ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΕΜΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΕΜΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Κούλιναν και ο Ορλώφ κι ο Φλωρεντίνος του Λιαντίνη

Για τη Γκέμμα του Δημήτρη Λιαντίνη έχουν κι αν έχουν γραφτεί κατεβατά στο διαδίκτυο. Μα όσα και να γράψουμε πάλι ετούτο το βιβλίο, το κύκνειο άσμα του συγγραφέα, θα βάζει κάθε δύο βήματα τρικλοποδιές στον αναγνώστη. Είναι έτσι γραμμένο, έχει τόσο βάθος, τόσους συμβολισμούς και κώδικες ακόμη, που όσες φορές και να το διαβάσεις, όπως το ήθελε και ο ίδιος ο Λιαντίνης, το βρίσκεις πάντα νέο. Με την έννοια ότι ανακαλύπτεις καινούρια πράγματα που σε παλιότερες αναγνώσεις δε φανταζόσουν ότι υπάρχουν εκεί μπροστά σου.

Και να, ένα παράδειγμα. Ποιος είναι ο Κούλιναν; Ποιος ο Ορλώφ; Και ποιος ο Φλωρεντίνος του Λιαντίνη και της Γκέμμας;

Τους συναντάμε όλους μαζί, παρέα και άλλους άγνωστους, στον επίλογο του ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ Γκέμμα, σελ. 166:

"Ήταν ο πρίγκιπας, που μεταστοιχειώθηκε μέσα του η ύλη σε λάμψη. Ο Κούλιναν, πες, ο Ορλώφ, ο Μεγάλος Μογγόλος, ο Τίφανυ, ο Σάχης, ο Φλωρεντίνος, ο Αστέρας του Νότου."


Ποιοι είναι λοιπόν όλοι αυτοί;

Διαμάντια! Όλοι τους είναι διαμάντια. Ο πρίγκιπας σε διαμάντι μεταστοιχειώθηκε. Και η ύλη του έγινε λάμψη.

Και παραθέτω τα εξής διαφωτιστικά:

Το μεγαλύτερο διαμάντι του κόσμου είναι ο «Κούλιναν». που ανακαλύφθηκε το 1905 στο ορυχείο Πρεμιέρ στο Τράνσβααλ της Νότιας Αφρικής. Το βάρος του σε ακατέργαστη μορφή ήταν 3.106 καράτια. Το 1907 αγοράστηκε από την κυβέρνηση του Τράνσβααλ και παραχωρήθηκε στον βασιλέα Εδουάρδο Ζ'. Στη συνέχεια στάλθηκε στο Άμστερνταμ, όπου κόπηκε σε 9 κύρια διαμάντια' τα 4 πρώτα κατά σειρά μεγέθους ζυγίζουν 530,20 καράτια, 317 καράτια, 95 καράτια και 63,7 καράτια. Αποτελούν μέρος τών κοσμημάτων τού στέμματας τής Αγγλίας.

Ο «Ορλόφ» ήταν τοποθετημένος στο μάτι ενός ειδώλου σ' έναν βραχμανικό ναό. από όπου τόν έκλεψε ένας Γάλλος στρατιώης. Τελικά ο πρίγκιπας Ορλόφ αγόρασε το διαμάντι αντί 90.000 λιρών και τό προσέφερε στην Αικατερίνη τη Μεγάλη, αυτοκράτειρα τής Ρωσίας. Το ακριβές βάρος τού διαμαντιού είναι 199,6 καράτια. Έχει ύψος 2.2 εκατοστά, πλάτος 3.2 εκατοστά και μήκος 3.5 εκατοστά. Κοσμεί το σκήπτρο τών Ρομανόφ και σήμερα βρίσκεται στο θησαυροφυλάκιο διαμαντιού της Ρωσία; στη Μόσχα.

Ο «Μεγάλος Μογγόλος» βρέθηκε στα ορυχεία της Γκολκόντα στην Ινδία το 1650 περίπου και λέγεται ότι ως ακατέργαστη πέτρα ζύγιζε 787 καράτια. Το 1665 ο Γάλλος περιηγητής και κοσμηματοπώλης Ζαν Μπατίοτ Ταβερ-νιέ (Jean Baptiste Tavernicr), ο οποίος είδε το διαμάντι στο θησαυροφυλάκιο του Μογγόλου αυτοκράτορα Ωρανγκ-τζέπ. υπολόγισε το βάρος του, μετά την κοπή, σε 280 καράτια και τό περιέγραψε ως μια στρογγυλεμένη ροζέτα με υψωμένη τη μία πλευρά. Τα ίχνη του έχουν χαθεί εδώ και πολλά χρόνια και ορισμένοι πιστεύουν ότι το διαμάντι που είδε ο Ταβερνιέ ήταν στην πραγματικότητα ο «Κοχινούρ». Άλλοι υποστηρίζουν ότι επρόκειτο κατά πάσαν πιθανότητα για τον «Ορλόφ» που. αν και μικρότερο σε μέγεθος, ανταποκρίνεται αρκετά στις περιγραφές τού «Μεγάλου Μογγόλου».

Πολυάριθμα εξαιρετικά διαμάντια μεγάλου μεγέθους έχουν ανακαλυφθεί στα αδαμαντωρυχεία τής Νότιας Αφρικής, τα σπουδαιότερα από τα οποία είναι τα ακόλουθα: το «Ιωβηλαίο» (650,8 καράτια ακατέργαστο, 245,35 μετά την κοπή)· η «Βικτόρια» (469 καράτια ακατέργαστο, 184,5 μετά την κοπή)· ο «Εξέλσιορ» (995,2 ακατέργαστο, κόπηκε σε 21 πέτρες, η μικρότερη από τις οποίες ζυγίζει λιγότερο από 1 καράτι και η μεγαλύτερη φθάνει τα 70)· ο «Στιούαρτ» (296 καράτια ακατέργαστο, 128 μετά την κοπή)· ο «Τίφανυ» (μια πέτρα κίτρινου χρώματος, που μετά την επεξεργασία ζυγίζει 128,7 καράτια)· και ο «Τζόνκερ», που ανακαλύφθηκε το 1934 (726 καράτια ακατέργαστο) και κόπηκε σε 12 πέτρες που το βάρος τους κυμαίνεται από 5,30 έως 125.35 καράτια.

Ο «Σάχης» ζυγίζει 88.7 καράτια, το χρώμα του είναι κιτρινωπό και έχει 8 ελαφρά στρογγυλεμένες έδρες. Τρεις αρχαίες περσικές επιγραφές καλύπτουν μέρος τού πολύτιμου λίθου· από την αρχαιότερη προκύπτει ότι η πέτρα ανακαλύφθηκε πριν από το 1591, πιθανότατα στη Γκολκόντα. Σήμερα το διαμάντι βρίσκεται στο θησαυροφυλάκιο διαμαντιών της Ρωσίας στη Μόσχα.

Αλλα μεγάλα ονομαστά διαμάντια είναι ο «Φλωρεντινός» και ο «Αντι βασιλέας». Ο «Φλωρεντινός», μια πολύτιμη πέτρα ανοιχτού κίτρινου χρώματος και βάρους 137 καρατιών, που αποτελούσε κάποτε μέρος τών κοσμημάτων τού αυστριακού στέμματος, περιήλθε στη Γερμανία μετά χοΆνσλους (1938), μετά δηλ. την προσάρτηση τής Αυστρίας στη Γερμανία από τον Χίτλερ. Μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο αποδόθηκε στην Αυστρία και σήμερα βρίσκεται στο Σατσκάμερ τής Βιέννης.

Από τα διαμάντια τής Βραζιλίας τα πιο ονομαστά είναι το «Αστέρι τού Νότου» και ο «Πρόεδρος Βάργκας». Το «Αστέρι τού Νότου» ανακαλύφθηκε στα αδαμαντωρυχεία τού Μπάγκα-ζεμ το 1853. Σε ακατέργαστη μορφή ζύγιζε 261,9 καράτια. Πουλήθηκε στον γκάεκουαρ (ηγεμόνα) τής Μπαρόντα αντί 400.000 δολαρίων. Μετά την επεξεργασία το βάρος του ήταν 128.8 καράτια.

Οι πληροφορίες για τα διαμάντια είναι από το Γιουσουρούμ.

ΕΚΔΟΘΗΚΕ Η ΓΚΕΜΜΑ ΣΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ

Η έκδοση της Γκέμμας στα γερμανικά είναι πλέον γεγονός. Κάνετε κλικ ΕΔΩ για να διαβάσετε περισσότερα στο σάιτ του εκδοτικού οίκου.




Θυμίζουμε ότι η μετάφραση έγινε από τον κ. Νικόλαο Καρατσιόρα και σε διαρκή συνεργασία με την κ. Νικολίτσα Γεωργοπούλου - Λιαντίνη, η οποία γνωρίζει τη γερμανική απταίστως. Μάλιστα στο βιβλίο περιέχεται εισαγωγή από την κ. Λιαντίνη και πρόλογος από τον κ. Καρατσιόρα, ο οποίος και πρέπει να τονίσουμε ότι είναι διδάκτωρ φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Στουτγκάρδης.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου δημοσιεύονται τα εξής:


Zum Inhalt

Wir beginnen unser Leben unbegründet, unerprobt, inexistent, anonym. Wir beginnen in der ontologischen Lethe und innerhalb des undurchsichtigen Nebels der Sorge. Sie ringt mit uns darum, uns nicht mit dem tieferen Wesen unserer Existenz anzufreunden. Ein jeder von uns beginnt mit dem Namen N i e m a n d.

Wenn wir dieser übermächtigen Anziehungskraft, die uns die Götter aufgezwungen haben, diesem Betrug und dieser List, entkommen, damit wir die Gabe vom wertvollen Sinn unseres eigenen Lebens nicht als mühelos empfinden; […] dann haben wir über den fürchterlichen Zyklopen und das Verlies seiner Höhle gesiegt. Wir haben den formlosen und hässlichen Stein des Niemand aufgebrochen, und aus seiner inneren Dunkelheit haben wir den Menschen mit einem Namen ans Licht geführt.

(aus Kapitel 6)

Zum Autor

Der Schriftsteller, Pädagoge, Philosoph und Dichter Dimitris Liantinis, Professor an der Universität von Athen bis 1998, wurde 1942 in der Nähe von Sparta geboren. In seinen Werken befasst er sich mit der Philosophie der Dichtung, der Philosophischen Anthropologie und der Philosophie der Erziehung. Sein virtuoser Sprachstil macht seine Werke zu einem ästhetischen Erlebnis. Seine Bücher sind in Griechenland zu Bestsellern geworden.


Κάνοντας κλικ ΕΔΩ μπορείτε να δείτε τα κεφάλαια του βιβλίου όπως αναφέρονται στη γερμανική έκδοση. (Οι γερμανομαθείς μπορούν και μόνοι τους να κατάλαβουν το κείμενο, για τους άλλους ευτυχώς υπάρχουν οι αυτόματοι μεταφραστές του διαδικτύου...)

Να σημειώσουμε ότι τα εξώφυλλα του βιβλίου σχεδιάστηκαν σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο και τους κανονισμούς που ισχύουν στη Γερμανία. Έτσι δεν κατέστη δυνατόν να μπει η εικόνα των αστερισμών της ελληνικής έκδοσης για λόγους ανωτέρας βίας ενώ ζητήθηκε να υπάρχει το όνομα της κ. Λιαντίνη στην οποία ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου και επιπλέον χρηματοδότησε σε μεγάλο βαθμό και την έκδοση.

Από παλαιότερο σχετικό μήνυμα της κ. Λιαντίνη παραθέτουμε τις εξής πληροφορίες:

[...] Έτσι αποφασίσαμε από κοινού με την εκδότρια και το Νίκο να βάλουμε το μετάλλιο της Σφίγγας που ταιριάζει με τον υπότιτλο και ήταν κάτι που από πλευράς τέχνης ήθελε και η Διοτίμα.

Το δικό μου όνομα που βλέπετε ήταν αναγκαίο να μπει, γιατί όταν δεν υπάρχει ο συγγραφέας, αναλαμβάνει την ευθύνη ο εκδότης, ο editor που λέμε ή Herausgeber στα γερμανικά.

Το οπισθόφυλλο έχει το απόσπασμα από την Κυκλώπεια, πώς ο κανένας γίνεται ένας και δίπλα από τη φωτογραφία του ένα μικρό βιογραφικό [...]


Η φωτογραφία του Λιαντίνη που επιλέχτηκε για το οπισθόφυλλο είναι η ακόλουθη:





Δείτε και τα δύο εξώφυλλα. (κάντε κλικ στην εικόνα για μεγαλύτερη προβολή)

Το δώρο του Liantinis.gr για τον ένα χρόνο λειτουργίας του

Πρώτη μέρα της άνοιξης ήταν και πέρυσι που ανακοινώσαμε με τεράστια ευχαρίστηση και βαθύτατη ικανοποίηση την έναρξη λειτουργίας του Liantinis.gr:

http://liantinis-o-daskalos-mas.blogspot.com/2010/03/liantinisgr.html

Φέτος, πρώτη και πάλι μέρα της άνοιξης, το δώρο του Liantinis.gr προς τους φίλους του και τους αναγνώστες του Δημήτρη Λιαντίνη είναι η επίσημη ανακοίνωση που λάβαμε από την κ. Νικολίτσα Λιαντίνη - Γεωργοπούλου για την έκδοση της Γκέμμας στα Γερμανικά!

Για τη μετάφραση του κύκνειου άσματος του Λιαντίνη έχουμε γράψει εδώ και μήνες:

http://liantinis-o-daskalos-mas.blogspot.com/2010/07/blog-post.html

Και πάλι σε γενέθλια διαλέξαμε να κάνουμε κι εκείνη την αναγγελία. Τη μέρα των γενεθλίων του πολυαγαπημένου μας Δασκάλου. Γιατί έτσι θέλουμε να τιμούμε τη μνήμη του. Όχι μόνο με λόγια αλλά με πράξεις. Όπως ο ίδιος μας δίδαξε.

Στους μήνες που πέρασαν από τότε παρακολουθούσαμε με αγωνία το μεγάλο εγχείρημα. Γιατί είναι πράγματι άθλος να επιχειρεί κάποιος να μεταφράσει Λιαντίνη σε ξένη γλώσσα όταν οι περισσότεροι που τον διαβάζουν στα Ελληνικά χρειάζονται λεξικό και πάλι δεν τον καταλαβαίνουν.

Κι αυτό που μας έδινε θάρρος ήταν πως και ο ίδιος ο μεταφραστής, ο κ. Νίκος Καρατσιώρας, είχε βαθιά επίγνωση του πολύ δύσκολου έργου του. Με τεράστιο σεβασμό και όχι με κούφια έπαρση αλλά και επιμονή και προσήλωση εργάστηκε επί μήνες και βέβαια με τη συνεχή υποστήριξη της κ. Λιαντίνη που όπως είναι γνωστό γνωρίζει και η ίδια τη Γερμανική απταίστως.

Κι όταν πια το όνειρο έγινε πραγματικότητα άρχισε ο νέος Γολγοθάς. Να ευρεθεί εκδοτικός οίκος που θα αναλάβει την έκδοση. Κάτι που μόνο όσοι έχουν ασχοληθεί με τέτοια ζητήματα μπορούν να υποψιαστούν τις ταλαιπωρίες και τις αγωνίες που κρύβει...

Ειδικά για το μεταφρασμένο έργο του Λιαντίνη οι δυσκολίες στάθηκαν ακόμη μεγαλύτερες. Ένας άγνωστος συγγραφέας στο γερμανικό αναγνωστικό κοινό. Και μάλιστα έλληνας συγγραφέας σε μια εποχή που εκεί στη Γερμανία δε θέλουν να ακούνε για Ελλάδα.

Κάποια στιγμή φοβηθήκαμε ότι μάταιος στάθηκε ο τιτάνιος αγώνας του κ. Καρατσιώρα. Αλλά και κατανοούσαμε τις αρνήσεις των γερμανικών εκδοτικών οίκων. Βλέπετε δεν ήταν ένα οποιοδήποτε βιβλίο. Ήταν η Γκέμμα. Έργο ποιητικό. Πώς να πειστεί ένας εκδότης να αναλάβει τέτοιο βιβλίο;

Να όμως που το θαύμα έγινε. Και μάλιστα μόλις σήμερα μπήκαν οι υπογραφές και πλέον είμαστε στην ευχάριστη θέση να το αναγγείλουμε.

Είναι δε για μας σημαντικό που η αναγγελία συμπίπτει με την επέτειο του ενός χρόνου λειτουργίας του Liantinis.gr. Αλλά και η απόδειξη πως η επίσημη ιστοσελίδα του Δημήτρη Λιαντίνη δεν αποτέλεσε μια τυπική κίνηση. Ούτε πολύ περισσότερο ένα πρόσχημα για τον πολυετή δικαστικό αγώνα που προηγήθηκε μέχρι η κ. Νικολίτσα Λιαντίνη να αποκτήσει το δικαίωμα χρήσης του domain Liantinis.gr.

Και θα θυμίσουμε εδώ, για όσους δε γνωρίζουν τα γεγονότα, πως στο διάστημα που ο Δημήτρης Λιαντίνης είχε κηρυχτεί σε αφάνεια, κάπου στα 2002 με 2003, άνθρωποι, που ουδεμία συγγένεια είχαν με το Δημήτρη Λιαντίνη, άνοιξαν ιστοσελίδα στο διαδίκτυο με το domain liantinis.gr. Η δικαιολογία που πρόβαλαν ήταν πως παρακινήθηκαν από τη μεγάλη τους αγάπη για το Δημήτρη Λιαντίνη.

Μόνο που πολύ σύντομα η μεγάλη αυτή αγάπη για το Λιαντίνη συνοδεύτηκε από επιθέσεις κατά της γυναίκας και της κόρης του Δημήτρη Λιαντίνη. Αργότερα έλαβαν το δικό τους μεράδι επιθέσεων και μαθητές του Λιαντίνη. Ανάμεσά τους και εμείς.

Και το γελοίο του πράγματος ήταν που εκείνοι που είχαν τότε το liantinis.gr δεν είχαν καν γνωρίσει από κοντά το Λιαντίνη. Και άκουσαν γι' αυτόν μετά την 1η Ιουνίου 1998, όταν δηλαδή ο Δημήτρης Λιαντίνης είχε εξαφανιστεί. Τι αγάπησαν λοιπόν από το Λιαντίνη; Υποτίθεται ότι η αγάπη τους βασίστηκε στο συγγραφικό του έργο... Μόνο που αυτό το έργο και η φιλοσοφία γενικότερα του Δημήτρη Λιαντίνη είναι παντελώς αντίθετη με τέτοιες ενέργειες.

Καθαρά και κατηγορηματικά ο Λιαντίνης στα κείμενά του τάσσεται κατά των οπαδών. Και άλλο τόσο καθαρά και κατηγορηματικά σε γραπτά του κείμενα αλλά και ηχητικά ντοκουμέντα εκδήλωνε μέχρι και την τελευταία στιγμή την αγάπη του και το θαυμασμό του για τη σύντροφο επί 30 σχεδόν χρόνια της ζωής του και μητέρα της μονάκριβης θυγατέρας του. Ποιος λοιπόν είχε το δικαίωμα αυτή την αγάπη και το θαυμασμό του ίδιου του Λιαντίνη να τα παραχαράξει και να προσπαθεί μέσω διαδικτύου (και αργότερα και εκτός διαδικτύου) να πείσει πως υπήρχε χάσμα ανάμεσα στο ζεύγος Λιαντίνη;

Κατατοπιστικό για το ζήτημα αυτό είναι το προλόγισμα που η κ. Λιαντίνη παρέθεσε στις Ώρες των Άστρων, το βιβλίο με τα ποιήματα του Λιαντίνη και που εκείνη φρόντισε να εκδώσει το καλοκαίρι του 2006.

Μέχρι τότε δε γνώριζα τον άνθρωπο Νικολίτσα Λιαντίνη. Και είχα κι εγώ πέσει θύμα της παραπληροφόρησης σε βάρος της. Κάτι που όσο ζω δε θα συγχωρήσω ποτέ στον εαυτό μου. Η αλήθεια όμως όσο και αν προσπαθούν να την διαστρεβλώσουν και να την κρύψουν έρχεται κάποτε στο φως. Κι έτσι κι εγώ στάθηκα τυχερή να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι ποια στ' αλήθεια είναι η γυναίκα που έκλεψε την καρδιά του Λιαντίνη.

Τη συνάντησα πρώτη φορά το Δεκέμβριο του 2007. Και από τότε με μάγεψε (δε θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς) και με την προσωπικότητά της αλλά την πνευματική της ακτινοβολία.

Στα χρόνια που ακολούθησαν παρακολούθησα από κοντά τον αγώνα της κ. Λιαντίνη να δικαιωθεί η μνήμη του άντρα της και να λάμψει η αλήθεια. Κι ήταν για μένα χρέος τιμής να σταθώ - στο μέτρο που μου αναλογούσε - στο πλευρό της. Αν και ανάγκη υποστήριξης δεν έχει ένας άνθρωπος αληθινός και πολύ περισσότερο η κ. Λιαντίνη. Και ήμουν εγώ που στα χρόνια αυτά διδάχτηκα δίπλα της και έλαβα μεγάλα μαθήματα ζωής. Γι' αυτό και της οφείλω ένα τεράστιο ευχαριστώ. Η τιμή που μου έκανε είναι μεγάλη και δώρο σπάνιο.

Όπως και τώρα που μου εμπιστεύθηκε την είδηση για την έκδοση της Γκέμμας στα Γερμανικά. Και παραθέτω απόσπασμα από το μέιλ που μου έστειλε:

"Ο εκδοτικός οίκος είναι στο Βερολίνο και ασχολείται κυρίως με εκδόσεις βιβλίων των πνευματικών επιστημών. Ο μεταφραστής είναι νέος χαρισματούχος έλληνας φιλόλογος με εγκύκλιες και πανεπιστημιακές σπουδές στη Γερμανία, Διδάκτωρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Στουτγκάρδης. Ονομάζεται Νικόλαος Καρατσιώρας.

Εκτὀς από τον τίτλο GEMMA στο βιβλίο θα μπει και ο υπότιτλος (αναγκαίος για τον εκδοτικό οίκο και το γερμανικό αναγνωστικό κοινό) WIE MAN MENSCH WIRD = ΠΩΣ ΓΙΝΕΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Θα υπάρχει Εισαγωγή στο βιβλίο γραμμένη από μένα και Πρόλογος από το μεταφραστή. Στο εξ'ώφυλλο θα διατηρηθεί η φωτογραφία της ελληνικής έκδοσης με τους αστερισμούς. Στο οπισθόφυλλο θα υπάρχει φωτογραφία του Λιαντίνη και ένα αντιπροσωπευτικό απόσπασμα από τη Γκέμμα, καθώς και ελάχιστα βιογραφικά. Αναμένεται να κυκλοφορήσει αρχές του θέρους."

Θα πρέπει εδώ να προσθέσω ότι ήδη έχει ξεκινήσει μετάφραση της Γκέμμας και στα Αγγλικά. Από έναν επίσης αξιολόγο έλληνα επιστήμονα και δη αστροφυσικό. Και στην περίπτωση αυτή η κ. Λιαντίνη επιβλέπει η ίδια την πορεία της μετάφρασης και παρέχει την αναγκαία βοήθεια για την όσο το δυνατό πιστότερη απόδοση του ελληνικού κειμένου στα Αγγλικά.

Επίσης, και λόγω της σημερινής επετείου, θα επισημάνω το διαρκή αγώνα της κ. Λιαντίνη για εμπλουτισμό της ιστοσελίδας με ανέκδοτο υλικό από το αρχείο του Δημήτρη Λιαντίνη. Στη χρονιά που πέρασε δεκάδες χειρόγραφα είδαν το φως της δημοσιότητας και βοήθησαν τους μελετητές του Λιαντίνη να προσεγγίσουν καλύτερα το στοχασμό του.

Ευχόμαστε το ίδιο να συμβεί και στη συνέχεια. Ώστε μέρα τη μέρα να στηρίζεται όλο και περισσότερο η διάδοση της φιλοσοφίας του Δημήτρη Λιαντίνη. Τόσο εντός Ελλάδος όσο και στο εξωτερικό με τις μεταφράσεις των έργων του.

Το έχουμε ανάγκη ειδικά στις μαύρες μέρες που ζούμε. Ο λόγος του Λιαντίνη μας δίνει δύναμη και κρατά αναμμένο το φως της ελπίδας. Και μάλιστα η κυκλοφορία της Γκέμμας στα Γερμανικά αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία υπό το βάρος των πρόσφατων γεγονότων. Είναι η πλέον επίσημη και στιβαρή απάντηση της φυλής μας σε όλους αυτούς που προσπάθησαν με λόγια και έργα να μας βλάψουν και να μας μειώσουν. Φτάνοντας και στο αδιανόητο σημείο να μας προτείνουν να πουλήσουμε την Ακρόπολη!

Θλίβομαι όμως και λυπάμαι απεριόριστα που άργησαν τόσο να δρομολογηθούν όλα αυτά. Και η λειτουργία της ιστοσελίδας και η μετάφραση των έργων. Και σαφώς εδώ υπάρχουν ευθύνες σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Ευθύνες που με τις ενέργειές τους ζημίωσαν την εικόνα του Δημήτρη Λιαντίνη και εμπόδισαν τη διάδοση του έργου του. Είναι πολλοί εκείνοι που αντί να διαβάζουν Λιαντίνη αναλώνονται να διαβάζουν για το Λιαντίνη.

Και με πονά η ψυχή μου να ακούω ανθρώπους να δηλώνουν την αγάπη τους για το Δάσκαλο και να παραδέχονται πως από τα τόσα βιβλία του έχουν ξεφυλλίσει (ούτε καν διαβάσει ολόκληρη) μόνο τη Γκέμμα. Ή ακόμη χειρότερα πως έχουν δει το Λιαντίνη σε βίντεο και έχουν διαβάσει αποσπάσματα από τα βιβλία του στο διαδίκτυο. Κι ας ύμνησε εκείνος το Άγιο Πρωτότυπο και ας τόνισε πως για να κρίνεις ένα βιβλίο θα πρέπει να το μελετήσεις από την αρχή ως το τέλος. Φαίνεται πως τα τελεβίζια έχουν τελικά διαφθείρει τόσο τους ανθρώπους που πια δεν είναι σε θέση να διαβάζουν βιβλία παρά μόνο λειτουργούν με την τακτική των κουτσομπολίστικων σειρών της τηλεόρασης. Έτσι τους ενδιαφέρει περισσότερο η ζωή του και λιγότερο τι έγραψε. Και προτιμούν να τον ακούν παρά να τον διαβάζουν. Γι' αυτό και καταλήγουν να τον παπαγαλίζουν και όχι να κάνουν πράξη τα λόγια του...

Ο Λιαντίνης όμως υπογράμμισε πως εν αρχή ην η πράξις. Και όποιος πραγματικά ακολουθεί τη φιλοσοφία του το αποδεικνύει έμπρακτα. Κι όχι με λόγια.

Και μάλιστα προσπαθώντας πάντα να είναι ο εαυτός του. Κατά το ιδεώδες του εσθλού που δίδαξε ο Λιαντίνης και την εντολή του να μην καταντήσουμε οπαδοί.

Και με οδηγό το χρυσό του τρίπτυχο: Με μέτρο δηλαδή, με τάξη και με κλιτότητα.

Όπως ακριβώς κινήθηκε και το Liantinis.gr στον πρώτο χρόνο λειτουργίας του που σήμερα γιορτάζουμε.

Χρόνια του πολλά λοιπόν! Και να συνεχίσει την ίδια πορεία.

Αλλά και τα δώρα και τις εκπλήξεις να συνεχίσει.

Μέχρι ο λόγος του Λιαντίνη να φτάσει σε όλους.

Και σε όλα τα μήκη της οικουμένης!

Γενέθλιον Δημήτρη Λιαντίνη και επιτέλους ένα μεγάλο βήμα στη διάδοση της φιλοσοφίας του: Μεταφράζεται η Γκέμμα στα Γερμανικά!


Από τη μέρα που η νέα κατάσταση πραγμάτων χτύπησε την πόρτα της χώρας μας είναι πολλοί εκείνοι που τον μνημονεύουν, ακόμη και αν δεν τον έχουν μελετήσει. Γιατί κακά τα ψέματα, αυτά που τώρα ζούμε, ο εφιάλτης, προαναγγέλθηκε έγκαιρα από το Δημήτρη Λιαντίνη.



Σήμερα, μέρα γενέθλια του μεγάλου νεοέλληνα στοχαστή, η θύμηση γίνεται ακόμη πιο πικρή. Σαν σήμερα, ανάμεσα στην 22α Ιουλίου και την 23η, στα 1942, είδε το φως ο τρίτος γιος της οικογένειας Θεόδωρου και Πολυτίμης Νικολακάκου. Μαζί με το δίδυμό του, το Στέφανο.

Ξεκίνησε την πορεία του ως Δημήτριος Νικολακάκος και τελείωσε το δημοτικό και το εξατάξιο γυμνάσιο στα πατρικά του χώματα, στη Λακωνία.

Στα 1960 μεταβαίνει στην Αθήνα και φοιτά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πριν ακόμη αποφοιτήσει κατατάσσεται στο στρατό και αμέσως μετά την απόλυσή του εργάζεται ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, στους Μολάους Λακωνίας.

Λίγο αργότερα φεύγει για τη Γερμανία. Εργάζεται και παράλληλα σπουδάζει και μελετά.

Επιστρέφει στα 1972 και την Πρωτοχρονιά της επόμενης χρονιάς δένει τη ζωή του με τη Νικολίτσα Γεωργοπούλου.

Είναι η περίοδος που θα αρχίσει και το συγγραφικό του έργο. Με πρώτο βιβλίο την διατριβή του στις ελεγείες του Ρίλκε. Το διδακτορικό του θα το πάρει το 1978 και πολύ σύντομα θα ακολουθήσει το Χάσμα Σεισμού, το βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών, καθώς και η μετάφραση του Ecce Homo του Νίτσε. Ο Δημήτριος Νικολακάκος είναι πλέον και επίσημα Δημήτριος Νικολακάκος - Λιαντίνης.

Στα 1982 βάζει μπροστά το Νηφομανή. Για το Σεφέρη.

Και την ίδια χρονιά, σε μια άκρια της ελληνικής γης, στην ίδια που υπηρέτησε ως αξιωματικός ο Δημήτρης Λιαντίνης, στη Θράκη, γεννιέται ένα μωράκι. Το όνομά του Νικόλαος.

Λίγα χρόνια αργότερα ο μικρός Νικολάκης φεύγει για τη Γερμανία. Εκεί τελειώνει το δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο. Στα 2000. Που ο Λιαντίνης έχει πια φύγει. Από τον Ιούνη του 1998.

Πώς αυτό το παιδί, το μεγαλωμένο στην ξενιτιά, κατάφερε να γνωρίσει τη φιλοσοφία του Λιαντίνη, δε γνωρίζω. Αν και οι πανεπιστημιακές σπουδές του συνάδουν απόλυτα με τη συνάντηση αυτή και αιτιολογούν το θαυμασμό που ένιωσε διαβάζοντας το πρώτο του έργο. Τη Γκέμμα.

Ο νεαρός Νικόλας σπούδασε γερμανική φιλοσοφία και φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Στουτγκάρδης και έκανε διπλωματική με θέμα τη λυρική ποίηση του Νίτσε.

Παράλληλα φροντίζει να μάθει εκείνες τις γλώσσες που θα του ανοίξουν διάπλατους τους δρόμους της μελέτης: Νέα και αρχαία ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, λατινικά και εβραϊκά. Ενώ μιλάει τα γερμανικά ως μητρική του γλώσσα.

Βρήκε επίσης το χρόνο να ασχοληθεί ιδιαίτερα με την αγγλική, τη γαλλική και ρώσικη λογοτεχνία. Αλλά και με τη λογοτεχνία του μεσαίωνα, του διαφωτισμού, κλασικισμού και ρομαντισμού.

Και παράλληλα με θέρμη μελέτησε και τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους, με πρώτους τους προσωκρατικούς.

Πώς να μη φτάσει ένας τέτοιος νέος και στο Λιαντίνη; Το αντίθετο θα ήταν το παράδοξο...

Ο νεαρός αυτός έλληνας λοιπόν, που πρόσφατα τελείωσε και τη διατριβή του, επάνω σε κείμενα των G.E. Lessing, Jean Paul, Canetti και του μεσαίωνα, τον περασμένο Απρίλη ένιωσε πια έτοιμος να κάνει το μεγάλο βήμα. Να βάλει μπρος το μεγάλο του όνειρο. Ένα όνειρο ετών. Που όμως έδειξε τη δέουσα υπομονή για να το υλοποιήσει. Αλλά και το σεβασμό...

Γιατί το όνειρό του ήταν η μετάφραση της Γκέμμας στα γερμανικά. Του κειμένου που ο ίδιος θεωρεί ως ένα από τα εντυπωσιακότερα κείμενα ελληνικής φιλοσοφίας - λογοτεχνίας και που πιστεύει ως πολύ σημαντικό να τεθεί υπόψη και στο γερμανόφωνο κοινό.

Σχέδιο πραγματικά φιλόδοξο. Για όσους τουλάχιστον έχουμε μελετήσει τη Γκέμμα. Μα ο νέος έλληνας επιστήμονας που ζει και εργάζεται στο πανεπιστήμιο της Στουτγκάρδης είναι και ο πλέον κατάλληλος να το φέρει σε πέρας.

Σήμερα, μέρα μνήμης του Δασκάλου, η κ. Νικολίτσα Λιαντίνη που όλο αυτό το διάστημα συνεργάζεται στενά με τον Νικόλαο, μας ζήτησε να το ανακοινώσουμε και δημόσια. Ως δώρο γενεθλίων και έμπρακτη απόδοση τιμής στο Δημήτρη Λιαντίνη.

Και μας ενημέρωσε πως ήδη είναι έτοιμα τα τέσσερα πρώτα κεφάλαια.

Το ευτύχημα είναι πως και η κ. Λιαντίνη γνωρίζει απταίστως τη γερμανική και θα μπορέσει να συνδράμει το τιτάνιο έργο της μετάφρασης του τόσο δύσκολου κειμένου της Γκέμμας.

Ιδιαιτέρως θετικό είναι επίσης που η πρώτη μετάφραση έργου του Λιαντίνη γίνεται στην αγαπημένη του γλώσσα, τη γερμανική. Και γίνεται από έλληνα.

Η χαρά μας είναι τεράστια και δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε όσα ο Δάσκαλος σημειώνει στα ελληνικά του για την αναγνώριση του έργου του αληθινού ποιητή. Κι ας είναι αυτό ένα πρώτο βήμα... Ένα μεγάλο όμως βήμα, γιατί η αρχή είναι το ήμισυ του παντός.

Στέλνουμε για τούτο πολλές ευχαριστίες προς τον κ. Νικόλαο Καρατσιόρα και του ευχόμαστε δύναμη και κουράγιο για να φέρει σε πέρας το έργο του. Έργο ζωής. Και που θα ξαναπούμε ότι μόνο κάποιος με τα δικά του προσόντα θα μπορούσε να αναλάβει.

Ελπίζουμε πως η είδηση θα δώσει την ίδια χαρά σε όλους όσους αγαπούν τη φιλοσοφία του Δημήτρη Λιαντίνη και ποιος ξέρει; Ίσως εμπνεύσει και άλλους λαμπρούς νέους για ανάλογες προσπάθειες. Δε θα πω όνομα, μα έχω κάποιον συγκεκριμένα στο νου μου...

Βλέπετε, παρά τα θλιβερά πρώτα χρόνια που ο Λιαντίνης έπεσε στα χέρια των αδαών, ήρθε επιτέλους η ώρα να προσελκύσει και τους ειδικούς. Και είναι η πλέον κατάλληλη στιγμή. Η στιγμή που όσα προλέγει στη Γκέμμα έχουν απλωθεί όχι μόνο πάνω από την Ελλάδα μα και από την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο.

Να ακουστεί επιτέλους η φωνή του και εκτός συνόρων. Για να αφυπνίσει και δείξει το δρόμο.

Σήμερα, στα γενέθλιά του, τι το καλύτερο δώρο θα μπορούσε να υπάρξει; Και ποια άλλη τιμή μεγαλύτερη στη μνήμη του; Και έμπρακτη! Γιατί εν αρχή ην η πράξις! όπως μας δίδαξε.

Και χαιρόμαστε. Που ακόμη και τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να τον γνωρίσουν από κοντά αυτό εισπράττουν μελετώντας τον. Την έμπρακτη στήριξη της διάδοσης της φιλοσοφίας του.

Με το Λιαντίνη στην οδό Ακροπόλεως



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ:

ΟΔΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ


"Τα Προπύλαια του Μνησικλή οδηγούν στην Ακρόπολη. Και η Ακρόπολη είναι το όριο της ανθρώπινης φύσης που για μια στιγμή κατορθώθηκε από τον άνθρωπο και στις τρεις διαστάσεις του. Στην αλήθεια, στην εμορφιά, και στην αρετή.

Τι βλέπει κανείς σήμερα, όταν στέκεται μπροστά στην Ακρόπολη; Τι ακούει και τι διαλογίζεται; Ω! Εδώ η χαρά και η χάρη είναι απλή, όσο ο άνεμος στους λόφους, και η χλωροφύλλη στα φυτά.

Καβαλαρέοι και ίπποι ανεβάζουν τις ριπές των χιτώνων ψηλά. Ως τα φτερουγητά του φωτός, και τα κύματα των ορέων.

Ξανθός ο παλμός των σωμάτων και ίουλος, παιζογελά στον αγέρα και φρίσσει. Εδώ παίζουν οι ήχοι του πλαγίαυλου και της λύρας σε ρυθμούς στερεούς. Και στήνουν χορό οι λευκές πέτρες.

Κόρες μικρές κομίζουν στον ώμο υδρίες από φως. Λυγίζουν τα χέρια τους να δεηθούν στη θέα, και σκορπίζουν στους κήπους με τις μυρτιές αγκαλιές τα περιστέρια.

Στα Ηλύσια Πεδία αλυγαριές και νάρκισσοι και ασφόδελοι και δαφνώνες γιορτάζουν τους πρώιμους νεκρούς.

Αλάργα, στα πέλαγα και στους λειμώνες, λάμνει ο Ιάλεμος και η Σαλαμίνα. Λένε τα φύλλα της ελιάς, και λένε τα φιλιά της Ελένης. Και ο ήλιος στα διάσελα υλοκτόνος και υλοκράτης ελαύνει. Με έλυτρα ελληνικά. Λαμπρή.

Συνδύο συντρείς οι γέροντες ραβδοφόροι ανεβαίνουν τα μάρμαρα της γιορτής. Και δίπλα τους βαδίζουν ίσκιοι ασημένιοι, ο άρτος των πουλιών, και οι λευκές λήκυθοι. Ο κάθε ένας κρατεί ημερωμένο στα χέρια του κι από ένα δικό του, το αγρίμι του θανάτου.

Πολεμικές τριήρεις ανοίγουν τα πανιά τους πέπλα. Και αρμενίζουν στο στερέωμα με τους άλλους ναυτικούς πλόες. Με την Τρόπιδα, το Ιστίο, την Πρύμνη, την Αργώ.

Στον ιερό δρόμο για τη Δήλο αναπλέει η σωφροσύνη ασύλητη. Κυανοφύκη αναμεριάζουν στις όχθες των νερών. Και υάκινθοι και στεφανιαία τα σέλινα.

Άλογα και κύματα και ζέφυροι και χελιδρονιές υπογράφουν και φρουρούν την εκεχειρία της Λύπης."


__________________

Το κείμενο μας το πρόσφερε το μέλος ΦΩΤΕΙΝΗ στο φόρουμ HOMA EDUCANDUS (12/3/2009) απ' όπου και το αναδημοσιεύουμε.

Οι φωτογραφίες δικές μας. Από το προσκύνημα στον ιερό βράχο το περασμένο φθινόπωρο, παραμονές της γιορτής του Δασκάλου... Από κει και το απόσπασμα εκ της Γκέμμας, αφιερωμένο εξαιρετικά σε όσους κατάντησαν όπως κατάντησαν σήμερα την πατρίδα μας και ξαφνικά τους κατέβηκε λέει η ιδέα να ζητήσουν ποσοστά από τα μουσεία που φιλοξενούν ελληνικές αρχαιότητες. Αχ, κούνια που τους κούναγε... Τους ελληνοεβραίους. Που θέλουνε λέει να ξελασπώσουν τις λαμογιές του σήμερα ξεπουλώντας την αρχαία δόξα...

Ο ΕΛΛΗΝΟΕΛΛΗΝΑΣ

Τόξων εμών άτερ
Τροία δεν πέφτει.

Εχάσαμε τότε στεριές μεγάλες και θάλασσες πλατιές που για τριάντα αιώνες ήσαν ατόφυα Ελλάδα. Σήμερα τις κοιτάμε από μακρυά, όπως εκοίταγε ο Θοδωράκης Κολοκοτρώνης από τη Ζάκυνθο το Μοριά, και έκλεγε.

Και με το κυάλι αγνάντευε, και με το κυάλι βλεπει ,
βλέπει τη θάλασσα πλατιά και τη στεριά μεγάλη.
Τον πήρε το παράπονο.

Τις κοιτάμε με βαριά την οδύνη ότι τις χάσαμε και με ελάχιστη την ελπίδα ότι θα τις ξαναπάρουμε. Κι αφήστε την κυρά – Δέσποινα να πολυδακρύζει.

Και ο Ατατούρκ, που έδιωξε το φερετζέ από τις τούρκισσες και έφερε το λατινικό αλφάβητο στα τουρκόπουλα, έκαμε και κάτι άλλο. Εδασκάλεψε τους δασκάλους και τους ξεναγούς να λένε στη Φραγκιά, που τουριστολογάει στη Μίλητο και στις Κλαζομενές, ότι δεν ήταν Όμηρος εκείνος ο τυφλός τραγουδιστής αλλά Ομέρ. Όπως λέμε Ομέρ Βρυώνης, πασάς του Ζητουνιού, που παττάλεψε τον Αθανάση Διάκο στο ποτάμι της Αλαμάνας.

Και τι να ειπείς για το χαμπέρι; Που έρχεται το πρωί και το δείλι πίνουμε το ουζάκι μας στο Κατακάλι και στην Πειραϊκή Ακτή. «Ω σύντροφε, πως πέσαμε στο λαγούμι του φόβου»;
Όλα καλά και περίκαλα τά ’χουμε με την πατρίδα. Με το έθνος, την ιστορία μας, και τούς «αρχαίους ημών πρόγονοι».

Μόνο που ξεχάσαμε ένα. Πως εμείς οι νέοι με τους αρχαίους έλληνες έχουμε τόσα κοινά, όσα ο χασαποσφαγέας με τις κορδέλες, και η μοδίστρα με τα κριάρια.

Κι από την άλλη φουσκώνουμε και κορδώνουμε, και τουρτουφίζουμε για «τσι γεναίοι πρόγονοι» σαν τι; Όπως εκείνος ο τράγος του Σικελιανού, που εσήκωνε το απανωχείλι του, εβέλαζε μαρκαλιστικά, και οσφραινότανε όλο το δείλι την αρμύρα στη θάλασσα της Κινέττας.
Αλλίμονο. Η δάφνη κατεμαράνθη. Έτσι δεν εψιθύριζε ο Σολωμός στο Διάλογο κλαίγοντας; Η δάφνη κετεμαράνθη.

Όταν είσαι μέσα στό μάτι του κυκλώνα, είναι δύσκολο νά ’χεις εικόνα για τα γύρω σου. Και ζώντας μέσα στη χώρα δεν έχουμε εικόνα για τη σημερινή Ελλάδα.

Αρχές του 1993 έγινε μια εκδήλωση στο Παρίσι από έλλληνες καλλιτέχνες για την ασβολερή Κύπρο. Εκείνο το θαλασσο-φίλητο νησί.

Εκεί, ένας δημοσιογράφος ερώτησε τρεις τέσσερες έγκριτους έλληνες που ζουν μόνιμα στη Γαλλία μια ερώτηση καίρια.

Για ειπέτε μου, τους είπε, εσείς που όντας μακρυά από την Ελλάδα βλέπετε με άλλο μάτι, το αληθινό του νοσταλγού και του πάσχοντα. Με το μάτι του Οδυσσέα. Τι γνώμη έχει το παγκόσμιο κοινό για τη σύγχρονη Ελλάδα; Τη βλέπει τάχατες και τη νομίζει όπως εμείς εκεί κάτου στο Κακοσάλεσι και στην Αθήνα;

Η απόκριση που μου δώσανε και οι τέσσερες ξαναζωντάνεψε, τίμιε αναγνώστη, τις σπαθιές που δίνανε οι ντελήδες του Κιουταχή στη μάχη του Ανάλατου. Όταν πια είχε πέσει ο τρανός Καραϊσκάκης.

-Ποια Ελλάδα, μακάριε άνθρωπε, του είπανε. Μιλάς για ίσκιους στη συννεφιά. Και για σύννεφα στην αιθρία. Για τον έξω κόσμο Ελλάδα δεν υπάρχει. Κανείς δε την ξέρει, κανείς δεν τη μελετάει, κανείς δεν τη συλλογάται. Δεν άκουσες το παλιό μοιρολόι;

Κλάψε με, μάνα, κλάψε με,
Και πεθαμένο γράψε με.

Άκουσε λοιπόν, και μάθε το. Και κει που θα γυρίσεις, να το ειπείς και να το μολογήσεις. Η Ελλάδα είναι σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών. Αν στείλει κάποτε στους ξένους κανένα παράπονο η κανένα παρακαλετό, το συζητούν πέντε δέκα άνθρωποι της διπλωματίας σε κάποιο γραφείο, και παίρνουνε την απόφαση, όπως εμείς παραγγέλνουμε καφέ στο καφενείο και στα μπιλιάρδα.

Αυτή είναι η εικόνα που έχουν οι ξένοι για την Ελλάδα. Κι ο σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του γίνεται. Έτσι δεν είπε ο πασάς της Σκόντρας, όταν ακούστηκε ότι οι ραγιάδες σηκωθήκανε στο Μοριά; Τώρα γυρίστηκε η τάξη. Σουλτάνος είναι ο έλληνας πολιτικός.

Λάβε την σύγχρονη Ελλάδα σαν ποσότητα και σαν ποιότητα, για να μιλήσουμε με «κατηγορίες». Κι έλα να μας περιγράψεις τι βλέπεις.

Σαν ποσότητα πρώτα. Αν αντικρύσουμε τον πληθυσμό της γης σε κλίμακα μικρογραφική ένα προς πέντε εκατομμύρια, 1:5Χ106, θα βρούμε πως ο πληθυσμός του πλανήτη μας είναι ένα χωριό από χίλιους κατοίκους. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους χίλιους οι έλληνες είμαστε δύο άνθρωποι, που τρεκλοπατάμε και αρκουδίζουμε μέσα στο πλήθος. Ζαλισμένοι και φουκαράδες ξετρέχουνε να συναντηθούν μεταξύ τους. Αν τα καταφέρουν να μη σκυλοφαγωθούν, ζητούν να συνεννοηθούν με τους άλλους. Σε μια γλώσσα που δε μιλιέται, λίγο πρικοιούλι, χρώμα τέτζερη αγάνωτου, ζουνάρι, βέλεσι, φούντα, κι αμάν αμάν. Σερβιτόροι και αγωγιάτες όλοι μας. Και κακοί σαράφηδες του μάρμαρου, του ήλιου, και της θάλασσας.

Σαν ποιότητα ύστερα. Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα. Με μιά ιστορία που ο ίδιος τη νομίζει λαμπρή. Και απορεί, πως και δεν πέφτουν οι ξένοι ξεροί μπροστά στο μεγαλείο της.

Οι ξένοι όμως, σαν συλλογιούνται την ελληνική ιστορία, την αρχαία εννοώ, γιατί τη νέα δεν την έχουν ακούσει, και βάλουν απέναντί της εμάς τους νεοέλληνες, φέρουν στο μυαλό τους άλλες παραστάσεις. Φέρνουν στο μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες που περπατούν στο Καρνάκ και στη Γκίζα. Τι σχέση ημπορεί νά’ χουν συλλογιούνται ετούτοι οι φελάχοι του Μισιριού σήμερα με τους αρχαίους Φαραώ, και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους.

Την ίδια σχέση βρίσκουν οι ξένοι στους σημερινούς έλληνες με τους αρχαίους. Οι θεωρίες των διαφόρων Φαλμεράυερ έχουν περάσει στους φράγκους. Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι τους αποσβολώσαμε με τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους, και τους λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε το κεφάλι με το λιανό μας δάκτυλο.

Και βέβαια. Πως μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο μεγάς γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις έλεγε αυτά που μας έλεγε, - ορθά- κι από την άλλη έβριζε το Σολωμό μας αγράμματο, και τη γλώσσα του σκύβαλα και μαλλιαρά μαλλιά.

Σχέση με τους αρχαίους έλληνες έχουμε εμείς, λένε οι γάλλοι, οι εγγλέζοι και οι γερμανοί. Εμείς, που τους ανακαλύψαμε, τους αναστυλώσαμε, τους εξηγήσαμε.

Για τους ευρωπαίους οι νεοέλληνες είμαστε μια δράκα ανθρώπων απρόσωπη, ανάμεσα σε βαλκανιλίκι, τουρκολογιά και αράπηδες. Ειμαστε οι ορτοντόξ. Με το ρούσικο τυπικό στη γραφή, με τους κουμπέδες και τους τρούλους πάνω από τα σπίτια των χωριών μας, με ακτινογραφίες σωμάτων και σκουληκόμορφες φιγούρες αγίων στούς τοίχους των εκκλησιών.

Οι ευρωπαίοι βλέπουν τους πολιτικούς μας να ψηφίζουν στή Βουλή να μπει το «ορθόδοξος» στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατά τη διαταγή των παπάδων, και κοιτάζουν ανακατωμένοι και ναυτιάζοντας κατά το θεοκρατικό Ιράν και τους Αγιατολάχους.

Τέτοιοι οι βουλευτές μας, ακόμη και της Αριστεράς . «Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί (sic) εκατάστρεψαν το έθνος». Έτσι γράφει ο Παπαδιαμάντης.

Θέλεις νά `χεις πιστή εικόνα του νεοέλληνα; Λάβε το ράσο του γύπα και του κόρακα. Λάβε τις ασπιδωτές κοιλιές των ιερέων, το καλυμμαύκι Μακαρίου Β΄ της Κύπρου. Και τα γένεια τα καλογερικά, που κρύβουν το πρόσωπο, καθώς άκοσμοι αγκαθεροί φράκτες τους αγρούς. Και τις κουκουλωμένες καλόγριες, την άλλη έκδοση του φερετζέ της τούρκισσας, και έχεις το νεοέλληνα φωτογραφία στον τοίχο.

Απέναντι σε τούτη τη μελανή και γανιασμένη φοβέρα φέρε την εικόνα του αρχαίου έλληνα για να μετρήσεις τη διαφορά.

Φέρε τις μορφές των νέων σωμάτων, τις ευσταλείς και τις διακριτικές. Να ανεβαίνουν από την Ολυμπία και τους Δελφούς, καθώς λευκοί αργυρόηχοι κρότοι κυμβάλων. Τους ωραίους χιτώνες τους χειριδωτούς, και τα λευκά ιμάτια τα πτυχωτά και τα ποδήρη. Τα πέδιλα από δέρματα μαροκινά, αρμοσμένα στις δυνατές φρέρνες.

Φέρε την εικόνα που μας αφήσανε οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας. Οι κοντυλογραμμένες, με τις λεπτές ζώνες, τον κυανό κεφαλόδεσμο, και το ζαρκαδένιο τόνο του κορμιού. Οι ελληνίδες του Άργους και της Ιωνίας, οι λινές και οι φαινομηρίδες. Τρέχουνε στα όρη μαζί με την Αταλάντη. Και κοιμούνται στα κοιμητήρια σαν την Κόρη του Ευθυδίκου.

Όλες και όλοι στηριγμένοι χαρούμενα σε κάποια μαρμάρινη στήλη, σ’ ένα λιτό κιονόκρανο, σε μια κρήνη λευκή της Αγοράς. Με περίγυρα τους ωραίους γεωμετρημένους ναούς, αναπαμένους στο φως και στην αιθρία. Άνθρωποι, και θεοί, και αγάλματα ένα..

Όλα ετούτα, για να συγκρίνεις την παλαιή και τη νέα Ελλάδα, να τα βάλεις και να τα παραβάλεις. Και στήσε το φράγκο από δίπλα, να τα κοιτάει και να τα αποτιμά. Με το δίκιο του θα `χει να σου ειπεί: άλλο πράμα η μέρα και το φως, και άλλο η νύχτα και οι μαύροι βρυκολάκοι. Δε γίνεται να βάλεις στο ίδιο βάζο υάκινθους και βάτα.

Και κάπου θα αποσώσουν επιτιμητικά την κρίση τους:

-Ακούς αναίδεια; Να μας ζητούν κι από πάνω τα ελγίνεια μάρμαρα. Ποιοι μωρέ; Οι χριστιανοχομεΐνηδες...




Η "Ελένη" του Λιαντίνη


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ BLOG ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ



Εγκαινιάζοντας το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας του και μετά από μια τρίμηνη σιωπή περισυλλογής, ανεβάζει σήμερα ένα αφιέρωμα στην "Ελένη" του Λιαντίνη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για υλικό από τους διαλόγους μας στο forum HOMA EDUCANDUS την περασμένη άνοιξη. Έναν από τους όμορφους διαλόγους μας γύρω από το έργο του Δημήτρη Λιαντίνη και ελπίζουμε σύντομα να χαρούμε και άλλους παρόμοιους.

________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ: Αρχική τοποθέτηση από το χρήστη ΦΩΤΕΙΝΗ

Δανάη,

Η πρώτη σου δημοσίευση στο θέμα «Στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει..» της 12ης Απριλίου και ιδιαίτερα η αναφορά σου στην Ελένη, μου δίνει την ευκαιρία να καταγράψω κάποιες παρατηρήσεις για την Ελένη του Λιαντίνη.

Ορθά παρατηρείς εκεί ότι Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ ακολουθεί μετά το ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΡΙΤΗΣ και ΝΕΚΥΙΑ. (σ.σ. Η αναφορά εδώ αφορά κεφάλαια του βιβλίου ΓΚΕΜΜΑ του Δημήτρη Λιαντίνη.)

Στο ΜΙΚΡΟ ΚΡΙΤΗ έχουμε ως αρχική παράθεση τη γνωστή αφιέρωση στη γυναίκα του. Στη ΝΕΚΥΙΑ έχουμε το γνωστό Amor fati (τραγουδισμένος έρωτας) του Νίτσε. Και στην ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ επανέρχεται και πάλι ο Μπετόβεν του ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ με το Sprecht lauter, schreyt, denn ich bin taub (Μιλάτε πιο δυνατά, φωνάξτε, γιατί είμαι κωφός).

Όμως στην ίδια σελίδα (203) καταγράφεται και μια δεύτερη αφιέρωση με δικό του ποίημα του ίδιου του Λιαντίνη για την Ελένη που την είδε «από τη Σπάρτη στο Μυστρά» και στο σχόλιο της σελ. 206 υπογραμμίζεται ότι «Οι γάμοι του Φάουστ και της Ελένης γίνουνται στο κάστρο του Μυστρά» (σελ. 266). Στο κάστρο του Μυστρά έκανε και τους δικούς του γάμους ο Λιαντίνης. Λες τυχαία να επέλεξε τον τόπο;

Πρόσεξε όμως: Το ποίημα που παρατίθεται είναι το ποίημα ΓΛΥΠΤΗΣ, «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, σελ. 27». Ο Λιαντίνης λαξεύει άγαλμα (αγαπημένη του πρόταση). Όμως το ποίημα που περιλαμβάνεται στο Corpus των ποιημάτων του έχει μια διαφοροποίηση σε σχέση με το ποίημα της ΕΛΕΝΗΣ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ στη Γκέμμα. Συγκεκριμένα στον τελευταίο στίχο. Ενώ πριν 10 χρόνια γράφει «και μ’ ηύρε ο τάφος ποιητή», 10 χρόνια μετά στην Γκέμμα, αλλάζει το τάφος και το κάνει «και μ’ ηύρε ο κόσμος ποιητή».

Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ τελειώνει επίσης με δικό του ποίημα, συγκεκριμένα με ΤΗΝ ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, σελ. 40». Και εδώ κάποιες αλλαγές, ιδιαίτερα στο δεύτερο στίχο:

Τους παραθέτω:

ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ
....
Έσιαζες το κρεββάτι μου
μέσ’ στα λυμένα σου μαλλιά
κι έγερνα δίχως τ’ άτι μου,
χήνα, καλή μου, αλοταριά.


Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ (ΓΚΕΜΜΑ)

Έστρωνες το κρεββάτι μου
στα χέρια σου και στα σπαθιά,
κι έγερνα εγώ και τ’ άτι μου,
βαθύζωνη κι αλοταριά.

Τα λυμένα μαλλιά γίνονται τώρα χέρια για να κρατούν σπαθιά και ο ποιητής που έγερνε δίχως άτι, τώρα γέρνει με το άτι του. Συνειρμικά σου έρχεται η εικόνα του πολεμιστή Έκτορα με το άτι του, αλλά και της Ανδρομάχης που χρειάζεται να κρατά τα δικά της σπαθιά, γιατί ο ήρωας της έχει κινήσει για πόλεμο.

Όμως δεν είναι η μόνη ΕΛΕΝΗ που μας άφησε ο Λιαντίνης. Έχουμε την Ελένη των ΧΟΡΙΚΩΝ στο ΝΗΦΟΜΑΝΗ (σελ. 148 εξ.). Εδώ παρότι επιγράφεται ΕΛΕΝΗ δεν έχουμε ούτε μία αναφορά στο όνομα ΕΛΕΝΗ. Αντίθετα οι πρωταγωνιστές ΓΙΑΝΝΙΑΣ και ΛΙΜΠΙΚΑ (περίεργο όνομα, σαν να παραπέμπει ηχητικά κάπου!!!) ζουν ένα πραγματικό ερωτικό γεγονός στο ξενοδοχείο Καστέλλι στην ιταλική πόλη Μόντενα σε ταξίδι επιστροφής τους στην πατρίδα. Και είναι γνωστό ότι πολλά από τα χορικά του ΝΗΦΟΜΑΝΗ είναι προσωπικά βιώματα του Λιαντίνη.

Μήπως την ΕΛΕΝΗ των χορικών θα πρέπει να την δούμε σε συνάρτηση με την ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ της Γκέμμας;

_________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ - Από δημοσίευση του χρήστη ΛΟΥΚΙΑ ΣΟΦΟΥ:

Η Λουκία προς διευκόλυνση του διαλόγου παρέθεσε το κεφάλαιο που ανέφερε η Φωτεινή από τα Χορικά του Νηφομανή του Δημήτρη Λιαντίνη (σελ. 148 - 155)

Δ. ΕΛΕΝΗ

αλλ’ είδωλον ην.

Έτσι που θα την ιστορήσω, μας ανιστόρησε ο ξένος την ιστορία μιας απιστίας παράξενης που έγινε στα ξένα.

Από το Σαν Ρέμο ως τη Τζένοβα οι ιταλιάνοι μηχανικοί έχουν στρώσει ένα δρόμο πέταλο καρφί. Ή θα περνάς γιοφύρια που ενώνουν βουνά με κάτωθε τις κοιλάδες και το πιότερο βράχους και κράκουρα, ή θα περνάς τούνελ και σήραγγες που ενώνουν κοιλάδες με πάνωθέ σου όγκους τα βουνά.

Μια χτενισιά γης, εκατό και βάλε μίλια, την ξεμετράς αστραπή. Το μισό σαν ιπτάμενος, το άλλο μισό υποβρύχιος. Κύλινδροι, σπαστήρες, δυναμίτες, προωθητές γαιών έκαμαν ένα τα κατά γην, αέρα και θάλασσα. Οι ιταλοί έχουν παράδοση στη μηχανική και στους δρόμους. Από την εποχή του βασιλιά Πύρρου. Τότε που στρώσανε την Αππία οδό. Την πρώτη αουτοστράντα.

Ύστερα, καμιά διακοσαριά χιλιόμετρα, καθώς αφήνεις πίσω Ραπάλλο και Σάντα Μαργαρίτα και δεξιά σου Λασπέτσια και Πίζα, ο δρόμος ισιώνει στον κάμπο. Η αουτοστράντα τους τραβάει καρσί και πλατιά. Το αμάξι χύνεται στην άσφαλτο κυνηγώντας τα πρατήρια βενζίνης. Το τοπίο μηρυκάζει τον εαυτό του. Μόνο ανάρια και που, με τη στροφή ή την ομίχλη αλάργα, διαβάζεις την πινακίδα Velocita 100.

Tέλευε η μέρα κι ο μουντός αγέρας
τα ζωντανά της γης από τους κόπους
ξαλάφρωνε∙ κι εγώ μονάχος ένας
συντάζουμουν να πιάσω τον αγώνα,

που λέει κι ο Δάντης του Καζαντζάκη. Αλλά τότες δεν ήμουν ένας ακόμη. Ήμουνε δύο.

Τέλευε η μέρα, λοιπόν, που ο Γιαννιάς και η Λίμπικα με την καμπριολέ τους Μπιεμτάμλιγιου φτάνανε στο σταυρό της Πάρμας. Το ιουλιάτικο πνίγος λάβωνε το ηλιοβασίλεμα με τη φτερούγα μιας θαμπερής αποκάρωσης.

- Τραβάμε για Πάρμα; ρώτησε τη γυναίκα ο Γιαννιάς αγγίζοντας τα μαλλιά της.

- Λέω να προχωρήσουμε κομμάτι. Έχουμε να χάσουμε πολλά, αν δεν κοιμηθούμε απόψε στο Μοναστήρι της Πάρμας;

- Τότε Μόντενα-Ζυντ, είπε ο άντρας.

Σε λίγα λεπτά αφήνανε το ποτάμι της πίσσας, και μπαίνανε στα νότια προάστια της πόλης. Περνώντας περιβόλια λογής, αποθήκες κατά μήκος του δρόμου, αδέσποτα σπίτια, φάμπρικες και κεραμικά κανατάδικα, σταμάτησαν σ’ ένα hotel. Ήταν ένα απολειφάδι παλιού αρχοντικού, «Το Καστέλλι», με τ’ όνομα.

Και στους δύο ορόφους του τετράπλευρου τα παράθυρα, με ξύλο στο χρώμα του δρυ, απόληγαν σε ευρύκυκλα τόξα. Στη στέγη ένα χτίσμα, αρκετά μεγάλο για δώμα, στεφάνωσε την κλασική γραμμή των παραλλήλων. Το’παιρνες καλύτερα για βίγλα, ή πολεμίστρα άλλων καιρών.

Ανεβαίνοντας ένα Π πέντε σκαλιά, και στηριγμένη σε δύο μαρμάρινες κολόνες η κεντρική είσοδος, με ευρυχωρία πυλώνα, έδειχνε κατευθείαν στην Υποδοχή. Δεξιά, ένας άνετος διάδρομος οδηγούσε στο μπαρ, που στο βάθος του καρσί έβλεπες κρεμασμένη μια γκραβούρα του ποιητή με το δάφνινο στεφάνι στην κόμη και τη μακρυά γαμψή μύτη. Αυτό μπορούσες να το ξεχωρίσεις αμέσως από κάθε σημείο του διαδρόμου. Όπως ακριβώς στο Μουσείο των Δελφών βλέπεις από παντού τον Ηνίοχο.

Αριστερά, άνοιγε η μικρή αίθουσα του ρεστωράν με μια δεκαριά τραπέζια. Σε όλους τους χώρους υπόφεραν οικόσιτα φυτά σε ζαρτινιέρες και γλάστρες. Τα χαλιά ήσαν λεπτά και τριμμένα. Ένα γυάλινο ενυδρείο στημένο στον αριστερό τοίχο του εστιατορίου ήταν το μόνο παράταιρο στην παλαιωμένη τάξη.

Το ταξιδιάρικο ζευγάρι πήρε το δωμάτιο δεκάξι στη βορειοδυτική πλευρά του πρώτου ορόφου. Ήταν μια κάμαρη ευρύχωρη με το λουτρό εμπρός και αριστερά. Στο δεξιό και πίσω μέρος το σιδερένιο κρεβάτι μέσα σε μια μεγάλη τετράγωνη αχιβάδα.

Τα φώτα ήσαν κρυμμένα. Ο πολυέλαιος στη μέση σε αποστρατεία. Και ο καθρέφτης στη βορειοανατολική γωνία του τοίχου έμοιαζε να’ χει αντικρύσει ήθη και τρόπους από την εποχή του Μαρκήσιου Ντε Σαντ.

Τα δύο παράθυρα, μικρότερο το ένα από το άλλο μεγαλύτερο, ανοίγονταν δυτικά και βόρεια αντίστοιχα. Το δυτικό μέσα από ψηλές σημύδες αγνάντευε στον ουδέτερο κάμπο. Η βόρεια πλευρά έβλεπε σ’ ένα χώρο με εφτά οχτώ ρεμίζες. Και δεξιά του θρόϊζε ένας μεγάλος κήπος, νοιασμένος με ψιλολογιά ατημέλητη.

Η Λίμπικα βιάστηκε. Χωρίς σχεδόν να σπουδάξει το χώρο που σε λίγο θα γινόταν ιδιωτικός έστω και φευγαλέα, πέταξε το ελάχιστο ρούχο της και μπήκε στο λουτρό.

- Το νερό! τι θαύμα είναι το νερό, μονολόγησε βγαίνοντας. Σκούπιζε μαλακά το σώμα της, αγγίζοντας μ’ ένα Marimekko προσόψιο νησίδες νησίδες τα υγρά μέλη.

- Όπως τρίβεις με την απαλάμη φύλλα καρυδιάς. Κι ύστερα τα μυρίζεσαι, συλλογίστηκε ο Γιαννιάς.

Όταν φρεσκαρίστηκε και ο άντρας, κατέβηκαν στο ρεστωράν και δείπνησαν ελαφρά. Ύστερα πέρασαν στο μπαρ. Εκείνος άναψε τα τσιμπούκια του, τρεις παλαιωμένες ρίζες από ρείκι Κορσικής, και η Λίμπικα ξεδίπλωσε τον Άτλαντα της Shell. Εσπούδαξε σημειώνοντας τον τόπο και τις αποστάσεις για την αύριο. Και έριξε μια γρήγορη ματιά στις σελίδες με τα τοπικά αξιοθέατα και τα μνημεία.

- Αύριο λίγο Φερράρα και πολύ Φιρέντζε, είπε στο Γιαννιά λικνίζοντας τη φωνή της ανάμεσα στη φαντασία και στο προσδοκώμενο.



- Φίλος παλιός έλεγε πως στην Casa di Dante, σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο τόπο θα διαβάσουμε ολόκληρη την Κωμωδία.



- Λένε πως στην έκθεση βιβλίων στην είσοδο του σπιτιού θα ιδούμε τα τρία τεύχη της μετάφρασης του Καζαντζάκη.

- Εθνική μας τιμή, απόσωσε στυφά ο άντρας.

- Πάμε για ύπνο. Νιώθω κατάκοπη. Θα παραδεχτείς να με αφήσεις απόψε αφίλητη; του χαμογέλασε ήρεμα.

Σε λίγο, κόντευε πια μεσονύχτι, η νέα γυναίκα είχε κιόλας αποκοιμηθεί. Το ελαφρύ λινό, πτυχωμένο σε λοξή ταινία, σκέπαζε το καστανό της ανάστημα, αφήνοντας να διαγράφεται μια ανεπαίσθητη κλίση προς τα δεξιά, καθώς άπλωνε ανάσκελα τον απέριττο πλούτο του κορμιού της στο στρώμα.

Οι μηροί της ενωμένοι χαλαρά τόνιζαν μια αδιόρατη κάμψη προς την ίδια πλευρά βαθαίνοντας χαρούμενα το στιλπνό μέταλλο της κοιλιάς. Τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της σκέπαζαν τον κάλυκα του αφαλού, ενώ η δεξιά παλάμη της ήταν λησμονημένη στην πυρή κορυφή του αριστερού της στήθους. Όπως το μωρό που κοιμήθηκε με το δάχτυλο ξεχασμένο στο στόμα. Μια άνεση θεληματική πλανιότανε ανενόχλητη στα δροσερά ματόκλαδα.

Α, η χορτασμένη γυναίκα, συλλογίστηκε ο Γιαννιάς. Η Gestillte, που έλεγε ο Ρίλκε. Τύψη της αθωότητας. Λύτρο και ευλογία της ενοχής.

Εκεί, και τότε, και έτσι. Και η νύχτα νύσταζε. Και νικητήριος του κόσμου ο ρυθμός ολοπερίγυρα ησύχαζε. Οπόταν ξαφνικά!

Ξαφνικά ένας ξερός ήχος. Εγλίστρησε τραβηγμένος, και παρείσακτος μπήκε απάντεχος. Ένα τρέμουλο, που άρχισε ν'ανεβαίνει στο σαλαγητό και την αναστάτωση.

Και απότομα, ωσάν ερεθισμός και πείραξη τριβής, φούντωσε σε φρύγανα το ζεστό λαχάνιασμα. Κάτι που είχε ξεκινήσει συσταζούμενο, μουσικό, βαθύ και πνιγμένο. Τα ακούσματα έσπασαν σε απότομες και δυνατές ανακοπές, που ασύμμετρες ή περιοδικές αυλάκωναν το σκοτάδι με βαθιές χαραγές.

Αναπνοές και βογγητά. Καλέσματα σιγανά. Απότομα πλούταιναν. Και σβήνανε βίαια στο βάθος μιας απελπισμένης σπηλιάς. Στα αυτιά του Γιαννιά φτάνανε οι κύκλοι ενός ιερού τρόμου.

Τέντωσε την ακοή του λεπίδι. Δάγκωσε τον αριστερό του αντίχειρα. Σαλτοπατώντας βρέθηκε στο ανοιχτό παραθύρι του βοριά. Ζουλάπι κακό ζάρωσε μέσα του το αρπαχτικό φυλάγοντας από τη σκοτεινή λόχμη τον καιρό, να ξεδιακρίνει και να φερμάρει το θήραμα.

Ένα δεύτερο κύμα από αγκομαχητά, βιάση αναμμένη, γελούμενα κλάματα, και φωνές ασυνάρτητες και βατταριστές περόνιασε το σώμα του και κούνησε την κάμαρη.

Ένιωσε τα παραθύρια να σκαμπανεβάζουν στην αγριεμένη νύχτα των νερών. Ανταριάστηκαν οι σημύδες, και άρχισαν να υποχωρούν κατεβαίνοντας. Τα μανιτάρια του κήπου τραμπάλιζαν, σπίθες σε άπατα ύψη, και πυγολαμπίδες. Πέρα ο κάμπος άρχισε να γυρίζει σφοντύλι. Γύρω από το τεράστιο αδράχτι τ'ουρανού.

Έπλεξε σφιχτά τα δάχτυλα των χεριών του. Πισωπατώντας διάγειρε στο στενό δωμάτιο. Πλησίασε τη Λίμπικα προσεκτικά και την κοίταξε. Η ήρεμη θέση ενός κοιμισμένου αλάβαστρου. Η ακινησία της μαρμαρένιο αλώνι.

- Και ο ύπνος τι δίκαιος! ψιθύρισε ο Γιαννιάς.

Έσκυψε να λογαριάσει την αναπνοή της γαλήνης της.

Ύστερα ξεμάκρυνε βιαστικά βηματίζοντας στον αλαφιασμένο αέρα. Περισυνάζοντας τα μέσα του και τα έξω, αναμέτρησε την κατάσταση και τους όρους. Άνοιξε τα χέρια του και τα κατέβασε νεύοντας. Σα νά' θελε να κυβερνήσει το δρολάπι των σκιών και των ήχων. Είδε τα νεύρα του και το σφυγμό του πιασμένα στο δίχτυ.

Ο Γιαννιάς πρόβαλε τώρα το σώμα του έξω από το παράθυρο του βοριά. Κατευθύνοντας προσήλωσε συγκεντρωτικά τη χοάνη των αυτιών του στο μεθυσμένο αλαλητό που έβγαινε από τα πάνω παραθύρια. Εστάθηκε εκεί κρατώντας το χτύπο να βαρεί μες στο αίμα του. Μέσα στη θύελλα μιας ακαταλάγιαστης διάρκειας άκουγε ακούσματα ανάκουστα.

Φωνές, Φωνές που τις κόβανε οι λυγμοί. Ικεσίες και στεναγμοί κατεβαίναν ως τη λυτρωτική σιωπή μιας καινούργιας εκκίνησης. Αναπνοές ασυγκράτητες και σφαχτές ανεβασμένες από το αναβρυτό παράδομα της σάρκας.

Διαρκούσανε και δυνάμωναν, και ανέβαιναν και κατέβαιναν. Έσπρωχναν το κυνήγι της ταραχής ως το σύνορο της λιποθυμίας.

Κατάπιναν τη λύσσα της αναζήτησης στις δοχές ενός άπειρου λάρυγγα. Βύθιζαν παλαβωμένη τη λαχτάρα ανάμεσα από σπαραγμούς και απανωτές ριπές εγκατάλειψης σε βυθούς ανεξερεύνητους. Συμπάλευαν τα τινάγματα και τα φιλιά και το χάϊδεμα στο αβρό και σαρκοβόρο πλέξιμο μιας εκκωφαντικής διάλυσης.

Ήτανε τα αγρίμια που ζευγάρωναν. Ήτανε σε συστάδες αναμμένες αφάνες, σε αλυγαριές και σε φλόμους. Ήτανε κορφές δέντρων υψιπέτηλες που τις κομμάτιαζε έξαλλο το πλέξιμο του βοριά. Ήτανε νερά καταρράχτες και έσκαζαν παφλάζοντας στα βράχια.

Μυώνες γατόπαρδου στο γονάτισμα και στο κύλισμα της γκαζέλας. Λυγίσματα κύκνων στους καλαμιώνες. Περιστεριών ραμφίσματα και φτερουγητά. Έκλαιγε η βροχή. Ούρλιαζαν την πείνα τους τα τσακάλια στο μακρυνό λόγγο. Λύγιζαν κύματα τα γεννήματα στο κολπωτό πέρασμα του Μάη. Τα στοιχεία της οργής χύνουνταν ταράζοντας την κορφή και τη ρίζα στα κέδρα.

Ποιοί σμίγανε, καθώς οι ορίζοντες που τους έφερνε και τους έπαιρνε η στιγμή της αστραπής; Πάνου από το κεφάλι του Γιαννιά, σε όλο και πιο έξαλλους ανεβατούς ρυθμούς, λαχανιάσματα γρήγορα, και πελώρια ξεφωνητά κατέβαζαν τρόχαλα οι ροβόλες.

"... Ν'αγαπηθεί ακόμη περισσότερο
η ηδονή που νοσηρώς και με φθορά αποκτάται
που νοσηρώς και με φθορά, παρέχει
μιαν έντασιν ερωτική, που δεν γνωρίζει η υγεία..."

Οι γραμμές της επιστολής του νέου Ιμένου, πατρικίου διαβοήτου εν Συρακούσαις επι ασωτεία, φωτίστηκαν ξαφνικά και φωτίσανε τον τομέα του εγκέφαλου του Γιαννιά. Ιδού γιατί στο εξής οι ευαίσθητοι νέοι σαν ερωτεύουνται θα παίρνουν μαζί τους, τρίτο, τον Καβάφη. Την ιδική του έκφανση του ωραίου. Π ο λ ύ σ π α ν ί ω ς, αλλά ναι.

Δάγκωσε άγρια το κατώχειλό του. Σάλεψε ασάλευτος. Και δοκίμασε να συναρμολογήσει την αταξία του κορμιού του, που ορμούσε με ξεφρενωμένα τα φρένα του άρματος να τον πετάξει, ιππικό ναυάγιο, στους βράχους.

- Α, το τραγούδι τους! ψιθύρισε πνιχτά. Νάτο, λοιπόν. Το τραγούδι τους. Το τραγούδι των Σειρήνων!

Μια υπέροχη και φονική κατανόηση διαπέρασε φωσφόρος και φώτισε όλα του τα κόκαλα. Ο Οδυσσέας δεμένος στο κατάρτι. Με τα ώτα έναυλα.

- Λύστε με! παρακάλεσε τους ίσκιους ο Γιαννιάς.

Όμως το σφάγιο της ηδονής δεν εννοούσε να πάψει. Έντρομα ξεσπάσματα, λιγοθυμισμένα αναφιλητά, καλέσματα φωνής μελλοθάνατης ανακάτευαν το σεισμό της ακοής του με τις λέξεις που δεν καταλάβαινε, με εικόνες, με γραμμές, με πλεγμούς και σπασμούς και θεσπέσια χρώματα.

Νερά, και σπαθιά, και κοχύλια. Δελφίνια, και αστερίες, και μύδια. Τα κυκλάμινα, οι κάκτοι. Και ροδάκινα, και αχινοί, και σταφύλια. Και τα φίδια, που λυγίζοντας τύλιγαν γιορντάνια στα μέλη τους οι χορεύτριες της Ίσιδας. Έσταζαν στάλες τα κόκκινα μήλα. Η αρμύρα έλουζε τα αχόρταγα μέλη. Και τα μύρα ζωντανά.

Ξαφνικά, η άρρυθμη κατεβασιά των ήχων και του παρακαλετού επήρε το καθαρό σχήμα των λέξεων της γλώσσας του Γιαννιά: Άαχ! Χάι! Να! Τι! Έτσι! Τώ-ρα! Ίιι! Πά-λι! Μη! Άαγκ! Ναι! Ένιωσε να σκάβει. Μία μία να φέρνει για πρώτη φορά στο φως τις λέξεις της γλώσσας του. Γνώριμες, και όμως άγνωστες.

Ήτανε δύο και τέταρτο. Όταν ο Γιαννιάς, χωρίς να ακούει πια άλλο, πάρεξ τις σφυριές και τα σφαδάσματα που τάραζαν τις φλέβες του, πέταξε από πάνω το ρούχο, γονάτισε δίπλα στη Λίμπικα, και φίλησε τρέμοντας όλα τα μέλη του θαλερού της ύπνου.

Με τρυφερή προσοχή τη γύρισε γαμώπιστα. Όπως τη ράχη κανονιού βυθισμένου στη θάλασσα, χάϊδεψε τους ώμους, τις πλάτες της. Κυκλωτικά έφερε τα χέρια του στους τρυφερούς γλουτούς και την ξαναγύρισε ανάσκελα.

Άφηκε τότε να γλιστρήσει το πενιχρό της εσώρουχο στον αέρα, και με την τρυφεράδα κρίνου άνοιξε τους ωραίους μηρούς. Έλυσε το πυρό του άλογο. Και αφέθηκε να το νιώθει να πλανιέται στους σχιστούς λειμώνες της Αφροδίτης. Να βόσκει στη χλώρη του βυθού.

Τόπους τόπους τίναζε ψηλά περήφανα το κεφάλι. Και η χαίτη του αλαφρότρεφε στις ριπές του ανέμου. Με τα αυτιά του προσηλωμένα στο μουσικό πανδαιμόνιο που κατέβαζε ο ουρανός.

Η Λίμπικα, μες στα ολόγλειφα χέρια του ονείρου της, αγκάλιασε το σκληρό σώμα του άντρα και κολπώθηκε να το χωρέσει αξεδιάλυτα και βαθιά της.

Στάζοντας τα μαλλιά και το μέτωπο σήκωσε τα μάτια του ο Γιαννιάς και την είδε κουλουριασμένη στα μπράτσα του. Ένα γαλήνιο, πλαγιασμένο, κατάφωτο οχτώ.

Την ώρα που οι πάνω ήχοι διαλύονταν σε τριανταφυλλένια σύννεφα στο σκοτεινό γαλάζιο του απείρου.

___________

  • Σημειώσεις: Μπορεί κανείς κάνοντας κλικ εδώ να διαβάσει και τις υπόλοιπες τοποθετήσεις πάνω στο θέμα, όπως διατυπώθηκαν από τα μέλη του Φόρουμ HOMA EDUCANDUS, τον περασμένο Απρίλη. Η ουσία όμως βρίσκεται στα δύο αποσπάσματα που δημοσιεύτηκαν και εδώ. Το ένα της Φωτεινής, το άλλο του Λιαντίνη από τα Χορικά του Νηφομανή. Νομίζω τίποτε καλύτερο δε θα μπορούσε να ανοίξει τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας του blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, του αποκλειστικά αφιερωμένου στο Δημήτρη Λιαντίνη. Το γιατί μπορούν καλύτερα να το κατανοήσουν όσοι βαθιά γνώση του έργου του Λιαντίνη έχουν. Και όσοι καταλαβαίνουν κι εκείνα που δε θέλουμε εμείς να αποκαλύψουμε. Λέμε μόνο πως περιποιεί ιδιαίτερη τιμή για το ιστολόγιό μας η παράθεση αυτών των δύο αποσπασμάτων. Τόση και τέτοια που οι μελλοντικοί μελετητές του Λιαντίνη είναι βέβαιο πως θα αναδείξουν ιδιαίτερα.

    Και παρακαλώ αυτό να το σημειώσετε, γιατί εκτός των άλλων η ανάρτηση αυτή αποτελεί και απάντηση του blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ σε όσα χτες διαβάσαμε στις συζητήσεις του ελληνικού τμήματος της WIKIPEDIA και συγκεκριμένα στο άρθρο της για το Δημήτρη Λιαντίνη. Ήδη αποστείλαμε mail διαμαρτυρίας προς τους υπεύθυνους του χώρου, τόσο για τη συκοφάντηση σε βάρος μας όσο και για ξεκάθαρη προκατάληψη εναντίον μας. Ταυτόχρονα τους τονίσαμε ότι ουδόλως μας απασχολεί να μας συμπεριλάβουν στους εξωτερικούς συνδέσμους του άρθρου τους, μας αρκεί που το ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ χαίρει εμπιστοσύνης από τους ανθρώπους εκείνους που νομίμως εκπροσωπούν το Δημήτρη Λιαντίνη και που κατ' επανάληψη μας έχουν παραχωρήσει σπάνια ντοκουμέντα από το αρχείο τους για δημοσίευση. Όπως και οι φωτογραφίες του ζεύγους Λιαντίνη που παραθέσαμε στο κείμενο από το Νηφομανή. Φωτογραφίες που εικονίζουν το Δημήτρη Λιαντίνη και τη σύζυγό του Νικολίτσα, μπροστά από την Casa di Dante, και που πρώτο έφερε στη δημοσιότητα τον περασμένο Δεκέμβρη το ιστολόγιό μας. Τα όσα σε εκείνο το άρθρο και άλλα κατοπινά μας δημοσιεύσαμε, φαίνεται πως θεωρήθηκαν από από κάποιους σχολιαστές της WIKIPEDIA ως ανεπίτρεπτη πολεμική, ικανή να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό μας. Εμείς πάλι λέμε ότι και εκείνο το άρθρο και όλα τα άλλα που φιλοξενούνται στο χώρο μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά φόρος τιμής στο Δάσκαλό μας και λιθαράκια της μεγάλης μάχης να λάμψει η αλήθεια στο αίνιγμα που μας άφησε. Πλην όμως όταν τέτοιες μάχες ξεκινάς είναι βέβαιο πως θα δεχθείς και λιθοβολισμούς. Τιμή μας και καμάρι μας. Γιατί όταν αυτό το χώρο ξεκινήσαμε, τον υπογράψαμε με την εντολή του Ναζωραίου αλλά και του Λιαντίνη:

    «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι.»

    Και χαιρόμαστε χαρά μεγάλη που δε μείναμε μόνο στα λόγια. Φυσικά δεν αναφερόμαστε μόνο στα σχόλια της WIKIPEDIA αλλά και σε πολύ πιο σοβαρές επιθέσεις που δεχτήκαμε. Δεν έχουμε σκοπό να αναφερθούμε σ' αυτές επί του παρόντος. Είναι θαρρούμε αρκετό που είμαστε και πάλι εδώ συνεχίζοντας να μιλάμε για το Δάσκαλό μας. Και χωρίς καμία παρέκκλιση από το σκοπό μας: Την αποπληρωμή του χρέους μας προς το Δημήτρη Λιαντίνη.


  • Αναφορικά προς το θέμα της ανάρτησης, την "Ελένη" του Λιαντίνη, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι οι φωτογραφίες που δημοσιεύσαμε ανήκουν σε παλιότερη εποχή και άλλο ταξίδι από εκείνο που περιγράφει ο Λιαντίνης στα Χορικά του Νηφομανή. Το ένα έγινε το καλοκαίρι του 1974. Το άλλο το καλοκαίρι του 1979. Ήταν τότε που γυρίζοντας από τη Γερμανία έφεραν και το αυτοκίνητο που αναφέρεται παραπάνω, το ίδιο αυτοκίνητο που χρόνια αργότερα, την 1η Ιουνίου 1998, άφησε ο Λιαντίνης στη Σπάρτη και έφυγε...


    Το ίδιο αυτοκίνητο που μετέφερε τον ίδιο και την οικογένειά του σε πολλά άλλα ταξίδια όπως και σε αυτό της φωτογραφίας, στο Χελμό το 1991. Μια ακόμη φωτογραφία που η κ. Νικολίτσα Λιαντίνη μας παραχώρησε με δικαίωμα αποκλειστικής δημοσίευσης. Και μαζί μάς έχει παραχωρήσει ατέλειωτες ώρες αφηγήσεων που στάθηκαν καθοριστικές για να εμβαθύνουμε στη μελέτη του έργου του Λιαντίνη αλλά και να κατανοήσουμε καλύτερα τις πράξεις της ζωής του. Όλο αυτό τον πλούτο των γνώσεων, και στο βαθμό που έχουμε την άδεια της κ. Λιαντίνη, είναι που μοιράζεται το ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ με τους αναγνώστες του. Ανιδιοτελώς και υπηρετώντας την αλήθεια και μόνο. Ακριβώς όπως έχουμε σκοπό να συνεχίσουμε και στη νέα περίοδο λειτουργίας μας.

_______________________________


22/2/2010 ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναδημοσίευση από το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ - ημερομηνία αρχικής ανάρτησης 6/10/2008

Όταν ο Λιαντίνης συνάντησε τον Χάιζενμπεργκ


Γκέμμα. Σελίδα 141




"Πριν από χρόνους είχα τη χάρη να συντύχω για μία φορά το Βέρνερ Χάιζενμπεργκ. Ήταν ένα απόσπερο στη Σάλα Μπετόβεν στη Βόννη. Ιούλιος του 1972.

Είδα μπροστά μου ένα γεροντάκο στα 71 του χρόνια. Τα μάτια του ανοιχτόχρωμα. Είχαν μια λαμπυρότη που την εσκίαζε κάπως ο καιρός, ο κόπος, και μια μακρυνή ενατένιση. Ωσάν ιδέα θησαυρισμένης φροντίδας.

Μέτριος στο ανάστημα, φορώντας τη γινομένη σάρκωση της τρίτης ηλικίας, ωστόσο στυλός, ανάδινε την αίσθηση μιας ξεχασμένης ιλαρότητας. Οι κινήσεις του ήσαν ήμερες. Τα χαρακτηριστικά του αδρά παλαιωμένα. Στην έκφρασή του ανέβαινες να αποκρυπτογραφήσεις το αντηλάρισμα μιας μακρυνής νκηφόρας αποστρατείας, που κούρνιαζε μετέωρη, όπως η γλαύκα στο σούρουπο. Ήταν ντυμένος το ύφος της φτασμένης ηρεμίας. Τον εκόντεψα, άπλωσε το χέρι.

- Oh! video hominem, είπα.
- Ορώ τον άνδρα. Ja, ich verstehe das Lateinische und antworte griechisch, αποκρίθηκε.

Μέσα στα εκατομμύρια της Αγοράς του αιώνα μου, είδα για μια στιγμή έναν άνθρωπο, χωρίς να χρειάζεται να κρατήσω το μεσημεριανό φανάρι του αρχαίου Διογένη.

Φεύγοντας κυμάτιζα όπως ο Κάραγιαν με τα κλειστά μάτια, όταν κυβερνούσε την Pastorale του Μπετόβεν. Ανάμεσα στην καταιγίδα του καιρού από δω, κι από κει στο ποιμενικό τραγούδι της απλότητας. Στο Gewitter - Sturm, και στο Hirtengesang."
__________


Από τη Γκέμμα το κείμενο. Η φωτογραφία από τον άνθρωπο που δίπλα στο Δάσκαλο έζησε αυτή τη στιγμή. Δίπλα του εκείνο το απόσπερο πορεύτηκε προς τη μεγάλη σάλα Μπετόβεν του Γερμανικού Κοινοβουλίου. Η πρόσκληση ήταν για το ετήσιο συνέδριο των υποτρόφων του Ιδρύματος Humbolt, του οποίου πρόεδρος τότε ήταν ο Χάιζενμπεργκ. Σε λίγο θα άρχιζε η επίσημη έναρξη του συνεδρίου...

Ο Λιαντίνης τότε είδε τον άνδρα. Για μια στιγμή. Ούτε του μίλησε, ούτε τον χαιρέτησε...
Φτάνει καμιά φορά και μία στιγμή να συντύχεις άνθρωπο τέτοιο δίχως το "μεσημεριανό φανάρι του Διογένη". Για να τον θυμηθείς στο κύκνειο άσμα σου. Και να κρατήσεις ξέχωρα στη μνήμη σου την αγαθή θέληση της μοίρας. Φτάνει η ζωντανή του εικόνα για να φύγεις "κυματίζοντας". Τον είδα. Τον αντίκρισα. Έστω και μια στιγμή.

Είπα ποιος τώρα μας έστειλε τη φωτογραφία. Ας την κρατήσουν οι μελετητές. Δίχως εκείνον που δίπλα βάδιζε. Δε το θέλησε ο ίδιος... Και σημείωσε με σεμνότητα στο μήνυμα:

"Ο δάσκαλος ενδιαφέρει, όχι εγώ."

Σεβόμαστε την επιθυμία και δε λέμε ούτε λέξη παραπάνω. Και διδασκόμαστε... Από το παράδειγμα.
  • Κάντε κλικ στη φωτογραφία για να τη δείτε σε μεγαλύτερη προβολή.

Τα τόξα του Ηρακλή, του Νίτσε και του Λιαντίνη


Ο ΕΛΛΗΝΟΕΛΛΗΝΑΣ του Λιαντίνη στη ΓΚΕΜΜΑ (σ. 103) ξεκινάει με την παράθεση «Τόξων εμών άτερ Τροία δεν πέφτει» και με αστερίσκο τη μετάφραση των παραπάνω στίχων στα γερμανικά «Ohne meinen Bogen wird kein Ilion erobert – Χωρίς το τόξο μου δεν θα κυριευθεί το Ίλιον».

Από πού προέρχεται η πρόταση και από πού την έχει λάβει ο Λιαντίνης;

Ο Peter Gast, φίλος του Νίτσε, κλείνει το προλόγισμά του στο Ζαρατούστρα του Νίτσε ως εξής. Gleich Philoktet, ruft Zarathustra von seinem Eiland heruber: «Ohne m e i n e n Bogen wird k e i n Ilion erobert – Όπως ο Φιλοκτήτης φωνάζει ο Ζαρατούστρα από το νησί του. Χωρίς το τόξο μου δεν θα κυριευθεί το Ίλιον».

Η ιστορία είναι γνωστή από την Τραγωδία «Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή.

Ο Φιλοκτήτης γιος του Ποίαντα, βασιλιά των Μαλιέων, πιστός και ακόλουθος του Ηρακλή, έλαβε ως δώρο από τον Ηρακλή το τόξο του και τα αλάθητα βέλη του. Στην εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας στρατεύθηκε και ο Φιλοκτήτης. Όταν οι Έλληνες αποβιβάστηκαν στη νήσο Χρύση κοντά στη Λήμνο για να θυσιάσουν στο βωμό της Χρύσης, όπου είχε θυσιάσει και ο Ηρακλής, το φίδι που φύλασσε το βωμό δάγκωσε το πόδι του Φιλοκτήτη και με άλγη εγκαταλείφθηκε εκεί από τους συντρόφους του για εννιά χρόνια υποφέροντας έρημος και νοσών τα πάνδεινα. Το δέκατο έτος σύμφωνα με χρησμό του Κάλχα η άλωση της Τροίας εξαρτιόταν από τη σύμπραξη του Νεοπτόλεμου, του γιου του ήδη φονευθέντος Αχιλλέα, και του Φιλοκτήτη που κατείχε το ανίκητο τόξο του Ηρακλή. Έτσι ο Οδυσσέας μετέβη με το Νεοπτόλεμο στη Λήμνο, προκειμένου να απαγάγουν με δόλο το Φιλοκτήτη στην Τροία, αφού εκείνος κατείχε τα όπλα του Ηρακλή.

Το δράμα, που γράφτηκε το 409 π.Χ., ξεκινάει με την απόβαση του Οδυσσέα και του Νεοπτόλεμου στη Λήμνο.

Και τώρα παραθέτω το απόσπασμα από το Φιλοκτήτη του Σοφοκλή, από όπου ο Λιαντίνης έχει πάρει το «τόξων εμών άτερ».

Τόξων εμών μνημεία προς πυράν εμήν
κόμιζε. και σοι ταυτ΄, Αχιλλέως τέκνον,
παρήνεσ. ούτε γαρ συ τούδ΄ άτερ σθένεις
ελείν το Τροίας πεδίον ούθ΄ ούτος σέθεν.
(Στίχοι 1432-1435)

Για θύμηση των τόξων μου, στον τόπο
της πυράς μου θα πας να αφιερώσεις.
Σε σένα, του Αχιλλέα γιε, σου λέγω
να ξέρεις, ούτε συ μπορείς να πάρεις
χωρίς αυτόν της Τροίας τη χώρα, μήτε
κι αυτός χωρίς εσένα.

Ό,τι ακολουθεί στη συνέχεια στον ΕΛΛΗΝΟΕΛΛΗΝΑ μπορεί ο μελετητής να το δει κάτω από τις παραπάνω ερμηνευτικές παραθέσεις μου.



_________________

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΡΟΥΜ HOMA EDUCANDUS - Άρθρο τους μέλους ΦΩΤΕΙΝΗ

Στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού...



Στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού...

Έχουμε σκεφτεί τι μπορεί εκεί να κρύπτεται;

Και τι μπορεί να "έκρυψε" εκεί ο Λιαντίνης; Γιατί δικός του είναι ο στίχος. Και το δικό του ευήκοον ους συνέλαβε τον απόηχο του χρόνου του αμίλητου να ασπαίρει - να σπαρταρά - σε τέτοια φέγγη...

"Στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού

ασπαίρει η παντοδυναμία του αμίλητου χρόνου."

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

Ο λαός μας τη φράση "κλειστός σαν μύδι" την έχει καταγράψει εδώ και καιρό. Ξέρετε λοιπόν όλοι τι σημαίνει. Και μύδια οι περισσότεροι θα έχετε δει να ανοίγουν:



Τέτοια μύδια είναι για τα ταβερνάκια όμως και τις χαλαρές ώρες στις παραλίες...

Και άδικα ίσως δεν έπλασαν την ομόηχη λέξη. Τα μήδεα τα λαχνήεντα, που αρχίδια βαρβάτα και βάρβαρα τα εξηγάνε, όπως μας λέγει ο Λιαντίνης στη Γκέμμα. Ας αφήσουμε λοιπόν τα μήδεα τα λαχνήεντα και άλλο λαχνί να τραβήξουμε. (Γκέμμα, 143, 145 )

Να γυρίσουμε λέω στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού... Τι άλλο μπορεί εκεί να περιμένει υπομονετικά το χρόνο να σημάνει;

Ίσως και τίποτα. Ή το ΤΙΠΟΤΑ...

Αν δεν το ανοίξουμε το μύδι και εξακολουθούμε να ασχολούμαστε ως Μήδοι με τα μήδεα... πού να ξέρουμε;

Ξέρετε πώς έλεγαν στο χωριό μου κάποτε τα μύδια; Κοράτσες. Ναι, κοράτσες. Αυτό το κέρδος μου προχτές στο τραπέζι της Λαμπρής.* Κάπου ανάμεσα στη σαλάτα και στο κατσικάκι και στους προβληματισμούς για το μέγιστο κακό από το αλάτι μάς προέκυψε και ο προβληματισμός για το άλας της γης. Και τότε έλαβε το λόγο ο πατέρας - μανιώδης συλλέκτης λέξεων και εθίμων του τόπου μας - για να εξηγήσει σε μας τους νεότερους και απληροφόρητους τον αγώνα της παλιότερης γενιάς να εξασφαλίσουν έστω και λίγο αλάτι.

Ταξίδευαν λέει ως τη Σαγιάδα. Την παραθαλάσσια θεσπρωτική πολίχνη. Εκεί εύρισκαν το πολύτιμο αλάτι και το φόρτωναν στα ζα ως θησαυρό μεγάλο. Αλάτι φυσικό. Όχι πλυμένο και βιομηχανικό σαν το σημερινό στα δικά μας ντουλάπια της κουζίνας.

Σαν έφταναν τα σακιά στο χωριό, οι γυναίκες αναλάμβαναν τα υπόλοιπα. Και έτσι που ήταν το αλάτι αυτό, εύρισκαν συχνά ανάμεσα στους κόκκους και μικρά όστρακα, κυρίως μύδια. Άνθρωποι του βουνού, που δεν είχαν δει ποτέ τους θάλασσα, τα θεωρούσαν τούτα τα μύδια το ίδιο πολύτιμα με το αλάτι κι ας μην έκρυβαν άλλους θησαυρούς. Τα έπαιρναν λοιπόν και τα τρύπαγαν και τα έφτιαχναν στολίδια για τις κοτσίδες των κοριτσιών. Ίσως έτσι και προέκυψε το όνομά τους: κοράτσες. Αφού τα μύδια τούς ήταν άγνωστα ακόμη και ως όνομα.

Νομίζετε ξεστρατίσαμε από την κουβέντα μας για τα νυκτερινά φέγγη* και το φέγγος του Λιαντίνη; Καθόλου. Στο ίδιο περιδέραιο δένουμε μικρές μικρές πληροφορίες που φτάνουν μπροστά μας ανέλπιδα και τυχαία μερικές φορές.

Ελάτε λοιπόν να δούμε τώρα και άλλα μύδια:

Αυτά που τα λένε και μαργαριτοφόρα.

Όλη τη μέρα χτες αναζητούσα ένα στίχο που μου είχε καρφωθεί στο μυαλό. Κι όταν τον βρήκα και έγραψα τα καθέκαστα, φςςςςςς εξαφανίστηκε το κείμενο από ένα λάθος πλήκτρο. Προς γνώση και συμμόρφωση ή και γιατί έτσι η μοίρα θέλησε. Να διαβάσω πριν για το φεγγερό κέλυφος του μυδιού. Κάθε πράγμα για να συμβεί θέλει τον καιρό του..

Ο στίχος είναι ο εξής:

"Αντίκρια μου και αντίκρια σου, κι αντίκρια στο φεγγάρι

Εκεί έχουν κρύψει το ψηφί και το μαργαριτάρι."

Θα τον βρείτε στο Νηφομανή του Δ. Λιαντίνη. Σελίδα 139. Μοιάζει τελείως ξεκρέμαστος εκεί που βρίσκεται, αρχή και πρόλογος στο κεφάλαιο με τον τίτλο ΕΔΩ - ΩΔΕ. Ένα από τα Χορικά του Λιαντίνη, το δεύτερο στη σειρά. Το περιεχόμενο μιλά για τους αμαθείς και τους ημιμαθείς. Για την απλή σοφία του λαού και το Θεόφιλο και την άλλη σοφία, την κατακτημένη, που πλούτισε ολοζωής ο Σεφέρης και όσοι ακολουθούν την ίδια στράτα.

Και άλλες φορές ακουρμάστηκε ο Λιαντίνης τον ίδιο στίχο. [...] Τον ακουρμάστηκε λέει το στίχο να του τον κελαηδούν αηδόνια... Για το φεγγάρι και το μαργαριτάρι.

Ήρθε όμως η ώρα να μπούμε πιο βαθιά στο θέμα. Να μελετήσετε πριν παρακαλώ το υλικό που θα βρείτε ΕΔΩ. Και μη σκάτε που στήνω πάλι "δοκίμια". Είναι πολλοί εκείνοι που τέτοια δοκίμια τα αφήνουν στο διαδίκτυο για να τα βρίσκουμε και οι άλλοι και να φωτιζόμαστε. Κάποτε τα έκρυβαν στο φεγγάρι. Τώρα είναι το διαδίκτυο ο χώρος της δικής μας γενιάς. Κι αυτός ο τύπος που έφτιαξε το αφιέρωμα που σας έστειλα να μελετήσετε, έχει κάνει εξαιρετικότατη εργασία. Να τη διαβάσετε παρακαλώ ολόκληρη. Μέχρι κάτω. Και για την Ηρώ και για το Λέανδρο. Διαβάστε μετά και πάλι το ΑΣΤΕΡΑΚΙ του Παπαδιαμάντη. Να δείτε τι ωραίο κολιέ φτιάχνεις έτσι από αστεράκια και αστέρια...

Θα βρείτε όμως εκεί και το Θησέα. Ίσα ίσα για να ξαναγυρίσουμε στα καθ' ημάς. Αλήθεια, ξέρετε με ποιο άλλο όνομα είναι γνωστή η Γκέμμα; Μιλώ για το αστέρι το φωτεινότερο στο στέμμα της βασιλοπούλας που ερωτεύτηκε το Θησέα και μετά έπεσε στον έρωτα του Διονύσου. Έτσι και βρέθηκε στ' αστέρια. Με το Βόρειο Στέφανο ή Coronae Borealis. Επισκεφθείτε τη Βικιπαίδεια. Στο λήμμα Αλφέκκα. Και διαβάστε και αυτό πολύ προσεκτικά.

Τι σημαίνει Αλφέκκα; Είναι λέει φράση από τα αραβικά και σημαίνει ο φωτεινός του πιάτου! Μήπως σαν και ετούτο το φωτεινό:



Κι επίσης: Το στεφάνι του Βόρειου Στεφάνου οι Άραβες είχαν παρατηρήσει πως ήταν σπασμένο. Ανοιχτό δηλαδή και όχι ολόκληρο. Να θυμίσω και το στίχο του Λιαντίνη:

"σκορπίζεται σα φέγγος σπασμένου φεγγαριού";

Και ακουρμαστείτε και πάλι τους στίχους του δημοτικού τραγουδιού. Αντίκρια στο φεγγάρι εκεί έχουν κρύψει το ψηφί και το μαργαριτάρι.

Ελπίζω στο μεταξύ βρήκατε πώς αλλιώς ονομάζεται η Γκέμμα: Μαργαρίτα. Δηλαδή το μαργαριτάρι του στέμματος, της κορώνας της Αριάδνης. Και πώς ονομάζεται και το πρώτο κεφάλαιο της Γκέμμας του Δημήτρη Λιαντίνη;

Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ

Ένα μαργαριτάρι λοιπόν. Σε φεγγερό κέλυφος μυδιού που καρτερεί να το ανοίξουμε και να βρούμε όλα τα δώρα που κρύβει. Αντίκρια μου και αντίκρια σου και αντίκρια στο φεγγάρι...


______________________________

για τις κοράτσες...

Οι πληροφορίες για τις κοράτσες, είναι από την ανέκδοτη μελέτη του Θεόφιλου Λαμπρίδη και την καταγραφή του γλωσσικού ιδιώματος του Πολυδρόσου Θεσπρωτίας.

* Αναδημοσίευση από το φόρουμ HOMA EDUCANDUS, με ημερομηνία ανάρτησης 22/4/2009 και τίτλο θέματος: ΝΥΚΤΕΡΙΝΑ ΦΕΓΓΗ (φράση από τον Πλάτωνα)


ΑΒΑΓΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΡΙΓΑΝΗ


Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Στους δρόμους που γκιζέριζα
καθώς γιουδαίοι και ατσίγγανοι
ό,τι έσπερνες εθέριζα,
αβαγιανούς και ρίγανη.

Έστρωνες το κρεβάτι μου
στα χέρια σου και στα σπαθιά,
κι έγερνα εγώ και τ’ άτι μου,
βαθύζωνη κι αλοταριά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

ΓΚΕΜΜΑ «Η Ελένη της Σπάρτης» (206 – 207)

ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ

Στους δρόμους που γκιζέριζα
καθώς Γιουδαίοι κι Ατσίγγανοι
τα φύτευες εθέριζα
αβαγιανούς και ρίγανη.

Έσιαζες το κρεββάτι μου
μέσ’ στα λυμένα σου μαλλιά
κι έγερνα δίχως τ’ άτι μου,
χήνα, καλή μου, αλοταριά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ ( 40 )

"ΕΙΝΑΙ λογής παλικαριές, είναι και λογής παλικάρια. Το κάθε τι στη ζωή το αγναντεύεις και το χαίρεσαι μέσα στον περίγυρό του.

Όμως μέσα του είναι κ' ένας σκοπός που το κυβερνά, κι αυτός είναι που του δίνει το νόημά του. Κάθε καρπός θέλει τη γης και το κλίμα του για να μελώσει, θέλει κ' ένα στόμα να τον βυζάξει. Κάθε καράβι θέλει τα νερά του για να πλέψει, όμως η μοίρα του, εκεί σ' ένα μακρινό λιμάνι στέκεται και το καρτερεί. Έτσ' είναι.

Μόνο το Βασίλη τον Αρβανίτη, που στάθηκε μέσα στα παιδιάτικά μου όνειρα ο αρχάγγελος της παλικαριάς, τόσα χρόνια περνούσαν από πάνω μου, μέστωναν τη στόχασή μου, και μολαταύτα δε μπορούσα να καταλάβω το θάμα της ορμής του. Τι γύρευε, πού τραβούσε και τι πίστευε. Και μόνο τώρα, που ωρίμασε ο καημός στην ψυχή και στέριωσε ο καιρός την αντριά μου, τον κατάλαβα.

Σήμερα, από την κορφή της ζωής, γυρίζω τα μάτια προς τα περασμένα, αγναντεύω τους αλλοτινούς ανθρώπους που έφυγαν, ανιστορώ τα πρόσωπα, τις κουβέντες και τα διανέματα. Μια ανάσα ζεστή και γλυκιά, έτσι σαν από ζεστό ψωμί, έρχεται από κει, γλείφει το πρόσωπο, ψιλή φλόγα. Μοσχοβολά αβαγιανούς και ρίγανη, σταφύλια πατημένα και τσακισμένα φύλλα της πικραμυγδαλιάς, που κανένας μας δεν άπλωνε να κόψει τα τσάγαλά της πάνω από τη στέρνα.

Είναι οι αψιές μυρουδιές της θαλασσινής εξοχής και του σπιτιού, που μου στέλνουν τα παιδιάτικα καλοκαίρια. Τα νησιώτικά μου τα καλοκαίρια. Περνούν μπροστά από τα μάτια μου, χτυπημένα απότομα από τα ασημένια σπαθιά των μεσημεριών.

Τραγούδια Αιγαιοπελαγίτικα πάνε κ' έρχουνται, ορμούν σαν τα χελιδόνια γύρω στις κούνιες, που πετάν από δέντρο σε δέντρο. Γεμίζουν βουή τις βάρκες και τις ταβέρνες.

Κάτι αγόρια τα τραγουδάνε, βασανισμένα από τη φαντασία και τα μυστικά τους οράματα. Ακροζυγιάζουνται ξεσκούφωτα πάνω σε πανύψηλους βράχους όρθιους, που έχουν το χρώμα του φρέσκου ατσαλιού και μάλλιασαν οι σκισμές τους από το μούσκλι. Τα πρόσωπα στράφτουν από τη ζωή, μορφάζουν με πάθος, γανωμένα από τ' αλάτι και τον ήλιο. Χουγιάζουν τη θάλασσα κατάμουτρα.

Κι αυτή ξαμολάει κατά πάνω τους κάτι κύματα, στηθάτα αλόγατα. Όλ' αυτά φωσφορίζουν, δονίζουν μαγικά τον αέρα. Οι πνοές έρχουνται και μοσχοβολούν τη μνήμη, σα μακρινές πυρκαγιές από δάσα.

Και μέσα στην καρδιά αυτού του μαγικού κόσμου, στέκεται τροπαιοφόρος ένας ξανθός παλίκαρος. Πότε χαμογελά καλοσυνάτος και ζευγαρίζει πίσω με τ' άσπρα δάχτυλα κάτι ξανθά μαλλιά σαν από φως. Πότε πάλι συννεφιάζουν τα μαβιά μάτια του. Γίνουνται μολυβιά σα δυο σφαίρες του γκραδιού και το κάτω χείλι ξεβγαίνει με το μορφασμό του ερεθισμένου αγριμιού, που οσμίζεται να χιμήξει.

Σαν τι γύρευε και χτυπιόταν με τόσον καημό η παλικαριά του Βασίλη του Αρβανίτη; Με τους ανθρώπους και με το Θεό χτυπιόταν, με ξένους και δικούς, με το καλό και με το κακό έπιανε αμάχη. Και ποτές δεν έλεγε να καταλαγιάσει ο παραδαρμός του.

Στοχάζουμαι κάτι νερομάνες, που αναβρύζουν ολομόναχες στην ερημιά κάτ΄ από τον ουρανό. Τινάζουν τη δροσιά τους μέσα από την πυρωμένη πέτρα και κανένας δεν είν' εκεί ν' απλώσει τη φούχτα στο χόχλο, ν' ανεστηθεί η καρδιά του. Μήτε άνθρωπος, ούτε θεριό, ουδέ πουλί, μηδέ χορτάρι. Τα νερά τάχατες τραγουδούν για τον εαυτό τους; Η χαρά τους βουίζει μάταια, δίχως να ξεδιψάσει ψυχή;

Ας μην αμαρτάνουμε. Τίποτα δεν πάει στα χαμένα, αφού είναι ο Θεός γυροπερίγυρα και ανασαίνει γαληνά την ειρήνη του. Αυτός τα χαίρεται, πίνει τα νερά κι ανεγαλλιάζει από τη δροσιά η φλογερή καρδιά Του. Είναι απλωμένη η χαρούμενη Παρουσία Του ως και στην πιο απόμερην ερημιά, εκεί που τρίζει ο άμμος μες στη μοναξιά και δε βρίσκει μια χαραμίδα για τη ρίζα της η πιο ταπεινή κάπαρη. Αυτός χαμογελά προς την έρημη πέτρα, που την ψήνει ο ήλιος και μυρίζει θειάφι, την καίγει και θρει μες στο καταμεσήμερο, αφράτη σαν το παξιμάδι.

Τέτοια, λογιάζω, θα ήταν κ' η παλικαριά του Βασίλη του Αρβανίτη. Ανάβρα αχρείαστη για όλο τον κόσμο, αξήγητη για τους ανθρώπους, όμως μεγάλη χαρά μπρος στα μάτια του Θεού, που σπαρταρούσε μέσα του."

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ «Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ» (κεφάλαιο 1)



Τραγουδώντας Λιαντίνη...

______________________

ΣΧΟΛΙΟ:

Δύο ποιήματα και ένα απόσπασμα από διήγημα. Τα ποιήματα είναι του Δημήτρη Λιαντίνη. Το απόσπασμα από διήγημα του Στρατή Μυριβήλη. Συνδετικός κρίκος; Η φράση "αβαγιανοί και ρίγανη".

Ο Μυριβήλης ήταν αγαπημένος συγγραφέας για το Δημήτρη Λιαντίνη. Τόσο αγαπημένος που την τελευταία νύχτα (31/5/1998 ) πριν την αναχώρησή του, να φροντίσει να αφήσει ένα δικό του βιβλίο στο κομοδίνο του:

απόσπασμα από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (4/6/1998 )

«Tο βιβλίο που είχε στο κομοδίνο του το τελευταίο βράδυ ήταν το «H ζωή εν τάφω» του Mυριβήλη. Tο διάβαζε για τρίτη φορά και όπως συνήθιζε είχε σημειώσει την ημερομηνία σε μια σελίδα μαζί με μια φράση. 31-5-98 «Tην προτεραία της αύριον». Kαι στην τελευταία 31-5-98 «Aύριο είναι η μεγάλη μέρα.

Ξέρουμε πως ο Λιαντίνης είχε πολλούς αγαπημένους συγγραφείς και αμέτρητα βιβλία διαβάσει. Άνθρωπος με πολλά κοινά στοιχεία με το Φάουστ του Γκαίτε, που θα αφήσουμε τον ίδιο να μας τον περιγράψει στις σελίδες της Γκέμμας (σελ 10 )

«Ο δόκτωρ Φάουστ είναι μία ακρότητα ανθρώπου. [...] γέρασε σκυμμένος στις σπουδές και τις μελέτες. Εδιάβασε καράβια τα βιβλία, και αποθήκεψε βουνά τη γνώση.

Ο Φάουστ διόδεψε βήμα το βήμα τους κλασικούς πολιτισμούς. Τις κλασικές γλώσσες τις κατάχτησε στην κορφή και στη ρίζα. Τι Lingua graeca, και τι Lingua latina. Κατάφαγε τα χειρόγραφα των μοναστηριών ως την ώα τους. Και ξεσκόλισε όλα τα παλαιά βιβλία. Από τον Άρατο και τα Φαινόμενα ως τους Πλίνιους και τη Φυσική Ιστορία.

Ο Φάουστ μέσα στις θάλασσες του μυαλού του σέρνει ολάκερη τη νύχτα του Μεσαίωνα. Και όλα τα χρώματα και τις εκρήξεις της Αναγέννησης. Είναι ο παλαιός, και ο νέος. [...]

Ο Φάουστ επικαλέστηκε το πνεύμα της γης. Άνοιξε λογαριασμούς με τις δυνάμεις της φύσης. Εξόρκισε τα δαιμονικά της φαντασίας και ημέρεψε την Κόλαση. Και τότε, κατά τον καιρό και το δίκιο, φανερώθηκε μπροστά του ο διάβολος, που ο Γκαίτε τον εβάφτισε Μεφιστοφελή.

Ο Φάουστ νύχτες και μέρες και χρόνους και εποχές θεράπεψε την επιστήμη και τη σοφία. Φτάνοντας ως τα όρια του νου, ερεύνησε τα φαινόμενα και τα όντα, τις δράσεις του κόσμου, τις πράξεις των ανθρώπων.

Ο Φάουστ το σπουδαστήριό του, εκείνο το στενό και υψίθολο γοτθικό δώμα, τό 'καμε πλανητάριο για τις μακρυνές οράσεις και λαμπορατόριο για τις απειροελάχιστες δομές

Όχι, δεν πρέπει να παρεξηγηθεί αυτή η ομοιότητα και να θεωρηθεί ταύτιση. Σε καμία περίπτωση. Τις διαφορές μπορεί κανείς να τις εντοπίσει εύκολα ανοίγοντας τη Γκέμμα και μελετώντας από το Άγιο Πρωτότυπο ολόκληρη την περιγραφή του Φάουστ. Κι αφού την ολοκληρώσει, να ξαναδιαβάσει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου το αυτοβιογραφικό σημείωμα του Λιαντίνη. Το τόσο δωρικό και ταυτόχρονα σιβυλλικό που σε ελάχιστες λέξεις συγκεντρώνει όσα υπήρξε ο Λιαντίνης.

Τότε θα συνειδητοποιήσει πως τυχαία δε γράφτηκαν για το Φάουστ όλα αυτά στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Ενός βιβλίου που ορίζεται από τον ίδιο το συγγραφέα ως κύκνειο άσμα. Και έχει τίτλο μια λέξη που δεν απαντά στα ελληνικά λεξικά: Γκέμμα.

Και από το φόρουμ HOMA EDUCANDUS παραθέτω το ακόλουθο σχόλιο του μέλους Ηρακλή:

«Το βιβλίο λέγεται Γκέμμα, το αστέρι Γκέμμα, όπως σαφέστατα δηλώνει το εξώφυλλο και εξηγεί εισαγωγικά. Γκέμμα είναι ονομασία λατινική, ακόμη και ο Λιαντίνης λατινικό κείμενο δίνει, παραθέτει ως ερμηνεία. Πριν λοιπόν φτάσει κανείς στο οπισθόφυλλο να κοιτάει με απορία τη φωτογραφία εξ Αιγύπτου, ας αναρωτηθεί πρώτα για τον τίτλο στο εξώφυλλο. Γιατί λατινική ονομασία στο κύκνειο άσμα ενός ελληνοέλληνα; Αντε για... δώστε μου εδώ μια καλή εξήγηση!

Από τις χιλιάδες ελληνικές λέξεις δεν του περίσσεψε μία του Λιαντίνη για το τελευταίο του βιβλίο; Αν απαντήσει αυτό, τότε μπορεί να εξηγήσει και γιατί από τις αμέτρητες (σίγουρα) φωτογραφίες του εντός Ελλάδας καμία δε του άρεσε για το τελευταίο βιογραφικό του.

Στους κολλημένους με τις αιγυπτιομανείς θεωρίες τονίζω πως το αστέρι Γκέμμα έχει και αραβική ονομασία. Αλφέκα. Ο Λιαντίνης όμως προτίμησε το Γκέμμα. Και επιπλέον φρόντισε να διακωμωδήσει τη σημερινή Αίγυπτο στις σελίδες της Γκέμμας που ξέπεσε στους καμηλιέρηδες της Γκίζας από τους Φαραώ και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους. Αν και το σημείο έχει περισσότερο το νόημα της κριτικής για τα χάλια της σημερινής Ελλάδας και η Αίγυπτος χρησιμεύει ως αντίστοιχο παράδειγμα. Κι αλλού πάλι θα αποκαλέσει προχειρολόγους και ημιμαθείς όσους λένε πως και οι αιγύπτιοι έκαναν επιστήμη. "Λάθος. Επιστήμη έκαμαν μόνον οι έλληνες", θα τονίσει ο Λιαντίνης κρατώντας αποστάσεις από τέτοιες αντιλήψεις αντιεπιστημονικές.»

Αποστάσεις θα κρατήσει ο Λιαντίνης και από το Φάουστ. (Γκέμμα, 12 )

«Τύπος του homo universalis, ο Φάουστ έχει άπειρη μέσα του την ορμή για γνώση, και την ορμή για δράση. Από την ίδια τη φύση του ήταν ξένος στο τύπο ανθρώπου της κλασικής Ελλάδας. Εκείνου του ανθρώπου, που τα βασικά του γνωρίσματα ήσαν το μέτρο και η Δίκη. [...]

Γεννημός και πλαστούργηση του πολιτισμού της Ευρώπης, ο Φάουστ στη βάση του είναι ρομαντικός. Μονοσήμαντος, δηλαδή, ακαθόριστος, νύχτιος, ετεροθαλής, φυγόκεντρος, τοξοτά αρειμάνιος, άπειρος. Δεν έχει καθαρές τις γραμμές, το σχήμα, τα όρια, το γάρμπος.

Οι ιστοί και οι σύνδεσμοι του κλασικού έλληνα, που του δίνουν την ισορροπία επάνω στη βάση της σύνθεσης λόγου και θυμικού, μέσα στο Φάουστ είναι συντριμμένοι

Είναι εντελώς αναγκαίο, να κρατήσει αποστάσεις ο Λιαντίνης από το Φάουστ και να διευκρινίσει τις διαφορές. Αλλιώς ο λατινογενής τίτλος του βιβλίου του κινδυνεύει να παρεξηγηθεί από τους αναγνώστες.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τα δύο ποιήματα του Λιαντίνη, τα τόσο όμοια μεταξύ τους, και το απόσπασμα από το Βασίλη τον Αρβανίτη του Στρατή Μυριβήλη; Μεγάλη... Αρκεί κανείς να προσέξει πώς ξεκινούν και τα δύο ποιήματα του Λιαντίνη:

"Στους δρόμους που γκιζέριζα

καθώς Γιουδαίοι κι Ατσίγγανοι"

Κι έπειτα να ανοίξει το Νηφομανή του Δημήτρη Λιαντίνη. Να διαβάσει κι εκεί τις πρώτες σελίδες. Για τον Οδυσσέα που

«σκύβει στο αυτί μας και μας ψιθυρίζει σιγά. Πραγματικός άνθρωπος πάει να ειπεί homo viator και fugitivus errans. Αιώνιος οδοιπόρος, δηλαδή, και περιπλανώμενος φυγάς.

Και στη δεύτερη μεγάλη θάλασσα της ελληνικής περιπέτειας, στην αττική τραγωδία, ο πραγματικός άνθρωπος παρουσιάζεται με τα ίδια σημάδια. Εδώ μάλιστα γίνεται και τυπική προσεπικύρωση του αλήτικου τρόπου με μια σήμανση από την ίδια τη γλώσσα. Ο Οδυσσέας γίνεται Οιδίπους. Οιδίπους, από το οίδημα, που θα ειπεί πρήξιμο, και το πόδι.

Από τον ασταμάτητο δρόμο σε μια στράτα που μετριέται με το χούι των άστρων πρηστήκανε τα πόδια του οδοιπόρου.»

Ίδιος δεν είναι και ο Βασίλης ο Αρβανίτης; Ένα άγαλμα λόγου κι αυτός, που το ξεχωρίζει ο Λιαντίνης και το αναφέρει στα Ελληνικά του (σελ. 90 ) δίπλα στην ομηρική Ελένη αλλά και τη Μαργαρίτα του Γκαίτε. Στο θρόνο όμως - γράφει εκεί ο Λιαντίνης - κάθεται ανάμεσα σε όλα αυτά τα αγάλματα του λόγου, τις νοητικές δηλαδή εποπτείες, ο Οδυσσέας του Ομήρου.

«Ο Οδυσσέας κλείνει με άρτιο τρόπο πολύπλοκο και βαθύ, με αρμονικά αντιθετικό, με σύνθετο, με ρεαλιστικό και ιδεώδη, αλλά κυρίως με τον πιο απλό και τον πιο σοφό τρόπο τον τύπο του ιστορικού ανθρώπου [...] ως τη στιγμή που ο ίδιος θα καταστρέψει τον εαυτό του πάνω στη γης.»

Και ο Βασίλης Αρβανίτης, το ίδιο:

«[...] ο κοσμαγάπητος «Βασίλης ο Αρβανίτης», ο εκτός νόμου και ήθους παλικαράς, ο λεβέντης και κακοποιός, που μέσα του θρασομανάν η ζωή και ο έρωτας, το θάρρος και το θράσος, η αψηφησιά κι ο ηρωισμός. Κατάλοιπο της αρχέγονης ληστρικής ψυχολογίας και αντιφέγγισμα του αρματολισμού, συγκρούεται με την κοινωνία και τελικά αυτοκτονεί [...] »

Ο Βασίλης ο Αρβανίτης*... Ξέρετε δα πως κάποιοι ισχυρίζονται ότι οι Αρβανίτες* είχαν στενή σχέση και με το Σούλι και τους Σουλιώτες. Έτσι τουλάχιστον αναφέρει ένας βέρος Αρβανίτης, ο σημερινός αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Θεόδωρος Πάγκαλος.

Ποιος άλλος είχε σχέση με το Σούλι; Μα ο Δημήτρης Λιαντίνης. Αυτό τουλάχιστον μου είπαν οι συγγενείς του όταν επισκέφθηκα τη Λιαντίνα Λακωνίας. Πως οι ρίζες της οικογένειας είναι από το Σούλι. Ο ίδιος πάντως ο Λιαντίνης (απ' όσο γνωρίζω) πουθενά στο έργο του δεν αναφέρει το παραμικρό για τη σχέση του αυτή με το Σούλι και τους Σουλιώτες. Βέβαια δεν παραλείπει να εκφράσει το θαυμασμό του για το Μπότσαρη και μάλιστα στο κεφάλαιο "Ο Ελληνοέλληνας", στη Γκέμμα (σελ. 121 ) Να είναι άραγε αυτό και μια έμμεση απάντηση σε όσους διατείνονται πως οι Σουλιώτες ήταν Αρβανίτες και βιαστικά προχωρούν πιο πέρα συγχέοντας τους Αρβανίτες με τους Αλβανούς και φτάνοντας να θεωρούν Αλβανούς τους Σουλιώτες;

Πάντως αξίζει να δούμε και μια αναφορά στα Ελληνικά (σελ. 37 ) του Δημήτρη Λιαντίνη για το Μάρκο Μπότσαρη:

«Ούτε πως ο κάθε έλληνας οφείλει να γνωρίζει τι είναι το χαρμπί του Μπότσαρη»..

Χαρμπί; Μα το χαρμπί είναι λέξη τουρκικής προέλευσης σύμφωνα με τα λεξικά. Ενώ ο Μπότσαρης είναι γνωστό ότι συνέγραψε ελληνοαλβανικό λεξικό...

Περίεργα, το λιγότερο, πράγματα... Και βέβαιο συμπέρασμα ουδείς μπορεί να εξάγει με τα στοιχεία αυτά. (Η εξήγηση προσωπικά μου δόθηκε διαβάζοντας το βιβλίο του Σαράντου Καργάκου, για το πώς διαμορφώθηκαν τα αρβανίτικα και ποιοι είναι πραγματικά οι Αρβανίτες.* )

Δεν μπορεί όμως και να παραβλέψει την επιμονή του Λιαντίνη για την καταγωγή του από την περιοχή της Σπάρτης, εμφανή σε όλο το έργο του αλλά και στην επιλογή του να στεφανωθεί το άγαλμα του Λυκούργου δυο μέρες μετά την εξαφάνισή του. Όπως και όσα γραφτήκανε για τον Ταΰγετο.

Ναι, είναι βέβαιο πως ο Δημήτρης Λιαντίνης γεννήθηκε στη σκιά του Ταΰγέτου. Όμως αν έχουν βάση όσα λέγουν οι συγγενείς του, δεν είναι απόγονος των αρχαίων κατοίκων της περιοχής αλλά κάποιων που "γκιζερίζοντας καθώς Γιουδαίοι κι Ατσίγγανοι" έφτασαν στη Λακεδαίμονα προερχόμενοι από το Σούλι και ποιος ξέρει από πού αλλού στο παρελθόν.

Μειώνουν όλα αυτά στο ελάχιστο την ελληνικότητα του Λιαντίνη; Όχι. Έλληνες είναι οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες. Έτσι δεν είναι;

Εξάλλου και οι αρχαίοι Σπαρτιάτες ως Δωριείς δεν ήταν γέννημα θρέμμα της λακωνικής γης, "ταξιδιώτες" ήταν που κατέβηκαν ως εκεί από τα βουνά της Ηπείρου.

Μα, να το πούμε και τούτο. Οι περισσότεροι νεοέλληνες παρόμοια ιστορία δεν έχουμε; Και παρόμοιες καταβολές δεν κουβαλά η οικογένεια του καθενός μας; Δεν έζησε μόνο ο Οδυσσέας την οδύσσεια. Ανάλογες οδύσσειες ιστορούν και οι παππούδες όλων μας σχεδόν. Έτσι και ο Λιαντίνης στη Γκέμμα (σελ. 109 ) δε θα διστάσει να μας πει:

«Οι νεοέλληνες είμαστε γέννημα μπασταρδεμένο και νόθο. Ούτε ίπποι, ούτε όνοι, ούτε όνισσες ούτε φοράδες. Είμαστε μούλοι. Δηλαδή μουλάρια. Και τα μουλάρια δε γεννούν.»

Και ξέρουμε πως αυτή η κατάντια πονούσε βαθιά το Δημήτρη Λιαντίνη. Κι αν για πέντε πράγματα πούμε ότι πολέμησε ένα θα είναι σίγουρα αυτό, να ξαναγίνουν οι νεοέλληνες ελληνοέλληνες. Πώς; Σίγουρα όχι με τα μήνιν άειδε μα με τα συνήθια της Ιλιάδας... (Γκέμμα, 120 )

Έτσι ο ποιητής Δημήτρης Λιαντίνης μετά το γκιζέρισμα (κι εδώ δείτε μια αναφορά στο έθιμο της γκεζεράς, και με τη σημείωση ότι το γκιζερίζω απαντά και ως γκεζερίζω και γκεζερώ, με τούρκικη ρίζα - λεξικό Ι. Σταματάκου, σελ. 897 ) επιδίδεται στο θέρισμα...

Θερίζει ό,τι του έσπειρε (η Ελένη της Σπάρτης; ) και είναι αβαγιανοί και ρίγανη η σοδειά του. Όπως με αβαγιανούς και ρίγανη μοσχοβολά, γράφει ο Μυριβήλης, και ο κόσμος του αρχάγγελου της παλικαριάς, Βασίλη Αρβανίτη.

Στη δεύτερη στροφή, αρκετά διαφοροποιημένη στα δυο ποιήματα του Λιαντίνη, ξεκαθαρίζει το τοπίο του θερισμού. Η θηλυκή παρουσία που υπαινίσσεται (η Ελένη της Σπάρτης στην πρώτη περίπτωση, η Βερενίκη και η κόμη της στη δεύτερη) προσλαμβάνει το επίθετο "βαθύζωνη", λέξη που φτάνει ως προς τη σημασία της ως τον Όμηρο. (Ιλ. Ι 594, Οδυσ. Γ 154 κ.ά.) Να σημειώσουμε επίσης ότι το ίδιο επίθετο, βαθύζωνη, συναντάται και στην Κίχλη του Σεφέρη : μια γυναίκα ἐλικοβλέφαρη βαθύζωνη.

Ποια είναι η Ελένη της Σπάρτης; Ολόκληρο κεφάλαιο της αφιέρωσε ο Λιαντίνης στη Γκέμμα ( 203 ) κι εμείς δεν είναι λίγες οι φορές που μελετήσαμε και αναλύσαμε την Ελένη του Λιαντίνη... Κι εδώ θα βρείτε απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Λιαντίνη για την Ελένη ως νοητική εποπτεία από τον Όμηρο ως τον Ελύτη. Αλλά κι εδώ υπάρχουν σημαντικές πληροφορίες για τα Λουτρά της Ελένης, περιοχή που ο Λιαντίνης διάλεξε να χτίσει εξοχικό για την οικογένειά του. Από κει και η φωτογραφία που έχουμε διαλέξει ως σήμα του blog:



Στην ίδια ανάρτηση του φόρουμ HOMA EDUCANDUS θα βρείτε και ένα απόσπασμα για τον ΑΛΗΤΗ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ. Ένας Αλήτης που φέρνει στο νου μας το "γκιζέριζα" των δυο ποιημάτων. Και είναι ένας "αλήτης Εμπεδοκλής" όπως και η νοητική εποπτεία του πασίγνωστου κεφαλαίου της Γκέμμας: ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ.

Με όλα τούτα ξεχάσαμε τη Βερενίκη και την κόμη της, τίτλο του ποιήματος στις Ώρες των Άστρων. Και είναι η Βερενίκη μια βασίλισσα που ο σύζυγός της άφησε ολομόναχη στο νυφικό κρεβάτι, τραβώντας για τον πόλεμο. Τότε εκείνη αφιέρωσε την πλούσια κόμη της στην Αφροδίτη για να γυρίσει πίσω ο καλός της. Κι έτσι και έκανε σαν ξανάρθε πίσω. Έκοψε τα μαλλιά της και τα πρόσφερε στη θεά. Όμως η κόμη της Βερενίκης εξαφανίστηκε από το ναό και ο μύθος θέλει να έχει τοποθετηθεί από τους θεούς ανάμεσα στ' αστέρια... εκεί που είναι και σήμερα ο ομώνυμος αστερισμός. Όπως και η κορόνα της Αριάδνης, ο Βόρειος Στέφανος, που αστέρι του είναι η Γκέμμα.

Αξίζει ακόμη να τονίσουμε μια ακόμη διαφορά στη δεύτερη στροφή των ποιημάτων. Στη μία περίπτωση, στις Ώρες των άστρων, ο ποιητής γέρνει δίχως το άτι του στα λυμένα μαλλιά της αγαπημένης του. Στην άλλη, στη Γκέμμα, και στην Ελένη της Σπάρτης, ο ποιητής βρίσκεται με το άτι του και γέρνει πάνω στα σπαθιά... Η εικόνα εδώ παραπέμπει στον Έκτορα και την Ανδρομάχη και ας μιλά το ποίημα για Ελένη. Έτσι κι αλλιώς η Ελένη σύμβολο είναι. Και είδωλον... (περισσότερα για τον Έκτορα και την Ανδρομάχη έχουμε δημοσιεύσει παλιότερα στο φόρουμ HOMA EDUCANDUS).

Για όλα τούτα τα στοιχεία που παρουσιάσαμε, τα δύο αυτά ποιήματα του Λιαντίνη αποκτούν ιδιάζουσα σημασία και διακρίνει κανείς ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές τους πως σχετίζονται άμεσα και με τη φιλοσοφία του αλλά και με τη στράτα που ακολούθησε. Την "καταραμένη" του στράτα όπως ο ίδιος την αποκαλούσε...

Ταυτόχρονα η περίπτωση των δύο αυτών ποιημάτων μας αναγκάζει να θυμηθούμε ένα ακόμη ζευγάρι ποιημάτων του, τον Ύμνο στο Δία, εκ των οποίων το ένα δημοσίευσε στο βιβλίο του Πολυχρόνιο και το άλλο το είδαμε στις Ώρες των Άστρων, αποδεικνύοντας πως η διαδικασία αυτή - της δεύτερης γραφής των ποιημάτων (και όχι μόνο) - αποτελούσε προσφιλή διαδικασία για το Δημήτρη Λιαντίνη. Φαίνεται πως για το Λιαντίνη τα κείμενα και τα ποιήματά του δεν ήταν παγωμένες εικόνες μα συνέχιζε να συνομιλεί μαζί τους και να αποτυπώνει εκ νέου τους διαλόγους του μαζί τους. Τη συνήθεια αυτή είχε και ο Στρατής Μυριβήλης, επανεκδίδοντας μάλιστα ολόκληρα βιβλία με αλλαγές...

Κλείνοντας την περιήγησή μας στους Αβαγιανούς και τη ρίγανη, θα καταθέσουμε την απορία μας για την "αλοταριά". Όσο και αν ψάξαμε δεν καταφέραμε τίποτε να βρούμε για τη σημασία της λέξης. Αν κάποιος γνωρίζει, ας μας ενημερώσει σχετικά.

__________

* Για τους Αρβανίτες πλούσιο υλικό υπάρχει στο βιβλίο του Σαράντου Καργάκου "Αλβανοί - Αρβανίτες - Έλληνες. Εκεί και αναφέρεται απόσπασμα από τον Παπαρρηγόπουλο που συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι οι Σουλιώτες ήταν "κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντως Αλβανών", όπως επίσης και οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες.

Αξιοσημείωτη και η παρατήρηση του Καργάκου στη σελίδα 78 για το επώνυμο του ήρωα του Μυριβήλη, του Βασίλη Αρβανίτη - γενικότερη αναφορά για το επώνυμο Αρβανίτης στη σελίδα 68 με ιδιαίτερη επισήμανση στη σχέση της Μάνης με το επώνυμο αυτό.

Ενώ στη σελίδα 74 υπάρχει εκτενής αναφορά στα φιλικά αισθήματα του Παπαδιαμάντη για τους αλβανόφωνους, όπως προκύπτει από τα διηγήματά του. (πχ Στο Χριστό στο κάστρο)

Να πούμε τέλος ότι ο ήρωας του Μυριβήλη, ο Βασίλης ο Αρβανίτης ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Δεν τον έλεγαν Βασίλη, τον έλεγαν όμως Αρβανίτη, Στρατή Αρβανίτη. Εδώ θα βρείτε μαρτυρία της κόρης του Στρατή Αρβανίτη.

Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα