πόλις", που ακούστηκε κάποτε σε όλη τη Ρωμανία, και κανείς δεν ήθελε να το πιστέψει. Η πρόταση λέει: εμείς, οι νεοέλληνες, αγνοούμε παντάπασι την κλασική Ελλάδα.

Λέγοντας παντάπασι φωνάζω μία πράξη. Εννοώ δηλαδή τις λέξεις με την ακρίβεια του δύο και δύο ίσον τέσσερα.

Την πρόταση αυτή θα την εξηγήσω σε τέσσερα σημεία, για να δείξω την αλήθεια της. Βρίσκω πως φτάνουν. Επειδή τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα δείχνουν παντού.

Προτού πιαστώ να περιγράψω τούτα τα αγρίμια στο "σκοτεινό δάσος" του Δάντη, είναι χρεία να επισημάνω κάτι που είναι ομόλογο σε μιζέρια με την πλάνη μέσα στην οποία οι δάσκαλοι μας μαθαίνουν να ζούμε για τους έλληνες.

Το στοιχείο αυτό είναι πως δεν αγνοούμε μόνο την αλήθεια για την κλασική Ελλάδα, αλλά η εικόνα που αποχτήσαμε γι' αυτήν είναι παράμορφη και αντίστροφη.

Η παράσταση που έχουμε για τους έλληνες έχει μεταξιώσει το σύνταγμα των αξιών, τη φυσικότητα, και την τάξη. Αναποδογύρισε τα πράγματα, και το άσπρο τό 'καμε μαύρο."


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ (117 - 118)





Ο Λιαντίνης για τον Καρυωτάκη

Λιαντίνης και Καρυωτάκης. Δυο άνθρωποι που δεν έζησαν στον ίδιο χρόνο. Τι μ' αυτό; Κατάφεραν να συναντηθούν και να συνομιλήσουν σε μια άλλη διάσταση, σε εκείνη που ορίζει η ποίηση, η αληθινή ποίηση, και ο ιδιαίτερος κόσμος που ζουν οι ποιητές.

Επί της ουσίας βέβαια ο Καρυωτάκης ως προγενέστερος δε γνώριζε το Λιαντίνη ούτε κατ΄όνομα ενώ ο Λιαντίνης και γνώριζε τον Καρυωτάκη και αρκετές αναφορές έκανε στο έργο του για εκείνον και φυσικά και για την αυτοκτονία του.

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από παλαιότερη συζήτηση στο forum HOMA EDUCANDUS με τίτλο: Λιαντίνης: "Κάθαρσις" - Καρυωτάκης

____________


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ (σελ. 62 - 63)


"Πέμπτο δείγμα πως η γνήσια ποίηση είναι καθαρά πολιτική, λαβαίνω ένα κείμενο του Καρυωτάκη. Είναι το Κάθαρσις.

Γραμμένη λίγο προτού πεθάνει ο ποιητής, η Κάθαρσις είναι καθαρή, όσο και η αυτοκτονία του. Που η αυτοκτονία του Καρυωτάκη στην Πρέβεζα λειτούργησε σαν καθαρμός για όλους τους ποιητές και ολόκληρη την ποίηση της εποχής του.

Η Κάθαρσις είναι ένα σύντομο κείμενο, που γράφτηκε στα 1928 και περιγράφει την πολιτική ζωή της Ελλάδας εξήντα χρόνους αργότερα. Το κείμενο αυτό δίνει μια πρωθύστερη αναπαράσταση της πολιτικής αθλιότητας του σήμερα με πιστότητα ανατριχιαστική.

Ποιος Έλληνας στις μέρες μας από τα λυκόπουλα της Κυριακής ως τους κρονόληρους και τους τριγέροντες, δεν έχει ακούσει τη λέξη «κάθαρση» ;

Με αφορμή έναν αλήτη του σκοινιού και της φούρκας· ένα κάθαρμα της πολιτείας, όπως θα έλεγε ο Πλάτων, που αν αλλάξεις το πέμπτο γράμμα στο όνομά του θα διαβάσεις τη λέξη σκατάς· και με υπόδικους μία κυβέρνηση, μία αντιπολίτευση, μία δικαιοσύνη, και ολόκληρο τον ημερήσιο τύπο και το κύκλωμα ενημέρωσης, τρία χρόνια τώρα μέρα και νύχτα η λέξη κάθαρση λερώνει τα αυτιά και τα μάτια μας.

Όσο πιο πολύ την ακούμε, τόσο πιο βαθιά βεβαιώνεται μέσα μας το αληθινό της όνομα: ακαθαρσία, βορβορυγμός και βόρβορος.

Εξοδεύτηκαν μια Πρέσπα μελάνι και κορμοί δέντρα χαρτί ένα δάσος για τη λέξη αυτή. Και χαθήκανε εκατομμύρια ανθρωποώρες εργασίας. Τόσο, που αν είχε χρησιμοποιηθεί γόνιμα ο χρόνος αυτός από τους έλληνες, θα είχαμε σκάψει το μετρό της Αθήνας, και θα είχαμε διώξει το νέφος.

Εt tamen. Όσο γνωρίζω, αυτά τα τρία χρόνια ούτε μια φορά δεν ακούστηκε η Κάθαρσις του Καρυωτάκη. Το λιτό αυτό κείμενο, που πριν εξήντα χρόνια ζωγράφισε πιστά την απολίθωση και την ενανθράκωση της πολιτικής μας ζωής και συνείδησης σήμερα.

Διαβασμένο έγκαιρα και σωστά το Κάθαρσις του Καρυωτάκη, θα είχε προφτάσει να κάμει άχρηστες τα δύο εκατομμύρια σελίδες και βιντεοκασέτες που γράφτηκαν για την κάθαρση από το πήλινο μυαλό και το ξύλινο χέρι μας.

Τόσο δραστικό είναι το πολιτικό βεληνεκές της αληθινής ποίησης. Μια σελίδα ποίηση είναι ίσον ή μεγαλύτερο από μια βιβλιοθήκη φλυαρίες.

Ιδού το κείμενο :


KAΘΑΡΣΙΣ

Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ – παφ, παφ, παφ -, «έχετε λίγη σκόνη» να ειπώ «κύριε Άλφα».

Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα’χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά : «Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα…»

Έπρεπε, πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχτώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν’ αρθρώσω «Δούλος σας, κύριέ μου».

Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν από λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή, δε θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ…»

Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.

Κανάγιες!

Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.

Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασαν τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ’ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα²…"

  • Κτείνειν ως νόσον πόλεως = να τον σκοτώνουν σα να’τανε κάθαρμα της πολιτείας. Πλάτ., Πρωταγ. 322d
  • Μετά το «Με ήβρε η νύχτα…» το χειρόγραφο του Καρυωτάκη είχε ακόμη τη φράση «κι ο θάνατος» Βλ. την έκδοση του Γ.Π.Σαββίδη 2, 231

___________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ HOMO EDUCANDUS ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ (σελ. 24 - 26)


Η ΗΘΙΚΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ


Η ηθική υποκρισία είναι η συνέπεια της οντολογικής απάτης στο επίπεδο της πράξης. Εάν το σχήμα της θεωρίας μας δεν συμπίπτει με τους τύπους της αλήθειας, αναγκαία και ο τρόπος της συμπεριφοράς μας δεν θα συμφωνεί με τα αιτήματα της αρετής.

Όταν σήμερα μιλάμε για υποκρισία, η αναφορά μας γίνεται σε κάτι τόσο αυτονόητο, όσο και ο αέρας που αναπνέουμε. Το συνήθισε το αίμα μας το καυσαέριο.

Όλες οι σκέψεις μας, όλες οι λέξεις μας και οι πράξεις μας είναι κίβδηλες ως το τελευταίο τους κύτταρο.

Γεννιόμαστε μέσα στην υποκρισία, μεγαλώνουμε μαζί της, την σπουδάζουμε με ζήλο, την διδάσκουμε με φανατισμό. Και όταν πεθαίνουμε, την αφήνουμε τρίτη Διαθήκη στα παιδιά μας.

Η υποκρισία μας σκεπάζει, όπως τα περιζώματα τα κρυφά μας μέρη. Μας προστατεύει, όπως η νύχτα τις νυχτερίδες. Μας δυναστεύει και μας βολεύει, όπως οι πάγοι τις πολικές αρκούδες.

Αν ξεφύγουμε λίγο από την προστασία της, κινδυνεύουμε είτε να βρεθούμε κατεργαραίοι του νόμου, είτε αφορεσμένοι από τις εκκλησίες, είτε πελάτες των ψυχιατρείων. Ριντίκολα σαν το Θεόφιλο στην Πορταριά. Ή αυτόχειρες, σαν το Συκουτρή στον Ακροκόρινθο.

Συλλογίζομαι, συνειρμικά, ότι όλη εκείνη η ανθοδέσμη των γοερών θανάτων που συνταιριάζει ο Καρυωτάκης στην "Πρέβεζα", δεν είναι άλλο παρά μια ενδεικτική ονοματολογία της υποκρισίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι βάζει το νόμο να πηγαίνει χέρι χέρι με την αγωγή:

Θάνατος ο αστυνόμος πού διπλώνει,
για νά ζυγίσει, μιά «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τά ζουμπούλια στό μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος μέ τήν εφημερίδα.

Τον ίδιο θάνατο σε κύκλους πλατύτερους, όσο πιο πλατύς μπορεί να 'ναι ο απόηχος που άφησαν στην πανανθρώπινη συνείδηση τα κανόνια της Ευρώπης σε σύγκριση με τα ελληνικά λιανοντούφεκα, περιγράφει η τεφρή συνείδηση του Έλλιοτ:

Αυτοί που ακονίζουν το δόντι του σκύλου, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που λάμπουν με τη δόξα του τροχίλου, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που κάθουνται στο στάβλο της ικανοποίησης, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που υποφέρουν την έκσταση του ζώου, σημαίνοντας
Θάνατο.

Αν μας γεννιέται η απορία ότι την υποκρισία, πανταχού παρούσα τριγύρω μας, δεν τη βλέπουμε πουθενά, είναι γιατί μας λείπει παντελώς το αντικείμενο της παραβολής και το μέτρο της σύγκρισης.

Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα το αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα; Εκείνος που δεν βγήκε ποτέ του από το γηροκομείο, είναι φυσικό να μη φαντάζεται ότι στους δρόμους κυκλοφορούς ωραίοι έφηβοι και τρυφερά κορίτσια.

Η κλασσική Ελλάδα που είχε μια σκέψη φωτεινή σαν το άστρο της αυγής δεν έφτασε να διανοηθεί ότι η γη κινείται. Γιατί την ταχύτητα του πλανήτη μας την έπαιρνε για ακινησία, επειδή ζούσε μέσα στην κίνηση. Παρόμοια ακριβώς, την ψευτιά μας την παίρνουμε για αλήθεια, επειδή ζούμε μέσα στην ψευτιά.

Στο μύθο των ελλήνων για τη διπλή μορφή της Ελένης δεν συμβολίζεται μόνο η οντολογική - η πλάνη -, αλλά και η ηθική - η υποκρισία - πλευρά του προβλήματος.

Αν οι έλληνες πολέμησαν δέκα χρόνους για κάτι που δεν υπήρχε εκεί που το ζητούσαν, κάποιος θεός ή ποιητής, τους έβγαλε από την πλάνη τους.

Εμείς όμως, οι σύγχρονοι πολυμήχανοι Σίσυφοι - και δεν εννοώ το Σίσυφο τιμωρούμενο στον Άδη, αλλά εκείνον το ζωντανό και τετραπέρατο πανούργο που κατάφερε να ρίξει στα δεσμά ακόμη και το Θάνατο - τόσους αιώνες τώρα γιατί αγωνιζόμαστε;

Το γεγονός ότι ο τελικός απολογισμός του αγώνα μας παίρνει τη συγκεκριμένη μορφή των πυρηνικών όπλων, που τα κυττάζουμε με την απάθεια του ματιού της δαμάλας, πολύ φοβάμαι ότι, από άλλο δρόμο έρχεται να βεβαιώσει τη φριχτή υποψία: πως ενώ νομίζουμε ότι αγωνιζόμαστε για τη ζωή, στην πραγματικότητα κατασκευάζουμε το μεγάλο μας θάνατο.

Τι λογής στηρίγματα έχουμε σήμερα να περιμένουμε από τα πήλινα πόδια μας; Τι λογής συνεννόηση από τη γλώσσα μας, που βατταρίζει με την πολυφωνία της Βαβέλ; Και ποιες καλές ελπίδες από τη σοφία του νου μας;

Κυττάζουμε προς την αλλοτινή θέση του ανθρώπινου μυαλού, και βλέπουμε μια μυθική λειχήνα. Ένας στιλπνός μηχανισμός ανεβοκατεβαίνει και βουρλίζεται. Με εκατομμύρια καλώδια, και τόνους τρινιτροανισόλη.

Είναι βέβαιο ότι η αγωγή θα υποχρεωθεί, προτού τα είδωλα της υποκρισίας μας μας οδηγήσουν στο Ω, να αρχίσει το έργο της από το Α.

___________

Θυμίζουμε ότι ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ του Λιαντίνη είναι το προτελευταίο βιβλίο του. Γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του '90, στην εποχή της "κάθαρσης" από όσα βρώμικα ήρθαν στη δημοσιότητα εκείνη την εποχή. Ο Λιαντίνης, έχοντας ως θέση του πως η γνήσια ποίηση είναι καθαρά πολιτική, δεν μπορούσε φυσικά να αδιαφορήσει για όλο αυτό το βόρβορο που έπνιγε την ανάσα του τόπου και του λαού του. Όμως ο Λιαντίνης δεν ήταν ένας από τους πολλούς που ευκαιριακά και επίκαιρα μόνο έσκυψε στο πρόβλημα αναζητώντας την πολυπόθητη Κάθαρση. Αρκετά χρόνια νωρίτερα, στο HOMO EDUCANDUS, γραμμένο σχεδόν μια δεκαετία νωρίτερα και όταν ακόμη η χώρα γλεντούσε την αλλαγή, ο Δημήτρης Λιαντίνης καυτηρίαζε την ΗΘΙΚΗ μας ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ και πάλι εκεί δανειζόταν τον λόγο του Καρυωτάκη. Όπως συχνά τον δανειζόταν και στις διδασκαλίες προς τους σπουδαστές του.

Φυσικά δεν είναι ο μόνος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο Λιαντίνη και τον Καρυωτάκη η Κάθαρση. Όλων ο νους αυτόματα συνδέει και την αυτοκτονία του Καρυωτάκη με τον αυτοθέλητο θάνατο του Λιαντίνη. Πόσο όμως κοινά είναι τα δύο αυτά γεγονότα; Στη συζήτηση που το αρχικό απόσπασμα από ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ πυροδότησε στις σελίδες του φόρουμ HOMA EDUCANDUS, ακούστηκαν πολλές απόψεις. Μπορείτε να τις διαβάσετε κάνοντας κλικ εδώ. Εμείς εδώ θα περιοριστούμε να μεταφέρουμε ένα ακόμη απόσπασμα από τον ίδιο το Λιαντίνη: (Από το κύκνειο άσμα του, τη ΓΚΕΜΜΑ, σελ. 240)

Ερωτώ: πόσοι ποιητές καταστρέψανε το άτομό τους χάριν του έργου τους; Ο ίδιος ο Σεφέρης τόλμησε να καταστρέψει το άτομό του χάριν του έργου του; Ο Σολωμός όμως, ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης, ο Καβάφης κατάστρεψαν το άτομό τους χάριν του έργου τους. Το ακαριαίον του Καρυωτάκη αυτοί το ζήσανε ολοζωής. Μπουκιά, μπουκιά, και στάλα στάλα τους κατάπιε η λύπη και ο θάνατος.

__________________

  • Η φωτογραφία είναι του Καρυωτάκη. Όπως δόθηκε στη δημοσιότητα αμέσως μετά την αυτοκτονία του.

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ




"Προορίζονται μόνο για τους φοιτητές και για εκπαιδευτικούς που δεν έχουν περάσει το μεσοστράτι της ζωής τους."




Με τα λόγια αυτά υποδέχεται ο Λιαντίνης τον επίδοξο αναγνώστη των ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ του και δίνει διαυγές το στίγμα της πρόθεσής του να απευθυνθεί σε νέους και ιδιαίτερα σε νέους δασκάλους. Ανεξάρτητα όμως από την ηλικία και το επαγγελματικό του στάτους, ο καθένας μπορεί και αξίζει να προσεγγίσει το βιβλίο αυτό, αρκεί να ρυθμίσει ανάλογα τις προσλαμβάνουσές του. Να συντονιστεί με το πνεύμα του βιβλίου, για να μπορέσει να δεχθεί τα μηνύματα και τους προβληματισμούς του συγγραφέα.

Εξαρχής μάλιστα θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο συγγραφέας στο βιβλίο αυτό εναπόθεσε τη μισή από την οργή του για τους αιώνες που δε θα υπάρχει. (1) Συνέταιρο στην οργή αυτή όρισε ως γνωστό, το κύκνειο άσμα του, τη Γκέμμα. Και μόνο γι’ αυτό, ο καθένας που ενδιαφέρεται να μελετήσει τη φιλοσοφία του Λιαντίνη, θα πρέπει να σκύψει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο βιβλίο «Τα Ελληνικά».

Ο υπότιτλος του έργου είναι:

«Η γλώσσα μας και τα σχολειά.»

Κι αυτός περιγράφει με τον πλέον σύντομο τρόπο και το περιεχόμενο του βιβλίου. Η γλώσσα μας, η ελληνική γλώσσα, και το σχολείο στη γενική του μορφή, από δημοτικό μέχρι πανεπιστήμιο, είναι οι δύο πυλώνες ανάμεσα στους οποίους ξεδιπλώνονται οι προβληματισμοί και οι σκέψεις του Λιαντίνη. Το πεδίο είναι απόλυτα γνωστό και οικείο στο συγγραφέα. Αφού και ο ίδιος διετέλεσε δάσκαλος και μάλιστα της ελληνικής γλώσσας. Φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση για λίγα χρόνια και αργότερα στο Πανεπιστήμιο και στη Μετεκπαίδευση των Δασκάλων με ιδιαίτερο αντικείμενο τη Διδακτική της Γλώσσας.

Το βιβλίο αποτελεί στην ουσία το απόσταγμα των διδακτικών προσεγγίσεων του Λιαντίνη και την παρακαταθήκη του προς τους σπουδαστές του. Με δεδομένο ότι η Γκέμμα είναι μεν το τελευταίο του βιβλίο αλλά ταυτόχρονα απευθύνεται στο ευρύ και πιθανόν απαίδευτο κοινό, τα «Ελληνικά» που είναι γραμμένα ακριβώς πριν από τη Γκέμμα και στοχεύουν ένα ιδιαίτερο κοινό υψηλών προδιαγραφών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι επωμίζονται και ρόλο βαρύτερο στην εκπροσώπηση των φιλοσοφικών αρχών του Δημήτρη Λιαντίνη. Και αντίστροφα, έχοντας κανείς διαβάσει και τα δύο βιβλία, διαπιστώνει ότι η Γκέμμα ουσιαστικά εκλαϊκεύει όσα ήδη ο Λιαντίνης έχει καταθέσει στα Ελληνικά του. Βεβαίως η Γκέμμα, γραμμένη τρία με τέσσερα χρόνια αργότερα από τα Ελληνικά, έχει το προσόν να αντιπροσωπεύει την κορυφαία στιγμή ωριμότητας του συγγραφέα. Και ως κύκνειο άσμα να επιτελεί χρέη αποχαιρετισμού και ερμηνείας των λόγων που τον οδήγησαν στην αυτοθέλητη έξοδο από τη ζωή.

Ο Λιαντίνης όμως δεν ήταν μόνο η στιγμή του θανάτου του. Σαφώς και αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη του αόρατου μονάρχη. Όμως ο ίδιος έχει τονίσει πως ο θάνατος για να τον μελετάς έχει το εύρος της ζωής που την ζεις. (2) Και τα Ελληνικά είναι η περίοδος της ζωής και της ακμής του Δημήτρη Λιαντίνη. Όπως είναι, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, και η ιδιαίτερη ψηφίδα συμμετοχής του στον επιστημονικό τομέα που εργάστηκε. Λόγος που καθιστά το βιβλίο υποψήφιο ως επίσημη βιβλιογραφία σε πανεπιστημιακές σχολές που λαξουργούν εκπαιδευτικούς και ιδιαίτερα της ελληνικής γλώσσας.

Ταυτόχρονα, και από τη σκοπιά του αντικειμένου της αγωγής, το βιβλίο απευθύνεται σε κάθε δάσκαλο που επιδιώκει να λαξεύσει έλληνες. Και όπως δηλώνει ο συγγραφέας από τις εισαγωγικές του σελίδες, μεταχειριζόμενος τη γνωστή φράση του Καβάφη:

«Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός _
ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν.»

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν την πρόθεση του Λιαντίνη να καταστήσει όχι μόνον τους έλληνες εκπαιδευτικούς αλλά και οιονδήποτε άλλο εκτιμά τον ελληνικό πολιτισμό, κοινωνούς των μεθόδων εργασίας του και των συνακόλουθων προβληματισμών του για τους όρους και τις συνθήκες εφαρμογής τους. Έτσι, από την αρχή κιόλας, πριν καν ανοίξει το πρώτο κεφάλαιο, ο Λιαντίνης ορίζει τι σημαίνει το «Ελληνικός»:

«Να υπάρχεις Ελληνικός δηλώνει τέσσερες τρόπους συμπεριφοράς.

Ότι δέχεσαι την αλήθεια που έρχεται μέσα από τη φύση, όχι την αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων. Ότι ζεις σύμφωνα με την ηθική της γνώσης, όχι με την ηθική της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων. Ότι αποθεώνεις την εμορφιά, γιατί η εμορφιά είναι δυνατή σαν το νου σου και φθαρτή σαν τη σάρκα σου.

Και κυρίως αυτό: ότι αγαπάς τον άνθρωπο. Πώς αλλιώς! Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα μέσα στο σύμπαν.»

Το μικρό αυτό απόσπασμα αποτελεί την καρδιά της φιλοσοφίας του Λιαντίνη. Και τίποτε άλλο να μη διαβάσεις από το έργο του, αν αυτές τις γραμμές καταφέρεις να εννοήσεις σε βάθος, έχεις εννοήσει ολόκληρο το Λιαντίνη. Ή αντίστροφα, όταν ολόκληρο το έργο του διαβάσεις και μελετήσεις, ακόμα και αν προσπέρασες τούτες τις γραμμές για κάποιο λόγο χωρίς να τις δεις, με τα ίδια ακριβώς λόγια θα περιγράψεις τι εισέπραξες από τα βιβλία του. Αρχή λοιπόν των Ελληνικών και τέλος της φιλοσοφίας του αποτελεί τούτο το εισαγωγικό σημείωμα για το τι δηλώνει να υπάρχεις Ελληνικός.

Στη συνέχεια ο συγγραφέας αναπτύσσει αναλυτικά τους στοχασμούς του διαρθρωμένους στα εξής κεφάλαια:

1.Ίδε ο άνθρωπος
2.Η γλώσσα των ανθρώπων
3.Το ποίημα και η δυσκολία του
4.Ποίηση και ζωή
5.Ποιητών κατάλογος
6.Δάσκαλοι και ποντίκια
7.Ο ελληνικός πεσσιμισμός
8.Η ελληνική τέχνη
9.Ελληνοχριστιανική αγωγή
10.Σολώνεια και περίκλεια δημοκρατία

Σχόλια
Βιβλιογραφία
Πίνακας κυρίων ονομάτων

Επίμετρο


Αν από τα δέκα κεφάλαια του βιβλίου θα ήθελε κάποιος να του υποδείξουμε το σημαντικότερο, το αντίστοιχο δηλαδή με το πασίγνωστο «Εδώ Μεσολόγγι» της Γκέμμας ή το «Νεοαρχαίος» του Νηφομανή, θα του προτείναμε το … εντέκατο!!! Αυτό που και ο Λιαντίνης προτιμούσε ως μάθημα γνωριμίας με νέους σπουδαστές. Αυτό που κι εγώ άκουσα να διδάσκει την πρώτη μέρα που τον συνάντησα. Τρίτη, 15 Σεπτέμβρη 1992, στο Μαράσλειο Διδασκαλείο: Το επίμετρο των Ελληνικών. Που είναι από τα σημαντικότερα κείμενα που έγραψε ο Δημήτρης Λιαντίνης.

Δεν έχει νόημα εδώ να παρουσιάσουμε οτιδήποτε από το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Είναι από εκείνα τα κείμενα που πρέπει να διαβάζονται στο πρωτότυπο και μόνο στο πρωτότυπο. Ούτε μια λέξη λιγότερη, ούτε μια περισσότερη. Στα 45 λεπτά πάντως που ο Δημήτρης Λιαντίνης χρειάστηκε για να μας το παρουσιάσει προφορικά, η δική μου ζωή χωρίστηκε στα δύο. Τρικυμία ξέσπασε στο μυαλό μου. Άλλη μπήκα σε εκείνη την αίθουσα και άλλη βγήκα. Εκεί και τότε σταμάτησε η προ Λιαντίνη εποχή μου και άρχισε η γνωριμία μου με το Δάσκαλο και το στοχασμό του.

Και να πεις πως γοητεύτηκα από την εμφάνιση; Να μην το πεις! Γιατί ακριβώς το ανάποδο συνέβη. Ήταν εκείνες τις μέρες μια απεργία των οδηγών των αστικών λεωφορείων, της ΕΑΣ δηλαδή. Και μπαίνοντας ο Λιαντίνης στην τάξη μας, στο Α2 της Γενικής Μετεκπαίδευσης, έτυχε να φορά ένα γαλάζιο πουκάμισο. Ίδιο με εκείνα που φορούν οι οδηγοί. Μαυριδερός, μύτη μεγάλη και προεξέχουσα, σουλούπι λαϊκό με τίποτα το ιδιαίτερο. Γέλασα γέλιο πολύ σαν άκουσα πριν λίγους μήνες από ανθρώπους που ποτέ δε γνώρισαν το Λιαντίνη πως και καλά όλες οι σπουδάστριές του ήταν ερωτευμένες μαζί του. Τι υποτίμηση για το Δάσκαλο! Τι ευτελισμός για τη σχέση του με τους μαθητές του!

Ο Λιαντίνης, λοιπόν, μπαίνοντας εκείνο το απόγευμα στην αίθουσα μάς έκανε τέτοια τραγική εντύπωση που ένας συνάδελφος ψιθύρισε απογοητευμένος από το θέαμα του καινούριου καθηγητή:

- Τι ‘ν’ τούτος; Απεργός της ΕΑΣ;

Έπιασε τόσο τις σκέψεις όλων μας που βουβό γέλιο κυμάτισε από άκρη σε άκρη της αίθουσας. Κι ετοιμαστήκαμε για μια ακόμη βαρετή ώρα στο Διδασκαλείο. Και για να μην αδικούμε τους καθηγητές μας, θα πρέπει να τονίσω ότι οι σπουδαστές του Μαρασλείου, της Μετεκπαίδευσης των Δασκάλων δηλαδή, είναι όλοι διορισμένοι δάσκαλοι και με αρκετά χρόνια στην έδρα. Δεν είναι άψητα φοιτητούδια. Επομένως οι απαιτήσεις τους από τους διδάσκοντες είναι ιδιαίτερα αυξημένες. Θέλω να πω ότι η κριτική μας αδικούσε συχνά τους δασκάλους μας όντας σκληρή υπέρ το δέον. Κι έτσι κόντεψε να γίνει και με το Λιαντίνη.

Αλλά δεν έγινε. Δε θα μπορούσε να γίνει. Γιατί με το που άνοιξε το στόμα του και πριν προλάβει να ολοκληρώσει δέκα προτάσεις, είχαμε κρεμαστεί όλοι από τα χείλη του. Μύγα να πέταγε, θα την άκουγες. Διάβασα κάποτε την περιγραφή μιας άλλης σπουδάστριας του Λιαντίνη για τις ώρες της διδασκαλίας του. Τις παρομοίαζε με "πτήσεις". Εύστοχη η παρομοίωση. Πράγματι ο Λιαντίνης είχε τον τρόπο να σε απογειώνει σε άλλους κόσμους, πρωτοϊδωμένους. Και όταν τελείωνε το μάθημα, ήθελες ώρα να ξαναγυρίσεις στην πραγματικότητα την πεζή. Αν γύρναγες… και δε συνέχιζες το ταξίδι που εκείνος σε έβαλε. Αν αυτή η αίσθηση λέγεται έρωτας, τότε ναι, ήμασταν όλοι ερωτευμένοι μαζί του. Όλοι όμως. Γυναίκες και άντρες. Χωρίς τίποτε το σεξουαλικό και το πονηρό.

Θυμάμαι πως εκείνο το πρώτο μάθημα με συγκλόνισε τόσο που για πρώτη φορά στη ζωή μου, και λάβετε υπόψη ότι ήμουν πάνω από τριάντα, έκατσα κάτω τους γονείς μου και τους το διάβαζα από το βιβλίο. Και λάβετε επίσης υπόψη ότι οι γονείς μου είναι και οι δυο εκπαιδευτικοί. Και οι πρώτοι μου δάσκαλοι επίσης. Η μάνα στο νηπιαγωγείο, ο πατέρας στο δημοτικό. Και καλοί δάσκαλοι. Τίμια και αντικειμενικά ειπωμένο το σχόλιο. Και όμως εκείνη τη μέρα με άκουσαν να μιλώ για το Λιαντίνη λες και ήταν ο πρώτος δάσκαλος που συνάντησα ποτέ. Είμαι σίγουρη πως κατάλαβαν ότι δεν ήθελα να υποτιμήσω τους ίδιους. Ήταν όμως το τεράστιο μέγεθος του Λιαντίνη που προκάλεσε το θαυμασμό. Και ο ασύγκριτος τρόπος της διδασκαλίας του.

Ένας άλλος μαθητής του, ο Ηλίας ο Αναγνώστου, μιλώντας για το διδακτικό στιλ του Λιαντίνη, το έχει χαρακτηρίσει "μύρωμα". Μύρα και πολύτιμα αρώματα. Δίκαιος ο ορισμός. Και ο Ηλίας ήξερε καλά το Λιαντίνη. Να το πούμε αυτό. Όπως και ο Λιαντίνης τον Ηλία. Έφτασε μάλιστα να του αφιερώσει και ένα κεφάλαιο της Γκέμμας. Την Κυκλώπεια. Υπογραμμίζοντας με τον τρόπο αυτό την εσωτερική διαδρομή από τη σπηλιά του Κύκλωπα προς την αληθινή ύπαρξη. Και κυρίως να τονίσω ότι στον Ηλία ο Δάσκαλος εμπιστεύτηκε λίγο πριν φύγει ένα μέρος από το αρχείο του. (3) Λένε πως πρόκειται για το περίφημο Ρέκβιεμ. Αυτό που δε μας λέει ο Ηλίας, είναι το πότε πρόκειται να το εκδώσει…

Τα λέω όλα αυτά όχι για να μακρηγορήσω αλλά για να αποδείξω ότι ο Λιαντίνης έχτιζε στενές σχέσεις με τους μαθητές του που καμία σχέση δεν είχαν με τις ανοησίες περί φτηνών ερώτων που φαντάζονται κάποιοι. Αυτοί που έτσι σκέφτονται αγνοούν όχι μόνο το ποιος ήταν ο Λιαντίνης αλλά και όσα έγραψε ο Πλάτων στο Συμπόσιο για τους αναβαθμούς του έρωτα. Κι αν θέλουν να καταλάβουν επιτέλους τη σχέση που έδενε το Λιαντίνη με τους μαθητές του, το Συμπόσιο θα πρέπει να διαβάσουν. Ο Λιαντίνης τόσο αγαπούσε αυτό το βιβλίο που και το όνομα της μοναχοκόρης του από κει το διάλεξε: «Διοτίμα»!

Επιστρέφοντας στο βιβλίο των Ελληνικών, πολύ λίγα πράγματα έχω να προσθέσω. Με τα παραπάνω, για το Λιαντίνη και τους μαθητές του, σας είπα ήδη το ουσιαστικό περιεχόμενο του βιβλίου. Κι αν δε με πιστεύετε, θα αναφέρω την πρώτη κουβέντα που ανοίγει το κείμενο των Ελληνικών:


«Εν αρχή ην ο δάσκαλος.»

Φράση που χαρακτηρίζει συνολικά την προβληματική που δημιούργησε αυτό το σύγγραμμα. Το βιβλίο, πέρα από τις φιλολογικές αναφορές, που είναι αρκετές και αυτές, έχει ως κέντρο βάρους τον αληθινό δάσκαλο και τη γνήσια παιδαγωγική σχέση που αναπτύσσει με τους μαθητές του. Ταυτόχρονα ως φόντο προβάλλονται - για την αντίθεση και τη βαθύτερη κατανόηση - οι αναυθεντικοί δάσκαλοι, τα ποντίκια!

Το εισαγωγικό σημείωμα για το υπάρχειν Ελληνικός, αποτελεί και το βασικό μπούσουλα της διδακτικής τέχνης ενός αληθινού δασκάλου. Ο Λιαντίνης κατηγορηματικά ζητά από τους εκπαιδευτικούς να ακολουθήσουν αυτό το μοντέλο με τα τέσσερα βασικά σημεία και να απαρνηθούν τις κίβδηλες μορφές αγωγής του σήμερα, της αγωγής που αποκαλούμε ελληνοχριστιανική. Και ζητά επιστροφή στον ελληνικό τρόπο αγωγής. Τα τέσσερα τελευταία κεφάλαια των Ελληνικών αναλύουν ακριβώς αυτό το θέμα. Και ταυτόχρονα αναδεικνύουν τις πλάνες που επικρατούν σήμερα για την αρχαία Ελλάδα. Πλάνες σκόπιμες κατά το Λιαντίνη και που ευθύνονται για την κακή πορεία της παιδείας μας. Ανάγκη εδώ να διευκρινιστεί ότι ο Λιαντίνης σε καμία περίπτωση δε ζητά να παπαγαλίσουμε όσα είπαν οι αρχαίοι έλληνες. Ούτε να τους αντιγράψουμε καν. Είναι πολλές οι φορές που τονίζει στο έργο του πως σημασία έχουν «τα συνήθεια της Ιλιάδας και όχι τα μήνιν άειδε». Και τα συνήθεια είναι αυτά τα τέσσερα σημεία που έβαλε προμετωπίδα στα Ελληνικά.

Διότι άλλος δρόμος να διδάξεις τα Ελληνικά δεν υπάρχει. Αφού ο άνθρωπος και η γλώσσα του είναι το ίδιο πράγμα. Και να τι λέει χαρακτηριστικά ο Λιαντίνης:

«Χωρίς τη γλώσσα του ο άνθρωπος θα’ ταν το κρανίο των Πετραλώνων και η ποικιλωδός Σφίγγα στις Θήβες. Θα ‘ταν ένα δίποδο άνουρο, τριχωτό, και προγναθιαίο. Θα ‘τρεχε στις σαβάνες, και θα σκαρφάλωνε στα δέντρα μαζί με τους κυνοπιθήκους, τους μακάκους, τους κολομπίνους, και τα άλλα γοριλοειδή.»

Ζώο δηλαδή. Όχι άνθρωπος!

Όσο για τη λογοτεχνία ενός λαού, αποτελεί:

«το αντίκρυσμα συναλλάγματος στα τραπεζικά υπόγεια της ιστορίας του.»

Ποια λογοτεχνία όμως; Ποια ποίηση, πες καλύτερα. Γιατί ο Λιαντίνης χρησιμοποιεί τον όρο ποίημα και για τα έμμετρα αλλά και για τα πεζά λογοτεχνήματα, αφορμή λαμβάνοντας από την ετυμολογία της λέξης. Η ίδια αρχή τον καθοδηγεί και στη διάκριση των αληθινών ποιημάτων και των γνήσιων ποιητών. Και βάζει αυστηρούς όρους ο Λιαντίνης για να ξεχωρίσει τον κατάλογο των αληθινών ποιητών. Ο τελευταίος και σπουδαιότερος, "η βίγλα του θανάτου":

«Όλα τα τραγούδια του για τη ζωή ο ποιητής τα συνταιριάζει την ώρα που ψαρεύει στις θάλασσες του θανάτου.»

Οι όροι αυτοί είναι ταυτόχρονα γνωρίσματα και του δικού του έργου. Και όχι μόνο του γραπτού. Αλλά και της ζωής του της ίδιας. Γιατί ο Λιαντίνης θεωρεί πως "η ίδια η ζωή του είναι το αληθινώτερο ποίημα του γνήσιου ποιητή". (4) Κι έτσι έρχεται και δένει την αλήθεια των λόγων με την αλήθεια των πράξεων που τις συνοδεύουν. Ποιείν και πράττειν σημαίνουν το ίδιο, τονίζει. Κι εδώ στηρίζει και τη φράση του για τους έλληνες, πως έζησαν, δεν έγραψαν. Θέλει να πει ο Λιαντίνης πως η γραπτή δημιουργία της αρχαίας Ελλάδας ήταν συνυφασμένη με τον τρόπο ζωής των ανθρώπων και όχι ξέχωρο δημιούργημα της φαντασίας τους.

Έτσι και ο δάσκαλος οφείλει να πορευτεί, σύμφωνα με το Λιαντίνη. Να είναι αληθινός απέναντι στους μαθητές του και αλήθεια να περιέχει ο λόγος του. Η αλήθεια, που ας μην ξεχνάμε ότι υπήρξε και η "τελευταία λέξη" του Λιαντίνη. (5) Κι αν ο Λιαντίνης τόσο ύμνησε τους έλληνες είναι γιατί θεωρεί πως άγγιξαν περισσότερο από κάθε άλλο λαό την αλήθεια. Χωρίς σοβινισμό και άρρωστη προσκόλληση σε ελληνοκεντρικές απόψεις, τούτη η άποψη. Ο Λιαντίνης αυτό προσπάθησε να αποδείξει. Επιστημονικά και όχι με ρητορείες. Και αυτό θέλησε να μεταδώσει ως γνώση σε εκείνους που έχουν αναλάβει το έργο της αγωγής των παιδιών μας. Τα Ελληνικά είναι το βιβλίο που έμπεδα και τεκμηριωμένα καθοδηγεί τους δασκάλους να υιοθετήσουν ελληνική παιδαγωγική στάση και με βάση όσα ήδη αναπτύχθηκαν η στάση αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη που υπαγορεύει η επιστήμη και η διαρκής αναζήτηση του αληθούς. Και το αληθές είναι έμορφο και το έμορφο αληθές. Και η μεγάλη αλήθεια για τον άνθρωπο είναι η πικρή του μοίρα. Ο θάνατος.

Ο δάσκαλος για να μπορέσει να σταθεί στην έδρα του όλα τούτα οφείλει να τα έχει κάνει κτήμα του και τρόπο ζωής. Αλλιώς καλύτερα να αλλάξει επάγγελμα.

Δύσκολα και ακατόρθωτα φαντάζουν όλα αυτά που ζητά ο Λιαντίνης από τους δασκάλους. Και μάλιστα στην εποχή μας που έχει καταρρακώσει πολυποίκιλα τον όρο δάσκαλος. Ο Λιαντίνης αυτό το γνώριζε. Και στο θεωρητικό οδηγό του, ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, αποφάσισε να δώσει απόδειξη έμπρακτη. Όσοι είχαν την εξαιρετική τύχη και τιμή να διδαχθούν από το Δημήτρη Λιαντίνη, αυτή την απόδειξη είδαν στον αυτοθέλητο θάνατό του. Και ένιωσαν από εκείνη τη μέρα ακόμη βαρύτερο το χρέος να φανούν αντάξιοι της τύχης και της τιμής που έλαβαν. ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ είναι το συμβόλαιο τιμής που τους παραδόθηκε και αυτοθέλητα παρέλαβαν. Όπως οι Σπαρτιάτες παρέλαβαν τους νόμους του Λυκούργου. Είναι το εγκόλπιο της καθημερινής πράξης τους στο σχολειό και ο διαρκής κριτής της συνολικής τους στάσης.

Στο βαθμό όμως που η αγωγή θεωρείται πρωτεύον ζήτημα της κοινωνίας, ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ του Δημήτρη Λιαντίνη αποτελούν εγκόλπιο και οδοδείκτη όλων και όχι μόνο των εκπαιδευτικών. Και ειδικά για όσους θέλουν να μελετήσουν το έργο του Δημήτρη Λιαντίνη, το βιβλίο αυτό θα τους φωτίσει το έγκλημα που επικαλέστηκε στο τελευταίο του γράμμα, το έγκλημα σε βάρος της νέας γενιάς που τον σκότωσε. Και διαβάζοντας τις σελίδες του θα αντιληφθούν το βάθος και την τεράστια σημασία που έχουν τα παρακάτω λόγια του:

«Σήμερα μία μυλόπετρα πλακώνει την παιδεία των παιδιών μας. Ένας βραχνάς γράφει το παρόν μίζερο, και διαγράφει απαίσιο το μέλλον της χώρας. …

Η παιδεία των νέων είναι το δυνατό αίμα και ο αέρας ιωδίου για το μέλλον των λαών. Επένδυση πιο ασφαλή για προοπτική μακρόπνοη δεν πρόκειται να βρεις. …

Χρειάζεται να στηθούν οδοφράγματα στους δρόμους. Να στηθούν δικαστήρια στις αίθουσες, και ίσως ίσως γκιλοτίνες στις πλατείες. Για να σταυρωθεί το κακό, και να πάψει η βασκανία.»


Και κυρίως αυτό: Έμπρακτα θα θελήσουν να σταματήσουν το μεγάλο έγκλημα. Το:

«Οι έλληνες δε γράψανε, οι έλληνες ζήσανε»


θα αποτελέσει λόγο κυριολεκτικό στη περαιτέρω ζωή τους και θα αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν. Πράττοντας. Και όχι μόνο μελετώντας. Ο Λιαντίνης δεν έγραψε βιβλία για να τα διαβάζουμε στους καναπέδες και στις παραλίες. Άφησε παρακαταθήκες υπογραμμένες με το αθώο αίμα του για να «αναγκάσει» το δύσκολο δρόμο της αρετής να ακολουθήσουμε όσοι τον μελετάμε. Τα βιβλία του δεν είναι κάποιες ακόμη γνώσεις ανάμεσα στις πολλές της εποχής μας. Είναι μπούσουλας ζωής. Και ιδιαίτερα ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ του αποτελούν το φαροδείκτη για να διοδεύσουμε τη ζωή μας ελληνικά. Για να υπάρχουμε Ελληνικοί και ωραίοι ως έλληνες.

  • ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
  1. 1. Γκέμμα, σελ. 185: "Έγραψα τα Ελληνικά και τη Γκέμμα σε εφτά χρόνους. Από οργή για τους αιώνες που δε θα υπάρχω."
  2. 2. Πολυχρόνιο, σελ. 17
  3. 3. Τον Ηλία Αναγνώστου τον αναφέρει ονομαστικά ο Λιαντίνης στο τελευταίο γράμμα που άφησε. Εκεί αναφέρει και το αρχείο που του άφησε.
  4. 4. Χάσμα Σεισμού, σελ. 24
  5. 5. Γκέμμα, τελευταία σχόλιο.

  • ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα αποσπάσματα που δεν αναφέρονται στις παραπομπές είναι όλα από ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ.


  • ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ:
  1. Πληροφορίες για τα βιβλία του Λιαντίνη

Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα