ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΝΤΕΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΝΤΕΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Λιαντίνης για τις μελλοντικές γενιές


Θα 'ρθει μία εποχή που κάποιες γενεές θα πληρώσουν ακριβά αυτά τα οφέλη που έχουμε εμείς και αντλούμε σήμερα...

Ο Λιαντίνης τα λέει αυτά πριν καν φτάσει το 2000. Σε κάποια από τις διδασκαλίες του.

Σήμερα ο λόγος του μοιάζει προφητικός αλλά και μαστίγιο κατά κάποιο τρόπο της αδιαφορίας που δείξαμε και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε...

Την 1η Ιουνίου 1998 ο Δημήτρης Λιαντίνης έφυγε. Στο γράμμα που άφησε στο παιδί του τόνισε:

Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού.

Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι αυτο το έγκλημα με σκοτώνει.
Παραθέτουμε και αντίγραφο από το αυθεντικό χειρόγραφο του Λιαντίνη:


Τα ίδια όμως είχε ο Λιαντίνης δημοσιεύσει και στα βιβλία του. Τόσο στη Γκέμμα, στο κύκνειο άσμα, όσο και σε άλλα που είχαν κυκλοφορήσει χρόνια πριν την εξαφάνισή του.

"Το τρίτο βιβλίο του, που δεν πρόφταξε να γράψει ο Εμπεδοκλής, ήθελε να φέρνει τον τίτλο "Τελλούριον". Γραφή ταπεινή. Για πράγματα απλά. Ήθελε να ειπεί για τα νουκλεόνια. Για τους επαγγελματίες επαναστάτες, όπως τους έκραζε ο Βλαδίμηρος Ουλιάνωφ. Και ο Τσε Γκεβάρα. Ήθελε να εξηγήσει στα παιδιά εκείνη την αρχαία του πρόταση,

ότι φυσικώς και αδιδάκτως το ζώον φεύγει με την

αλγηδόνα, διώκει δε την ηδονήν.

Που, γιατί δεν την κατανόησαν οι άνθρωποι και οι δάσκαλοι, θα γίνει η αιτία να καταστραφεί από τον πλανήτη ο homo sapiens.

Ήθελε, δηλαδή, να εξηγήσει ότι είναι χρεία να μαθαίνουμε το παιδί στα σχολειά να αντιμάχεται τη φυσική του τάση προς την ευκολία και τον ευδαιμονισμό. Ότι η χρυσή οδηγία κάθε αγωγής κλείνεται στην πρόταση: η ζωή μας είναι υπόθεση δύσκολη και τραχιά. Απέναντι σε κάθε χαρά που δοκιμάζουμε, στέκεται αναγκαία μια ισόποση λύπη. Ο άνθρωπος που δεν πληρώνει την κάθε ηδονή του με ίση ποσότητα αλγηδόνα, ζει μια ζωή αφύσικη. Δηλαδή ψεύτικη ως τη ρίζα της. Και ότι θα ρθει η μέρα, ο dies irae που λέγανε, που αυτή την ψευτιά θα την πληρώσει με τον αφανισμό του από τον πλανήτη μας. Αλλίμονο σε κείνες τις δυόμισυ γενεές που θα τους λάχει το λαχνί.

Ήθελε λοιπόν να ειπεί για τα αδρόνια και τα νουκλεόνια, και για το πώς πεθαίνει ένα αστέρι. Πώς ξαναγίνεται δηλαδή πολύ λαμπερό, πολύ νέο (super nova).

Δεν πρόφταξε. Δεν θέλησε να προφτάξει."

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, ΓΚΕΜΜΑ, 144 - 145
Κι αν αυτά τα λέει στο κύκνειο άσμα του, τη Γκέμμα, που κυκλοφόρησε λίγες εβδομάδες μόνο πριν εκείνος εξαφανιστεί, δείτε τι έγραφε και στο προηγούμενο βιβλίο του, Τα Ελληνικά, που εκδόθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 90:


"Σήμερα μία μυλόπετρα πλακώνει την παιδεία των παιδιών μας. Ένας βραχνάς γράφει το παρόν μίζερο, και διαγράφει απαίσιο το μέλλον της χώρας.

Γιατί η αγωγή των νέων είναι κακή. Και η αγωγή των νέων είναι το θεμέλιο της πολιτείας. Και κρίνει τη σωτηρία και την ικμάδα της από το Α ως το Ψ. Αφήνω σκόπιμα έξω τα Έκτορος λύτρα, γιατί εκεί ο χαλασμός και ο θρήνος είναι μέγας.

Η παιδεία των νέων είναι το δυνατό αίμα και ο αέρας ιωδίου για το μέλλον των λαών. Επένδυση πιο ασφαλή για προοπτική μακρόπνοη δεν πρόκειται να βρεις. Την αλήθεια αυτή τη λαλούν και την κράζουν από τους νόμους του Λυκούργου μέχρι τους χάρτες του ΟΗΕ. Όμως της δικής μας παιδείας το αίμα έχει αιματοκρίτη λευχαιμίας.

Χρειάζεται να στηθούν οδοφράγματα στους δρόμους. Να στηθούν δικαστήρια στις αίθουσες. και ίσως ίσως γκιλοτίνες στις πλατέες. Να σταυρωθεί το κακό και να πάψει η βασκανία.

Από τον καιρό του Σχινά και του Μαυροκορδάτου μας βαραίνει ο σοφολογιότατος και ο φαναριώτης. Το δίκαιο του μέλλοντος όμως χρειάζεται πολλούς δικαστές σαν τον Τερτσέτη τίμιους. Και σαν τον Πολυζωίδη. Για να εξαλειφθούν κάποτε οι αιτίες της δίκης του Κολοκοτρώνη."

Δ. Λιαντίνης, Τα Ελληνικά, σελ. 117
Τα ίδια και στα άλλα του βιβλία. Επί δεκαετίες ο Δημήτρης Λιαντίνης υποφέρει βλέποντας το έγκλημα σε βάρος των νέων γενεών. Δεν τον απασχολεί μόνο η Ελλάδα, ο Λιαντίνης νοιάζεται για τον άνθρωπο. Καταγγέλλει τους πολεμοκάπηλους, καταγγέλλει αυτούς που καταστρέφουν τον πλανήτη Γη, καταγγέλλει το ψέμα και την υποκρισία. Και τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ της αλήθειας που προέρχεται από τη φύση, της ηθικής που πηγάζει από τη γνώση, της αποθέωσης της εμορφιάς και της αγάπης στον άνθρωπο. Πώς αλλιώς, ρωτάει, ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα στο σύμπαν.

Αυτή η αγάπη ρυθμίζει τα βήματα του Λιαντίνη. Το χρέος στον άνθρωπο, το χρέος στο νέο άνθρωπο. Ο Λιαντίνης είναι Δάσκαλος και δεν μπορεί να μη θέτει ως προτεραιότητα τους νέους, τα παιδιά. Τουλάχιστον να γλιτώσουν αυτά.

Είναι τόση και τέτοια η αγάπη του για τους νέους που η λύπη για όσα τους καταστρέφουν το μέλλον συσσωρεύεται μέρα τη μέρα και στο τέλος δίνει τη μεγάλη έκρηξη. Τη διαμαρτυρία του με τρόπο τέτοιο που άλλος ποτέ δεν έδωσε. Είναι το έργο που άφησε, είναι οι διδασκαλίες που έκανε, είναι ο τρόπος που έζησε. Όλα αυτά συμποσούνται και γίνονται ένα την ώρα που φεύγει.

Τον κατηγόρησαν, τον συκοφάντησαν, προσπάθησαν να αλλοιώσουν το νόημα της πράξης του και τη φιλοσοφία του. Ένα δε θα μπορέσουν να κάνουν. Να διαψεύσουν αυτά τα λίγα λόγια, τα δωρικά, που ακούμε στο βίντεο να λέει για τις μελλοντικές γενιές. Όχι πια. Γιατί τώρα είναι ηλίου φαεινότερο πως δίκαια ο Λιαντίνης ύψωσε κραυγή διαμαρτυρίας.

Τώρα η καταστροφή είναι εδώ. Και ξέρουμε όλοι πως αδικήσαμε τα παιδιά. Εκτός από έναν. Το Λιαντίνη. Αυτός έκανε μόνος όσα δεν μπορέσαμε όλοι οι άλλοι.

Και μπορεί ένας κούκος να μη φέρνει την άνοιξη μα έστω και τώρα ας τείνουμε ευήκοον ους στο λόγο του Λιαντίνη. Είναι η μόνη ελπίδα. Ένα αστεράκι στον ουρανό. Να μας θυμίζει πως δεν είναι όλα μαύρα και το σκοτάδι δεν είναι μόνο και ανίκητο...

Η κάλτσα της Νώενας και το βελονάκι του Λιαντίνη

Όπου να σας βρίσκει το κακό αδερφοί, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Έτσι παράγγειλε άλλος μεγάλος των ποιητών μας, ο Ελύτης, και κατά Λιαντίνη Αλήτης. Αλήτης βεβαίως σαν εκείνον τον αρχαίο, τον Εμπεδοκλή, τον φυγάδα θεόθεν και αλήτη.

Κι επειδή στις μέρες μας περίσσεψε το κακό και είναι και μέρες χριστουγεννιάτικες όλο με τον κυρ Αλέξανδρο σεριανίζουμε. Έτσι έγινε και θυμηθήκαμε και την κάλτσα της Νώενας. Την έχετε διαβάσει; Αν όχι, ιδού η ευκαιρία:

Η ΚΑΛΤΣΑ ΤΗΣ ΝΩΕΝΑΣ

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

«–Και τα κουνούπια πώς να ηύραν τρόπον κ’ εσώθηκαν εις την Κιβωτόν; Κ’ η μυίγα; και τα μυιγαράκια; κ’ οι μουσίτσες;

–Και τα μικρόβια;

Αι δύο κυρίαι είχαν τον λόγον. Η πρώτη, ευτραφής, μεγαλόσωμος, και καλοκαμωμένη, όσο εφαίνετο υπό τας ακτίνας της σελήνης, μέσω του δένδρου, Και υπό το φως ενός φανού επί χαμηλού στύλου, έξωθεν του εξοχικού καφενείου, ήτο σύζυγος του παρακαθημένου αυτή υπερμεσήλικος κυρίου με την γενειάδα, όστις ήτο επαρχιώτης πολιτευόμενος. Η άλλη, νεαρά ακόμη, άγαμος, ήτο εν ενεργεία δασκάλα. Εις γνώριμός των, νεαρός κύριος, συνεπλήρου την τετράδα. Είχαν πίει τον καφέν των, την θερινήν εκείνην νύκτα, και ανεψύχοντο.

–Κι ο ψύλλος τάχα που να ετρύπωσε, και κατώρθωσε να γλυτώση; είπεν η δασκάλα.

–Δεν αμφιβάλλω ότι στην κάλτσα της Νώενας θα εχώθη, απήντησεν η μεγαλόσωμος.

Όλοι εκάγχασαν.

–Μα η ψείρα;

–Ω, η ψείρα; Χωρίς άλλο θα εκόλλησε στην γενειάδα του Νώε.

Ο γηραιός κύριος ακουσίως έψαυσε την γενειάδα του.

Εις ένα όμιλον αντικρινόν εκάθηντο τρεις λιμοκοντόροι. Οι δύο μόνον εφορούσαν στενά. Ο τρίτος, αμύστακος ακόμη, εφορούσε κομψά ρασάκια, και είχε την κοτσίδα του οπίσω δεμένην εις την μέσην με κορδέλαν. Ίσως ήτο Ριζαρείτης.

Κατά σύμπτωσιν, κ’ εκεί η ομιλία ήτο σχετική με την Παλαιάν Διαθήκην. Οι τρεις νέοι ωμιλούσαν εν εξάψει, κ’ εφαίνοντο ότι είχαν δειπνήσει εν αφθονία.

–Και τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;... Πως μίλησεν η γαϊδάρα του Βαρλαάμ; Τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;

Το βρε ο Ριζαρείτης το απηύθυνε βεβαίως εις τον αόρατον και απρόσωπον (τον) διευθυντήν συντάκτην της Ιεράς Γραφής, προς τον οποίον απέστρεφε ρητορικώς τον λόγον. Ίσως εις τον προφήτην Μωϋσέα.

–Τίνος τα πουλάς αυτά, επανέλαβε και τρίτην φοράν.

Ο νεαρός κύριος του γείτονος ομίλου, αν κ’ εγέλασε με τας ελαφράς ευφυολογίας των δύο γυναικών, φαίνεται ότι δεν ευηρεστήθη από την βαναυσότητα του μικρού ρασοφόρου. Και αποτεινόμενος προς την ιδίαν ομάδα του, αρκετά μεγαλοφώνως ώστε ν’ ακούεται και από τους γείτονας, είπε:

–Τίνος τα πουλά; ...Μ’ αυτά τα πράγματα, είναι είκοσιν αιώνες τώρα, εξακολουθούν να πουλούνται εις εκατομμύρια ανθρώπων, και μάλιστα αι Βιβλικαί Εταιρείαι τα πουλούν μεταφρασμένα εις τριακόσιες τόσες γλώσσες... Κ’ έπειτα, εκείνος που τα πουλά, ως θαύμα ζητεί να τα πουλήση και όχι ως κοινόν τι και σύνηθες. Ουδέ βιάζει κανένα να το πιστεύση.

–Και δεν είναι και πολύ παράξενο αν ωμίλησε μίαν φοράν η γαϊδάρα, είπεν ακάκως ο γηραιός κύριος. Πόσοι γαϊδάροι και γαϊδάρες πόσες μιλούν!

–Ας τ’ αφήσουμε αυτό, είπεν ο νέος. Μα ιδέτε πόσον καλά ο νεαρός αυτός ρασοφόρος μανθάνει τα «ιερά γράμματα», αφού τον Βαλαάμ, τον μάντιν, που έζησε χίλια χρόνια προ Χριστού, τον κάνει Βαρλαάμ, τον αιρετικόν της 13ης μετά Χριστόν εκατονταετηρίδος... Και το κάτω-κάτω, κύριε, επέφερεν οιονεί αποστρέφων τον λόγον προς τον Ριζαρείτην, αφού δεν σ’ αρέσει, κύριε, η Θρησκεία και το ιερατικόν στάδιον, διατί φορείς ράσα, και διατί οι φιλόστοργοι γονείς σου σε στέλνουν να φοιτάς εις την Ριζάρειον; Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι; ».
Αυτά από το Σκιαθίτη. Εκατό και πλέον χρόνους νωρίτερα. Που δεν εγνώριζε τις κάλτσες τις σημερινές και τις δικές μας συνήθειες να τις κρεμούμε τέτοιες μέρες στα τζάκια. Κάτεχε όμως την ανωτάτη τέχνη της πλεκτικής του λόγου και ημπορούσε σε τόσο λίγες γραμμές να σμιλέψει απαράμιλλα μνημεία λόγου. Ακόμη και μαντάροντας καλτσούλες για τη Νώενα και χώνοντας εκεί τη γενιά των ψύλλων. Έτσι λέει γλίτωσαν τότε στον κατακλυσμό οι ψύλλοι κι οι ψείρες πήγαν και φώλιασαν στη γενειάδα του Νώε. Κι έτσι γίνηκε και η αφορμή να θυμηθώ παραμονές Χριστούγεννα αυτή την παλιά ιστορία του Παπαδιαμάντη.

Ανοίγω που λέτε το mail box και παίρνω ένα μήνυμα των ημερών με ευχές. Και μαζί με τα κλασικά χρόνια πολλά διαβάζω και για το μικρόβιο! Της απογοήτευσης το μικρόβιο. Να μην αφήσουμε έλεγε ο αποστολέας να τρέφεται από την ελληνική κοινωνία...

Βρε συ, εδώ κοτζάμ Παπαδιαμάντης και το μπάρκαρε και το μικρόβιο στην Κιβωτό του Νώε, κι εσύ δεν το λυπάσαι το καψερό και θες να το καταδικάσεις σε θάνατο εξ ασιτίας; Εντάξει, δεν ανέφερε τις λεπτομέρειες, πού πήγε ακριβώς και τρύπωσε το μικρόβιο, μα εύκολο είναι να υποθέσουμε αν λάβουμε υπόψη τις κρυψώνες για τα άλλα ζωΰφια. Εκτός και μόνο κάλτσες φορούσε η κυρα - Νώενα, πράγμα επιεικώς απαράδεκτο για γυναίκα θεοσεβούμενη!

Μα θα μου πεις και θα έχεις δίκιο πως ο αποστολέας δε μίλαγε για τη φαμίλια του Νώε και για τον καιρό του. Μα για το σήμερα. Και τους Έλληνες. Εμείς, λέει, να μην το ταΐζουμε αυτό το μικρόβιο. Της απογοήτευσης...

Προφανώς του έχουν γίνει τσιμπούρια τα εν λόγω μικρόβια και άλλο δε σκέφτηκε μέρες χρονιάρες πάρεξ να παραγγείλει σε γνωστούς και φίλους να τα ξεπαστρέψουν. Τα άτιμα τα μικρόβια. Της απογοήτευσης...

Άλλοι μαθές κάνουν τον Βαλαάμ Βαρλαάμ και άλλοι την απογοήτευση μικρόβιο. Και ξεχνούν πως ούτε περί μικροβίου πρόκειται ούτε και τη θρέφει την απογοήτευση η ίδια η κοινωνία. Μα τη σπέρνουν στον κοσμάκη εκείνοι ακριβώς που καταγγέλλει ο κυρ Αλέξανδρος στην τελευταία του γραμμή, οι Γραικύλοι. Κι αν δε γνωρίζουμε ποιοι είναι αυτοί, ας αφήσουμε το Λιαντίνη να μας εξηγήσει:



Το δούλον φρόνημα. Η κολακεία και η δουλοφροσύνη που δημιούργησαν τους Γραικολιγούρηδες. Και η τσίμπλα στο μάτι της Ακρόπολης.

Ας δούμε όμως και το αντίστοιχο κείμενο για τους γραικολιγούρηδες στο συγγραφικό έργο του Λιαντίνη:

«Όλους αυτούς τους αιώνες στο κατώτερο επίπεδο των «ελασσόνων», το διακομετακομιστικό εμπόριο των ιδεών της Στοάς γίνεται από παιδαγωγούς και δασκάλους χωρίς τίτλους πνευματικής καταγωγής και ηθικής ευγένειας.

Ένα σμάρι πεινασμένων λογίων και καλλιτεχνών, φιλόσοφοι ρήτορες ιατροί σχοινοβάτες αλείπτες στιχοποιοί παιδοτρίβες μετανάστες αιχμάλωτοι εμιγκρέδες τυχοδιώκτες μαστρωποί κιναιδολόγοι ρουφιάνοι ξεβασκαντές τερατοσκόποι μισθοφόροι τελώνες χορευτές απελεύθεροι, - κάτι σαν εκείνους που σήμερα δηλώνουν επάγγελμα «εραστές» στη Ρόδο και στα Μάταλα -, κατακλύζουν τη Ρώμη και τις άλλες πόλεις της Ιταλίας καθώς και τις έδρες των επαρχιών. Εκεί, μαζί με τον Όμηρο, την αρχιλόχεια προσωδία και τις εμβάδες του Εμπεδοκλή, διδάσκουν τη λογική του Χρύσιππου και την εγκράτεια του Ζήνωνα.

Είναι το κοπάδι των ρακοσυλλεκτών και των κουρελοφόρων του πνεύματος. Ένα φιλοσοφικό Lumpenproletariat που περιφέρει στο ένα χέρι το πινάκιο του σιτόφοβου, και στο άλλο το σφυρί του πλειστηριασμού της φιλοσοφίας.

Περιγραφή γραφική, αλλά παράλληλα και δραματική στο έπακρο, ολόκληρης της πλανόδιας δυστυχίας μας δίνει ο Λουκιανός στο ντοκουμέντο του Περί των επί μισθώ συνόντων.

Και σ’ έναν τόνο διαφορετικό, όχι απλώς καταφρόνησης αλλά εξευτελισμού και φόβου που κάπου σε πονά, περιγράφει το φαινόμενο μια πλειάδα λατίνων συγγραφέων σ’ ένα τόξο τριών αιώνων. Το τόξο το ανοίγει ο Πλαύτος, ένα μαστίγιο για τους έλληνες στο χέρι του Κάτωνα του Τιμητή, και το κλείνει ο Ιουβενάλης, ο σύγχρονος του αμείλικτου Τάκιτου στα χρόνια του Τραϊανού.

Στο μέσο αυτής της τεντωμένης καμπύλης βρίσκεται ο αμφίσημος και παλίμβουλος Κικέρων, που από τα χρόνια του και τα γραφτά του και ύστερα αρχίζει κανείς να μιλά πλέον για γραικούς, αλλά και για γραικύλους.

Το Graeculus, υποκοριστικό του Graecus με σημασία ραπίσματος, εδήλωνε τους έλληνες σκλάβους που έκθεταν τους λαμπρούς προγόνους, για να σκεπάσουν τη μιζέρια των απογόνων.

Στόχος της λέξης ήταν κυρίως η κοιλιά, που για να γεμίσει κατασταίνοταν μήτρα της αηδιαστικότερης κολακείας. Ένα δοχείο εντροπής και ατίμωσης.

Οι ρωμαίοι συγγραφείς πολλές φορές θα απορήσουν και θα αναρωτηθούν. Πώς από μια φυλή αξανακατάκτητων αρετών γεννήθηκαν τέτοια ασπόνδυλα ανθρωπίδια; Όλοι τους είναι άπιστοι, υποκριτές, λαίμαργοι, πονηροί, αργυρώνητοι, αργοκηφήνες και παράσιτα που δεν έχουν αίσθηση και αισθήματα. Στο όνομα γραικύλος ο Ιουβενάλης θα προσθέσει ένα προσδιοριστικό που διαφωτίζει:

esuriens graeculus.

Μεταφράζοντας κατά λέξη γίνεται κανείς καίριος, αν πει: ο γραικολιγούρης.

[...] Υπήρχε λοιπόν στη Ρώμη, λέει ο Λουκιανός, ένας στωικός φιλόσοφος, δείγμα τυπικό του esuriens graeculus, άκουγε στο όνομα Θεσμόπολις. Αντικείμενο διακόσμησης το πιότερο και ελάχιστα παιδαγωγός, αδημονούσε να δείχνει το ζήλο του, που όμως του τον ζητούσαν σπάνια.

Αντί για τα καλά μαθήματα περί «αυτάρκειας» και «εκπυρώσεων», δύο όρων βασικών στη στωική φιλοσοφία, η δέσποινα του αρχοντικού – φαντάζομαι μια πατρικία εμπερίστατη και λεπτοφυή με τα μαλλιά της ένα μαύρο σταφύλι ή μια πλεξίδα σκόρδα – προτιμούσε να επιφορτίζει το στωικό με το καθήκον να βγάζει τη σκυλίτσα της την ορισμένη ώρα περίπατο στις στοές και στους κήπους της Ρώμης. Στωικό καθήκον και πράξη!

Καθώς ο φιλόσοφος περπατούσε στο δρόμο φυλάγοντας με προσοχή στον κόρφο του το πολύτιμο οικόσιτο, ήσαν φορές να βλέπεις ένα έξυπνο κεφάλι σκυλιού να προβάλλει από το ιμάτιο του Θεσμόπολη και με την κόκκινη γλώσσα του να γαργαλά την παραυτίδα και να λείχει τα λευκά του γένια. (1)

Κι ο Λουκιανός καταλήγει: Έτσι ο φιλόσοφος από στωικός κατάντησε να γίνει κυνικός!» (2)

Και από τα σχόλια του βιβλίου αναφέρουμε τις ακόλουθες παραπομπές:

(1) Λουκιανού, Περί των επί μισθώ συνόντων 34: «το δε πράγμα παγγέλοιον ην, κυνίδιον εκ του ιματίου προκύπτον μικρόν υπό τον πώγωνα και κατουρήσαν πολλάκις, και το γένειον του φιλοσόφου περιλιχμώμενον»

(2) «Περί δε Θεσμοπόλιδος, έφη, τούτο μόνον ειπείν έχω, ότι αντί Στωικού ήδη Κυνικός ημίν γεγένηται».

Δημήτρης Λιαντίνης, «Πολυχρόνιο», σελ. 29 – 32

Μπορεί λοιπόν ο Παπαδιαμάντης, ως θρήσκος άνθρωπος να απέφυγε να κατονομάσει πού κρύφτηκαν τα κάθε λογής μικρόβια στην Κιβωτό του Νώε, κι ο Λιαντίνης για λόγους ευπρέπειας να μην ανέφερε στο βιβλίο του όλες τις λεπτομέρειες για το σκυλάκι, μα ο αρχαίος Λουκιανός δε δίστασε να στιγματίσει τον κατουρημένο φιλόσοφο! Λουκιανός είναι αυτός. Κι αν θυμάστε ο ίδιος έβαλε το Μένιππο να περγελά το Χάρο με το "Ουκ αν λάβετε παρά του μη έχοντος". Στο γραικολιγούρη θα κόλωνε; Που καταδεχόταν κοτζάμ φιλόσοφος να βγάζει βόλτα το σκυλάκι και να το αφήνει να τον κατουράει;

Κι από το Λουκιανό επίσης, και τον ήρωά του το Μένιππο, μάθαμε και διδαχτήκαμε πως ένας πραγματικά λεύτερος άνθρωπος τίποτε δε φοβάται:
Χ: Από πού μας κουβάλησες βρε Ερμή τούτο το κοπρόσκυλο; Το τι έλεγε στο ταξίδι δε περιγράφεται! Πείραζε και κορόϊδευε όλους τους άλλους κι ήταν ο μόνος που τραγουδούσε ενώ κείνοι θρηνούσανε.

Ε: Δε ξέρεις Χάρε ποιον είχες στη βάρκα; Τον Μένιππο! 'Ανθρωπος τελείως λεύτερος. Τίποτε δεν τονε νοιάζει!
Έτσι κι ο Λουκιανός, τον έκανε σεργούνι το Θεσμόπολη. Που περιφερόταν με τα κάτουρα του σκύλου. Για να μη χαλάσει το χατίρι των αφεντικών. Και μαζί του όλους τους ομοίους του. Κάθε τόπου και κάθε εποχής. Γιατί και τότε και τώρα υπάρχουν αφενός οι Μένιπποι και αφετέρου οι Θεσμοπόληδες. Και τυχαίο δεν είναι που ακόμη σήμερα ο λαός μας μιλάει για "κατουρημένες ποδιές".

Λέει όμως και μια ακόμη παροιμία ο λαός μας. Πως στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί. Στου κατουρημένου; Μιλάνε για μικρόβια;

Πού είσαι κυρ Αλέξανδρε να ανακράξεις και πάλι:

Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι;



Η ΚΥΚΛΩΠΕΙΑ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ

ΚΥΚΛΩΠΕΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΥΚΛΩΠΕΙΑ ΤΗΣ ΓΚΕΜΜΑΣ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ

(Ανέκδοτο κείμενο του Δημήτρη Λιαντίνη)

Η όποια ανθρώπινη πράξη, το να κοσμήσει λογουχάρη ο Φειδίας τον Παρθενώνα, το να πολεμήσει ο Καραϊσκάκης στην Αράχωβα, το να γράψει την Κλειώ ο Ηρόδοτος ή να ανακαλύψει ο Γαλιλαίος το δορυφόρο Γανυμήδη στον πλανήτη Δία, είναι και μια κυκλώπεια νικητήρια. Είναι μια δοκιμασία της ανθρώπινης ύπαρξης σοβαρή και άγρια μέχρι θανάτου.

Αν επιτύχουμε, έχει καλώς. Γιατί στην επίθεση σταθήκαμε, και δε μας πήραν τα πίσω. Καταπαλαίψαμε τον Πολύφημο. Εσώσαμε να επιβιώσουμε πάλι. Και ετοιμαζόμαστε για το καινούργιο μελλούμενο. Το σκοτεινό και το άσπονδο.

Αν όμως αποτύχουμε κακώς. Γιατί δύο δύο πηγαίνουμε σαν τους άτυχους συντρόφους του Οδυσσέα στον Άδη. Το τέρας μας καταπίνει. Κι απέ, κάθεται και ξερνά τα κομμάτια μας μέσα σε μεθύσι τυφλό, σε χολή και σε ρεψίματα. Τα ξερατά του Πολύφημου είναι αυτό που το λέμε αλλιώς: το εντάφιο πανηγύρι των σκουλήκων. Ωσάν αποθάνετε, έχετε ζητήσει να σας κάψουν, για να μη σας ξεράσει ο Κύκλωπας.

Η Κυκλώπεια μας παραγγέλνει πως η κάθε μας πράξη είναι μια επιχείρηση μέχρι θανάτου. Πως κάθε φορά που ξεκινάμε ένα έργο, γίνεται ο καθένας κι από ένας μικρός δόκιμος ήρωας. Ένας πυγμαίος Ηρακλής, αλλά Ηρακλής. Και κυρίως αυτό, πως πριν την πράξη δεν υπάρχουμε.
............................................................................................................................

Όταν όμως αδράξουμε κρατερά στα χέρια το προσωπικό μας δράμα˙ όταν η εξυπνάδα και η φρόνηση κρατήσουν στους όρους του παιγνιδιού˙ όταν σταθούμε στα σύνορα του ανθρώπινου μέτρου με γνώση και με πειθαρχία και με εμμονή και με κόπο, τότε θα γίνει ο τρόπος να φτάσουμε στο νικητήριο τέλος. Και εκείνη είναι η στιγμή που ιδρύσαμε τον εαυτό μας.

Η παρουσία μας δηλαδή μέσα στον καιρό και στον κόπο γίνεται πράμα στέρεο. Εκεί που πρώτα ήταν διανόημα, αφάνεια, και αγέρας. Τώρα αποχτάμε το όνομα. Η πράξη μάς δημιουργεί, και η πράξη μάς ονομάζει.

Ο Οδυσσέας αναμετρήθηκε με τον Κύκλωπα. Και σαν αφήκε πίσω του την εμπειρία της θανάσιμης δοκιμασίας, είδε να ανεβαίνει μπροστά του το ουράνιο τόξο της νίκης. Να ρίχνει τα θεμέλια της στα νερά, και να στεφανώνει το θαλασσινό ταξίδι του. Ο ήρωας ντυμένος τα κόκκινα περνά από κάτου, σαν από αψίδα θριάμβου. Είναι η στιγμή που ημπορεί να φωνάξει το όνομά του. Τώρα το αποκτά φυσικά και αναγκαία. Το δημιούργημα, η πράξη του, όπως η πεδιάδα έχτισε τον Όλυμπο, και η θάλασσα γέννησε την Κρήτη.

Έι Πολύφημε, άτσαλε και χάχα,

αν ποτέ σε ρωτήσουνε ποτές ποιος σε τύφλωσε,

να ειπείς ο Οδυσσέας. Ο καστροκαταλύτης.


Δημήτρης Λιαντίνης




Κι αξίζει εδώ να παραθέσουμε και βίντεο με το Δημήτρη Λιαντίνη να μιλά για την Κυκλώπεια κατά τη διάρκεια της διάλεξης που έδωσε στα 1997 με τίτλο "Η φιλοσοφική θεώρηση του θανάτου". Να τον ακούσουμε τον ίδιο να λέει την απάντηση του Οδυσσέα στον Πολύφημο:



Εδώ ο Λιαντίνης παρουσιάζει όσα έχει γράψει στο κύκνειο άσμα του, τη Γκέμμα, στο κεφάλαιο ΚΥΚΛΩΠΕΙΑ. Κι αξίζει βέβαια να μελετήσει κάποιος (προσέξτε, λέμε κάποιος κι όχι "κανείς", που ειδικά στην περίπτωση που μιλάμε για την Κυκλώπεια θα ήταν μέγα λάθος) και το κεφάλαιο από τη Γκέμμα. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο αυτό, εκείνο ακριβώς που μιλάει για τη συνάντηση του Οδυσσέα μα τον Κύκλωπα. Τονίζουμε όμως πως η κατανόηση του αποσπάσματος συνδέεται άμεσα με όσα προηγούνται ως προλόγισμα...


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΚΛΩΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ (Γκέμμα, σελ. 96 - 101 )

Όταν ο Οδυσσέας έφτασε στο νησί του κύκλωπα Πολύφημου, έμελλε να ζήσει μια περιπέτεια φρίκης που δεν είχε το όμοιο της.

Καθότανε και κοίταζε ετούτον το θηριάνθρωπο, πού 'χε στη μέση το κούτελο ένα μάτι σα μαύρο φεγγάρι . Περιδιάβαζε την ατέλειωτη κατεβασιά της κεφαλής του, και τις ζαρωματιές της που κατέβαιναν σα ρέματα, και πάσχιζε να τηνε ξεχωρίσει από τους γύρω βράχους. Έκανε να κοιτάξει τα δέρματα των αυτιών του, και κατέβαζε τα μάτια σαν δαρμένο σκυλί. Κι όταν άνοιγε το στόμα του, όταν άνοιγε εκείνον τον καιάδα, χασμουρητά ρινόκερου και κροκόδειλου τον έκαναν να πισωπατά.

Αλλά σαν είδε σε λίγο το γιγάντιο εκτόπισμα ν' αρπάζει τα συντρόφια του δύο δύο, να τα χτυπά στην πέτρα σαν κουτάβια, να συντρίβουνται και να καταρρέουν τα κόκαλα τους με το σαλαγητό σπιτιού που θρουβαλιάζεται συθέμελο. σαν είδε να ρουφάει από το σπασμένο κρανίο τα μυαλά τους, σα νά 'πινε το γάλα καρύδας, τότε... Ε' τότε ήταν που του λύθηκαν τα μέλη. Χέρια, πόδια, μυαλό, γλώσσα, νεύρα, τά 'χασε ούλα. Και τα δόντια του να χτυπάνε σα βουρλισμένα κρόταλα.

- Τωώρα... βατάρισε. Τώρα ούτε η Αθηνά δε με σώνει. Ζάρωσε απόμακρα, καθότανε, και περίμενε χωρίς να περιμένει.

Και το μάτι του Κύκλωπα να λουχτουκιά ανάμεσα στα τσίνορα από φύλλα φραγκοσυκιάς. Και το στόμα του, λαγκάδα σκοτεινή, να ξερνοβολά ογκανητά, ερευγμούς, ανθρώπινα κρέατα και κρασιά.

- Ποσειδώνα μου, η χάρη σου. Τι πήγες και γέννησες! τραύλισε. Με ποια δράκαινα έσμιξες και τό 'καμες ετούτο το αμπλάκημα; Ετούτο το κολοσσαίον πανικού;

Εκοίταζε πολλή ώρα, και συλλογιότανε πάλι.

- Κι ακούς εκεί; Να τονε λένε Πολύφημο! Εξακουστό, δηλαδή, και φημισμένο στο ντουνιά. Αυτό δεν είναι όνομα, μπόγια μου. Αυτό είναι ο ανθός των ονομάτων. Σαν όλους τους δοξασμένους ανθρώπους της εποχής μου. Που τους ακούει ο κόσμος στα ράδια και στις εφημερίδες. Το όνομα του είναι τίτλος και κατάθεση της φήμης και της δόξας.

Ετότες ήταν που βρήκε το δικό του όνομα. Από ψυχολογία φόβου και εναντίωσης τού 'ρθε η έμπνευση για το δικό του όνομα, που θά 'λεγε στον Κύκλωπα, εάν τον ερωτούσε. Αφού αυτός είναι το άπαντο της φήμης, εγώ θα είμαι το τίποτα .

Εκεί τον εξεχώρισε ο Κύκλωπας ανάμεσα στο παραλοϊσμένο κοπάδι των συντρόφων του. Και τον ερώτησε.

- Και πώς σε λένε εσένα, λεβέντη μου; Που 'σαι και τσιρβελής.

Ο Οδυσσέας μάτιασε καρσί το χαλκωματένιο ταψί της μουσούδας του Κύκλωπα και αποκρίθηκε.

- Κανένα. Κανένα με φωνάζουνε, Κύκλωπα, η μάνα κι ο πατέρας μου, κι όλοι μου οι συντρόφοι.

Ούτις εμοί γ' όνομα. Ούτιν δέ με κικλήσκουσι
μήτηρ ηδέ πατήρ ήδ' άλλοι πάντες εταίροι.


Ο Κύκλωπας εγέλασε με τη σαγόνα, με τις πλάτες, και με την παραυτίδα του.

- Όνομα και τούτο. Ακούς Κανένας! Μα κι ο βλάκας στους βλάκες να ήσουνε, καημένε, κι ο βασιλιάς των ποντικών, θά 'χες ένα όνομα της προκοπής.

Ύστερα τα πράγματα επήρανε κατεβασιά ορυμαγδού. Ο Οδυσσέας έβλεπε και μέτραε. Μια βραδυά δύο συντρόφοι. Δύο βραδυές τέσσερες συντρόφοι. Τρεις βραδυές έξι συντρόφοι. Και τελευταίος εγώ, απόσωσε αχνός σαν την άχνα. Έτσι μου είπε.

Σαν τους αμερικανούς τό ‘μοιασα, όταν σκαρώνανε «τον πόλεμο των άστρων», συλλογίστηκε πικρόχολα. Θα ιδούμε στο τελεβίζιο όλο τον πλανήτη να γίνεται παρανάλωμα του πυρός, θα ευφρανθεί η ψυχή μας θέαμα, θα φωνάξουμε: ωραία! κι ύστερα θα πεθάνουμε κι εμείς. Τελευταίοι και με εικόνα.

Τότες ήρθε ο καιρός, για να μπει στο μυαλό του η Αθηνά. Ο καιρός, με την έννοια που το λέγανε οι έλληνες. Η κατάλληλη στιγμή, που αλλίμονό σου αν την αφήκεις και προσπεράσει.

Γιατί βρέθηκε σ’ εκείνη την πίεση, που έπρεπε να συμπιεστεί το ασυμπίεστο. Να στιφτεί το μάρμαρο.

Έτσι άρχισε ο μεγάλος αγώνας του Οδυσσέα. Ο μεγάλος αγώνας, ο Kampf, η μια από τις τέσσερες οριακές καταστάσεις του ανθρώπου, που λένε στη Φιλοσοφία της Ύπαρξης. Αλλά μήπως δεν το λέει κι ο Πλάτων; Ένθα δη πόνος τε και αγών έσχατος ψυχή πρόκειται.

Το μυαλό του εγίνηκε εκείνη η χιονοστιβάδα από τα δέκα χιλιάδες άρματα του Κόνιεφ και του Ζούκωφ, που εκατέβαιναν και ισοπέδωναν τα όρη.

Κουβαλάει το δυνατό κρασί από τα ασκιά・ μεθάει κουνουπίδι τον Κύκλωπα. περιμένει να βουλιάξει στον υδράργυρο του ύπνου. ξύνει με το μπαλταδάκι κοφτερά τη μύτη του παλουκιού・ τι παλούκι, δηλαδή, αυτό ήταν ολόκληρο κατάρτι. και ύστερα το καίει στη φωτιά.

Κι όταν ο Πολύφημος ξερνοβολά και ροχαλίζει, σα να κατρακυλάνε στη ροβόλα δέντρα ξερριζωμένα και χαλικωσιές, του το μπήγει στο μάτι μ' ένα ουααά! που το παλούκι έφτασε ως το μυαλό. Έτσι έκαμε τον κόκλη καίκο. Το μονόφθαλμο τυφλό.

Άχνιζε και καιγότανε και τσιτσίριζε το ξύλο και η σάρκα. Και η γλήνα του ασπραδιού περέχυνε ολάκερη την προσκαμουσιά του ανθρωποφάγου.

Ακκούμπησε στην άκρη της σπηλιάς ξεπνοημένος.

- Ούτε για να κυριέψω την Τροία δεν ίδρωσα τόσο! απόσωσε.

Και σαν μέρωσε η μέρα και χάραξε η αυγή, γατζώνεται αυτός και το κάθε συντρόφι ένα κριάρι στην κοιλιά, και ξαναβγαίνουν στο φως από τη γούφα της φοβερής κλεισμάρας. Σα να ξαναβγήκαν από την κόλαση. Όπως θα ιστορήσει σε μια παρακατιανή ραψωδία, τη Νέκυια.

Ο Κύκλωπας σκούζει, τινάζεται, βλαστημά, σπαρταράει. Χτυπιέται και παραγουλιάζεται απάνω στους βράχους, σαν ένα πελώριο χταπόδι, που μόνο ο πατέρας του με την τρίαινα θα δύνοταν να καμακώσει.

Ο Οδυσσέας δύο λιθοπέτια μακρυά, καβάλα στο καράβι του, σα νά 'τανε καβάλα στην ευνή της Κίρκης, γυρίζει και κοιτάει στο νησί. Βλέπει το μόστρο να ασπαίρεται, και με τις οιμωγές και τις βλαστήμιες του να ξεγδέρνει στα τυφλά τους δεκαέξι αέρηδες. Βάζει τότε τις δύο απαλάμες στο στόμα χωνί, και του φωνάζει.

- Εεεέ, Πολύφημε. Άτσαλε και χάχα! Αν σε ρωτήσουνε ποτές, ποιος σου πούλησε την άγρια τυφλομάρα στο φεγγί σου, που ένα τό 'χες και κείνο όρτσα, να τους ειπείς ο Οδυσσέας. Ο γιος του Λαέρτη. Ο καστροκαταλύτης...

Κύκλωψ, αι κέν τίς σε καταθνητών ανθρώπων
οφθαλμού είρηται αεικελίην αλαωτύν
φάσθαι Οδυσσήα πτολιπόρθιον εξαλαώσαι.


Την περιπέτεια την άρχισε ο Κανένας και την ετελείωσε ο Οδυσσέας. Η ιστορία αυτή στο νησί του Κύκλωπα είναι η ζωή του καθένα μας. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο κάθε άνθρωπος του μέλεται να ζήσει τη δική του Κυκλώπεια. Είτε στο ρόλο του Οδυσσέα, είτε στο ρόλο των συντρόφων. Όχι βέβαια του Κύκλωπα. Γιατί ο Κύκλωπας είναι ο λόγος της φύσης και ο ορισμός της μοίρας μας.

Ξεκινάμε τη ζωή μας ανυπόστατοι, αδοκίμαστοι, ανύπαρκτοι, ανώνυμοι. Ξεκινάμε μέσα στην οντολογική λήθη, και μέσα στην αδιαφανή ομίχλη της μέριμνας. Αυτή μας παλεύει, να μη δέσουμε δεσμούς συναγωγούς φιλίας με τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξης μας. Ο καθένας μας ξεκινά με το όνομα Κ α ν έ ν α ς.

Αν ξεφύγουμε ετούτη την πανίσχυρη βαρυτική δύναμη, που μας τη φόρτωσαν οι θεοί, ο Δίας η Μέριμνα η Γη, φενάκη και δόλωμα, για να μη νιώθουμε άκοπα και χάρισμα το πολύτιμο νόημα της ίδιας της ζωής μας・ αν φτάσουμε να πληρώσουμε το ακριβό λύτρο που αξιώνει η φύση και η ουσία της ανθρώπινης μοίρας μας・ αν αλλάξουμε το μουσικό μας τρόπο, πηδώντας από τον απλοϊκά υποστασιακό στον αυθεντικά υπαρκτικό άνθρωπο, από τη φλογέρα του βοσκού στο φλάουτο του Μότσαρτ (Zauberflote), από το Man στην Existenz, από το Ούτις στο Οδυσσέας・ αν γίνει να κινήσουμε λειτουργικά τη διαλεκτική μας σχέση με το πρόβλημα της ουσίας και του βάθους της ζωής μας・ αν περπατήσουμε το βραχύ μας βίο έξυπνοι και εγρήγοροι, και όχι κοιμισμένοι και νεκροί που σαλαγιούνται σαν πρόβατα στο Γιοφύρι της Λόντρας ή στην οδό Πανεπιστημίου,
τότες έχουμε νικήσει το φοβερό Κύκλωπα και τη φυλακή της σπηλιάς του. Ελαξουργήσαμε την άμορφη και άσχημη πέτρα του Κανένας, και μέσα από το σκοτάδι της ανεβάσαμε στο φως τον άνθρωπο με όνομα. Ένα άγαλμα ορατό και ωραίο ωσάν το Δορυφόρο του Πολύκλειτου.

Ποιοι είναι οι σύντροφοι του Οδυσσέα; Είναι εκείνοι που ο καθένας τους είναι ένας Κανένας, και Κανένας θα μείνει. Μας είναι και θα μας μείνουν τόσο άφαντοι και άγνωστοι όσο και οι κάτοικοι του Λάγκος και της Μοζαμβίκης σήμερα, ή οι κάτοικοι της Σκυθίας και της Βαιτικής εχθές.

Οι σύντροφοι του Οδυσσέα είναι κάποιοι «ομογενείς», κατά την πονεμένη έκφραση του Μυριβήλη, που έζησαν στο χωριό και στον καιρό του Σολωμού, του Καποδίστρια, του Βενιζέλου, του Καβάφη, και όποιου άλλου μεγάλου και τιμημένα επώνυμου. Είναι οι χιλιάδες και μυριάδες άνθρωποι που έζησαν και βουλιάξανε άγνωστοι και ανώνυμοι για μας στην άπειρη λήθη του σύμπαντος.

Όμοια, όπως εβούλιαξε ο παπούς του παπού μου και η γιαγιά της γιαγιάς μου. Γνωρίζεις, τίμιε αναγνώστη, να μου ειπείς ποιο ήταν το όνομα της γιαγιάς της γιαγιάς σου; Την εσκέφθηκες ποτέ σου έστω και μία φορά; Που ημπορεί να ήταν έμορφη, σαν τη Μπαλατσινού! Πού το ξέρεις;

Ο Σολωμός όμως και ο Κολοκοτρώνης, ο Βενιζέλος ο Κάλβος, και οι άλλοι μεγάλοι και τίμιοι επώνυμοι είναι ο Κανένας που ενίκησε τον κύκλωπα της Μέριμνας, και καταστάθηκε να γίνει ο ένας με τ’ όνομα.

Είναι οι άνθρωποι, που, ένας ένας στο πόστο του, εκάμανε τον αγώνα και ζήσανε την αγωνία, που έκαμε και έζησε στην αρχή της Κυκλώπειας ο Κανένας, για να γίνει στο τέλος ο Οδυσσέας.

Δρόμος, ε!

Από τη Γκέμμα του Δημήτρη Λιαντίνη, κεφάλαιο Κυκλώπεια, σελ. 96 - 101

Η τριπλή αυτή αναφορά στην Κυκλώπεια του Δημήτρη Λιαντίνη, μέσα από το ανέκδοτο κείμενο που δημοσιεύσαμε στην αρχή, το βίντεο με το απόσπασμα της διάλεξής τους και το απόσπασμα από το βιβλίο του "Γκέμμα", επιτρέπει στους μελετητές του έργου και της φιλοσοφίας του όχι μόνο να μελετήσουν την ίδια την Κυκλώπεια μέσα από πολλούς δρόμους, μα και τον ίδιο το δημιουργό Λιαντίνη.

Ξέρουμε ότι πολλοί άνθρωποι που έχουν γοητευτεί από το Λιαντίνη περιορίζονται να τον προσεγγίζουν μέσα από διάφορα βίντεο που έχουν κατακλύσει το διαδίκτυο. Αυτό από μόνο του δεν είναι κακό. Ειδικά όταν ο Λιαντίνης ανάμεσα στα άλλα του χαρίσματα ήταν διέθετε και απαράμιλλη ρητορική δεινότητα αλλά και "σκηνική" παρουσία αντάξια μεγάλου ηθοποιού. Αν όμως μείνει κάποιος στα βίντεο και μόνο, θα χαραμίσει το συγγραφέα και το στοχαστή. Καθαρές κουβέντες, είτε αρέσουν σε κάποιους, είτε όχι. Αλλιώς να αρχίσουμε να στενοχωριόμαστε που ο Λιαντίνης τελικά δεν πήγε στην Αμέρικα, να συναντήσει τον αδερφό του, και έχασε το Χόλιγουντ έναν ακόμη πρωταγωνιστή...

Ο Λιαντίνης, θυμίζω, προτίμησε να πάει στη Γερμανία. Και να περπατήσει στους δρόμους του Νίτσε. Να σκαρφαλώσει στις δικές του κορφούλες και να αλώσει τα κάστρα του... Έτσι το θέλησε η δική του Οδύσσεια. Και βρίσκω μάλιστα αφορμή εδώ να τονίσω πως το απόσπασμα από το ανέκδοτο έργο του για την Κυκλώπεια, ανέβηκε στο φόρουμ με τον τίτλο:

ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ: Νάξερες τι Οδυσσέας είμαι εγώ Λου μου!


Η φράση "Νάξερες τι Οδυσσέας είμαι εγώ, Λου μου!" έχει προέλευση τις μαρτυρίες για την προσωπική ζωή του Λιαντίνη και είναι μια φράση που αρεσκόταν να λέγει και να επαναλαμβάνει στη γυναίκα του, τη Λου του.

Ο Λιαντίνης όμως δεν ήταν μόνο Οδυσσέας αλλά και κατ' επανάληψη στο έργο του μας μυεί για το ποιος είναι ο Οδυσσέας. Βρίσκει αφορμή σε όλα σχεδόν τα βιβλία του να το κάνει. Στη Γκέμμα βέβαια του αφιερώνει ολόκληρα κεφάλαια μα δεν είναι λίγα όσα γράφει και στο Νηφομανή. Αν δεν τα διαβάσεις όλα αυτά, και δε σεβαστείς την οδηγία του Λιαντίνη για μελέτη από το Άγιο Πρωτότυπο και μάλιστα από εξώφυλλο σε εξώφυλλο, είναι αδύνατον να προσεγγίσεις πραγματικά το Λιαντίνη. Μένεις ένας άτσαλος και χάχας οπαδός και ενίοτε κολλάς και το μικρόβιο να τον μιμείσαι. Το μικρόβιο που ο ίδιος ο Λιαντίνης του είχε δώσει και όνομα: "Λιαντινίαση".

Και ξέρω δυστυχώς ανθρώπους που έχουν υποστεί βαριά προσβολή από Λιαντινίαση. Σε σημείο που να κουνάνε τα χέρια τους σαν το Λιαντίνη, να αλλάζουν το ηχόχρωμα της φωνής τους, να αναζητούν ως και τι τσιγάρα κάπνιζε ο Λιαντίνης να καπνίσουν κι εκείνοι τα ίδια. Μάλιστα κάποτε γνώρισα και κάποιον που το έλεγε και το εννοούσε ότι είναι ο γιος του Λιαντίνη! Τρελά πράγματα που άλλο να τα διαβάζεις και άλλο να τα βλέπεις και να τα ακούς.

Προσοχή, αγαπητοί μου φίλοι. Προσοχή στον επίλογο της Κυκλώπειας. Εκεί που ο Δάσκαλος μιλάει για τους συντρόφους του Οδυσσέα. Ο Λιαντίνης ποτέ δε ζήτησε από "κανέναν" να γίνει Λιαντίνης, να γίνει έστω οπαδός του. Ακριβώς το αντίθετο μας άφησε, ακολουθώντας το παράδειγμα του Νίτσε. Το δικό μας δρόμο να ακολουθήσουμε ο καθένας. Και στο μέτρο που μας τάχθηκε και στο πόστο που μας ορίστηκε να γίνουμε από κανένας άνθρωπος με όνομα. Αυτός είναι ο δρόμος. Ο δρόμος του Λιαντίνη. Η προσωπική Κυκλώπεια για κάθε άνθρωπο που θέλει να ξεφύγει το τέρας...

Επιπλέον, να το πούμε κι αυτό, δε ζήτησε ο Λιαντίνης από κανέναν να ασχοληθεί με το πώς πέθανε ο Λιαντίνης, αν αυτοκτόνησε και άλλα αστυνομικά, ιατροδικαστικά και "αγκαθακριστικά" έργα. Με το δικό μας προσωπικό θάνατο να ασχοληθούμε! αυτό λέγει ο Λιαντίνης πως αποτελεί και συνιστά φιλοσοφία. Μπορούμε; Αντέχουμε να το κάνουμε; Ή είναι πιο εύκολο και διασκεδαστικό να το παίζουμε Ηρακλής Πουαρό; Κι έχω την εντύπωση πως ο πονηρός Λάκων αυτό ήθελε και αυτό να προειδοποιήσει με την αναφορά στο τελευταίο γράμμα στο παιδί του για κάποιον Ηρακλή... Ήξερε ο Λιαντίνης τι θα επακολουθήσει. Πώς θα τρέχουν ξωπίσω του διάφοροι να αποδείξουν ετούτο και το άλλο. Κι ας έγραψε ο ίδιος στη Γκέμμα πως "Αίνιγμα και Δώρο" θα μείνει η εξαφάνισή του.

Κι ως πραγματικός Οδυσσέας πήρε τα μέτρα του. Τα στρατηγήματά του, όπως τα αποκαλούσε. Να μην τον καταπιεί η αβυσσαλέα και άρρωστη περιέργεια του όχλου. Να απομακρύνει όλους εκείνους που ουδεμία σχέση είχαν με τη δική του φιλοσοφία και μόνο ζημιά μπορούσαν να κάνουν στη διάδοση της αλήθειας του έργου του. Χαρακτηριστικό το απόσπασμα από τη Γκέμμα που αναφέρεται στον Ιησού και τους χριστιανούς. Θυμάστε τι λέγει εκεί ο ίδιος ο Ιησούς στους οπαδούς του; Ε, λοιπόν, ο Λιαντίνης είναι εκεί που μιλά. Και τα λέει προς τον καθένα που θα θελήσει να το παίξει οπαδός του Λιαντίνη. Προσοχή, ξαναλέω, μην αυτοθέλητα βρεθείτε στη θέση να σας αφορούν κι εσάς αυτά του τα λόγια.

Τι λέγει εκεί ο Ιησούς δια χειρός Λιαντίνη; Όποιος θέλει να ακολουθήσει το δρόμο του, να φορτωθεί το δικό του σταυρό. Άλλο πέρασμα δεν υπάρχει! Τα ίδια δηλαδή που διδάσκει και η Κυκλώπεια. Να πάψεις να είσαι σύντροφος και να γίνεις ο ίδιος Οδυσσέας. Αλλιώς Ιθάκη δε φτάνεις.

Και εν αρχή ην η πράξις. Βασική αρχή και αυτό στη φιλοσοφία Λιαντίνη:

"Η Κυκλώπεια μας παραγγέλνει πως η κάθε μας πράξη είναι μια επιχείρηση μέχρι θανάτου. Πως κάθε φορά που ξεκινάμε ένα έργο, γίνεται ο καθένας κι από ένας μικρός δόκιμος ήρωας. Ένας πυγμαίος Ηρακλής, αλλά Ηρακλής. Και κυρίως αυτό, πως πριν την πράξη δεν υπάρχουμε."

Μόνο που πράξις δεν είναι να ξαπλώνεις μπροστά στον υπολογιστή και να βλέπεις βίντεο του Λιαντίνη... Ούτε καν να μελετάς τα βιβλία του από εξώφυλλο σε εξώφυλλο. Πράξη θα πει η ίδια η ζωή σου, η στάση ολόκληρη, να αλλάξει. Να ακολουθήσει εκείνο το τετράπτυχο των Ελληνικών, την αλήθεια της φύσης, την ηθική της γνώσης, την αποθέωσης της εμορφιάς και κυρίως τούτο: την αγάπη στον άνθρωπο...

Αυτό είναι το δικό μας μήνυμα των "χριστουγέννων". Η γέννηση του αληθινού εαυτού μας, η γέννηση του νέου ανθρώπου. Η έξοδος από τη σπηλιά του Πολύφημου. Και από το σκοτάδι στο φως.

Καλά ταξίδια λοιπόν σας ευχόμαστε με το νέο χρόνο. Γεμάτα περιπέτεις, γεμάτα γνώσεις. Με αρετή και εντιμότητα. Θυσιάζοντας στην εμορφιά και υπηρετώντας τον άνθρωπο. Πώς αλλιώς;

ΤΟ ΠΥΡ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ


Με αφορμή την προηγούμενη ανάρτηση, Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ κάναμε μια μικρή ανασκόπηση στο θέμα της καύσης που ο Δάσκαλος σε αρκετά σημεία του έργου του ύμνησε. Της καύσης των νεκρών κυριολεκτικά αλλά και της καύσης μεταφορικά και συμβολικά.

Θυμίζουμε και ένα άρθρο του που πριν από καιρό αναρτήσαμε:

ΑΙΣΘΗΤΙΚΟ ΑΙΤΗΜΑ Η ΚΑΥΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

"Εν αρχή ην η ομορφιά. Τούτη την πρόταση, που έχει λόγο Θεογονίας και Γένεσης, ο Ντοστογιέβσκι, καθώς είναι γνωστό, στον Ηλίθιό του την έντυσε μ' ένα χιτώνα αθανασίας: η εμορφιά θα σώσει τον κόσμο, είπε.

Βέβαια εδώ, στη χώρα του Θανάτου δηλαδή, ο κόσμος δεν σώζεται αλλά χάνεται. Γιατί ο θάνατος είναι το τέλος και η κατάλυση. Ο Θάνατος είναι η επιστροφή "εις το μεγάλο Τίποτε", όπως λέει και κλαίει ο Καβάφης μαζί με "Τα Άλογα του Αχιλλέως".

Κατά ποία έννοια λοιπόν η καύση των νεκρών μπορεί να 'ναι φαινόμενο αισθητικό; Πώς μέσα σ' αυτή την πράξη ημπορούμε να δούμε την εμορφιά, την εντιμότητα, την ανδρεία, και τη σοφία της απλής γνώσης; Η απόκριση στο ερώτημα είναι δύσκολη και σκοτεινή. Όσο σκοτεινός είναι και ο ίδιος ο Θάνατος. Ωστόσο η απόκριση είναι και απλή. Όσο απλός και βέβαιος είναι και ο ίδιος ο Θάνατος. Όλοι γνωρίζουμε πως σε κάποια στροφή ο θάνατος μάς έχει το αδυσώπητο στρατοκαρτέρι του στημένο.

Η απόκριση λοιπόν είναι απλή, γιατί η φλόγα είναι έμορφο πράγμα. Πρώτα είναι μια δράση δημιουργική. Και ύστερα είναι μια αντίδραση αγνιστική και καθαρτήρια.

Η φωτιά, λένε οι αστροφυσικοί, γέννησε το σύμπαν. Μέσα στο χάος σε μια έκρηξη πρώτη τινάχτηκε η πρώτη ενέργεια που είχε θερμοκρασία τρισεκατομμυρίων βαθμών Κελσίου. Η ενέργεια αυτή άρχισε να μικραίνει και να ψύχεται. Ταυτόχρονα όμως άρχισε να απλώνεται σχηματίζοντας τους γαλαξίες, τους νεφελοειδείς, τα συστήματα, τους αστέρες, τους πλανήτες, τα ψάρια, τα πετεινά και τα Πρωτεύοντα. Σήμερα η φλόγα εκείνη ξέπεσε στα δεκαοχτώ εκατομμύρια βαθμούς Κελσίου στον πυρήνα του ήλιου μας.

Οι ίδιοι επιστήμονες μάς λένε ότι μέσα από μια ανάλογη κατακαμίνεψη θα περάσουν ένας ένας οι αστέρες καθώς θα καταρρέουν. Προτού ένας αστέρας ξεπέσει στη "μελανή οπή" ή στο "λευκό νάνο", προτού δηλαδή γίνει ένα αστρικό πτώμα, θα διαλυθεί μέσα στο κατάφλογο λιώσιμο μιας τρομερής έκρηξης. Οι υπερκαινοφανείς, καθώς λένε.

Και στις δύο περιπτώσεις, στην κοσμική δημιουργία και στον κοσμικό αφανισμό, από αισθητική άποψη έχουμε μια δήλωση του Υπέροχου. Και το Υπέροχο είναι η ανώτερη κατηγορία του ωραίου, όπως δίδαξε ο Καντ.

Το υπέροχο είναι η άλαλη εμορφιά του κεραυνού, της καταιγίδας, της τρικυμίας, του σεισμού, των ηφαιστείων, του έρωτα και του θανάτου. Καταστάσεις ορίων. Εδώ η εμορφιά σκοτώνει.

Η υπεροχή της φωτιάς απέναντι στο νερό και το χώμα. Η υπεροχή της διάλυσης του σώματος μέσα σ' ένα καταποτήρα αστραπής σε σύγκριση με το σάπισμα και την αποσύνθεση. Η υπεροχή ενός αιθέριου και ταχύτατου ατμισμού της ύλης απέναντι στην αργή δυσοσμία, στην κατακάκωση και στον εξευτελισμό της φτωχής μας σάρκας στις χώρες των σκουληκιών και των μικροβίων, είναι αυταπόδεικτη και ψηλαφητή. Αποστρέφεται κάθε συνηγορία.

Η θέσπιση και στη χώρα μας της προαιρετικής καύσης των νεκρών είναι πολλά άλλα. Κοντά σε τούτα είναι και αίτημα αισθητικό. Και επειδή τη θεωρία την κατακυρώνει το πείραμα μόνο, έχω να δώσω και την πειραματική μου απόδειξη.

Έχουμε δύο Έλληνες καλλιτέχνες πρώτου βαθμού. Είναι γνωστοί στις θάλασσες και στις ηπείρους της Γης περισσότερο και από τα δύο Νόμπελ της ποίησής μας. Είναι η Μαρία Κάλλας και ο Δημήτρης Μητρόπουλος. Και οι δύο ζητήσανε, περνώντας το αγνό καταλυτήριο της φλόγας, να γίνει το σώμα τους τέφρα. Σύμπτωση; Ίσως. Ωστόσο η τελευταία τους θέληση ήταν μια ομολογία θεωρίας και πράξης. Ήταν η μουσική Συμφωνία της εμορφιάς και του θανάτου."

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 22/12/89

Τέτοιες αναστροφές στο δικό του λόγο δεν μπορεί παρά να οδηγούν σε τεράστιες απορίες για τον πραγματικό Λιαντίνη... Ήταν ο Λιαντίνης εκείνος ο σκελετός που βρέθηκε στην τελική φάση της αποσύνθεσης στην κορυφή του Ταϋγέτου στις 5 Ιουλίου του 2005; Αυτός ο ίδιος που ύμνησε την καύση των νεκρών και την "υπεροχή της φωτιάς απέναντι στο νερό και το χώμα. Την υπεροχή της διάλυσης του σώματος μέσα σ' ένα καταποτήρα αστραπής σε σύγκριση με το σάπισμα και την αποσύνθεση;" Πώς τότε επέλεξε για τον εαυτό του ακριβώς το σάπισμα και την αποσύνθεση;

Μίλησε για "την υπεροχή ενός αιθέριου και ταχύτατου ατμισμού της ύλης απέναντι στην αργή δυσοσμία, στην κατακάκωση και στον εξευτελισμό της φτωχής μας σάρκας στις χώρες των σκουληκιών και των μικροβίων" και όμως σ' αυτό τον εξευτελισμό παρέδωσε και τη δική του σάρκα;

Κι έχουμε πια παράλληλα την προσωπική του επιστολή στις 20/1/1997 όπου ρητά αναφέρει και χρόνο που θα τον κάψει η αγαπημένη του, "Η κυρία του, το κερί και η λαμπάδα του", προσφωνήσεις που ο ίδιος ερμηνεύει με το: "Μια και θα με κάψεις". Σε δεκαεφτά χρόνια, γράφει λίγο παρακάτω...

Ο Λιαντίνης όμως σε λιγότερο από δύο χρόνια από εκείνη την επιστολή έφυγε και χάθηκε. Τι άλλαξε; Ή μήπως όχι; Μήπως ήταν εξαρχής έτσι σχεδιασμένο; Να φύγει και να χαθεί, να πορευτεί τον ακριβό θάνατο του Οιδίποδα, όπως ανέφερε στο τελευταίο του γράμμα; Εκεί που έγραφε και το:

"Αν όμως δεν αντέξω να υψωθώ στην ανδρεία που αξιώνει αυτός ο τρόπος, και ευρεθεί ο νεκρός μου σε τόπο όχι ασφαλή, να φροντίσεις με τη μανούλα και το Διγενή, να τον κάψετε σε ένα αποτεφρωτήριο της Ευρώπης."

Δίπλα όμως στις προσωπικές τούτες επιστολές έχουμε και τις συχνές καταθέσεις προς τους μαθητές του για το ίδιο ζήτημα. Χαρακτηριστικό απόσπασμα εκείνο που συμπεριλάβαμε στο βίντεο. Εκεί και τον ακούμε να λέει κάτι που συχνά συνήθιζε:

"Υπάρχει κάτι πιο σπουδαίο (από το να κάψεις τα χειρόγραφά σου). Να κάψεις τον ίδιο σου τον εαυτό."

Διχάζουν και προβληματίζουν όλες αυτές οι αναφορές του. Ποια λύση τελικά επέλεξε; Αίνιγμα μας το άφησε και αυτό...

Ή μήπως η απάντηση είναι:

"αυταπόδεικτη και ψηλαφητή και αποστρέφεται κάθε συνηγορία";


Η λύση του αινίγματος ίσως πεισματικά να κρύβεται στο παρακάτω κείμενο του Δημήτρη Λιαντίνη που χτες μόλις είδε το φως της δημοσιότητας:

ΚΥΚΛΩΠΕΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΥΚΛΩΠΕΙΑ ΤΗΣ ΓΚΕΜΜΑΣ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ

"(Ανέκδοτο κείμενο)

Η όποια ανθρώπινη πράξη, το να κοσμήσει λογουχάρη ο Φειδίας τον Παρθενώνα, το να πολεμήσει ο Καραϊσκάκης στην Αράχωβα, το να γράψει την Κλειώ ο Ηρόδοτος ή να ανακαλύψει ο Γαλιλαίος το δορυφόρο Γανυμήδη στον πλανήτη Δία, είναι και μια κυκλώπεια νικητήρια. Είναι μια δοκιμασία της ανθρώπινης ύπαρξης σοβαρή και άγρια μέχρι θανάτου.

Αν επιτύχουμε, έχει καλώς. Γιατί στην επίθεση σταθήκαμε, και δε μας πήραν τα πίσω. Καταπαλαίψαμε τον Πολύφημο. Εσώσαμε να επιβιώσουμε πάλι. Και ετοιμαζόμαστε για το καινούργιο μελλούμενο. Το σκοτεινό και το άσπονδο.

Αν όμως αποτύχουμε κακώς. Γιατί δύο δύο πηγαίνουμε σαν τους άτυχους συντρόφους του Οδυσσέα στον Άδη. Το τέρας μας καταπίνει. Κι απέ, κάθεται και ξερνά τα κομμάτια μας μέσα σε μεθύσι τυφλό, σε χολή και σε ρεψίματα. Τα ξερατά του Πολύφημου είναι αυτό που το λέμε αλλιώς: το εντάφιο πανηγύρι των σκουλήκων. Ωσάν αποθάνετε, έχετε ζητήσει να σας κάψουν, για να μη σας ξεράσει ο Κύκλωπας.

Η Κυκλώπεια μας παραγγέλνει πως η κάθε μας πράξη είναι μια επιχείρηση μέχρι θανάτου. Πως κάθε φορά που ξεκινάμε ένα έργο, γίνεται ο καθένας κι από ένας μικρός δόκιμος ήρωας. Ένας πυγμαίος Ηρακλής, αλλά Ηρακλής. Και κυρίως αυτό, πως πριν την πράξη δεν υπάρχουμε.
............................................................................................................................

Όταν όμως αδράξουμε κρατερά στα χέρια το προσωπικό μας δράμα˙ όταν η εξυπνάδα και η φρόνηση κρατήσουν στους όρους του παιγνιδιού˙ όταν σταθούμε στα σύνορα του ανθρώπινου μέτρου με γνώση και με πειθαρχία και με εμμονή και με κόπο, τότε θα γίνει ο τρόπος να φτάσουμε στο νικητήριο τέλος. Και εκείνη είναι η στιγμή που ιδρύσαμε τον εαυτό μας.

Η παρουσία μας δηλαδή μέσα στον καιρό και στον κόπο γίνεται πράμα στέρεο. Εκεί που πρώτα ήταν διανόημα, αφάνεια, και αγέρας. Τώρα αποχτάμε το όνομα. Η πράξη μας δημιουργεί, και η πράξη μας ονομάζει.

Ο Οδυσσέας αναμετρήθηκε με τον Κύκλωπα. Και σαν αφήκε πίσω του την εμπειρία της θανάσιμης δοκιμασίας, είδε να ανεβαίνει μπροστά του το ουράνιο τόξο της νίκης. Να ρίχνει τα θεμέλια της στα νερά, και να στεφανώνει το θαλασσινό ταξίδι του. Ο ήρωας ντυμένος τα κόκκινα περνά από κάτου, σαν από αψίδα θριάμβου. Είναι η στιγμή που ημπορεί να φωνάξει το όνομά του. Τώρα το αποκτά φυσικά και αναγκαία. Το δημιούργημα, η πράξη του, όπως η πεδιάδα έχτισε τον Όλυμπο, και η θάλασσα γέννησε την Κρήτη.

Έι Πολύφημε, άτσαλε και χάχα,
αν ποτέ σε ρωτήσουνε ποτές ποιος σε τύφλωσε,
να ειπείς ο Οδυσσέας. Ο καστροκαταλύτης."

________________

  • ΣΗΜΕΙΩΣΗ 14/2/2010: Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ. Ημερομηνία αρχικής ανάρτησης: 3/12/2008. Από την ανάρτηση αυτή κρατάμε ως ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο στην πορεία της αναζήτησης της λύσης του αινίγματος του Δημήτρη Λιαντίνη εκείνη τη φράση για την Κυκλώπεια, που μας παραγγέλνει ότι κάθε μας πράξη είναι μια επιχείρηση μέχρι θανάτου... Και με τη φράση αυτή ξαναγυρνάμε στο τελευταίο γράμμα του Λιαντίνη, εκείνο που αρχίζει με τα εξής:

"Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα- βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης.

Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρό είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο Γαλάζιο διαμάντι. [...]

Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι αυτο το έγκλημα με σκοτώνει."

Μπορούμε τώρα πια εκείνο το "πεθαίνω" - συνοδευμένο και από τη λέξη "πράξη" - να μην το διαβάζουμε πολύ πιο υποψιασμένοι από την αρχική μας ευκολοπιστία της κυριολεκτικής σημασίας;

Ο Λιαντίνης διαβάζει Λιαντίνη (απόσπασμα από τη Γκέμμα)

Ηχογραφημένο απόσπασμα διδασκαλίας του Λιαντίνη στο Μαράσλειο και συγκεκριμένα ανάγνωση από τον ίδιο μιας σελίδας από τη Νέκυια της Γκέμμας:

Όλα αυτά είναι ό,τι είδε ο ποιητής στα έγκατα πάθη της ανθρώπινης φύσης. Οι νάρκες και τα ναρκωτικά, τα δηλητήρια και τα φαρμάκια που δίνουν και παίρνουν ακατασίγαστα, και γιομίζουν τις μέρες και την αγορά των ανθρώπων.

Είναι τα παραπατήματα, οι πλημμέλειες, οι κακουργίες που μας κυκλώνουν άλλοτε σαν σκοτεινές επιφορές και προθέσεις, και άλλοτε σαν άγριοι επιτελεσμοί. Έτσι βλέπει ο ποιητής το πολυκέφαλο θρέμμα που κρύβει μέσα του ο καθένας μας. Βλέπει και στοχάζεται, και απορεί και τρομάζει. Απελπίζεται, και κλαίει και περιγράφει.

Περιγράφει την κτηνωδία και ξεσυνερίζεται την απανθρωπιά. Τα ψεύδη και την υποκρισία να προσκυνιούνται τις Κυριακές στους ναούς. Τη χαιρεκακία και το φθόνο να δικάζουνε τους αναίτιους. Την πλάνη και τη δεισιδαιμονία καθισμένες στο θρόνο. Ζωγραφίζει την αλαζονεία στα ψηλά και στους εξώστες. Τη φιληδονία να βγαίνει περίπατο με τη μαϊμού και τον κόκκινο πρωκτό της. Τον αισχρό εγωισμό τον κουφόηχο και τη φιλαυτία μπροστάρηδες στο δρόμο. Την αμάθεια γενική οικονόμο στο σπίτι και στο βουλευτήριο. Και την προδοσία του ψωμοπάτη. Την ξετσιπωσιά, τη σιμωνία, τη λαιμαργία, την ασωτεία, τους μισερούς, τους κίβδηλους, τους κόλακες, την ακαλαίσθητη αηδία και ταραχή από νεόπλουτους και «μορφωμένους».

Πάπες, πατριάρχες, καρδινάλιοι, ηγεμόνες, πρίγκιπες, βασιλιάδες, σύμβουλοι κρατικοί, αξιωματούχοι, εμπόροι, καλαμαράδες, διοικητικοί, στρατιώτες, ο απλός κοσμάκης. Όλοι συνωθούνται και κατακρούονται, χορεύουν, τραγουδούν, βιάζουνται, σκούζουν, βρίζουνται, μαχαιρώνουνται, γελούν, συνουσιάζουνται στο αλκοολικό πανηγύρι του κόσμου. Καθώς τους τυλίγει σαν τεράστιο χταπόδι η νύχτα της Κόλασης με τις ρίζες, τους ιστούς, και τους λώρους ενός πόνου που δεν έχει πέρας.

ΓΚΕΜΜΑ, σελ. 190



(Ο ποιητής που αναφέρεται στο απόσπασμα είναι ο Δάντης,

πολυαγαπημένος ποιητής για το Λιαντίνη)

Βίντεο με τη μαρτυρία του ανθρώπου που ανέβασε το Λιαντίνη στο καταφύγιο του Ταϋγέτου





Ο άνθρωπος που ανέβασε το Δημήτρη Λιαντίνη στον Ταΰγετο την 1η Ιουνίου 1998, ο ταξιτζής Κωνσταντίνος Τσούνης, περιγράφει τη διαδρομή που έκαναν από τη Σπάρτη ως το καταφύγιο.


Τη συνέντευξη παρακολουθεί η σύζυγος του Δημήτρη Λιαντίνη, κ. Νικολίτσα Γεωργοπούλου και παρεμβαίνει προσθέτοντας σημαντικές λεπτομέρειες.

Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα