ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Υπό τον όρο ότι θα επιβληθεί πρώτα στους ενήλικες...

"Αυτή τη γνώση θα την ενσταλάξει η αγωγή στους νέους, μόνο υπό τον όρο ότι θα επιβληθεί πρώτα στους ενήλικες σαν νέα κατανόηση.

Γιατί οι ενήλικες έχοντας απολέσει ολοτελώς τους, όσο πιο άκρατους τόσο και πιο σωστικούς, τύπους της πολυσέβαστης ανάγκης, έχουν εκτρέψει από την αρχή την αγωγή των νέων σε μορφές ασύμφωνες προς τα φυσικά υποδείγματα. Με τη δίκαιη συνέπεια η παιδεία μας να διακονεί σήμερα το μοντέλο της οντολογικής απάτης και της ηθικής υποκρισίας."

ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ - HOMO EDUCANDUS, σελ. 22

Όπως ο ήλιος λάμπει επί δικαίων και αδίκων, επί φτωχών και πλουσίων, επί φυτών και ζώων και ανθρώπων και πάνω από ολόκληρη την πλάση, όμοια και ο λόγος του Λιαντίνη προσλαμβάνεται από τον καθένα που τον προσεγγίζει και μετατρέπεται σε χίλιες δυο μορφές. Και δικαίωμα του καθενός να επιλέξει τον τρόπο. Ανάλογα βέβαια και με τις δυνατότητές του.

Για μας όμως, τους μαθητές του, που είμαστε στην πλειοψηφία μας εκπαιδευτικοί, δεν μπορεί παρά να μπαίνει επιτακτικά το καθήκον μιας μικρής φράσης από το Homo Educandus:

Υπό τον όρο ότι θα επιβληθεί πρώτα στους ενήλικες...

Η νέα αγωγή θα επιβληθεί. Η αγωγή που εισηγήθηκε ο Δημήτρης Λιαντίνης, κύρια στο βιβλίο του: Homo Educandus - Φιλοσοφία της Αγωγής.

Πώς όμως; Πώς μπορεί ο δάσκαλος να επιβάλει τη νέα αγωγή στους ενήλικες πρώτα και μετά στους μαθητές του; Ώστε να σταματήσει η αγωγή μας να διακονεί το μοντέλο της οντολογικής απάτης και της ηθικής υποκρισίας;

Οι τρόποι είναι πολλοί. Ανάμεσά τους όμως σίγουρα περιλαμβάνονται και οι σχέσεις που κάθε εκπαιδευτικός δημιουργεί με τους γονείς των μαθητών του. Ένα πεδίο δράσης που κάθε εκπαιδευτικός θα αναγκαστεί να περπατήσει όταν ο μαθητής του είναι ανήλικος. Θα έρθει θέλει δε θέλει σε επαφή με τους φυσικούς εκπροσώπους του παιδιού, τη μητέρα, τον πατέρα, τους κηδεμόνες. Και θα συνεχίσει να έρχεται ως τη μέρα που θα αποχωρήσει από την υπηρεσία.

Κι όμως, για το σημαντικότατο αυτό τομέα, τις σχέσεις των δασκάλων με τους γονείς, ανύπαρκτη ως ελάχιστη είναι η θεωρητική κατάρτιση του δασκάλου. Αν και η Παιδαγωγική Επιστήμη εδώ και δεκαετίες έχει επισημάνει τη σπουδαιότητά του στην αποτελεσματική λειτουργία του σχολείου. Και όμοια η εκάστοτε κυβερνητική εξουσία, ενδιαφερόμενη για την αποτελεσματικότητα της παιδείας που χρηματοδοτεί, απαιτεί από τους εκπαιδευτικούς να συνεργάζονται με τους γονείς.

Στην πράξη λοιπόν ο δάσκαλος προσέρχεται αβοήθητος και απροετοίμαστος για το ρόλο αυτό, του συνεργάτη των γονιών. Και φυσικά τρώει τα μούτρα του στα πρώτα του βήματα. Συναντά αδιαφορία από τους γονείς, υποτίμηση, αυθαίρετες παρεμβάσεις στο έργο του, αλλά και άγνοια για το τι σημαίνει σχολείο. Η απογοήτευση είναι μοιραία και ενίοτε οδηγεί σε μόνιμη κατάσταση συνοδευμένη από αρνητικά συναισθήματα προς τους γονείς.

Λείπει και αυτή η γνώση. Της διαχείρισης των προβληματικών καταστάσεων στις σχέσεις που δημιουργούμε με τους άλλους ανθρώπους. Αλλά και η στήριξη από εξειδικευμένο προσωπικό. Απουσιάζει ο σχολικός ψυχολόγος και ο κοινωνικός λειτουργός και ο δάσκαλος έχει συνήθως το διευθυντή του να απολογηθεί για την αποτυχία του. Ειδικά όταν ξεπεράσει τα όρια και ο δυσαρεστημένος γονιός καταφύγει στους προϊσταμένους του δασκάλου.

Σε κανέναν δε αρέσει να ελέγχεται από τους ανωτέρους του για αποτυχία. Έτσι ο δάσκαλος μετά τα πρώτα σκουντουφλήματα θα αναγκαστεί να βρει τον τρόπο να γλιτώσει από άλλα στραβοπατήματα. Θα προσαρμοστεί αργά ή γρήγορα στις απαιτήσεις των γονιών και της υπηρεσίας και θα ξεχάσει τις απαιτήσεις τις παιδαγωγικής. Έτσι κι αλλιώς η τελευταία μόνο απαιτήσεις έχει κι όχι ουσιαστική βοήθεια στο πώς θα οικοδομήσει τις πολυπόθητες σχέσεις με τους γονείς. Γιατί αυτή η παιδαγωγική είναι μονόπλευρα εστιασμένη στο παιδί. Και μόνο για το παιδί προετοιμάζει το δάσκαλο.

Λάθος! θα πει ο Λιαντίνης. Η αγωγή θα επιτύχει το έργο της μόνο υπό τον όρο ότι θα επιβληθεί πρώτα στους ενήλικες. Αλλιώς, δασκαλάκο μου, θα κάνεις μια τρύπα στο νερό. Κι ό,τι εσύ θα οικοδομείς στο σχολειό, θα έρχονται οι ενήλικες και θα το γκρεμίζουν. Πόσες και πόσες φορές δεν το είδαμε να συμβαίνει;

Γιοφύρι της Άρτας και ο δικός μας αγώνας... Ποια όμως η γυναίκα του πρωτομάστορα; Ποια θα παραχώσουμε στα θεμέλια για να χτιστεί επιτέλους η γέφυρα; Μα την απάτη. Την οντολογική και τη δίδυμη αδερφή της, την ηθική υποκρισία.

Ο δάσκαλος εδώ θα χρειαστεί όχι απλά τη γνώση αλλά τη φιλοσοφική θεώρηση της αγωγής. Να εννοήσει και να κατανοήσει ποιος είναι ο αληθινός του ρόλος. Του υπαλλήλου που έναντι αμοιβής διδάσκει γραφή, ανάγνωση και προπαίδεια; Του έμπιστου παιδαγωγού που οι γονείς τού αφήνουν στα χέρια του ό,τι πολυτιμότερο έχουν; Μα από αρχαιοτάτων χρόνων ο παιδαγωγός ένας πειθήνιος σκλάβος ήταν. Που εκτελούσε τις επιθυμίες των αφεντικών του.

Ο Λιαντίνης θα διαφωνήσει κι εδώ. Και τελείως άλλο θα σμιλέψει το δικό του μοντέλο του αληθινού δασκάλου. Στο βιβλίο του Τα Ελληνικά. Εν αρχή ην ο δάσκαλος, θα γράψει. Και παρακάτω θα μιλήσει για δασκάλους ποντίκια.

Είναι μακρύς ο δρόμος που ο νέος δάσκαλος θα διανύσει για να ανακαλύψει - αν ανακαλύψει - τον αυθεντικό τύπο δασκάλου. Και θα γδάρει αμέτρητες φορές τα γόνατά του. Άλλο δρόμο δεν έχει. Μόνο το δρόμο του πόνου. Εκείνου του πόνου του βαθύτατου που πόνο του κόσμου αποκάλεσε ο Λιαντίνης στο Έξυπνον Ενύπνιον. Και με το αίμα της καρδιάς του θα γράψει τη δική του απάντηση στον παραλογισμό που αντιμετωπίζει.

Γιατί είναι παραλογισμός οι αλληλοσυγκρουόμενες απαιτήσεις που προβάλλουν στο δάσκαλο οι διάφορες ομάδες αναφοράς που τον περιβάλλουν. Κι όχι τυχαίος. Η αποτυχία του δασκάλου στις σχέσεις του με τους γονείς δεν είναι τυχαία. Ολόκληρο το σάπιο σύστημα εκπαίδευσης στηρίζεται σ' αυτή την αποτυχία. Αλλά και μεθοδευμένο το επόμενο σκαλοπάτι. Της υποταγής του δασκάλου. Στην εγκατάλειψη των παιδαγωγικών του πιστεύω και τον ευνουχισμό της παιδαγωγικής του ελευθερίας. Θέλει δε θέλει ο δασκαλάκος θα μάθει να συνεργάζεται με τους γονείς μέσα στα πλαίσια που το σύστημα βολεύεται. Και δεν απειλείται η αναπαραγωγή της ιδεολογίας του.

Αυτή ακριβώς την εικόνα κατέγραψε πριν αρκετά χρόνια μια επιστημονική έρευνα που μελέτησε τις σχέσεις των δασκάλων με τους γονείς. Βρήκε δασκάλους που συνεργάζονται με τους γονείς σε ικανοποιητικό βαθμό αλλά σε λάθος βάση. Μια συνεργασία που αφήνει απέξω το κύριο διακύβευμα της παιδείας και κατατείνει στην επίτευξη των στόχων που η εκάστοτε εξουσία θέτει για την εκπαίδευση. Πέρα και έξω από όσα θέλει ο δάσκαλος αλλά και πέρα έξω από όσα θέλουν οι γονείς.

Η έρευνα έγινε στην Κύπρο. Το 1995. Υποκείμενα 260 εκπαιδευτικοί της επαρχίας Λευκωσίας. Που απάντησαν σε ένα μακρύ ερωτηματολόγιο 101 μεταβλητών. Ανεξάρτητων, εξαρτημένων, παρεμβαλλόμενων. Κι έπειτα η μέθοδος των θετικών επιστημών, η στατιστική, και συγκεκριμένα το πρόγραμμα SPSS, ανέλαβε να επεξεργαστεί τα δεδομένα και να κομίσει τα αποτελέσματα. Να βρει μέσους όρους, τυπικές αποκλίσεις, ποσοστά και να κάνει t-test και αναλύσεις διασποράς (κριτήριο F). Περιγραφική και επαγωγική στατιστική. Ακαταλαβίστικες διαδικασίες για τον κλάδο των δασκάλων που συνήθως προέρχεται από τη θεωρητική κατεύθυνση σπουδών και όχι εκείνη που κατέχει το εργαλείο σκέψης της θετικής επιστήμης. Καθόλου τυχαίο και αυτό. Και το μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω, από χρόνια κατακρημνισμένο στις ακαδημίες των δασκάλων.

Ποιος θα παλινορθώσει την αξία των θετικών επιστημών; Ο Λιαντίνης και πάλι. Γεωμετρικά και έμπεδα. Και με το εν αρχή ην η πράξις οδηγό και μπροστάρη.

Ο Λιαντίνης θα μπει στην αίθουσα διδασκαλίας κι αντί για θεωρητικούρες θα απογειώσει τους σπουδαστές του Μαρασλείου, τους μετεκπαιδευόμενους δασκάλους, από το πρώτο κιόλας μάθημα στ' αστέρια. Η θεωρία του big bang, της μεγάλης έκρηξης. Και το επίμετρο των Ελληνικών του Δημήτρη Λιαντίνη. Ξέρει πως απευθύνεται σε έναν κόσμο που παπαγάλισε κανόνες ορθογραφίας και χρονολογίες ιστορίας. Που ξέρει λιγότερα μαθηματικά από έναν καλό απόφοιτο λυκείου. Και με τη φυσική και τη χημεία έχει διαζύγιο εξ απαλών ονύχων. Ξέρει όμως και τι όρισε ο Σολωμός ως ποίηση: Η λογική που έχει μετατραπεί σε εικόνες και αισθήματα. (Χάσμα Σεισμού, σελ. 55) Κι από το Σολωμό θα κλέψει τη φράση για να στολίσει την είσοδο της τάξης του ο Λιαντίνης:

"Χαίρομαι που με τη μαθηματική επιστήμη, αρχίσατε να οικοδομήτε την αλήθεια."

Μ' αυτό το πνεύμα, το γεωμετρικό, συνεχίζοντας τα συνήθια του Πλάτωνα, θα ξαναστείλει ο Λιαντίνης τους μαθητές του πίσω στα σχολειά τους. Να συνεχίσουν το έργο που τους εμπιστεύτηκαν οι άνθρωποι. Και οι έλληνες. Νόημα κλεισμένο σοφά στο δωρικό προλόγισμα των Ελληνικών:

«Να υπάρχεις Ελληνικός δηλώνει τέσσερες τρόπους συμπεριφοράς.

Ότι δέχεσαι την αλήθεια που έρχεται μέσα από τη φύση, όχι την αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων. Ότι ζεις σύμφωνα με την ηθική της γνώσης, όχι με την ηθική της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων. Ότι αποθεώνεις την εμορφιά, γιατί η εμορφιά είναι δυνατή σαν το νου σου και φθαρτή σαν τη σάρκα σου.

Και κυρίως αυτό: ότι αγαπάς τον άνθρωπο. Πώς αλλιώς! Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα μέσα στο σύμπαν.»

Να αγαπάς τον άνθρωπο. Πώς αλλιώς;

Έτσι έφτασα κι εγώ στην Κύπρο. Αμέσως μετά το Μαράσλειο και με νωπές τις διδαχές του Λιαντίνη. Τέλη του 1994. Της χρονιάς που ο ΟΗΕ αφιέρωσε στην οικογένεια. Διεθνές έτος οικογένειας όπως μαρτυρούν ακόμη τα γραμματόσημα πολλών χωρών:





Από την Ευρώπη και τη Σλοβενία, ως την Ασία και τη μακρινή Ινδία. Οι άνθρωποι εκείνη τη χρονιά, το 1994, τίμησαν την οικογένεια. Και θυμήθηκε και ο ΟΗΕ το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα των γονιών:

Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 26:

«Οι γονείς έχουν κατά προτεραιότητα το δικαίωμα να επιλέγουν το είδος της εκπαίδευσης που θα δώσουν στα παιδιά τους.»
Ακούς, δασκαλάκο; Οι γονείς των μαθητών σου έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν το είδος της εκπαίδευσης που θα δώσεις στα παιδιά τους. Και κατά προτεραιότητα. Πότε και ποιος σου το δίδαξε αυτό;

Ποιος και πότε σου δίδαξε και σου εξήγησε τι ακριβώς κάνεις από την ώρα που μπαίνεις σε ένα σχολείο να διδάξεις; Δε είσαι εκεί για το ξεροκόμματο που σου δίνουν για μισθό. Είσαι εκεί γιατί η κάθε μάνα που έφερε παιδί στον κόσμο λαχταράει το καλύτερο για το παιδί της.



Να στο πω πιο απλά; Αν η κάθε μάνα και ο κάθε πατέρας δε γεννούσαν παιδιά, σχολείο δε θα υπήρχε. Δε θα υπήρχες ούτε κι εσύ. Είναι η ανάσα της ανθρωπότητας που έπλασε τα σχολεία. Και την αγωγή του νέου ανθρώπου. Για να τον παραδώσεις έτοιμο εσύ, ο δάσκαλος, στην κοινωνία. Κι όχι στην κρατική εξουσία.

Είσαι εκεί για να διαπλάσσεις ανθρώπους ελεύθερους κι όχι γενίτσαρους.

Κάθε παιδί, δασκαλάκο:



Έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση. Βασικό ανθρώπινο δικαίωμα κι αυτό.

Αλλά ποια εκπαίδευση; Ποιος θα ορίσει αυτή την εκπαίδευση; Και τι θα διδάξεις στους μαθητές σου; Εσύ ειδικά που σου έγινε η χάρη να σε διδάξει ένας Λιαντίνης;

Θεός δεν είσαι, δασκαλάκο. Είσαι άνθρωπος και άνθρωπος χρωστάς να μείνεις. Τίποτε καλύτερο απ' αυτό. Το μέτρο το ανθρώπινο. Το πάντων χρημάτων μέτρον άριστον.

Εσύ ειδικά, δασκαλάκο. Που γυρνάς σήμερα στις πλατείες με τους χιλιάδες αγανακτισμένους ανθρώπους. Πρέπει επιτέλους να σκεφτείς. Ποιος δικαιούται να ορίζει το είδος της εκπαίδευσης; Εκείνοι που απέτυχαν να ορίσουν ακόμη και τα οικονομικά της χώρας; Αυτοί που τη μία μέρα έλεγαν πως λεφτά υπάρχουν και την επόμενη σε έδειξαν με το δάχτυλο κραυγάζοντας: "Μαζί τα φάγαμε!"

Οι ίδιοι που σε κατηγόρησαν για τεμπέλη. Εσένα που σαν σκυλί τους δουλεύεις χρόνια αντί πινακίου φακής. Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος και όργανο πειθήνιο. Για σχολείο αποτελεσματικό στα μέτρα τα δικά τους. Όργανό τους και προϊόν δικό τους και της εκπαίδευσής τους είσαι, δασκαλάκο. Δεν το βλέπεις;

Αυτοί σε έστειλαν με γνώσεις μισές και ψέματα φορτωμένο να το παίξεις δάσκαλος. Κι έφαγες ξανά και ξανά τα μούτρα σου. Επίτηδες κι όχι τυχαία. Δε χρειάζεται, σου λέει, έτσι να κόψουν το κεφάλι ενός λαού. Το αφήνουν απλά αμόρφωτο. Ελεγχόμενο. Και χειραγωγήσιμο.

Κι είσαι εσύ, δασκαλάκο, που βγάζεις πέρα τη δουλειά τους. Να κρατάνε δούλους τους ανθρώπους. Γιατί ποτέ δεν κατάλαβες τι ακριβώς κάνεις στο σχολείο. Ποιος είναι ο αληθινός σου ρόλος. Κι αν το κατάλαβες, δεν ξέρεις τον τρόπο ν' αντιδράσεις.

Μπροστά σου είναι. Κάθε μέρα. Είναι τα μάτια της μάνας που αποχαιρετάνε το παιδί στην πόρτα του σχολειού. Και η αγκαλιά του πατέρα που το υποδέχεται κάθε μεσημέρι. Είναι οι γονείς που σου εμπιστεύονται ό,τι πολυτιμότερο έχουν. Είναι αυτοί που η φύση ορίζει να θέλουν το καλύτερο για το παιδί τους. Και η οργανωμένη κοινωνία να τους κρατάει σε σκοτάδι βαθύ ποιο είναι αυτό το καλύτερο.

Η αλήθεια της φύσης και η αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων. Εκεί παλεύεις. Ανάμεσα στην άδολη αγάπη του γονιού για το σπλάχνο του και σε όσα του έχουν παραγεμίσει το κεφάλι. Τις αντιλήψεις του. Ναι, είναι λάθος αυτές οι αντιλήψεις. Τις περισσότερες φορές. Και σε πνίγουν με τις απαιτήσεις τους. Το ξέρω. Το έχω περάσει.

Ψάχνεις έξοδο από το τούνελ και φως πουθενά. Μόνο σκοτάδι. Είναι οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων; Όχι!

Εσύ είσαι έλληνας. Πρέπει να είσαι έλληνας. Όπως κάθε άνθρωπος. Και απόγονος του Οδυσσέα. Με τα δικά τους όπλα θα τους πολεμήσεις. Και με την πονηριά σου. Έτσι θα χτίσεις το δούρειο ίππο σου.

Ακόμη κι όταν ο Εφιάλτης φαίνεται στο βάθος. Έλληνας και τότε να σταθείς. Λεωνίδας. Στις δικές σου Θερμοπύλες. Στο μετερίζι της παιδείας.

Μόνο που ο Λεωνίδας, τουλάχιστον ιστορία γνωρίζεις, δεν ήταν μόνος. Ούτε κι εσύ είσαι. Οι δικοί σου 300 είναι οι γονείς των μαθητών σου. Μαζί τους θα σταθείς στη μάχη. Για το αύριο. Για το καλύτερο. Για τον άνθρωπο. Για την αθώα νέα γενιά.

Και το ερώτημα είναι: Είσαι έτοιμος να πεις το Μολών Λαβέ; Όπου και όταν;

Μόνο αυτό. Ούτε οι γνώσεις οι βαθυστόχαστες για αποτελεσματική συνεργασία, ούτε άλλο. Μόνο με της ψυχής το πύρωμα και με το αίμα. Είσαι, ρωτάω, έτοιμος;

Να διασχίσεις το αγκαθερό μονοπάτι που σε χωρίζει από τους γονείς. Που αδιαφορούν για το έργο σου, σε υποτιμούν, παρεμβαίνουν αυθαίρετα, αγνοούν τι τραβάς... Τα ξέρω, σου λέω. Δε μιλάω έξω απ' το χορό.

Σ' αυτούς όμως τους γονείς πρέπει να ενσταλάξεις τη γνώση. Για τη νέα αγωγή που χρειάζεται ο τόπος, ο λαός, ο άνθρωπος. Εσύ θα γίνεις ο δάσκαλός τους. Εσύ που θα τους οδηγήσεις. Που σε είπανε παιδαγωγό. Γιατί ποτέ δεν ξέχασαν ότι οι παιδαγωγοί ήταν σκλάβοι. Κι άλλο ήταν οι δάσκαλοι.

Δάσκαλος, δασκαλάκο, ήταν ο Σωκράτης. Γι' αυτό τον κέρασαν κώνειο. Δάσκαλος και ο Δελμούζος. Γι' αυτό τον έσυραν σε δίκη. Δάσκαλος και ο Λιαντίνης. Γι' αυτό τον σκότωσε το μεγάλο έγκλημα.

Εσύ; Θα μείνεις δασκαλάκος;

______________________________________

Ένα αφιέρωμα στο Δάσκαλο Λιαντίνη. Επίλογος μιας εισήγησης που έγινε χτες. Προς τους δασκάλους της Θεσπρωτίας. Με θέμα τις σχέσεις των δασκάλων με τους γονείς.

Την ώρα που ο τόπος φλέγεται και οι πλατείες γιομίζουν αγανακτισμένους ανθρώπους που δεν ξέρουν αυτή την αγανάκτηση τι να την κάμουν. Ένα κίνημα που τα μίντια έπεσαν πάνω του να το ξεχαρβαλώσουν και να το αλλοτριώσουν.

Περισσότερα για την εισήγηση εδώ. Και η εισήγηση ολόκληρη και η παρουσίαση σε power point εδώ.

Γιατί ενήλικες δεν είναι μόνο οι γονείς. Είναι και οι δάσκαλοι. Δε φτάνει λοιπόν να ενσταλάζουμε τη γνώση μόνο στους γονιούς των μαθητών μας. Μα και στους συναδέλφους. Ειδικά τους νέους. Τους ωρομίσθιους, τους ΕΣΠΑ, τους αναπληρωτές. Τους απλήρωτους, που δεν ξέρουν αν και πού θα εργαστούν του χρόνου. Που γυρνάνε σαν τους αθίγγανους από σχολείο σε σχολείο. Δυο ώρες εδώ, τρεις εκεί. Να συμπληρώσουν το ωράριο και το μεροκάματο της ντροπής. Ποιες σχέσεις με τους γονείς μπορούν να δημιουργήσουν αυτοί οι νέοι δάσκαλοι;

Δεν μπορούν. Και δεν είναι τυχαίο. Αλλά σοφά μελετημένο. Και προμελετημένο...

Το έδειξε χρόνια πριν εκείνη η έρευνα στην Κύπρο. Με τους δασκάλους που παρουσίαζαν υψηλό βαθμό συνεργασίας με τους γονείς. Αλλά τι συνεργασία; Στα πλαίσια της εξουσίας. Και μια συνεργασία, αυτό κυρίως, αποτέλεσμα της ικανοποίησης για το επάγγελμα. Απλόχερα δοσμένη εκείνον τον καιρό στους Κύπριους δασκάλους.

Εδώ, σήμερα, ούτε αυτό δεν έχουμε. Εκτός και έχουμε έστω και έναν εκπαιδευτικό ικανοποιημένο από το επάγγελμά του. Είναι όλα μελετημένα και προμελετημένα.

Και τι προσμένουμε συναθροισμένοι στις πλατείες; Ή και όχι; στου καναπέ μας ακόμη παραδομένοι τη νωχέλεια; Τι άλλο έργο από το "μας φταίει το σαμάρι και χτυπάμε το γομάρι;" Δεν έχεις δει με ποιον τα βάζουν οι αγανακτισμένοι επιβάτες ενός λεωφορείου που αργεί να ξεκινήσει από την αφετηρία; Με το σταθμάρχη που έφτιαξε το δρομολόγιο ή με τον οδηγό;

Τι καρτεράς λοιπόν; Λύσε το χειρόφρενο. Και πάτα γκάζι. Γιατί ο Λιαντίνης το είπε:

"Η απώτερη πρόθεση της προβληματικής μου είναι να δώσω ένα νεύμα σχετικά με την ανάγκη, να αποσυνδεθεί ολοκληρωτικά η αγωγή και το σχολείο από τις θρησκείες και τις συναγωγές.

Για την ανάγκη αυτής της τομής οι καιροί βοούν και βρυχιούνται. Όχι απλά δεν περιμένουν, αλλά βιάζονται ραγδαία."

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Τα Ελληνικά, σελ. 203





Ο Λιαντίνης και οι άλλοι


Ο ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ;


Τι τίτλος... Ταιριαστός με την ώρα. Ξημερώματα Σαββάτου. Παλεύοντας ανάμεσα στο ξύπνιο και στον ύπνο. Με ένα τσιγάρο αναμμένο και χωρίς να αποφασίζω αν θα φτιάξω καφέ ή θα πάω μέσα να συνεχίσω τον ύπνο.

Είμαι από τους ανθρώπους που μέρα τη μέρα όλο και λιγότερο τους αρέσει η δουλειά τους. Και ορθότερα: η δουλεία τους.

Και τι απογοήτευση όταν αυτή τη δουλειά κάποτε την είχες ερωτευτεί...

Τουλάχιστον τους άντρες που ερωτεύεσαι μπορείς να τους αφήσεις όταν ο έρωτας σβήσει. Τη δουλειά, όχι. Ώσπου γίνεται βρόγχος και σε πνίγει. Κάθε πρωί παλεύεις μπρος στον καθρέφτη. "Δε θέλω να πάω σχολείο". Και κάθε βράδυ κοιμάσαι ύπνους δίχως όνειρα. Άλλο σπούδασα και άλλο κάνω.

Και άλλος ο δάσκαλος στο ιδεοδρόμιο εκείνων των μακρινών ταξιδιών. Με ημερομηνία αρχικής απογείωσης το Σεπτέμβρη του 1992. Ως τότε απλά δεν ήξερα δάσκαλος τι σημαίνει. Και σερνόμουνα στα τυφλοκάντουνα όσων μου δίδαξαν στις ακαντέμιες... Το 92 ήρθε ο Λιαντίνης. Και έμεινε.

Τώρα, τις Παρασκευές, που ξέρω πως δε χρωστάω σε κανέναν το Σάββατο, πέφτω ξερή στον καναπέ. Λέω για λίγο. Κι έπειτα βυθίζομαι στον ύπνο και ξυπνώ χαράματα. Νωρίτερα και από τις μέρες που φοράω το ζυγό και τρέχω...

Η πόλη κοιμάται. Στη διπλανή λεωφόρο αραιά και πού περνάνε κάποια ακόμη νυχτοπούλια. Ξενύχτηδες της Παρασκευής; Ή κάποιοι που φοράνε ζυγό και τα Σάββατα;

Βγαίνω στο μικρό μπαλκόνι. Εδώ που είναι το "στρατηγείο" μου. Πάει καιρός που δεν μπορώ να γράψω μέσα στο σπίτι. Με πνίγουν οι τοίχοι. Ακόμη και το χειμώνα. Τυλιγμένη σε μπουφάν και κασκόλ. Κι ας παγώνουν τα δάχτυλα. Είναι μια μικρή ψευδαίσθηση ελευθερίας εδώ.

Δίπλα μου ο σκοτεινός κήπος. Έρωτας και αυτός. Ώσπου να αποφασίσει ο εργολάβος να χτίσει την έρημη από χρόνια γειτονική μονοκατοικία. Και να υψώσει έναν τεράστιο άσπρο τοίχο που θα μου κρύψει και την τελευταία φλούδα ουρανό. Λέω πως ως τότε θα έχω προλάβει να φύγω. Από το μεγάλο καζάνι της Αθήνας. Χίμαιρα;

Εδώ λοιπόν απλώνω τον υπολογιστή και τα βιβλία. Εδώ γράφω. Άλλοτε για να ταλαιπωρώ τα πλήκτρα κι άλλοτε για να "μη νιώθουν μόνοι" οι φίλοι μου.

Ένα πουλάκι τερετίζει μέσα στο μαύρο. Ξεγελάστηκε από το φως του μπαλκονιού ή νιώθει τη μέρα που έρχεται;

Έγραφα χτες όλη μέρα. Και στο τέλος δε δημοσίευσα ούτε λέξη. Εμ, με αυτά που πιάστηκα, καλά να πάθω. Την τελευταία δεκαετία του Λιαντίνη; Ποιος μπορεί να γράψει γι' αυτά τα χρόνια χωρίς να πατάει κάθε τρεις και λίγο ντιλίτ;

Ακόμη βαρύτερος ο ύπνος αυτής της Παρασκευής. Και όταν κατάφερα να νικήσω τη βαρυτική των βλεφάρων, βγήκα απλά και μόνο (έτσι νόμιζα) να συμμαζέψω το κομπιούτερ που είχε μείνει ανοιχτό. Εκεί το έκανα το λάθος. Να "γκουγκλάρω" τη λέξη που με βασάνιζε. Γκέμμα...

Τι το ήθελα; Μια ακόμη απογοήτευση. Δώδεκα χρόνια μετά...

Δώδεκα χρόνια μετά από την εξαφάνιση του συγγραφέα. Και ποια η σχέση του με τους άλλους; Να τι ψάρεψαν τα πρωινά μου δίχτυα:

(Η επιλογή των αποσπασμάτων είναι από το τελευταίο του βιβλίο, τη Γκέμμα. Η μελέτη τους θα βοηθήσει τον «αμύητο» χρήστη να κατανοήσει τη σκέψη του Δημήτρη ...

Χριστέ και απόστολοι και οι άγιοι όλοι... (βγήκε από μέσα μου η χριστιανομαθημένη, ξέρω αυτό θα πουν κάποιοι άσπονδοι φίλοι... άστους να λένε... Και το πουλάκι εκεί κάτω στον κήπο εξακολουθεί να κρώζει... )

Από ποια λέξη να πιαστείς και να μην σπαράξεις; Τον ίδιο πόνο κάποιων άλλων μαθητών, σε έναν άλλο Γολγοθά. Και στα ιμάτια του δασκάλου βάζουν πάλι κλήρο...

Ποιοι; Οι μυημένοι;

Και τα μοιράζουν ελεητικά σε ποιους; Στους αμύητους; ( Όχι στους αμίαντους; )

Σε όσους δεν πρόκαμαν να δουν τι είπε ο μεγάλος "μύστης":

"Είναι στοιχειωδώς φρόνιμο προκειμένου να κρίνει κανείς κάποιον όχι μόνο να μελετήσει και να ξαναμελετήσει τα κείμενα,

το άγιο Πρωτότυπο,

όπως θα ‘λεγε ο Γκαίτε, αλλά και να τα μελετήσει ολόκληρα. Αρχή και τέλος.

Όταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς του όλο οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά, γράφει και ξαναγράφει ο αγράμματος Μακρυγιάννης."

Αυτά έγραφες - αντέγραφες - πάλι προχτές. Από το Homo Educandus, σελ. 105.

Επιμένοντας στο ίδιο μονότονο τραγούδι. Να τον διαβάσουν πρώτα όλον. Να μελετήσουν ακόμη και τα σχόλια. Ως και τον πίνακα των ονομάτων...

Γιατί δεν είναι τούτος ένας ακόμη γραφιάς. Είναι ποταμός και άνεμος:

Ποταμέ μου, όταν γιομίζεις
και βαρείς και κυματίζεις,
πάρε με στα κύματά σου
στα βεργολυγίσματά σου,
να με πας στη δύση - δύση
και στης Αργαστής τη βρύση.

Από το ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ - ΓΚΕΜΜΑ (σελ. 157)

Και σε άλλους καιρούς τον ίδιο ποταμό ταξίδευες... Φανερώνοντας τα αφανέρωτα και τα λησμονημένα. Ψάχνοντας όχι μόνο σε κάθε του λέξη, σε κάθε του κόμμα, μα και ανάμεσα. Στις σιωπές και στα κενά διαστήματα...

Για να καταλήξεις πού; Να μην μπορείς ένα ολόκληρο απόγευμα να σταυρώσεις λέξη για τη Γκέμμα. Να γράφεις και να σβήνεις. Ξανά και ξανά...

Για ποιους; Σίγουρα όχι για τους "μυημένους αμύητους" που επιμένουν στα αποσπάσματα.

Μόνο για μια δράκα που περπατούν ανάποδα το μονοπάτι. Κι όλο τ' απόσκια πορπατούν:

Όλα τα λάφια που βοσκούν όλα δροσολογιούνται
Και μια λαφίνα ταπεινή δεν πάει μαζί με τ' άλλα
Μόνο στ' απόσκια περπατεί, τ' απόζερβα αγναντεύει
Κι όπου βρει γάργαρο νερό θολώνει το και πίνει

Κι ο ήλιος την ερώτησε κι ο ήλιος τη ρωτάει
Γιατί λαφίνα ταπεινή δεν πας κοντά με τ' άλλα
Μόνο στ' απόσκια περπατείς τα απόζερβα αγναντεύεις
Κι όπου βρεις γάργαρο νερό θολώνεις το και πίνεις

Ήλιε μου Σα με ρώτησες θα σου το μολογήσω
Δώδεκα χρόνους έκαμα μόνη χωρίς ελάφι
Δώδεκα χρόνους ήλιε μου στείρα χωρίς ελάφι
Κι από τους δώδεκα κι ομπρός εγέννησα λαφάκι.

Και σαν εβγήκε ο βασιλιάς να λαφοκυνηγήσει
Το βρίσκει μοσχανάθρεφτο και το διπλοσκοτώνει
Γι αυτό στ' απόσκια περπατώ τ' απόζερβα αγναντεύω
Κι όπου βρω γάργαρο νερό θολώνω το και πίνω

Κι ο ήλιος τότε δάκρυσε και τα βουνά ριγήσαν
Και το φεγγάρι έσβησε ν' ακούσει το ελάφι
Κι οι λαγκαδιές κι οι ρεματιές μαζί του αναστενάξαν
Κλάψε με, μάνα κλάψε με, με ήλιο με φεγγάρι.

Τους το αφιερώνω. Από καρδιάς. Στη δρακοντογενιά του Γιαννιά...

"Δράκος" ξέρουμε, αλήθεια, τι σημαίνει;

Μα τι ρωτώ κι εγώ... Κολλημένη μια ζωή σε κείνο το "λέπας"... Και με τα λεξικά παραμάσχαλα να βασανίζομαι λέξη τη λέξη.

Ο δράκος, λοιπόν, πιθανόν ετυμολογείται, έτσι γράφει το λεξικό του Τεγόπουλου Φυτράκη, από το δρακείν του ρ. δέρκομαι ( = βλέπω, παρατηρώ). Και από τα Ελληνικά και δη το ΕΠΙΜΕΤΡΟ του Δημήτρη Λιαντίνη επισυνάπτω το ακόλουθο πρόθεμα:

Και χρεωστώ να ευχαριστήσω τους μελλοντικούς αναγνώστες μου

εκ μέρους εκείνων που σιωπούσαν, αλλά έβλεπαν"

Δ.Λ.

Πώς τώρα έφτασε η λέξη "δράκος" άλλο τελείως να σημαίνει; Ο Μπαμπινιώτης παραπέμπει στον Όμηρο και στο έντονο βλέμμα των ερπετών που παραλύει τα θύματά τους.

Πάντως ως τις μέρες μας έφτασε από την ίδια ρίζα (δέρκομαι) να λέγεται με την αρχική σημασία το επίθετο οξυ-δερκής.

Έτσι και η δρακοντογενιά. Του Γιαννιά... Σιωπά αλλά βλέπει.

Τους ευχαριστώ κι εγώ με τη σειρά μου.

Μη αυτοί, γιατί να συνεχίζω να γράφω;

________________________


Υ.Γ. Και για να δεις, τίμιε αναγνώστη, πόσο έβλαψε τη διάδοση του έργου του Λιαντίνη αυτή η τακτική της παραχάραξης, η τακτική να μιλούν για εκείνον δίχως να τον έχουν μελετήσει ολόκληρο και σε βάθος, και να ζητούν και σε άλλους να κάνουν το ίδιο, κάντε κλικ εδώ. Μία φοιτητική σελίδα είναι. Και όμως τι λέει;

Να μελετήσουν το Λιαντίνη από αποσπάσματα για να κατανοήσουν τη σκέψη του!!!

Αναμετάδοση στο διαδίκτυο του αρχικού λάθους. Δες στο τέλος του άρθρου από πού... Από ποια ιστοσελίδα το αναδημοσιεύουν...

Για να κατανοήσεις κι εσύ με τη σειρά σου τον αγώνα μας να περάσει η ιστοσελίδα αυτή στα χέρια εκείνων που δικαιούνται να μιλούν για το Λιαντίνη. Όχι μόνο γιατί ο ίδιος ο Λιαντίνης έτσι το ζήτησε, στο μικρό κατάλογο που άφησε... μα και γιατί εκπληρούν τους όρους του Μακρυγιάννη. Έχουν μελετήσει το Άγιο Πρωτότυπο και μάλιστα αρχή και τέλος. Πώς αλλιώς;

Το δημοτικό τραγουδάκι που ακολουθεί είναι αφιερωμένο εξαιρετικά σε εκείνη, την πρώτη του καταλόγου που άφησε ο Δημήτρης Λιαντίνης, και που ακούραστα τόσα χρόνια δίνει τον αγώνα να αποκατασταθεί η μνήμη του Δημήτρη Λιαντίνη:

Γείραν τ' απόσκια γείρανε, Λελούδα μ' στην αυλή σου,
κι εσύ Λελούδα μ' άργησες, στο μύλο μην πηγαίνεις,
γιατί 'ναι Τούρκος μυλωνάς, κι αράπης πασπαλιάρης,
παίρνει για ξάι* χάιδεμα, φιλεί τα μαύρα μάτια.

* ξάι = αντάλλαγμα

(τσάμικος του γάμου από το gardiki.net)

Κι ελάτε τώρα, ακριβοί μου φίλοι, να δείτε πώς εμείς μελετούμε το Λιαντίνη. Με συνεχή αναστροφή και διαρκή μελέτη. Όχι αποσπασματικά. Γιατί μόνο έτσι μπορείς να τον προσεγγίσεις.

Ανοίξτε λοιπόν τη Γκέμμα. Στην ίδια σελίδα που υπάρχει το ποίημα για τον ποταμό, που όταν γιομίζει και βαρεί και κυματίζει... Και διαβάστε τι προηγείται: (σελ. 156)

"Την ενάτη ισταμένου του μήνα Μαιμακτηριώνα ο Εμπεδοκλής επιχείρησε τη δεύτερη ανέβαση στο όρος.

Παρότι χιονοδρόμος στα πρώτα του νιάτα, εβιάστηκε να προφτάξει τα χιόνια. Γιατί σε λίγο θα σκέπαζαν τις κορφές. Και σε τούτο το ανηφόρισμα λογάριαζε να μη συναντήσει εξωτερικές αλυκόντιες. Του έφτανε ο μέσα του αγώνας.

Ωστόσο σε τούτη τη δεύτερη πορεία ένιωθε πολύ πιο ασφαλής σε σύγκριση με την προηγούμενη φορά. Εκείνο το πρώτο, το αρχαίο βάρος του όρους, τώρα είχε αλλάξει μέσα του αίσθηση. Ωσάν τα δισεκατομμύρια οι τόννοι της ύλης να είχαν σκορπίσει. Να είχαν μεταστοιχειωθεί σε στοιχεία πολύ ελαφριά. Το ποσό της ενέργειας που εκλύθηκε όμως είχε περάσει στη ματιά του σαν ένα είδος κυρίαρχης ιδιότητας. Αν ήθελες να ονομάσεις το ύφος που είχε το βλέμμα του τώρα, θα τό 'λεγες πέτρωση του ανέμου. Ή ανίατη εμμονή.

Προτού φτάσει ν' ανηφορίσει την πρώτη απαγανιά, επέρασε μια μικρή κοιλάδα που την έλεγαν Στο Μύλο. Εκοίταξε τον παλαιό νερόμυλο με το βαγένι, με τη φτερωτή, και με τη χελιδόνα του. Το μασούρι, το βαρδάρι, οι μυλόπετρες. Και ύστερα εστράφηκε κατά τη φορά του μυλαύλακου, όσο να φτάσει στην αρχή του. Εκεί στη Δέση των νερών, ακούμπησε στον όχτο του αυλακιού και θυμήθηκε το τραγούδι που άκουγε παιδί να τραγουδάνε οι δύο μυλωνάδες, ο γέρο Γιαννακός, κι ο γέρο Δημητρώνης, την ώρα που έπαιρνε να δειλιάζει η μέρα, και γέρναν τ' απόσκια στις αυλές. Όταν τα κορίτσια ποτίζανε στη γλάστρα το βασιλικό και τα γεράνια τους:

Ποταμέ μου, όταν γιομίζεις
και βαρείς και κυματίζεις,
πάρε με στα κύματά σου
στα βεργολυγίσματά σου,
να με πας στη δύση - δύση
και στης Αργαστής τη βρύση."

Έτσι, καλέ μου, γράφει ο Λιαντίνης. Τόσο δύσκολα και τόσο συμβολικά και με τέτοιο βάθος τεράστιο σε κάθε φράση, σε κάθε λέξη...

Πώς μωρέ να τον κατανοήσεις μόνο με τα αποσπάσματα; Όσο σοφά και αν τα διαλέξεις...

Πρόσεξες στο απόσπασμα τις λέξεις που ετόνισα; Το Μύλο και τη φράση "γέρναν τ' απόσκια στις αυλές"... Δες τώρα ξανά το δημοτικό τραγούδι που αφιερώσαμε στη Λουλούδω τη Δημήτρη Λιαντίνη. Όπως αποκαλούσε τη γυναίκα του. Κι από το Λουλούδω αυτό προέκυψε και το Λου, που έψαχναν άλλοι να βρουν από πού βγήκε... Μα πώς να το βρουν; Μελετώντας αποσπασματικά και επιφανειακά το Λιαντίνη;

Κι έπειτα ξαναδιάβασε και το τελευταίο γράμμα του Λιαντίνη προς την κόρη του. Εκεί που αυτοαποκαλείται ποταμός και άνεμος. Ζητώντας της τι;

"Να αγαπάς τη μανούλα ως την τελευταία της ώρα. Υπήρξε ένας υπέροχος άνθρωπος για μένα, για σένα, και για τους άλλους. Όμως γεννήθηκε με μοίρα. Γιατί της ορίστηκε το σπάνιο, να λάβει σύντροφο στη ζωή της όχι απλά έναν άντρα, αλλά τον ποταμό και τον άνεμο. Το γράμμα του αποχαιρετισμού που της έγραψα το παίρνω μαζί μου."

Η ίδια τρυφερή φροντίδα για τη σύντροφό του κρύβεται επιμελώς και στο απόσπασμα της Γκέμμας. Με ευθεία παραπομπή για το εξασκημένο μάτι στο δημοτικό τραγούδι που ζητά από τη Λελούδα να μην πάει στο μύλο... γιατί ο γέρο Γιαννακός και ο γέρο Δημητρώνης δεν είναι πια εδώ... πλάκωσε τουρκιά και αραπιά... και θα της ζητήσουν ανταλλάγματα. Τι ανταλλάγματα;

Πατήστε τώρα εδώ και ακούστε το ηχητικό ντοκουμέντο με τίτλο ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ - ΕΠΙΕΙΚΙΑ, Μνηστηροφονία, ραψωδία Χ του Ομήρου, από ομιλία του Λιαντίνη για τη Γκέμμα, το κύκνειο άσμα του:

"ω κύνες, ού μ' έτ' εφάσκεθ' υπότροπον οίκαδε νείσθε δήμου από Τρώων, ότι μοι κατεκείρετε οίκον δμωήσιν τε γυναιξί παρευνάζεσθε βιαίως αυτού τε ζώοντος υπεμνάασθε γυναίκα, ούτε θεούς δείσαντες, οι ουρανόν ευρύν έχουσιν, ούτε τιν' ανθρώπων νέμεσιν κατόπισθεν έσεσθαι. νυν ύμιν και πάσιν ολέθρου πείρατ' εφήπται."

Να το ακούσετε παρακαλώ ολόκληρο το ηχητικό ντοκουμέντο για να καταλάβετε τι εννοεί ο Λιαντίνης με την αναφορά του στον Όμηρο. Κι έπειτα να προβληματιστείτε. Ποιος είναι ο άνθρωπος που προσπάθησε να ζημιώσει το Λιαντίνη, όπως εκεί αναφέρει ο ίδιος; Και ποια η σχέση με τη μνηστηροφονία;

Ο ίδιος ο Λιαντίνης δεν τον κατονομάζει στο ηχητικό ντοκουμέντο. Βρέθηκαν άλλοι να βιαστούν και να το γράψουν. Πόσο σίγουροι είναι;

Όσο σίγουροι είναι και για την άλλη σκληρή στάση που έδειξε κάποτε ο Λιαντίνης σε ένα φίλο του. Βιάστηκαν κι εκεί να δημοσιεύσουν συμπεράσματα χωρίς να ακούσουν και την άλλη πλευρά. Τι πραγματικά προκάλεσε τον τσακωμό των δύο φίλων... Μηδενί δίκην δικάσεις πριν αμφοίν μύθον ακούσης, έλεγαν οι αρχαίοι έλληνες με την ηθική και την αρετή τους που τόσο προασπίστηκε ο Λιαντίνης στο έργο του. Και που βρήκε αντίκρυσμα στο αρχή και τέλος που ζήτησε αιώνες αργότερα και ο Μακρυγιάννης.

Βλέπετε πόσο δύσκολο έργο είναι να προσεγγίσεις το Λιαντίνη; Και πως είναι αδύνατον να τον κατανοήσεις με σκόρπια αποσπάσματα παρά με συνεχή αναστροφή σε όλα τα ντοκουμέντα που άφησε και σε όλες τις μαρτυρίες των ανθρώπων που τον γνώρισαν;

Κάντε κλικ και εδώ. Είναι ένα βίντεο - απόσπασμα από τη Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου. Το βρήκαμε αρχικά κάπου να παίζει στο διαδίκτυο. Αργότερα μας δόθηκε η ευκαιρία να δούμε ολόκληρο το βίντεο. Κι ανακαλύψαμε έκπληκτοι πως κάποιο "σοφό ψαλίδι" είχε αφαιρέσει από το απόσπασμα την εισαγωγή του. Την προσθέσαμε με το ηχητικό ντοκουμέντο που διαθέταμε. Για να είναι ολοκληρωμένο στο μέτρο του δυνατού το νόημα του αποσπάσματος. Δείτε το για να καταλάβετε τι ακριβώς είχαν ψαλιδίσει.

Κι έπειτα σκεφθείτε το ρόλο που διαδραμάτισαν τα τελευταία χρόνια κάποιοι χώροι του διαδικτύου προσπαθώντας να αποπροσανατολίσουν τους επισκέπτες ακριβώς στο σημείο αυτό. Στη σχέση του Λιαντίνη με τη γυναίκα του.

Πάντα όταν στέκεστε μπροστά σε αποσπάσματα ελλοχεύει ο κίνδυνος εκείνος που σας τα προσφέρει ηθελημένα και από σκοπού να τα έχει επιλέξει ώστε να κατευθύνει τη σκέψη σας σε συμπεράσματα που εκείνον εξυπηρετούν. Κι όχι απαραίτητα και την αλήθεια.

Κι αν αναγκαίο είναι για τεχνικούς λόγους να δημοσιεύεις και αποσπάσματα, οφείλεις τουλάχιστον συνεχώς να παρωθείς τους αναγνώστες να μελετήσουν το άγιο πρωτότυπο. Και ολόκληρο. Όχι να μείνουν στην αναμετάδοση που εσύ κάνεις. Και που δε χρειάζεται να έχεις κακή πρόθεση, αρκεί η προσωπική σου αδυναμία να ερμηνεύσεις το Λιαντίνη ώστε να "ξεγελάσεις" τον αναγνώστη.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον ποταμό και το δημοτικό τραγούδι στο απόσπασμα της Γκέμμας. Αλλά τι ποταμό; Ποταμό που κυματίζει...

Και λίγο πιο πάνω, στο ίδιο απόσπασμα, προσέξτε και τη φράση: "πέτρωση του ανέμου".

Νάτος λοιπόν και ο άνεμος. Είναι το βλέμμα του Εμπεδοκλή. Του Εμπεδοκλή που επιχειρεί τη δεύτερη ανέβαση στο όρος...

Δε θα σταματήσουμε εδώ την αναστροφή μας στα κείμενά του. Αυτή η πέτρωση του ανέμου, το πετρωμένο βλέμμα, μας αναγκάζει να πάμε εδώ. Στο πετρωμένο ελάφι...

Και στον ύμνο του Κλεάνθη. Αλλά και εδώ, στο προλόγισμα από τις Ώρες των Άστρων. Όπου και πάλι μας καρτερεί το ίδιο πετρωμένο ελάφι. Να το επισκεφθείτε το λινκ. Και να διαβάσετε όσα εκεί γράφει σχετικά ο χρήστης Λουκία Σοφού. Τι της συνέβη στο διαδίκτυο όταν προσπάθησε πρώτη φορά να ανεβάσει αυτό το προλόγισμα. Ενδεικτικό της ημιμάθειας σε θέματα Λιαντίνη και πού μπορεί αυτή να οδηγήσει.

Βρείτε μετά το χρόνο να διαβάσετε και αυτό, αξίζει τον κόπο... Γιατί βοηθάει να προβληματιστούμε για τον τρόπο που ο Λιαντίνης επέλεξε τον τίτλο Γκέμμα. Μαργαρίτες και μαργαριτάρια θα βρείτε εδώ σπαρμένα, σαν και τον κήπο που ετοίμαζε ο Λιαντίνης λίγο πριν φύγει... Το περιβολάκι το μαργαριταροσπαρμένο...

Όλα δένουν. Αρκεί να έχεις υπομονή και να ψάχνεις συνεχώς. Είναι φοβερός ο τρόπος που έγραψε αυτός ο άνθρωπος. Αινιγματικός μεν αλλά και εξαιρετικά διδαχτικός στο πώς πρέπει να αναζητούμε την αλήθεια:

"Αντίκρια μου και αντίκρια σου, κι αντίκρια στο φεγγάρι
Εκεί έχουν κρύψει το ψηφί και το μαργαριτάρι."

(Νηφομανής, σελ. 139)

Θα κουραστείς λοιπόν. Και θα ιδρώσεις. Για να βρεις την κρυμμένη αλήθεια. Εσύ. Κανένας άλλος δεν μπορεί να σου προσφέρει έτοιμη την αλήθεια στο πιάτο. Ψέματα σου λέγει όποιος άλλα ισχυρίζεται.

Θα πάρεις και θα περπατάς σαν τη λαφίνα... Που θυμηθήκαμε στο άλλο δημοτικό τραγούδι. Και στα απόσκια για χρόνους θα ξημεροβραδιάζεσαι. Μέχρι και αν βρεθείς σε ξέφωτο.

12 χρόνους, λέει έζησε, χωρίς ελάφι. Όσους και εμείς χωρίς το Λιαντίνη. Και χωρίς επίσημη ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο. Βλέποντας τον ένα και τον άλλο να πυροβολούν το Λιαντίνη και την αλήθεια. Σαν πληγωμένα ελάφια.

Όπως και το άλλο ελάφι το πληγωμένο που αφιέρωσε στο Λιαντίνη ένας επιστήθιος φίλος του. Ο Βασίλης Αναγνωστόπουλος. Αντιγυρίζοντας προφανώς τη δική του φράση για το ελάφι το πετρωμένο.

Αυτός είναι ο δικός μας Λιαντίνης. Κι αυτόν τον Ταΰγετό του περπατούμε. Από απόσκιο σε απόσκιο... Και από το άγιο πρωτότυπο. Όχι από αποσπάσματα στο διαδίκτυο.

Τον ίδιο δρόμο, το δύσκολο, καλούμε και όποιον άλλο θέλει να προσεγγίσει το έργο του, να ακολουθήσει. Απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού... Πώς αλλιώς;

Γι' αυτό και επιμένουμε φορτικά να δίνουμε παραπομπή συνεχώς στα βιβλία του. Και για τον ίδιο λόγο προσθέτουμε σε τόσα σημεία συνδέσμους (links) στις αναρτήσεις μας. Για να αποφεύγεται η αποσπασματική προσέγγιση. Που μόνο παρερμηνείες προκαλεί σε έναν τόσο σιβυλλικό συγγραφέα όπως ο Δημήτρης Λιαντίνης.

Και είναι τα κείμενα μεγάλα. Ξέρουμε, δεν είναι για τους πολλούς. Ποιος σας είπε όμως ότι γράφουμε για τους πολλούς;

Μόνο για τους λίγους που έχουν γνώση, θέληση και αρετή. Για τους αμίαντους. Ποτέ για τους αμύητους.

Στο κάτω κάτω ο Λιαντίνης δεν είναι θρησκεία. Ούτε κι εμείς οι απόστολοί του επί γης.

Αφήνουμε αυτό το ρόλο σε άλλους. Που στα λόγια παριστάνουν τους πολέμιους των θρησκειών και στην πράξη τι; Έχουν βγει στο σεργιάνι για να μυήσουν τους αμύητους λέει! Κάνουν κάτι διαφορετικό οι εκπρόσωποι των θρησκειών, κάθε τόπου και κάθε εποχής;

Η "Ελένη" του Λιαντίνη


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ BLOG ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ



Εγκαινιάζοντας το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας του και μετά από μια τρίμηνη σιωπή περισυλλογής, ανεβάζει σήμερα ένα αφιέρωμα στην "Ελένη" του Λιαντίνη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για υλικό από τους διαλόγους μας στο forum HOMA EDUCANDUS την περασμένη άνοιξη. Έναν από τους όμορφους διαλόγους μας γύρω από το έργο του Δημήτρη Λιαντίνη και ελπίζουμε σύντομα να χαρούμε και άλλους παρόμοιους.

________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ: Αρχική τοποθέτηση από το χρήστη ΦΩΤΕΙΝΗ

Δανάη,

Η πρώτη σου δημοσίευση στο θέμα «Στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει..» της 12ης Απριλίου και ιδιαίτερα η αναφορά σου στην Ελένη, μου δίνει την ευκαιρία να καταγράψω κάποιες παρατηρήσεις για την Ελένη του Λιαντίνη.

Ορθά παρατηρείς εκεί ότι Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ ακολουθεί μετά το ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΡΙΤΗΣ και ΝΕΚΥΙΑ. (σ.σ. Η αναφορά εδώ αφορά κεφάλαια του βιβλίου ΓΚΕΜΜΑ του Δημήτρη Λιαντίνη.)

Στο ΜΙΚΡΟ ΚΡΙΤΗ έχουμε ως αρχική παράθεση τη γνωστή αφιέρωση στη γυναίκα του. Στη ΝΕΚΥΙΑ έχουμε το γνωστό Amor fati (τραγουδισμένος έρωτας) του Νίτσε. Και στην ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ επανέρχεται και πάλι ο Μπετόβεν του ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ με το Sprecht lauter, schreyt, denn ich bin taub (Μιλάτε πιο δυνατά, φωνάξτε, γιατί είμαι κωφός).

Όμως στην ίδια σελίδα (203) καταγράφεται και μια δεύτερη αφιέρωση με δικό του ποίημα του ίδιου του Λιαντίνη για την Ελένη που την είδε «από τη Σπάρτη στο Μυστρά» και στο σχόλιο της σελ. 206 υπογραμμίζεται ότι «Οι γάμοι του Φάουστ και της Ελένης γίνουνται στο κάστρο του Μυστρά» (σελ. 266). Στο κάστρο του Μυστρά έκανε και τους δικούς του γάμους ο Λιαντίνης. Λες τυχαία να επέλεξε τον τόπο;

Πρόσεξε όμως: Το ποίημα που παρατίθεται είναι το ποίημα ΓΛΥΠΤΗΣ, «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, σελ. 27». Ο Λιαντίνης λαξεύει άγαλμα (αγαπημένη του πρόταση). Όμως το ποίημα που περιλαμβάνεται στο Corpus των ποιημάτων του έχει μια διαφοροποίηση σε σχέση με το ποίημα της ΕΛΕΝΗΣ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ στη Γκέμμα. Συγκεκριμένα στον τελευταίο στίχο. Ενώ πριν 10 χρόνια γράφει «και μ’ ηύρε ο τάφος ποιητή», 10 χρόνια μετά στην Γκέμμα, αλλάζει το τάφος και το κάνει «και μ’ ηύρε ο κόσμος ποιητή».

Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ τελειώνει επίσης με δικό του ποίημα, συγκεκριμένα με ΤΗΝ ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, σελ. 40». Και εδώ κάποιες αλλαγές, ιδιαίτερα στο δεύτερο στίχο:

Τους παραθέτω:

ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ
....
Έσιαζες το κρεββάτι μου
μέσ’ στα λυμένα σου μαλλιά
κι έγερνα δίχως τ’ άτι μου,
χήνα, καλή μου, αλοταριά.


Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ (ΓΚΕΜΜΑ)

Έστρωνες το κρεββάτι μου
στα χέρια σου και στα σπαθιά,
κι έγερνα εγώ και τ’ άτι μου,
βαθύζωνη κι αλοταριά.

Τα λυμένα μαλλιά γίνονται τώρα χέρια για να κρατούν σπαθιά και ο ποιητής που έγερνε δίχως άτι, τώρα γέρνει με το άτι του. Συνειρμικά σου έρχεται η εικόνα του πολεμιστή Έκτορα με το άτι του, αλλά και της Ανδρομάχης που χρειάζεται να κρατά τα δικά της σπαθιά, γιατί ο ήρωας της έχει κινήσει για πόλεμο.

Όμως δεν είναι η μόνη ΕΛΕΝΗ που μας άφησε ο Λιαντίνης. Έχουμε την Ελένη των ΧΟΡΙΚΩΝ στο ΝΗΦΟΜΑΝΗ (σελ. 148 εξ.). Εδώ παρότι επιγράφεται ΕΛΕΝΗ δεν έχουμε ούτε μία αναφορά στο όνομα ΕΛΕΝΗ. Αντίθετα οι πρωταγωνιστές ΓΙΑΝΝΙΑΣ και ΛΙΜΠΙΚΑ (περίεργο όνομα, σαν να παραπέμπει ηχητικά κάπου!!!) ζουν ένα πραγματικό ερωτικό γεγονός στο ξενοδοχείο Καστέλλι στην ιταλική πόλη Μόντενα σε ταξίδι επιστροφής τους στην πατρίδα. Και είναι γνωστό ότι πολλά από τα χορικά του ΝΗΦΟΜΑΝΗ είναι προσωπικά βιώματα του Λιαντίνη.

Μήπως την ΕΛΕΝΗ των χορικών θα πρέπει να την δούμε σε συνάρτηση με την ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ της Γκέμμας;

_________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ - Από δημοσίευση του χρήστη ΛΟΥΚΙΑ ΣΟΦΟΥ:

Η Λουκία προς διευκόλυνση του διαλόγου παρέθεσε το κεφάλαιο που ανέφερε η Φωτεινή από τα Χορικά του Νηφομανή του Δημήτρη Λιαντίνη (σελ. 148 - 155)

Δ. ΕΛΕΝΗ

αλλ’ είδωλον ην.

Έτσι που θα την ιστορήσω, μας ανιστόρησε ο ξένος την ιστορία μιας απιστίας παράξενης που έγινε στα ξένα.

Από το Σαν Ρέμο ως τη Τζένοβα οι ιταλιάνοι μηχανικοί έχουν στρώσει ένα δρόμο πέταλο καρφί. Ή θα περνάς γιοφύρια που ενώνουν βουνά με κάτωθε τις κοιλάδες και το πιότερο βράχους και κράκουρα, ή θα περνάς τούνελ και σήραγγες που ενώνουν κοιλάδες με πάνωθέ σου όγκους τα βουνά.

Μια χτενισιά γης, εκατό και βάλε μίλια, την ξεμετράς αστραπή. Το μισό σαν ιπτάμενος, το άλλο μισό υποβρύχιος. Κύλινδροι, σπαστήρες, δυναμίτες, προωθητές γαιών έκαμαν ένα τα κατά γην, αέρα και θάλασσα. Οι ιταλοί έχουν παράδοση στη μηχανική και στους δρόμους. Από την εποχή του βασιλιά Πύρρου. Τότε που στρώσανε την Αππία οδό. Την πρώτη αουτοστράντα.

Ύστερα, καμιά διακοσαριά χιλιόμετρα, καθώς αφήνεις πίσω Ραπάλλο και Σάντα Μαργαρίτα και δεξιά σου Λασπέτσια και Πίζα, ο δρόμος ισιώνει στον κάμπο. Η αουτοστράντα τους τραβάει καρσί και πλατιά. Το αμάξι χύνεται στην άσφαλτο κυνηγώντας τα πρατήρια βενζίνης. Το τοπίο μηρυκάζει τον εαυτό του. Μόνο ανάρια και που, με τη στροφή ή την ομίχλη αλάργα, διαβάζεις την πινακίδα Velocita 100.

Tέλευε η μέρα κι ο μουντός αγέρας
τα ζωντανά της γης από τους κόπους
ξαλάφρωνε∙ κι εγώ μονάχος ένας
συντάζουμουν να πιάσω τον αγώνα,

που λέει κι ο Δάντης του Καζαντζάκη. Αλλά τότες δεν ήμουν ένας ακόμη. Ήμουνε δύο.

Τέλευε η μέρα, λοιπόν, που ο Γιαννιάς και η Λίμπικα με την καμπριολέ τους Μπιεμτάμλιγιου φτάνανε στο σταυρό της Πάρμας. Το ιουλιάτικο πνίγος λάβωνε το ηλιοβασίλεμα με τη φτερούγα μιας θαμπερής αποκάρωσης.

- Τραβάμε για Πάρμα; ρώτησε τη γυναίκα ο Γιαννιάς αγγίζοντας τα μαλλιά της.

- Λέω να προχωρήσουμε κομμάτι. Έχουμε να χάσουμε πολλά, αν δεν κοιμηθούμε απόψε στο Μοναστήρι της Πάρμας;

- Τότε Μόντενα-Ζυντ, είπε ο άντρας.

Σε λίγα λεπτά αφήνανε το ποτάμι της πίσσας, και μπαίνανε στα νότια προάστια της πόλης. Περνώντας περιβόλια λογής, αποθήκες κατά μήκος του δρόμου, αδέσποτα σπίτια, φάμπρικες και κεραμικά κανατάδικα, σταμάτησαν σ’ ένα hotel. Ήταν ένα απολειφάδι παλιού αρχοντικού, «Το Καστέλλι», με τ’ όνομα.

Και στους δύο ορόφους του τετράπλευρου τα παράθυρα, με ξύλο στο χρώμα του δρυ, απόληγαν σε ευρύκυκλα τόξα. Στη στέγη ένα χτίσμα, αρκετά μεγάλο για δώμα, στεφάνωσε την κλασική γραμμή των παραλλήλων. Το’παιρνες καλύτερα για βίγλα, ή πολεμίστρα άλλων καιρών.

Ανεβαίνοντας ένα Π πέντε σκαλιά, και στηριγμένη σε δύο μαρμάρινες κολόνες η κεντρική είσοδος, με ευρυχωρία πυλώνα, έδειχνε κατευθείαν στην Υποδοχή. Δεξιά, ένας άνετος διάδρομος οδηγούσε στο μπαρ, που στο βάθος του καρσί έβλεπες κρεμασμένη μια γκραβούρα του ποιητή με το δάφνινο στεφάνι στην κόμη και τη μακρυά γαμψή μύτη. Αυτό μπορούσες να το ξεχωρίσεις αμέσως από κάθε σημείο του διαδρόμου. Όπως ακριβώς στο Μουσείο των Δελφών βλέπεις από παντού τον Ηνίοχο.

Αριστερά, άνοιγε η μικρή αίθουσα του ρεστωράν με μια δεκαριά τραπέζια. Σε όλους τους χώρους υπόφεραν οικόσιτα φυτά σε ζαρτινιέρες και γλάστρες. Τα χαλιά ήσαν λεπτά και τριμμένα. Ένα γυάλινο ενυδρείο στημένο στον αριστερό τοίχο του εστιατορίου ήταν το μόνο παράταιρο στην παλαιωμένη τάξη.

Το ταξιδιάρικο ζευγάρι πήρε το δωμάτιο δεκάξι στη βορειοδυτική πλευρά του πρώτου ορόφου. Ήταν μια κάμαρη ευρύχωρη με το λουτρό εμπρός και αριστερά. Στο δεξιό και πίσω μέρος το σιδερένιο κρεβάτι μέσα σε μια μεγάλη τετράγωνη αχιβάδα.

Τα φώτα ήσαν κρυμμένα. Ο πολυέλαιος στη μέση σε αποστρατεία. Και ο καθρέφτης στη βορειοανατολική γωνία του τοίχου έμοιαζε να’ χει αντικρύσει ήθη και τρόπους από την εποχή του Μαρκήσιου Ντε Σαντ.

Τα δύο παράθυρα, μικρότερο το ένα από το άλλο μεγαλύτερο, ανοίγονταν δυτικά και βόρεια αντίστοιχα. Το δυτικό μέσα από ψηλές σημύδες αγνάντευε στον ουδέτερο κάμπο. Η βόρεια πλευρά έβλεπε σ’ ένα χώρο με εφτά οχτώ ρεμίζες. Και δεξιά του θρόϊζε ένας μεγάλος κήπος, νοιασμένος με ψιλολογιά ατημέλητη.

Η Λίμπικα βιάστηκε. Χωρίς σχεδόν να σπουδάξει το χώρο που σε λίγο θα γινόταν ιδιωτικός έστω και φευγαλέα, πέταξε το ελάχιστο ρούχο της και μπήκε στο λουτρό.

- Το νερό! τι θαύμα είναι το νερό, μονολόγησε βγαίνοντας. Σκούπιζε μαλακά το σώμα της, αγγίζοντας μ’ ένα Marimekko προσόψιο νησίδες νησίδες τα υγρά μέλη.

- Όπως τρίβεις με την απαλάμη φύλλα καρυδιάς. Κι ύστερα τα μυρίζεσαι, συλλογίστηκε ο Γιαννιάς.

Όταν φρεσκαρίστηκε και ο άντρας, κατέβηκαν στο ρεστωράν και δείπνησαν ελαφρά. Ύστερα πέρασαν στο μπαρ. Εκείνος άναψε τα τσιμπούκια του, τρεις παλαιωμένες ρίζες από ρείκι Κορσικής, και η Λίμπικα ξεδίπλωσε τον Άτλαντα της Shell. Εσπούδαξε σημειώνοντας τον τόπο και τις αποστάσεις για την αύριο. Και έριξε μια γρήγορη ματιά στις σελίδες με τα τοπικά αξιοθέατα και τα μνημεία.

- Αύριο λίγο Φερράρα και πολύ Φιρέντζε, είπε στο Γιαννιά λικνίζοντας τη φωνή της ανάμεσα στη φαντασία και στο προσδοκώμενο.



- Φίλος παλιός έλεγε πως στην Casa di Dante, σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο τόπο θα διαβάσουμε ολόκληρη την Κωμωδία.



- Λένε πως στην έκθεση βιβλίων στην είσοδο του σπιτιού θα ιδούμε τα τρία τεύχη της μετάφρασης του Καζαντζάκη.

- Εθνική μας τιμή, απόσωσε στυφά ο άντρας.

- Πάμε για ύπνο. Νιώθω κατάκοπη. Θα παραδεχτείς να με αφήσεις απόψε αφίλητη; του χαμογέλασε ήρεμα.

Σε λίγο, κόντευε πια μεσονύχτι, η νέα γυναίκα είχε κιόλας αποκοιμηθεί. Το ελαφρύ λινό, πτυχωμένο σε λοξή ταινία, σκέπαζε το καστανό της ανάστημα, αφήνοντας να διαγράφεται μια ανεπαίσθητη κλίση προς τα δεξιά, καθώς άπλωνε ανάσκελα τον απέριττο πλούτο του κορμιού της στο στρώμα.

Οι μηροί της ενωμένοι χαλαρά τόνιζαν μια αδιόρατη κάμψη προς την ίδια πλευρά βαθαίνοντας χαρούμενα το στιλπνό μέταλλο της κοιλιάς. Τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της σκέπαζαν τον κάλυκα του αφαλού, ενώ η δεξιά παλάμη της ήταν λησμονημένη στην πυρή κορυφή του αριστερού της στήθους. Όπως το μωρό που κοιμήθηκε με το δάχτυλο ξεχασμένο στο στόμα. Μια άνεση θεληματική πλανιότανε ανενόχλητη στα δροσερά ματόκλαδα.

Α, η χορτασμένη γυναίκα, συλλογίστηκε ο Γιαννιάς. Η Gestillte, που έλεγε ο Ρίλκε. Τύψη της αθωότητας. Λύτρο και ευλογία της ενοχής.

Εκεί, και τότε, και έτσι. Και η νύχτα νύσταζε. Και νικητήριος του κόσμου ο ρυθμός ολοπερίγυρα ησύχαζε. Οπόταν ξαφνικά!

Ξαφνικά ένας ξερός ήχος. Εγλίστρησε τραβηγμένος, και παρείσακτος μπήκε απάντεχος. Ένα τρέμουλο, που άρχισε ν'ανεβαίνει στο σαλαγητό και την αναστάτωση.

Και απότομα, ωσάν ερεθισμός και πείραξη τριβής, φούντωσε σε φρύγανα το ζεστό λαχάνιασμα. Κάτι που είχε ξεκινήσει συσταζούμενο, μουσικό, βαθύ και πνιγμένο. Τα ακούσματα έσπασαν σε απότομες και δυνατές ανακοπές, που ασύμμετρες ή περιοδικές αυλάκωναν το σκοτάδι με βαθιές χαραγές.

Αναπνοές και βογγητά. Καλέσματα σιγανά. Απότομα πλούταιναν. Και σβήνανε βίαια στο βάθος μιας απελπισμένης σπηλιάς. Στα αυτιά του Γιαννιά φτάνανε οι κύκλοι ενός ιερού τρόμου.

Τέντωσε την ακοή του λεπίδι. Δάγκωσε τον αριστερό του αντίχειρα. Σαλτοπατώντας βρέθηκε στο ανοιχτό παραθύρι του βοριά. Ζουλάπι κακό ζάρωσε μέσα του το αρπαχτικό φυλάγοντας από τη σκοτεινή λόχμη τον καιρό, να ξεδιακρίνει και να φερμάρει το θήραμα.

Ένα δεύτερο κύμα από αγκομαχητά, βιάση αναμμένη, γελούμενα κλάματα, και φωνές ασυνάρτητες και βατταριστές περόνιασε το σώμα του και κούνησε την κάμαρη.

Ένιωσε τα παραθύρια να σκαμπανεβάζουν στην αγριεμένη νύχτα των νερών. Ανταριάστηκαν οι σημύδες, και άρχισαν να υποχωρούν κατεβαίνοντας. Τα μανιτάρια του κήπου τραμπάλιζαν, σπίθες σε άπατα ύψη, και πυγολαμπίδες. Πέρα ο κάμπος άρχισε να γυρίζει σφοντύλι. Γύρω από το τεράστιο αδράχτι τ'ουρανού.

Έπλεξε σφιχτά τα δάχτυλα των χεριών του. Πισωπατώντας διάγειρε στο στενό δωμάτιο. Πλησίασε τη Λίμπικα προσεκτικά και την κοίταξε. Η ήρεμη θέση ενός κοιμισμένου αλάβαστρου. Η ακινησία της μαρμαρένιο αλώνι.

- Και ο ύπνος τι δίκαιος! ψιθύρισε ο Γιαννιάς.

Έσκυψε να λογαριάσει την αναπνοή της γαλήνης της.

Ύστερα ξεμάκρυνε βιαστικά βηματίζοντας στον αλαφιασμένο αέρα. Περισυνάζοντας τα μέσα του και τα έξω, αναμέτρησε την κατάσταση και τους όρους. Άνοιξε τα χέρια του και τα κατέβασε νεύοντας. Σα νά' θελε να κυβερνήσει το δρολάπι των σκιών και των ήχων. Είδε τα νεύρα του και το σφυγμό του πιασμένα στο δίχτυ.

Ο Γιαννιάς πρόβαλε τώρα το σώμα του έξω από το παράθυρο του βοριά. Κατευθύνοντας προσήλωσε συγκεντρωτικά τη χοάνη των αυτιών του στο μεθυσμένο αλαλητό που έβγαινε από τα πάνω παραθύρια. Εστάθηκε εκεί κρατώντας το χτύπο να βαρεί μες στο αίμα του. Μέσα στη θύελλα μιας ακαταλάγιαστης διάρκειας άκουγε ακούσματα ανάκουστα.

Φωνές, Φωνές που τις κόβανε οι λυγμοί. Ικεσίες και στεναγμοί κατεβαίναν ως τη λυτρωτική σιωπή μιας καινούργιας εκκίνησης. Αναπνοές ασυγκράτητες και σφαχτές ανεβασμένες από το αναβρυτό παράδομα της σάρκας.

Διαρκούσανε και δυνάμωναν, και ανέβαιναν και κατέβαιναν. Έσπρωχναν το κυνήγι της ταραχής ως το σύνορο της λιποθυμίας.

Κατάπιναν τη λύσσα της αναζήτησης στις δοχές ενός άπειρου λάρυγγα. Βύθιζαν παλαβωμένη τη λαχτάρα ανάμεσα από σπαραγμούς και απανωτές ριπές εγκατάλειψης σε βυθούς ανεξερεύνητους. Συμπάλευαν τα τινάγματα και τα φιλιά και το χάϊδεμα στο αβρό και σαρκοβόρο πλέξιμο μιας εκκωφαντικής διάλυσης.

Ήτανε τα αγρίμια που ζευγάρωναν. Ήτανε σε συστάδες αναμμένες αφάνες, σε αλυγαριές και σε φλόμους. Ήτανε κορφές δέντρων υψιπέτηλες που τις κομμάτιαζε έξαλλο το πλέξιμο του βοριά. Ήτανε νερά καταρράχτες και έσκαζαν παφλάζοντας στα βράχια.

Μυώνες γατόπαρδου στο γονάτισμα και στο κύλισμα της γκαζέλας. Λυγίσματα κύκνων στους καλαμιώνες. Περιστεριών ραμφίσματα και φτερουγητά. Έκλαιγε η βροχή. Ούρλιαζαν την πείνα τους τα τσακάλια στο μακρυνό λόγγο. Λύγιζαν κύματα τα γεννήματα στο κολπωτό πέρασμα του Μάη. Τα στοιχεία της οργής χύνουνταν ταράζοντας την κορφή και τη ρίζα στα κέδρα.

Ποιοί σμίγανε, καθώς οι ορίζοντες που τους έφερνε και τους έπαιρνε η στιγμή της αστραπής; Πάνου από το κεφάλι του Γιαννιά, σε όλο και πιο έξαλλους ανεβατούς ρυθμούς, λαχανιάσματα γρήγορα, και πελώρια ξεφωνητά κατέβαζαν τρόχαλα οι ροβόλες.

"... Ν'αγαπηθεί ακόμη περισσότερο
η ηδονή που νοσηρώς και με φθορά αποκτάται
που νοσηρώς και με φθορά, παρέχει
μιαν έντασιν ερωτική, που δεν γνωρίζει η υγεία..."

Οι γραμμές της επιστολής του νέου Ιμένου, πατρικίου διαβοήτου εν Συρακούσαις επι ασωτεία, φωτίστηκαν ξαφνικά και φωτίσανε τον τομέα του εγκέφαλου του Γιαννιά. Ιδού γιατί στο εξής οι ευαίσθητοι νέοι σαν ερωτεύουνται θα παίρνουν μαζί τους, τρίτο, τον Καβάφη. Την ιδική του έκφανση του ωραίου. Π ο λ ύ σ π α ν ί ω ς, αλλά ναι.

Δάγκωσε άγρια το κατώχειλό του. Σάλεψε ασάλευτος. Και δοκίμασε να συναρμολογήσει την αταξία του κορμιού του, που ορμούσε με ξεφρενωμένα τα φρένα του άρματος να τον πετάξει, ιππικό ναυάγιο, στους βράχους.

- Α, το τραγούδι τους! ψιθύρισε πνιχτά. Νάτο, λοιπόν. Το τραγούδι τους. Το τραγούδι των Σειρήνων!

Μια υπέροχη και φονική κατανόηση διαπέρασε φωσφόρος και φώτισε όλα του τα κόκαλα. Ο Οδυσσέας δεμένος στο κατάρτι. Με τα ώτα έναυλα.

- Λύστε με! παρακάλεσε τους ίσκιους ο Γιαννιάς.

Όμως το σφάγιο της ηδονής δεν εννοούσε να πάψει. Έντρομα ξεσπάσματα, λιγοθυμισμένα αναφιλητά, καλέσματα φωνής μελλοθάνατης ανακάτευαν το σεισμό της ακοής του με τις λέξεις που δεν καταλάβαινε, με εικόνες, με γραμμές, με πλεγμούς και σπασμούς και θεσπέσια χρώματα.

Νερά, και σπαθιά, και κοχύλια. Δελφίνια, και αστερίες, και μύδια. Τα κυκλάμινα, οι κάκτοι. Και ροδάκινα, και αχινοί, και σταφύλια. Και τα φίδια, που λυγίζοντας τύλιγαν γιορντάνια στα μέλη τους οι χορεύτριες της Ίσιδας. Έσταζαν στάλες τα κόκκινα μήλα. Η αρμύρα έλουζε τα αχόρταγα μέλη. Και τα μύρα ζωντανά.

Ξαφνικά, η άρρυθμη κατεβασιά των ήχων και του παρακαλετού επήρε το καθαρό σχήμα των λέξεων της γλώσσας του Γιαννιά: Άαχ! Χάι! Να! Τι! Έτσι! Τώ-ρα! Ίιι! Πά-λι! Μη! Άαγκ! Ναι! Ένιωσε να σκάβει. Μία μία να φέρνει για πρώτη φορά στο φως τις λέξεις της γλώσσας του. Γνώριμες, και όμως άγνωστες.

Ήτανε δύο και τέταρτο. Όταν ο Γιαννιάς, χωρίς να ακούει πια άλλο, πάρεξ τις σφυριές και τα σφαδάσματα που τάραζαν τις φλέβες του, πέταξε από πάνω το ρούχο, γονάτισε δίπλα στη Λίμπικα, και φίλησε τρέμοντας όλα τα μέλη του θαλερού της ύπνου.

Με τρυφερή προσοχή τη γύρισε γαμώπιστα. Όπως τη ράχη κανονιού βυθισμένου στη θάλασσα, χάϊδεψε τους ώμους, τις πλάτες της. Κυκλωτικά έφερε τα χέρια του στους τρυφερούς γλουτούς και την ξαναγύρισε ανάσκελα.

Άφηκε τότε να γλιστρήσει το πενιχρό της εσώρουχο στον αέρα, και με την τρυφεράδα κρίνου άνοιξε τους ωραίους μηρούς. Έλυσε το πυρό του άλογο. Και αφέθηκε να το νιώθει να πλανιέται στους σχιστούς λειμώνες της Αφροδίτης. Να βόσκει στη χλώρη του βυθού.

Τόπους τόπους τίναζε ψηλά περήφανα το κεφάλι. Και η χαίτη του αλαφρότρεφε στις ριπές του ανέμου. Με τα αυτιά του προσηλωμένα στο μουσικό πανδαιμόνιο που κατέβαζε ο ουρανός.

Η Λίμπικα, μες στα ολόγλειφα χέρια του ονείρου της, αγκάλιασε το σκληρό σώμα του άντρα και κολπώθηκε να το χωρέσει αξεδιάλυτα και βαθιά της.

Στάζοντας τα μαλλιά και το μέτωπο σήκωσε τα μάτια του ο Γιαννιάς και την είδε κουλουριασμένη στα μπράτσα του. Ένα γαλήνιο, πλαγιασμένο, κατάφωτο οχτώ.

Την ώρα που οι πάνω ήχοι διαλύονταν σε τριανταφυλλένια σύννεφα στο σκοτεινό γαλάζιο του απείρου.

___________

  • Σημειώσεις: Μπορεί κανείς κάνοντας κλικ εδώ να διαβάσει και τις υπόλοιπες τοποθετήσεις πάνω στο θέμα, όπως διατυπώθηκαν από τα μέλη του Φόρουμ HOMA EDUCANDUS, τον περασμένο Απρίλη. Η ουσία όμως βρίσκεται στα δύο αποσπάσματα που δημοσιεύτηκαν και εδώ. Το ένα της Φωτεινής, το άλλο του Λιαντίνη από τα Χορικά του Νηφομανή. Νομίζω τίποτε καλύτερο δε θα μπορούσε να ανοίξει τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας του blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, του αποκλειστικά αφιερωμένου στο Δημήτρη Λιαντίνη. Το γιατί μπορούν καλύτερα να το κατανοήσουν όσοι βαθιά γνώση του έργου του Λιαντίνη έχουν. Και όσοι καταλαβαίνουν κι εκείνα που δε θέλουμε εμείς να αποκαλύψουμε. Λέμε μόνο πως περιποιεί ιδιαίτερη τιμή για το ιστολόγιό μας η παράθεση αυτών των δύο αποσπασμάτων. Τόση και τέτοια που οι μελλοντικοί μελετητές του Λιαντίνη είναι βέβαιο πως θα αναδείξουν ιδιαίτερα.

    Και παρακαλώ αυτό να το σημειώσετε, γιατί εκτός των άλλων η ανάρτηση αυτή αποτελεί και απάντηση του blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ σε όσα χτες διαβάσαμε στις συζητήσεις του ελληνικού τμήματος της WIKIPEDIA και συγκεκριμένα στο άρθρο της για το Δημήτρη Λιαντίνη. Ήδη αποστείλαμε mail διαμαρτυρίας προς τους υπεύθυνους του χώρου, τόσο για τη συκοφάντηση σε βάρος μας όσο και για ξεκάθαρη προκατάληψη εναντίον μας. Ταυτόχρονα τους τονίσαμε ότι ουδόλως μας απασχολεί να μας συμπεριλάβουν στους εξωτερικούς συνδέσμους του άρθρου τους, μας αρκεί που το ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ χαίρει εμπιστοσύνης από τους ανθρώπους εκείνους που νομίμως εκπροσωπούν το Δημήτρη Λιαντίνη και που κατ' επανάληψη μας έχουν παραχωρήσει σπάνια ντοκουμέντα από το αρχείο τους για δημοσίευση. Όπως και οι φωτογραφίες του ζεύγους Λιαντίνη που παραθέσαμε στο κείμενο από το Νηφομανή. Φωτογραφίες που εικονίζουν το Δημήτρη Λιαντίνη και τη σύζυγό του Νικολίτσα, μπροστά από την Casa di Dante, και που πρώτο έφερε στη δημοσιότητα τον περασμένο Δεκέμβρη το ιστολόγιό μας. Τα όσα σε εκείνο το άρθρο και άλλα κατοπινά μας δημοσιεύσαμε, φαίνεται πως θεωρήθηκαν από από κάποιους σχολιαστές της WIKIPEDIA ως ανεπίτρεπτη πολεμική, ικανή να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό μας. Εμείς πάλι λέμε ότι και εκείνο το άρθρο και όλα τα άλλα που φιλοξενούνται στο χώρο μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά φόρος τιμής στο Δάσκαλό μας και λιθαράκια της μεγάλης μάχης να λάμψει η αλήθεια στο αίνιγμα που μας άφησε. Πλην όμως όταν τέτοιες μάχες ξεκινάς είναι βέβαιο πως θα δεχθείς και λιθοβολισμούς. Τιμή μας και καμάρι μας. Γιατί όταν αυτό το χώρο ξεκινήσαμε, τον υπογράψαμε με την εντολή του Ναζωραίου αλλά και του Λιαντίνη:

    «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι.»

    Και χαιρόμαστε χαρά μεγάλη που δε μείναμε μόνο στα λόγια. Φυσικά δεν αναφερόμαστε μόνο στα σχόλια της WIKIPEDIA αλλά και σε πολύ πιο σοβαρές επιθέσεις που δεχτήκαμε. Δεν έχουμε σκοπό να αναφερθούμε σ' αυτές επί του παρόντος. Είναι θαρρούμε αρκετό που είμαστε και πάλι εδώ συνεχίζοντας να μιλάμε για το Δάσκαλό μας. Και χωρίς καμία παρέκκλιση από το σκοπό μας: Την αποπληρωμή του χρέους μας προς το Δημήτρη Λιαντίνη.


  • Αναφορικά προς το θέμα της ανάρτησης, την "Ελένη" του Λιαντίνη, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι οι φωτογραφίες που δημοσιεύσαμε ανήκουν σε παλιότερη εποχή και άλλο ταξίδι από εκείνο που περιγράφει ο Λιαντίνης στα Χορικά του Νηφομανή. Το ένα έγινε το καλοκαίρι του 1974. Το άλλο το καλοκαίρι του 1979. Ήταν τότε που γυρίζοντας από τη Γερμανία έφεραν και το αυτοκίνητο που αναφέρεται παραπάνω, το ίδιο αυτοκίνητο που χρόνια αργότερα, την 1η Ιουνίου 1998, άφησε ο Λιαντίνης στη Σπάρτη και έφυγε...


    Το ίδιο αυτοκίνητο που μετέφερε τον ίδιο και την οικογένειά του σε πολλά άλλα ταξίδια όπως και σε αυτό της φωτογραφίας, στο Χελμό το 1991. Μια ακόμη φωτογραφία που η κ. Νικολίτσα Λιαντίνη μας παραχώρησε με δικαίωμα αποκλειστικής δημοσίευσης. Και μαζί μάς έχει παραχωρήσει ατέλειωτες ώρες αφηγήσεων που στάθηκαν καθοριστικές για να εμβαθύνουμε στη μελέτη του έργου του Λιαντίνη αλλά και να κατανοήσουμε καλύτερα τις πράξεις της ζωής του. Όλο αυτό τον πλούτο των γνώσεων, και στο βαθμό που έχουμε την άδεια της κ. Λιαντίνη, είναι που μοιράζεται το ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ με τους αναγνώστες του. Ανιδιοτελώς και υπηρετώντας την αλήθεια και μόνο. Ακριβώς όπως έχουμε σκοπό να συνεχίσουμε και στη νέα περίοδο λειτουργίας μας.

_______________________________


22/2/2010 ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναδημοσίευση από το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ - ημερομηνία αρχικής ανάρτησης 6/10/2008

"Το αίνιγμα του Οιδίποδα" ... και του Λιαντίνη





Στη γλώσσα που κομίζει η μεγάλη Τέχνη ο άνθρωπος θωρεί δυνατά το κλάσμα της τρομερής κόψης. Στη Δευτέρα Παρουσία του Μιχαήλ Αγγέλου στα πόδια του Ναζωραίου που γρικάει το απόλυτο μηδέν σε καθαρούς βαθμούς ποιότητας και ανασυντάσσει το σύμπαν στέκεται ο Βαρθολομαίος. Εκείνο τον είπανε άγιο. Όχι στην προσκύνηση της θρησκευτικής αναλαμπής, αλλά στο ζωντανό φως του Μιχαήλ Αγγέλου είναι που το δέρας του σώματός του μπορεί και ανεμίζει στα χέρια του. Έχει μέσα στις κυκλικές φωτοσκιάσεις της Τέχνης συντελεστεί η Δευτέρα Παρουσία. Άλλως, η Όγδοη Ημέρα. Αλλά πριν ο πόνος και ο καημός. Η εκδορά και η άρνηση. Η απουσία και το πριν το τέλος, τέλος. Το μετά το αρχέτυπο, παράδειγμα.

«Το κορμί μου του Λινού γδαρμένο κρέμεται
στο κατάρτι του μεσονυχτιού»

Οι Ώρες των Άστρων, σ. 24

Το ποίημα «Αιγεύς», γραμμένο και ξαναγραμμένο σκόπιμα, όχι από την αυτοκτονική πλευρά του ανυπόμονου πατέρα, αλλά από οπουδήποτε είναι δυνατό να βλέπεις «το χρυσάφι μέσα στο νερό» (Γκέμμα, σ. 160) δηλαδή το ναυάγιο μες τη θάλασσα, έρχεται να αποκηρύξει το αναμενόμενο, την ασπρόμαυρη ανάγνωση, όπου με άσπρο σημαίνεται η χαρά και με μαύρο η λύπη. Εκεί που με άλλα λόγια λέει ο Ελύτης:

« Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα
τη χαρά και τη θλίψη πίσω μου έριξα»

Άξιον Εστί, Δ΄

ο Λιαντίνης θα σμιλέψει:

«Σαν ανδρικού κορμού το τρίτο πόδι
τόσον αβόλετη εστάθη
η εντολή να μην αμελή-
σουν, αν πρέπει,
νʼ αλλάξουν τα μαύρα ιστία.»


Οι Ώρες των Άστρων, σ. 82

Δεν είναι ούτε ο Μινώταυρος ούτε ο πατέρας, αλλά η παρουσία της Αριάδνης που μεταρσιώνει το εν αινίγματι «τρίτο πόδι» του άφαντου Οιδίποδα στο τρίτο πόδι του φαλλού. Το κομμένο ρήμα «αμελή-σουν» φροντίζει μέσα από την ηρακλείτεια αντίφαση να δώσει λύση, πόρο, πέρασμα στη «ρότα του τρόπου του» (Γκέμμα, σ. 46). Είναι λοιπόν η Αριάδνη εκείνη που περιμένει στην ακτή, διότι αλλιώς ο Θησέας δεν θα γύριζε. Γιʼ αυτό και δεν έχει σημασία η πτώση του πατέρα, που εδώ λειτουργεί πιότερο ως σεξπηρικό φάντασμα, αλλά η μυστική αναστροφή των έσωθεν ιστίων, το «νεκρό γουρούνι του φόβου» που θα ξεβράσει το «γκαστρωμένο πέλαγος» (Οι Ώρες των Άστρων, σ. 81). Κανείς, σχεδόν, δεν θα το αντιληφθεί. Την περιπαικτική εικονολογία του έρωτα θα τονίσει η δεύτερη μορφική έκταση του ποιήματος, σε άλλους μετρικούς τονισμούς:

«Από την Αττική έως την έρμη Κρήτη
έπαιζε με τους Τρίτωνες η Αμφιτρίτη»


Οι Ώρες των Άστρων, σ. 83

Για να απαντήσουμε στο αίνιγμα του τόπου θα γυρίσουμε στην αρχή:

« Ένα καράβι βουλιάζει στην στεριά
και του δρυμού τα ζουλάπια
ξεστράτισαν στου πελάου τις ορεινές
γιδοπατιές».

Οι Ώρες των Άστρων, σ. 24

______________

  • Αναδημοσίευση από ανάρτηση του χρήστη Αλέξανδρου Ζ. στο φόρουμ HOMA EDUCANDUS. Τη συνέχεια των διαλόγων σχετικά με την ανάρτηση αυτή, μπορείτε να τη διαβάσετε κάνοντας κλικ ΕΔΩ.

Περίεργες αναφορές για το Λιαντίνη στο ίντερνετ


Όταν ο Δημήτρης Λιαντίνης έφυγε, την 1η Ιουνίου 1998, ίσως και καμία αναφορά στο διαδίκτυο να μην υπήρχε για εκείνον... Σήμερα, σχεδόν δώδεκα χρόνια μετά, τα μηχανάκια αναζήτησης στο λήμμα Λιαντίνης βγάζουν αμέτρητες χιλιάδες καταχωρήσεις.

Μάλιστα, κατά έναν περίεργο τρόπο βγαίνει επιτέλους πρώτο το HOMA EDUCANDUS, το φόρουμ που με αφορμή το αγαπημένο μας βιβλίο του Λιαντίνη, το HOMO EDUCANDUS, έχουμε εδώ και δύο χρόνια ανοίξει. Ίσως και γιατί στα χρόνια αυτά έχουμε ανεβάσει αμέτρητο υλικό για το Δάσκαλο.

Βγάζουν όμως τα μηχανάκια και περίεργες καταχωρήσεις... Κι ευτυχώς έχουμε τον καλό μας άγγελο να παρακολουθεί συστηματικά το παραμικρό που θα γραφτεί στο ίντερνετ για το Λιαντίνη και να μας ενημερώνει αμέσως.

Έτσι και πριν λίγους μήνες μας ενημέρωσε για την ύπαρξη ενός πολύ παράξενου βίντεο:



Η βεντέτα του Λιαντίνη! Μάλιστα...

Ποιος το ανέβασε το βίντεο; Άγνωστον.

Το παρακολουθείς και βρίσκεις αρκετές αναφορές στο έργο του, σε πιάνει ακόμη και συγκίνηση. Όμως η σκηνοθεσία προβληματίζει. Ο άγνωστος σκηνοθέτης με τις προεκτάσεις που δίνει, πως δόθηκε εντολή να πεθάνει ο Λιαντίνης γιατί ήταν επικίνδυνος με όσα έλεγε, είναι λογικό να προκαλεί απορίες. Τι θέλησε με αυτό το βίντεο ο άγνωστος σκηνοθέτης να επιτύχει;

Να δημιουργήσει ένα μύθο γύρω από το Λιαντίνη;

Να οικειοποιηθεί προς ίδιον όφελος τη φιλοσοφία του Λιαντίνη και να εκμεταλλευτεί το θρύλο του για δικές του σκοπιμότητες;

Να κοινοποιήσει έμμεσα τυχόν στοιχεία και πληροφορίες που διαθέτει; Σε όλα πάει ο νους μας αφού το αίνιγμα του Λιαντίνη παραμένει άλυτο. Λογικό δεν είναι;

Χτες όμως, όταν ο καλός μας άγγελος και πάλι μας έστειλε μέιλ με νέες πληροφορίες, ανησυχήσαμε πραγματικά:

http://erepublic-hellas-em.blogspot.com/2010/01/liantini.html

Δείτε μόνοι σας και θα καταλάβετε το γιατί...

Δείτε έναν "Λιαντίνη" να μιλά στο διαδίκτυο, χωρίς αυτή τη φορά να μεταχειρίζεται αποσπάσματα από το έργο του Λιαντίνη. Αυτός ο "Λιαντίνης" λέει τα δικά του. Ας μην επαναλάβουμε καν τι.

Μόνο τη θλίψη μας θα εκφράσουμε. Γιατί ο καθένας αυθαίρετα παίρνει το όνομα Λιαντίνης ή και Liantinis και τον παριστάνει στο διαδίκτυο, συνεχίζοντας χρόνια τώρα ένα καρναβάλι με άγνωστους ενίοτε στόχους αλλά με κοινή συνισταμένη τη δημιουργία μιας γραφικής φιγούρας που ουδεμία σχέση έχει με το Λιαντίνη που εμείς γνωρίσαμε.

Άλλος "σερβίρει" έναν Λιαντίνη αρχαιόπληκτο, άλλος - όπως τώρα - εθνικόφρονα, άλλος τον θέλει μέλος της ομάδας Ε, άλλοι τον στέλνουν ακόμη πιο μακριά, σε πύλες ανεξήγητες και δε συμμαζεύεται.

Σημασία δεν έχει να ψάξει κανείς μήπως και υπάρχει το παραμικρό ίχνος αλήθειας σε όλα αυτά. Γιατί πολύ απλά έρχονται σε αντίθεση με τη φιλοσοφία που έχει ο ίδιος ο Λιαντίνης καταθέσει στο επίσημο συγγραφικό του έργο. Και συγκεκριμένα με την περίφημη οδηγία του Νίτσε:

«Μονάχος μου φεύγω τώρα, μαθητάδες μου. Κι εσείς τραβάτε από δω μονάχοι σας. Έτσι το θέλω. Τώρα σας λέω, να χάσετε εμένα, και να βρείτε τον εαυτό σας. Και μόνο τότε, σα θα μ’ έχετε αρνηθεί, θα ξαναρθώ κοντά σας.»

(Τα Ελληνικά, σελ. 75 )

Οδηγία που υιοθέτησε και ο Λιαντίνης, όχι μόνο αναφέροντάς την σε αρκετά σημεία του έργου του, μα και σφυρηλατώντας το ιδεώδες του εσθλού.

«Η λέξη εσθλός έχοντας τη ρίζα της στο ρήμα ειμί σημαίνει εκείνον που είναι. Εκείνον που υπάρχει έξω από τις μεταβλητές του γίγνεσθαι, τις συνθήκες της ροής και τους όρους της κύκλησης.

Ό,τι του ανθρώπου μένει αλώβητο από τη φθορά, μακρυά από τα θέσμια και τις συμβατικότητες της λογικής και της επινόησης, σ’ ένα συντονισμό με το μόνιμα μόνιμο και σε μια διομολόγηση με την αφθαρσία, ό,τι σώζει σταθερά τη διαλεκτική της πράξης μας με την ανώλεθρη μοίρα του όντος, αυτό είναι το εσθλό. Και τούτο κάνει τον άνθρωπο εσθλό.

Εσθλός είναι ο αληθινός, ο πραγματικός, ο όντας με την παρμενίδεια σημασία του όρου.»

Homo educandus : Φιλοσοφία τής αγωγής (1984) (σελ. 108)

Αυτά όμως που παρατηρούμε να συμβαίνουν στο διαδίκτυο θυμίζουν τις διαδικασίες που ακολουθούν οι θρησκείες και οι λογής οπαδοί... Ο Λιαντίνης όμως ούτε με τις θρησκείες τα πήγαινε καλά ούτε και με τους οπαδούς κάθε είδους. Γι' αυτό και έζησε ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΧΥΡΟΣ.

Η επανάσταση του Λιαντίνη δε γίνεται με τις μάζες. Η συνείδηση είναι ο δικός της τόπος. Και είναι διαδικασία προσωπική και εσωτερική.

Όπως δεν έχει σχέση ο Λιαντίνης με μεταφυσικές. Η σκέψη του εδράζεται στη θετική επιστήμη και η φιλοσοφική του θεωρία προαπαιτεί το πείραμα και την απόδειξη. Γιατί ο Λιαντίνης είναι έλληνας, ελληνοέλληνας:

«Οι έλληνες οικοδόμησαν έναν κόσμο που στηρίζεται στην παρατήρηση και στη νόηση, ενώ οι χριστιανοί οικοδόμησαν ένα κόσμο που στηρίζεται στην υπόθεση και στη φαντασία.

Η παρατήρηση των ελλήνων είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε πάντα να βεβαιώνεται πρακτικά από τα συμβαίνοντα στη φύση, και πάντα να αποδεικνύεται χειροπιαστά από το πείραμα στο εργαστήριο. …Αντίθετα η υπόθεση των χριστιανών είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε μένει αναπόδειχτη. …Ποτέ και κανείς δεν είδε ένα νεκρό να ξανανεβαίνει στο φως, και να βγάζει λόγο για τον Παράδεισο και την Κόλαση. …

Πιο απλά, οι έλληνες ξεκινούν από τη φύση και το ορατό. Το όργανο της μελέτης τους είναι η λογική. … Αντίθετα οι χριστιανοί ξεκινούν από την ψυχή και το αόρατο. Το όργανο της μελέτης τους είναι η φαντασία και το συναίσθημα. …

Ξεκινώντας από τις αφετηρίες της παρατήρησης και της φαντασίας βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί η μέθοδος των ελλήνων οδήγησε στην επιστήμη, και γιατί ο τρόπος των χριστιανών οδήγησε στη θρησκεία.

Και παρά πέρα, βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί το κριτήριο της επιστήμης είναι η πειραματική απόδειξη της γνώσης και στη συνέχεια η αναγκαστική αποδοχή της από κάθε φρόνιμο άνθρωπο, ενώ το γνώρισμα της θρησκείας είναι «η εξ αποκαλύψεως αλήθεια» και το «δόγμα». Όροι που για την επιστήμη δεν έχουνε νόημα. …

Γράφει λοιπόν ο Ντα Βίντσι: καμία έρευνα δεν ημπορεί να ονομασθεί επιστήμη, όταν δεν κατακυρώνεται από τη μαθηματική απόδειξη.»

(Δημήτρη Λιαντίνη«Τα Ελληνικά» σελ. 149 – 151 )

Γι' αυτό και ο δρόμος να ακολουθήσει κανείς το Λιαντίνη δεν είναι να γίνει οπαδός του. Ούτε να ξεχειλίζει από ανόητους συναισθηματισμούς του τύπου: "Τια το Λιαντίνη ρε γ.....!!!"

Είναι ο δρόμος της λογικής. Ο δρόμος της αυτοπραγμάτωσης. Της διαρκούς μελέτης αλλά και της συνεχούς πράξης.

«Εν αρχή ην η πράξις»!

(Ελληνικά, σελ. 46)

Μπορείς το Λιαντίνη να τον μελετάς. Μπορείς να διδάσκεσαι απ' αυτόν. Όχι όμως να τον μιμείσαι.

«Εγώ τραβάω το δρόμο εκείνο που είπε ο Χριστούλης: Ει τις εθέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω στο σταυρό αυτού και ακολουθείτω μοι».

Αυτό λέγει ο Λιαντίνης. Και αυτό ζητάει από μας. Ας τον ακούσουμε τον ίδιο, να θυμηθούμε τι ακριβώς είπε και να σταματήσουμε να τον περνάμε για άλλον:

Liantinis Thriskei...

Και ό,τι εδώ λέγει για το Χριστό, τα ίδια ισχύουν και για το Λιαντίνη... Δεν ήρθε ο Λιαντίνης να σώσει τον κόσμο. Και δε θυσιάστηκε για το παχύ άντερο του καθενός μας. Το δικό μας σταυρό θα πρέπει να σηκώσουμε. Και το δικό μας Γολγοθά να ανεβούμε. Με βασικό ζητούμενο τον πόνο για τα νέα παιδιά. Και τη νέα αγωγή... αυτή που χρειάζεται για να ξαναγίνει ο κόσμος ανθρώπινος. Και ο άνθρωπος, άνθρωπος φυσικός. Ούτε υπάνθρωπος και παλιάνθρωπος ούτε υπεράνθρωπος. Στα μέτρα που τον έπλασε η φύση, έτσι τον θέλει τον άνθρωπο ο Λιαντίνης.

Η ρίζα της λέξης αρετή, από το αραρίσκειν, δηλώνει την προσαρμογή της πράξης του ανθρώπου στο μέτρο του νόμου της φύσης. (Εφόσον η ειλικρίνεια έχει σχέση με την αλήθεια, και όλοι γνωρίζουμε πως είναι το ίδιο πράγμα, γίνεται αμέσως φανερός ο δεσμός της αρετής με την αλήθεια.)

Δημήτρης Λιαντίνης, Ο Νηφομανής, σελ. 69

Αυτός ο άνθρωπος και αυτός ο κόσμος του Λιαντίνη, ο γεμάτος φως και αλήθεια, τι σχέση έχουν με βεντέτες και άλλα μέτωπα;

Βεβαίως ο καθένας από μας είναι ελεύθερος να επιλέγει και να ακολουθεί το δικό του δρόμο. Αυθαίρετα όμως ας μη βαφτίζουμε το δικό μας δρόμο: Λιαντίνη.

Και ας σταματήσουμε πια να παριστάνουμε τους Λιαντίνηδες. Οι απόκριες τελείωσαν...


Πολυχρονίου το ανάγνωσμα...

Με αφορμή ένα πρόσφατο σχόλιο στο νέο μας blog για το Λιαντίνη, το Δάσκαλό μας, και συγκεκριμένα μια προφορική μαρτυρία που αφορά την ιδιαίτερη εκτίμηση του Λιαντίνη για το ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟ, αναδημοσιεύουμε από το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ μια σχετική ανάρτηση. Αφορμή της είχε σταθεί ο περσινός Δεκέμβρης. Ο Δεκέμβρης του 2008. Όσα στην ανάρτηση αυτή αναφέρονται δίνουν ίσως μια εξήγηση σε όσα το σχόλιο ανέφερε για το ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟ. Διαβάστε και θα κρίνετε μόνοι σας:


Αναδημοσίευση από το χώρο των συζητήσεων για το Δημήτρη Λιαντίνη στο φόρουμ HOMA EDUCANDUS


ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ


Από τα Σχόλια η εκκίνηση:

Ο Σκιπίων Νασικάς, πριν ακόμη από την καταστροφή της Καρχηδόνας, ειδοποίησε τους πατρίκιους για την πιθανότητα να εμφανισθεί εσωτερικός κίνδυνος λόγω της κοινωνικής καταπίεσης των πληβείων.

Δ. Λιαντίνης, Πολυχρόνιο (σελίδα 192)

Στη δίνη των γεγονότων, μιας εξέγερσης που ξάφνιασε και τρόμαξε και προβλημάτισε. Και άνοιξε ασκούς που δύσκολα θα κλείσουν.

Μια εξέγερση που ως και το όνομά της στάθηκε ψαροκόκαλο στο λαιμό.

Κάποτε οι ηγέτες, σε χρόνους άλλους και με άλλα ήθη και άλλη παιδεία, προέβλεπαν και προλάμβαναν το κρίσιμο σημείο της τήξης του πλέγματος που συγκρατεί τον κοινωνικό ιστό. Πριν ακόμη η κατάσταση οδηγηθεί στο σημείο χωρίς επιστροφή. Όχι πάντα. Αλλιώς η ιστορία της ανθρωπότητας θα ήταν το πιο μονότονο και ανιαρό ανάγνωσμα.

Δεν ξέρω μάλιστα να σας πω αν η συγκράτηση των υπόγειων ρευμάτων είναι το ζητούμενο, το δικό μου τουλάχιστον. Αυτό όμως είναι άλλο ζήτημα. Εδώ συν-εξετάζω και μόνο με όση νηφαλιότητα κατάφερα να διασώσω και όση ψυχραιμία, αυτά που ζήσαμε τον τελευταίο μήνα και εκείνα που χρόνια πριν διαβάσαμε στο Πολυχρόνιο του Δημήτρη Λιαντίνη. Προσπαθώντας να αποσπαστώ από του χρόνου την απόχη και τον περιορισμό στην κλειδαρότρυπα της στιγμής του τώρα.

Από τις ομιλίες των δικών μας πολιτικών ταγών συγκράτησα και πρόσεξα ιδιαίτερα όσα ο Αλέκος Αλαβάνος εκφώνησε στη Βουλή των Ελλήνων. Πιο πολύ ετούτο το μικρό απόσπασμα:

Το θέμα των κουκουλοφόρων. Είναι γνωστό, η κασέτα είναι παιγμένη πως, όχι μόνο δημιουργεί ανακλαστικά βίας στην κοινωνία το κράτος, αλλά όταν στις δύσκολες στιγμές δεν τη βρίσκει, χρησιμοποιεί τους εντεταλμένους του. Είναι πολύ εύστοχη η δήλωση του Μανώλη Γλέζου στη Βουλή σήμερα. «Τους ξέρει έναν-έναν η Κυβέρνηση».

Είναι εντυπωσιακά αυτά που δείχτηκαν -όχι από όλους- από ορισμένους τηλεοπτικούς σταθμούς.

Καταθέτω στα Πρακτικά το βίντεο από την εκπομπή του Λάκη Λαζόπουλου για την οργάνωση αστυνομικών με σιδερένια ραβδιά στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς και δύο βίντεο από την τηλεόραση «Χωρίς Σύνορα» για το πώς κουκουλοφόροι που ήταν μαζί με αστυνομικούς συνελάμβαναν φοιτητές που κραύγαζαν βοήθεια στο Ηράκλειο και για το πώς κάτι αντίστοιχο γινόταν στα Εξάρχεια.

Αυτή τη στιγμή γίνεται ένα πολύ άσχημο παιχνίδι. Θα σας διαβάσω την τοποθέτηση που έκανε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πρώην Πρωθυπουργός, πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Φραντσέσκο Κοσίγκα σε μία συνέντευξη, η οποία ταρακούνησε όλη την Ιταλία. Και λέει ο συγγενής της Νέας Δημοκρατίας: «αφήνει τους φοιτητές να κάνουν ό,τι θέλουν. Αποσύρονται οι δυνάμεις της Αστυνομίας από τους δρόμους και τα πανεπιστήμια. Μέσα στο κίνημα διεισδύουν προβοκάτορες, έτοιμοι για όλα και αφήνει για καμιά δεκαριά μέρες να λεηλατήσουν τα μαγαζιά, να κάψουν αυτοκίνητα, να περάσουν δια πυρός και δια σιδήρου την πόλη. Μετά, ενισχυμένος από τη λαϊκή συναίνεση, ο ήχος των σειρήνων των ασθενοφόρων θα υπερκαλύψει εκείνον των περιπολικών. Φραντσέσκο Κοσίγκα ιL GIORNO 20/8/2008». Τι κάνει η Κυβέρνηση; Έχει την εντύπωση κανείς ότι αντί να λύνει ένα πολιτικό πρόβλημα έχουμε έναν Πρωθυπουργό ο οποίος παίζει playstation με τους αστυνομικούς με την επίσημη στολή από τη μια μεριά και με τους αστυνομικούς με τις κουκούλες από την άλλη.

Έτσι είναι. Γιατί όταν καίνε τη Σταδίου, γιατί τα ΜΑΤ είναι στην Ακαδημίας; Γιατί οι κουκουλοφόροι μπαινοβγαίνουν στις κλούβες;

Προσπαθείτε να πολώσετε την κοινωνία. Βλέπετε ότι υπάρχει μία αφύπνιση κοινωνική, όχι μόνο στους εργαζόμενους, πρώτα απ΄ όλα στο πιο ευαίσθητο κομμάτι, στον πιο ευαίσθητο δέκτη που είναι η νέα γενιά. Και στην Πάτρα προχωρήσατε και σε κινήσεις οργάνωσης, για τον Τεμπονέρα, των φιλήσυχων πολιτών, αλλά δεν θα το καταφέρετε. Να σας πω γιατί δεν θα το καταφέρετε; Γιατί ο κάθε μαγαζάτορας είναι γονιός και ο κάθε γονιός ως παιδί είχε ακούσει τα ίδια περί αναρχίας. Και ως παιδί είχε ακούσει από τους γονείς του όλα τα κόλπα, τα οποία χρησιμοποιούσατε για τους ΕΑΜίτες, για τους ΕΔΑίτες για όλους.

ΠΗΓΗ
http://syriza-argolidas.pblogs.gr/2008/12/385180.html .

Ανατρίχιασα από την πρώτη στιγμή που τον άκουσα. Μιλώ για το κομμάτι εκείνο που τόνισα μέσα στο λόγο του. Την αναφορά στον ιταλό πολιτικό, τον Κοσίγκα. Τη δήλωσή του μόλις τον περασμένο Αύγουστο στην Il Giorno. Σημαίνει "Ημέρα". Για τον τίτλο της εφημερίδα μιλώ. Αλλά η δήλωση του Κοσίγκα άλλο δε σημαίνει παρά τη νύχτα, τη μακριά νύχτα που ζούμε. Το μακρύ ταξίδι της νύχτας μέσα στη μέρα; Ή της μέρας στη νύχτα;

Ζούμε περίεργες στιγμές. Στιγμές που σκοτεινιάζουν τις μέρες μας και κάνουν αξημέρωτες τις νύχτες μας.

Σήμερα, εκεί έξω, εκεί που λίγες μέρες πριν οι κουκουλοφόροι έσπαγαν και έκαιγαν και μετά ορμούσε το πλήθος ακάλυπτο και απροκάλυπτα και λεηλατούσε, τα μαγαζιά είναι ανοιχτά. Κυριακή. Ημέρα αργίας. Για να καλύψουν λέει τη ζημιά που υπέστησαν. Ακάλυπτα όμως μένουν τα ερωτηματικά μας για όσα ζούμε. Θέλουν μα δεν μπορούν να τα κουκουλώσουν. Και είναι κι αυτός ο Κοσίγκα που κουδουνίζει περίεργα κάλαντα στα αυτιά μας. Δια πυρός και σιδήρου... Ποιος τελικά μας πέρασε από το κολαστήριο; Ποιος κράταγε τιμόνι;

Είναι εδώ που χρειάζεται να ξαναγυρίσουμε στο Λιαντίνη. Και ειδικά στο Πολυχρόνιό του. Να μελετήσουμε και πάλι πώς η μεγάλη Ρώμη κατέρρευσε.

Η Ρώμη έπεσε χωρίς να πέσει.

Έτσι γράφει ο Δημήτρης Λιαντίνης, στο Πολυχρόνιο πάντα (151).

Τη Ρώμη την εσύντριψε το μεγάλο Τίποτε.

Αυτό όμως είναι το τέλος. Κι εκείνο που εγώ σας ανέφερα ξεκινώντας, για το Σκιπίωνα το Νασικά, αφορά την αρχή. "Το άνοιγμα της Ρώμης στην κοσμοκρατορία", όπως σημειώνει ο Λιαντίνης (68 ). Εκεί και τότε η Ρώμη κατάφερε να παραμερίσει τα "εμπόδια" και να τραβήξει τη λαμπρή της πορεία. Να κρατήσει γερά το τιμόνι και να αλλάξει πορεία πριν η καταιγίδα την προφτάσει.

Από το Πολυχρόνιο (68 ) και πάλι παραθέτω ολόκληρο πια το απόσπασμα, το ίδιο που αφορούσε και το αρχικό σχόλιο:

"Ο Mommsen διατυπώνοντας το πράγμα σύμφωνα με τα σχήματα της ιστοριογραφίας, την αλλαγή της εποχής με τη μάχη της Πύδνας την ονομάζει άνοιγμα της Ρώμης στην κοσμοκρατορία.

Αυτή η μεταβολή της Ρώμης εσήμαινε πράγματα περισσότερα από λίγα. Το πιο σπουδαίο ήταν η επιστροφή από τα έξω στα μέσα. Ο ξωμάχος που δουλεύει συνεχώς στους αγρούς, γυρίζει κάποτε στη φαμελιά του και βρίσκει νά 'χει γίνει το χωριό χωράφι. Ανακαλύπτει τότε πως, τον καιρό που εκείνος επάσχιζε να ημερέψει τη γη και τα δέντρα του, στο σπίτι τα παιδιά του αγρίευαν.( 2 )"


Εδώ ακριβώς, στο 2 αυτό, ο Λιαντίνης κάνει το σχόλιο για το Σκιπίωνα.

Αξίζει όμως να δούμε και τη συνέχεια του κειμένου, κι αξίζει πολύ:

"Το στάδιο αυτό στην ιστορία της Ρώμης ονομάζεται επανάσταση και αρχίζει με τους Γράκχους. Οι πολίτες τους δύο δημάρχους αδερφούς Γράκχους τους ύμνησαν με φοίνικες και μυρτιές, και με όλα τα ωσαννά των Βαΐων. Στη λοχίτιδα και στη φυλετική εκκλησιά.

Ύστερα, σύμφωνα με την τάξη και την ανάγκη που ορίζει η μοίρα των αθώων, οι ρωμαίοι τους σκότωσαν μπροστά στα άσυλα και στους βωμούς των θεών. Απαραβίαστους τους παραβίασαν και τους εσύλησαν άσυλους.

- Οι βωμοί της πόλης είναι των παιδιών μου οι τάφοι.

Έτσι έλεγε αδάκρυτη και απενθής η μητέρα των Γράκχων. Και έδειχνε στους ξένους τα σημεία, όπου έπεσαν τα παιδιά της.

Ως την εποχή που μιλάμε, τα μέσα δηλαδή του 2ου αι. π. οι κατακτητικοί πόλεμοι της Ρώμης, ακατάπαυστοι και απορροφητικοί, δεν άφηναν να φανεί η ταξική αντιπαράθεση. Ο βαθμός της καταπίεσης των πληβείων από τις τάξεις των πατρικίων και των ιππέων έμενε ως προς τη γνώση του πιθανός. Τώρα όμως, καθώς έλειψαν οι περισπασμοί και η βαριά φροντίδα, η εικόνα της αδικίας έγινε διαυγής, ανυπόκριτη και ασυγκάλυπτα δηλωτική."


Πέρα όμως από την πρώτη αιτία που οδήγησε στην επανάσταση, ο Λιαντίνης σημειώνει και μια δεύτερη εξίσου βασική:

"Τη δεύτερη αιτία της επανάστασης την εγέννησε ο εκφυλισμός του ήθους και της αγωγής, σαν αναγκαίο παρακολούθημα της άνεσης και της ευημερίας. Ο πλούτος γεννάει τον τύφο, και η αργία τα κακά. Ο παραδόπιστος Περσέας εκδικήθηκε τη Ρώμη, με ό,τι ακριβώς αγωνίστηκε να της στερήσει, και κείνη το πήρε μόνη της: με το θησαυρό της Μακεδονίας."

Ίσως εδώ να χρειάζεται μια παραπομπή στη Βικιπαίδεια για όσους αγνοούν τα ιστορικά γεγονότα. Ποιος δηλαδή ήταν ο Περσέας κλπ. Και που ειρήσθω εν παρόδω, ο τάφος του (του Περσέα) βρέθηκε το 2005 κάπου στην Ιταλία. Αυτό φυσικά και δεν μπορούσε να το ξέρει ο Λιαντίνης όταν έγραφε στο Πολυχρόνιο σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα για εκείνον...

Επιστρέφω όμως στην ουσία και συνεχίζω με το ανάγνωσμα από το Πολυχρόνιο:

"Οι αλλαγές στην οργάνωση της πολιτείας που εισηγήθηκαν οι Γράκχοι, και που άγγιζαν τον αναδασμό της γης στους ακτήμονες, την τακτική διανομή σιταριού στην πλέμπα της πόλης, την αναθεώρηση των αιτημάτων των κατοίκων της Ιταλίας, την αναδιοργάνωση του στρατού, την αναδιάρθρωση της δικαστικής αρχής, και την ανασύνθεση της Συγκλήτου, βασικά υπαγορεύτηκαν από το ανθρωπιστικό πνεύμα της Στοάς.

Η κληρουχική, η στρατιωτική, η συμμαχική, η σιτική, η δικαστική και η συγκλητική πτυχή της φωτεινής δράσης των Γράκχων εσκόπευε στο μακρυνό στόχο, να ιδρύσει τη νέα τάξη της ειρήνης και της κάρπωσης επάνω στην παλιά βάση της ηθικής υγείας και της πολιτικής αρετής, που σύνδραμαν τη Ρώμη στη φάση των θυσιών και της κατάκτησης."


Ήδη πιστεύω πως στο απόσπασμα αυτό θα βρήκατε κοινά στοιχεία με το σημερινό πολιτικό γίγνεσθαι. Εμείς βεβαίως ως Ελλάδα δεν είμαστε το αντίστοιχο της τότε Ρώμης. Αλλά για σκεφθείτε εδώ, τι ήταν και τότε η Ελλάδα; Μια επαρχία της Ρώμης. Σήμερα; Τι είναι σήμερα; Ή μάλλον ποια είναι η Ρώμη της εποχής μας; Κι αν απάντηση δε βρίσκουμε, ας ανοίξουμε τα Ελληνικά του Λιαντίνη. Όλως τυχαίως στην ίδια σελίδα, την 68... Ποια είναι η νέα Ρώμη; Όλα τα έγραψε αυτός ο άνθρωπος και όλα τα προέβλεψε... Εμείς, μόνο, που τυφλοί τον περιδιαβαίνουμε και θέλουμε πολλά Ρίχτερ για να ξυπνήσουμε και να καταλάβουμε τι έγραψε.

Έτσι λοιπόν είχαν τότε τα πράγματα στην παλιά Ρώμη. Επί Γράκχων. Το καζάνι της ταξικής αντιπαράθεσης έβραζε μα οι Γράκχοι βρήκαν τον τρόπο να εκτονώσουν την κατάσταση. Γιατί όπως συνεχίζει ο Λιαντίνης:

"Οι Γράκχοι κατανόησαν σωστά πως το ισοδύναμο του ανδρείος στον πόλεμο είναι το δίκαιος στην ειρήνη. Και πως η αρετή του πολίτη είναι η ανάποδη όψη της ευψυχίας του στρατιώτη. Η πολιτική σοφία, η ανάγκη για τάξη και ο ανθρωπισμός των στωικών παίδεψαν τη δημόσια πολιτεία και την ανμορφωτική βούληση των Γράκχων.

Την πολιτική αρετή στον Τιβέριο Γράκχο την εδίδαξε ο στωικός Βλόσσιος ο Κυμαίος. Όπως ακριβώς και ο στωικός Σφαίρος ο Βοσποριανός την είχε διδάξει στον Κλεομένη της Σπάρτης. Η παραβολή της ζωής των αδερφών Γράκχων με τη ζωή του Άγι και του Κλεομένη είναι από τις ευτυχέστερες ξυνωρίδες του Πλουτάρχου στους Παράλληλους βίους.

Και στις δύο περιπτώσεις η αγνότητα του ήθους των προσώπων και η στωική αγωγή οδήγησαν στο αίτημα της μεταρρύθμισης, στην ανάγκη της επανάστασης και στην αναξιοπάθεια του θανάτου των πρωταγωνιστών."


Ίσως και γιατί, συμπληρώνω στο τελευταίο, το θάνατο των πρωταγωνιστών, αν δε στοιχειώσουμε άνθρωπο, γεφύρι δε στεριώνει, όπως τραγούδησε η λαϊκή μας μούσα.

Εδώ όμως θα σταματήσω τη δική μου "ξυνωρίδα" των δύο εποχών. Θέλω να πιστεύω πως σας έπεισα να πιάσετε πάλι το Πολυχρόνιο τις μέρες αυτές. Και με το βάρος της νέας ματιάς να το μελετήσετε. Νομίζω πως στις σελίδες του θα βρούμε πολλές απαντήσεις για όλα τα αναπάντητα του καιρού μας. Αυτά που ο Κοσίγκα και ο κάθε Κοσίγκα έχουν κιόλας διαβάσει και προσπαθούν να οδηγήσουν τα υπόγεια ρεύματα ξανά στην κοίτη την παλιά που θα ξαναγεμίσει με εξουσία και χρήμα τα πουγκιά τους.

Το θέμα μου δεν είναι να σας στείλω θηρευτές του πόρου που άλλη κοίτη των γεγονότων θα ανασκάψει. Όχι. Αυτό δεν είναι έργο του ερευνητή και του μελετητή αλλά του επαναστάτη. Αν και συγκοινωνούτα δοχεία στέκονται οι δύο ρόλοι. Όπως και των στωικών δασκάλων και των μαθητών τους. Όπως του Αριστοτέλη και του Αλέξανδρου. Αυτή και μόνο την κλωστίτσα της επανάστασης μπορούμε εμείς να κινήσουμε στη μεγάλη σκηνή... Και είναι αρκετή. Πιστέψτε με. Αρκεί να γίνεται με νου και γνώση.

Όπως με νου και γνώση μας άφησε ο Λιαντίνης το Πολυχρόνιο. Που πολιτική διαθήκη του το διαβάζω. Και υπότιτλο θα έβαζα "Ο πολιτικός Λιαντίνης".

Δεν είναι στις σελίδες του μόνο η σκονισμένη ιστορία της παλαιάς Ρώμης. Αλλά η πέρα από εποχές Αιώνια επιστροφή στο όμοιο, αυτή που κουρταλεί και πάλι τη θύρα του χρόνου. Ορίστε! Να περάσει η αφεντιά της! (Γκέμμα, 224)




Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα