ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το άνθος του γιαλού και το άνθος του Λιαντίνη (χριστουγεννιάτικο και αφιερωμένο στους ελαφροΐσκιωτους)


Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1906)

Φωτογραφία από το ιστολόγιο La Bastia

"Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δυὸ ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, - ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ - ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δυὸ ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς - κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον - νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον.

Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς δυὸ μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον. Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἤ, ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια «λαδικά», ἢ καὶ δυὸ τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήση.

Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς βουλευτάς.

Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; Ἠσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς ἐπέρνα μὲ τὴν βάρκα του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δυὸ χλοερὰ νησάκια, καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύση τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ τοὺς ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάση ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῆ τί εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήση τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος, ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ νυκτερινὸν ὅραμά του, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομήν.

Ἐπῆγαν μίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡμερῶν, κ᾿ ἔμελλε νὰ δύση περὶ τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωμένον, ἐνῷ ὁ πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἤρεμα πρὸς δυσμᾶς κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῆ ὀπίσω τοῦ βουνοῦ. Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ μὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται ὀφθαλμοφανῶς, ὁ μυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναμιν εἰς τὰ κουπιά, «ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον. Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των.

Ὁ Μάνος, μαζὶ μὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας λέξεις:

- Δὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.

- Καὶ τί εἶναι;

- Εἶναι...

Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.

Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡμέρας, καὶ πάλιν δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας μετ᾿ αὐτήν, οἱ δυὸ ναυτίλοι ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδρομήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν μυστηριώδη λάμψιν νὰ χορεύῃ εἰς τὰ κύματα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅραμα ἔφευγε. Καὶ τέλος ἐγίνετο ἄφαντον. Τί ἄρα ἦτο;

Εἷς μόνον γείτων εἶχε παρατηρήσει τὰς ἐπανειλημμένας νυκτερινὰς ἐκδρομὰς τῶν δυὸ φίλων μὲ τὴν βάρκαν. Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας, ἄνθρωπος πενηντάρης, εἶχε διαβάσει πολλὰ παλαιὰ βιβλία μὲ τὰ ὀλίγα κολλυβογράμματα ποὺ ἤξευρε, καὶ εἶχεν ὁμιλήσει μὲ πολλὰς γραίας σοφάς, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ πάλαι. Ἐκάθητο ὅλην τὴν νύκτα, ἀγρυπνῶν, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρόν του, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πότε ἐδιάβαζε τὰ βιβλία του, πότε ἐρρέμβαζε πρὸς τὰ ἄστρα καὶ πρὸς τὰ κύματα. Ἡ καλύβη του, ὅπου ἔρημος καὶ μόνος ἐκατοικοῦσεν, ἔκειτο ὀλίγους βράχους παραπέρα ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Λουλούδως, ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του ὁ Μάνος, ἀνάμεσα εἰς τὸ σπίτι τῆς Βάσως τοῦ Ραγιᾶ καὶ τῆς Γκαβαλογίνας.

Μίαν νύκτα, ὁ Κορωνιὸς καὶ ὁ ἐγγονὸς τῆς Φαφάνας ἡτοιμάζοντο νὰ λύσουν τὴν βάρκαν, καὶ νὰ κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διὰ νὰ κυνηγήσουν τὸ ἀσύλληπτον θήραμά των.

Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας τοὺς εἶδεν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν καλύβην του, φορῶν ἄσπρον σκοῦφον καὶ ράσον μακρύ, ὅπως ἐσυνήθιζε κατ᾿ οἶκον, ἐπήδησε δυὸ τρεῖς βράχους πρὸς τὰ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφθασε παραπάνω ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ δυὸ φίλοι.

- Γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, παιδιά; τοὺς ἐφώναξεν. Εἶναι βραδιὲς τώρα ποὺ τρέχετε ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι, χωρὶς νὰ γιαλεύετε, χωρὶς νὰ πυροφανίζετε - καὶ τὰ ψάρια σας δὲν τὰ εἴδαμε. Μήπως σὰς ὠνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, γιὰ νὰ βρῆτε τίποτα θησαυρό;

Ὁ Μάνος παρεκάλεσε τὸν Κόκοϊαν νὰ κατεβῇ παρακάτω καὶ νὰ ὁμιλῇ σιγανώτερα. Εἶτα δὲν ἐδίστασε νὰ τοῦ διηγηθῆ τὸ ὅραμά του.

Ὁ Λίμπος ἤκουσε μετὰ προσοχῆς. Εἶτα ἐγέλασε:

- Ἀμ᾿ ποὺ νὰ τὰ ξέρετε αὐτὰ ἐσεῖς, οἱ νέοι, εἶπε, σείων σφοδρῶς τὴν κεφαλήν. Τὸν παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σὰν αὐτὸ ποὺ εἶδες, Μάνο, τὰ ἔβλεπαν ὅσοι ἦταν καθαροί, τώρα τὰ βλέπουν μόνο οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι. Ἐγὼ δὲ βλέπω τίποτα!.. Τὸ ἴδιο κι ὁ Γιαλὴς βλέπει αὐτὸ ποῦ λὲς πῶς βλέπεις;

Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη μὲ συστολὴν κατωτέραν της ἡλικίας του νὰ ὁμολογήση, ὅτι δὲν ἔβλεπε τὸ φῶς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου, ὅστις ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει.

Ὁ Κόκοϊας, ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται:

- Ἀκοῦστε νὰ σὰς πῶ, παιδιά. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπετε, ἔφθασα τὴ γριά-Κοεράνω τοῦ Ραγιά, τὴν μαννοὺ αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα τῆς Γκαβαλογίνας, ἀκόμα κι ἄλλες γριές. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά, παλαιικὰ πράματα, καθὼς κι αὐτὸ ποὺ θὰ σὰς πῶ τώρα:

»Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πῶς εἶναι στοιχειωμένο; Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοματίσει γιὰ τὴν ἐμορφιά της, - ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτὴ - μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της τὸν γερό-Θεριὰ (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὅπου ἐκυνηγοῦσε ὅλους τους Δράκους καὶ τὰ Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήση τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθη νὰ τὴν στεφανωθῇ.

»Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα, στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς ἀναστεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ βγῆ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθη ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, νὰ γυρίση ὁ σαστικός της νὰ τὴν στεφανωθῆ.

»Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τὸ ῾βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίση. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτα τοὺς στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος.

Νά, τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!

»Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρες τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Δόξα ἐν ὑφίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο.

Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!

»Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλες τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι, κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλες τους, ἐμπήκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.

- »Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!

»Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ Βασιλόπουλο δὲν ᾖρθε νὰ πάρη τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ Βασιλόπουλο. Τὸ φουσάτο του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν κυριέψει μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ ἀκράτητην ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο τὸν εἶχαν αἰχμαλωτίσει!

»Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάση στὸ θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἀνθὸς τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάση ἐγκαίρως, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξη τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.

»Μερικοὶ λένε, πῶς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινε ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλιωνε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».


Read more: http://ofisofi.blogspot.com/2011/12/blog-post_19.html#ixzz1hRRhUD56

*ΛΟΓΟΜΝΗΜΩΝ: http://logomnimon.wordpress.com



Αυτό ήταν το Άνθος του Γιαλού του κυρ Αλέξανδρου. Κι ακολουθεί το Άνθος του Λιαντίνη.

Μα για να φτάσουμε να δρέψουμε άνθη πρέπει πρώτα να ξεβοτανίσουμε το χωράφι. Έτσι μας δίδαξε ο Δάσκαλος. Πως δεν αρκεί να λέγεις την αλήθεια μα και να πολεμάς το ψέμα.

Στα 1906 έγραψε ο κυρ Αλέξανδρος το Άνθος του Γιαλού, την ιστορία δηλαδή της Λουλούδως και του Βασιλόπουλου που έγινε Σπίθα καταμεσής στο πέλαγος και μόνο οι ελαφροΐσκιωτοι, πάει να πει όσοι έχουν καθαρή καρδιά, τη βλέπουν.

Εκατό χρόνους αργότερα, 2006 δηλαδή, στην Αθήνα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο τάζοντας τους αναγνώστες του πως θα τους αποκαλύψει την αλήθεια του κόσμου όλη για τη ζωή του Λιαντίνη. Το υπέγραφε ένας δημοσιογράφος. Κι όσο παράξενο κι αν φανεί, πολλοί την πατήσαμε και πιστέψαμε πως μπορεί πένα δημοσιογράφου να μας αποκαλύψει την αλήθεια. Τιμωρία μας που ξαστοχήσαμε τους λόγους του δασκάλου για τους δημοσιογράφους...

Ανάμεσα στα υπόλοιπα που αποφάσισε ο δημοσιογράφος αυτός να φέρει στο φως, αποκαλούμενος και ως "ο βιογράφος του Λιαντίνη", ήταν και η ερμηνεία της αφιέρωσης στο πρώτο βιβλίο του Λιαντίνη, στο Έξυπνον Ενύπνιον:

"Ad Lou exvoto"

Ο δημοσιογράφος ξέρει ήδη αυτό που αγνοούσαμε ως και οι μαθητές του Λιαντίνη. Πως η Λου είναι η γυναίκα του Λιαντίνη. Ξέρει, έχει συναντήσει, και την ίδια τη Λου. Που επίσης οι μαθητές του Λιαντίνη μόνο από την τηλεόραση είχαμε δει. Κι όχι ως Λου, έτσι τη φώναζε ο άντρας της - εμείς πού να το ξέρουμε; - Νικολίτσα Γεωργοπούλου, σύζυγος Λιαντίνη, έτσι ακριβώς μας συστήθηκε μέσα από το γυαλί. Όταν χάθηκε ο Λιαντίνης τον Ιούνιο του '98 κι εκείνη έδινε, ήθελε δεν ήθελε, τη μία συνέντευξη μετά την άλλη στα κανάλια και στους περίεργους. Ώσπου, το θυμάμαι αυτό γιατί το είδα ζωντανά στα τελεβίζια, ευγενικά αλλά αποφασιστικά τους έκλεισε την πόρτα.

Έτσι εμείς μείναμε στο Νικολίτσα Γεωργοπούλου, σύζυγος Λιαντίνη όμως ο δημοσιογράφος που έταξε να γίνει βιογράφος του Λιαντίνη δεν το έβαλε κάτω και πήγε και βρήκε την ίδια τη Νικολίτσα. Μπήκε στο σπίτι της, κουβέντιασε μαζί της. Κι έμαθε όσα οι απλοί άνθρωποι αγνοούσαμε και δε μας ενδιέφερε κιόλας εκείνη την εποχή να μάθουμε. Εμείς το Λιαντίνη θαυμάζαμε και το έργο του. Τι δουλειά είχαμε με την οικογένειά του και τη γυναίκα του;

Έμαθε λοιπόν εκείνος ότι ο Λιαντίνης φώναζε τη γυναίκα του Λου αλλά και άκουσε πως οι γνωστοί και οι φίλοι της την έλεγαν Λίτσα. Από το 1998 αυτά. Κι έτσι, όταν στα 2006, οκτώ χρόνους αργότερα, κυκλοφόρησε το βιβλίο του, διαβάσαμε οι αναγνώστες του το ακόλουθο σχόλιο:

"Και ερχόμαστε στη Λου. Ναι, στη Λου. Έτσι αποκαλούσε ο Λιαντίνης τη σύζυγό του. Γιατί όμως Λου; Από το Νικολίτσα, όσο και να το προσπαθήσεις, δεν βγαίνει το Λου. Πας μέχρι το "Λίτσα" κι εκεί σταματάς. Εκτός από το Λιαντίνη, που συνέχισε, όπως θα δούμε."

Δ. Αλικάκος, "Λιαντίνης - Έζησα έρημος και ισχυρός", Αθήνα, 2006, σελ. 189
Ο Δημήτρης Λιαντίνης πράγματι συνέχισε με τη Λου του. Και συνέχισε και τη σχέση που ξεκίνησε μια μέρα του Γενάρη του '72, όντας ήδη συνάδελφος μαζί της σε σχολείο της Γερμανίας, και πηγαίνοντας επίσκεψη σε κάποιο Μουσείο. Τα έχουμε πει και τα έχουμε γράψει αυτά στο παρελθόν και χωρίς να είμαστε δημοσιογράφοι και πολύ περισσότερο χωρίς να το παίζουμε βιογράφοι του Λιαντίνη:


Είναι στα 2008 που γράφω αυτή την ιστορία. Και είναι πλέον πάνω από μήνας που γνωρίζω κι εγώ τη γυναίκα του Λιαντίνη. Δέκα σχεδόν χρόνους από τη μέρα που εκείνος χάθηκε. Κι όχι από περιέργεια. Δική της ήταν η πρόσκληση να γνωριστούμε και δική της η επιθυμία να μου μιλήσει για το Λιαντίνη. Και φυσικά ήταν μεγάλη τιμή για μένα να συναντήσω και να γνωρίσω τη σύντροφο της ζωής του Δασκάλου μου. Τον άνθρωπο που έζησε δίπλα του σχεδόν τρεις δεκαετίες και μάλιστα εκείνες που ταυτίζονται με την περίοδο που έγραψε τα βιβλία του.

Από τότε και μέχρι σήμερα διατηρούμε μια ζεστή φιλική σχέση και είναι αμέτρητες οι ώρες που την έχω ακούσει να μου μιλάει για το Δάσκαλο και να μου αποκαλύπτει όσα ούτε οι δημοσιογράφοι δεν μπόρεσαν να ξετρυπώσουν. Επιθυμία της να τα γράψω κάποτε και σε βιβλίο. Με τιμά η γνώμη της, πως μπορώ να γράψω τέτοιο βιβλίο, με τρομάζει όμως (ακόμη) μια τέτοια ευθύνη. Μένω λοιπόν και επιμένω να γράφω στο διαδίκτυο. Μια μέση λύση. Αφενός να φτάσουν σε κάθε ενδιαφερόμενο που θέλει να μελετήσει τη ζωή του Λιαντίνη κι αφετέρου να αφήσουμε το χρόνο να ωριμάσει τη γνώση εκείνη που δίνει το δικαίωμα σε κάποιον να γίνει συγγραφέας. Και μάλιστα για τη ζωή ενός ποιητή... Την ασύλληπτη αυτή υπόθεση, που λέει και ο Λιαντίνης:

«Είναι ασύλληπτη υπόθεση η βιογραφία του αληθινού ποιητή. Η μοναξιά και η πίκρα του έχει εφτά δέρματα, λέει ο ξένος. Και ο δικός μας έγραψε πως ο ποιητής, αν είναι να δημιουργήσει έργο, οφείλει να σπαταλήσει τη ζωή του ως την ίνα και ως τη ρανίδα. Θυσία στον ήλιο τον κοσμήτορα, και στο χάος το τέρας είναι η ζωή του ποιητή. Και διαθήκη που θα την υπογράψει με το αίμα του. Όπως ο Φάουστ με το σκούφο του σοφού υπόγραψε με το διάβολο τον κατσικοπόδαρο.»

Δ. Λιαντίνης, "Τα Ελληνικά" (σελ 84)

Στα χρόνια που γράφω για το Λιαντίνη ήταν πολλές οι φορές που θυμήθηκα αυτά του τα λόγια. Γιατί και ο Λιαντίνης είναι ποιητής. Όχι μόνο γιατί μας άφησε και ποιήματα αλλά με την ίδια έννοια που μας δίδαξε ότι και ο Παπαδιαμάντης ποιητής ήταν και μάλιστα μεγάλος:

"Διαιρώ τους ποιητές μας σε τρία επίπεδα. {...}

1. Η πρώτη ... είναι η δημοτική μας ποίηση.

2. Η δεύτερη ... είναι ο Σολωμός, ο Καβάφης, και ο Παπαδιαμάντης.

3. Η τρίτη ... είναι ο Κάλβος, ο Μακρυγιάννης, ο Μυριβήλης, ο Βάρναλης, ο Σεφέρης, ο Παλαμάς, ο Καζαντζάκης, ο Ελύτης.

Αυτές είναι οι τρεις φάσεις της ακτινοβολίας στη δημιουργία της νέας Ελλάδας.

4. Και υπάρχει και η τέταρτη φάση... Αυτοί είναι οι τεχνίτες του λόγου και οι εργάτες της επιστήμης.{...}

Δ. Λιαντίνης, τα Ελληνικά (σελ. 92)

Μπορεί ακόμη όποιος πολύ ενδιαφέρεται να ρίξει κι εδώ μια ματιά. Τι έλεγε ο Λιαντίνης για τον Παπαδιαμάντη. Πως "ζωγραφίζει το αόρατο. Κινηματογραφεί τον άνεμο. Βάζει τη σιωπή και χορεύει. Και φανερώνει στα αλλόκοτα μάτια μας ορατή την κίνηση του νεαρού δέντρου, πώς μεγαλώνει." Και ακόμη πως "Ο Παπαδιαμάντης μιλά για τον άνθρωπο, ακόμη κι όταν φαίνεται πως δε μιλά για τον άνθρωπο." Αξίζει ακόμη να διαβάσετε και αυτό, όπου εκτός από τη γνώμη του για τον Παπαδιαμάντη θα βρείτε αναφορά και στο Άνθος του Γιαλού:

Kαι τέσσερα επίπεδα βρίσκω να δίνουν την άγια ζωή του Παπαδιαμάντη. Ξεκινούν από τα χαμηλά και τα βάθη, και ανεβαίνουν σκαλί-σκαλί ως το άπειρο.

Το πρώτο είναι η πνευματική του χειρωναξία. Να δουλεύει, δηλαδή, στις εφημερίδες και να μεταφράζει ζεμένος στο ζυγό της ανάγκης για τον ολίγο τίμιο επιούσιο. Εκατό δραχμές το μήνα θα σου δίνω, του είπε ο αρχισυντάκτης, όταν τον προσλάβανε. Όχι! Οι ογδόντα μου αρκούν, αποκρίθηκε ο αγαθός σκιαθίτης.

Το δεύτερο, πιο ψηλά, είναι το κρασάκι και το σιγαρέττο του. Το’πινε γουλιά-γουλιά σαν το φάρμακο του Ιπποκράτη. Και το κάπνιζε αμίλητος, ενώ ο καπνός ανέβαινε δαχτυλιδάκια στον αγέρα. Για να ζαλίζεται, γαλήνιος και μελαγχολικός, και να ξεχνάει τα βάσανα του κόσμου.

Το τρίτο, ακόμη πιο ψηλά, είναι όταν έμπαινε στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου τους εσπερινούς και τις γιορτάδες και κρατούσε τον Ορθό και τον Πλάγιο. Παραδίνοταν στο αθώο γήτεμα της μουσικής. Και μεταμόρφωνε τον εαυτό του σε ψαλτήριο και σε κιθάρα. Και στα άλλα μουσικά όργανα για τους έλεγους και τους αίνους. Ήταν ο τρόπος του να ενώνει το ρυθμό μέσα του με την αρμονία των ουρανών, και με τα δρομαία εμβατήρια των άστρων.

Και το τελευταίο μετερίζι στα ψηλά πια, όπου δεν υπάρχουν κορυφές αλλά μόνο ύψη, ήταν οι ώρες της δημιουργίας.

Το άνθος του γιαλού, Το αστεράκι, Ο γείτονας με το λαγούτο, Ο έρωτας στα χιόνια. Και πιο μακριά απ’όλα, το καταχυτό κορμάκι της Μοσχούλας στα δεκαπέντε της χρόνια. Το πήρε στα χέρια του πάνω στα κύματα, και κράτησε στην αγκαλιά το ξυπνητό όνειρο της ζωής του. Ένα έξυπνον ενύπνιον.

Με το διήγημά του Όνειρο στο κύμα από ολόκληρο το γένος των ανδρών μόνο ο Παπαδιαμάντης έφτασε ν’αγκαλιάσει πάνω στα κύματα το σώμα της Αφροδίτης. Ολόκληρο, κινητικό, μυροβόλο, κάθυγρο. Και ασπαίροντας ανεκλάλητα μέσα στη φρικτή γοητεία της απουσίας.

Δ. Λιαντίνης, επίλογος του επίμετρου των Ελληνικών, σελ. 229 - 231

Κοίτα τώρα και δες και μόνος σου. Γιατί είναι ασύλληπτη υπόθεση η βιογραφία του αληθινού ποιητή. Δες πως ο Λιαντίνης καταστερίζει πρώτο το Άνθος του γιαλού ανάμεσα στις κορυφαίες δημιουργίες του Παπαδιαμάντη και την ίδια ώρα αναστρέφει το λόγο του στο έξυπνον ενύπνιον. Και για όσους αποξεχάστηκαν διαβάζοντας να σημειώσω και πάλι ότι "Έξυπνον ενύπνιον" λέγεται και το πρώτο βιβλίο του Λιαντίνη, αυτό που αφιέρωσε "Ad Lou exvoto" προκαλώντας στους επίδοξους βιογράφους του ερωτηματικά πώς από το Νικολίτσα έφτασε στο Λου αλλά και κωμικές ερμηνείες σαν και τούτη:

"Όλες οι μαρτυρίες οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: ότι ο Λιαντίνης στο πρόσωπο της δικής του Λου είδε τη γυναίκα που όφειλε να θυσιαστεί για να δημιουργήσει ο ίδιος. Επιπλέον ήθελε η σύντροφός του να βρίσκει σημείο επαφής με το δαιδαλώδη εσωτερικό του κόσμο. Γι' αυτό έγινε η "Λου του", παραλλαγμένη φυσικά, προσαρμοσμένη στα δικά του θέλω. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο του βιβλίο, τη διδακτορική του διατριβή για τον Ρίλκε, το αφιερώνει σ' εκείνη: ad Lou ex voto.

Δ. Αλικάκος, "Λιαντίνης - Έζησα έρημος και ισχυρός", ό.π., σελ. 199 - 200
Τυχαίο; Σίγουρα δεν ήταν τυχαίο. Μόνο που ο δημοσιογράφος δεν είναι σε θέση να εντοπίσει το βάθος αυτής της αφιέρωσης. Ούτε να τη συνδέσει καν με ένα ακόμη τροχιοδεικτικό του Λιαντίνη στον πρόλογο του ίδιου βιβλίου, του Έξυπνου Ενύπνιου:

«… ένα κάστρο
που να το πολεμάς
σαράντα χρόνους και να πας
να γίνεις ήρωας και άστρο

Αλαγονία
29 Δεκέμβρη 1977»

Δημήτρης Λιαντίνης

Συγκρίνετε τώρα αυτούς τους στίχους με το διήγημα του Παπαδιαμάντη, τους στίχους του Σεφέρη. (Μην παραλείψετε ακόμη και την αναφορά στο Σκιαθίτη για "το σεφέρι" που κίνησε το Βασιλόπουλο.) Στίχους που ο Δημήτρης Λιαντίνης θα επαναλάβει το Μάη του 1998, στην τελευταία του διδασκαλία στο Μαράσλειο. Λίγες μόλις μέρες πριν χαθεί. Και γίνει ήρωας και άστρο...

Κι άλλο τόσο να συγκρίνεται το "Λου" με το ακόλουθο γράμμα του Λιαντίνη στη γυναίκα του, τη Λου του, που εδώ την αποκαλεί "Λουλούδω". Και σύντμηση της Λουλούδως είναι και το Λου:



Δια χειρός Λιαντίνη. Γράμμα χειρόγραφο δημοσιευμένο και στο περιοδικό Γυναίκα από το 1999 - συνοδεύοντας συνέντευξη της Νικολίτσας Λιαντίνη και την οποία συνέντευξη επικαλείται πολλάκις στα σχόλια του βιβλίου του ο δημοσιογράφος Δ. Αλικάκος (σελ. 373 - 374) Αδύνατον λοιπόν να μην πρόσεξε ότι ο Λιαντίνης προσφωνεί τη γυναίκα του ως Λουλούδω. Αυτό τουλάχιστον όφειλε και μπορούσε να το προσέξει, από πού βγαίνει το "Λου". Αν και ως βιογράφος του Λιαντίνη ήταν υποχρεωμένος να έχει φτάσει και στη Λουλούδω του Παπαδιαμάντη. Πρώτος εκείνος και όχι εμείς οι αναγνώστες.

Και να συνδέσει όχι μόνο το όνομα των γυναικών μα και την ουσία του μύθου. Του Βασιλόπουλου που έφυγε για τον πόλεμο. Όμοια με το παλικάρι που αναφέρεται στο Εδώ Μεσολόγγι της Γκέμμας, σελ. 144. Που άρματα του δώσαν για τον πόλεμο και πόλεμο δε βρήκε πίσω γύρισε. Μα έσκυψε να πιει νερό στο Γκιούλ Μπαξέ και σφαίρα τόνε βρήκε και τον λάβωσε... Είναι ο ίδιος ο Λιαντίνης που μιλάει για βασιλόπουλα και πολέμους, όχι η δική μας φαντασία. Κι ο Λιαντίνης που δένει το Έξυπνον Ενύπνιον με τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Κι άλλο τόσο με τους στίχους του Σεφέρη που μιλάνε για ήρωες που έγιναν άστρα, όπως το Βασιλόπουλο του Παπαδιαμάντη έγινε Σπίθα μεσοπέλαγα. Μια νύχτα σαν και τούτη που μόλις ξημέρωσε, μια νύχτα Χριστουγέννων. Προσπαθώντας να κρατήσει τον όρκο του στην αγαπημένη του, στη Λουλούδω.

Πολύ την κατηγόρησε εκείνος ο δημοσιογράφος τη Λουλούδω. Τη Λουλούδω του Λιαντίνη. Τρελή πήγε να την εβγάλει τη γυναίκα που έμεινε στο ακρογιάλι να καρτερεί το Βασιλόπουλο. Τρελούς κι εμάς που βλέπαμε τη Σπίθα στο βάθος του πελάγου. Αυτήν που εκείνος δεν μπορούσε να δει. Ε, τι να κάνουμε. Δεν είναι όλοι ελαφροΐσκιωτοι σε τούτο τον κόσμο...

Εμείς πάντως, που μια τέτοια νύχτα χριστουγεννιάτικη όπως όλοι οι ελαφροΐσκιωτοι του κόσμου ξενυχτήσαμε, άλλοι για να δουν το άστρο των μάγων κι εμείς μελετώντας τα δικά μας άστρα, στέλνουμε την αγάπη μας και τις ευχές μας στη Λουλούδω του Λιαντίνη.

Και της αφιερώνουμε από καρδιάς το Άνθος του γιαλού που μοίρα* καλή μας έστειλε τη χτεσινή μέρα να ξαναδιαβάσουμε και να προσέξουμε το όνομα της κορασιάς. Την άλλη Λουλούδω...

_________________

Σχόλια...
  • * Μοίρα που ακούει στο όνομα Σοφία, φίλη και συναδέλφισσα εδώ στα βορειοδυτικά, και που ανέβασε το διήγημα λίγες μέρες πριν στο ιστολόγιό της. Μπουναμάς χριστουγεννιάτικος. Και για να λέμε την αλήθεια ολόκληρη και όχι να παριστάνουμε πως γνωρίζουμε τα πάντα και τους ειδήμονες. Ειδεμή, αν όλα τα γνωρίζαμε και τα κατείχαμε, θα είχαμε γράψει και το βιβλίο.
  • Σχετική με το άρθρο η ανάρτηση στο φόρουμ: Γείραν τ' απόσκια γείρανε, Λελούδα μ' στην αυλή σου. Από την ανάρτηση αυτή και το χειρόγραφο σημείωμα του Λιαντίνη που ακολουθεί:

Τη μέρα της γιορτής της, του Αγίου Νικολάου, ο Λιαντίνης χαρίζει στην αγαπημένη που σε λίγες βδομάδες θα γίνει και επίσημα σύντροφος της ζωής του, το Φαίδρο του Πλάτωνα. Εκεί και σημειώνει την παραπάνω αφιέρωση. Στη Λου του. Το Φαίδρο που στη Γκέμμα, το κύκνειο άσμα του, θα τον χαρακτηρίσει ως το ωραιότερο ερωτικό ποίημα. Ο ίδιος όμως είχε προλάβει μήνες νωρίτερα να της αφήσει κι ένα δικό του ποίημα:

ΕΚΤΟΡΕΙΟΣ ΣΤΑΣΙΣ


Masturbabantur phrygii post ostia servi hectoreo quotiens sederat uxor equo
Martialis

Στη Λου μου
10 Μαΐου 1972

Τις νύχτες κλαίει η Ανδρομάχη
μες στο παλάτι μόνη
τις νύχτες με τ' αηδόνι
κι είν' η σιωπή μεγάλη μάχη.

Τη μέρα λάμπει σα λουλούδι
το δόρυ του συντρόφου
που στου δικού του κόρφου
ζαρώνει η πόλη σαν το ζούδι.

Απόμειναν στην άσπιλη την κλίνη
τα μάτια τα γραμμένα
αγνάντια στυλωμένα
απόμεινε μια λύπη μες στη μνήμη.

Ανθίζει εξαίσιο της αγάπης
το δέντρο μες στην απουσία
στην πυργωμένη Τροία
ο θάνατος το όνομά του γράφει.

Δημήτρης Λιαντίνης


10 Μαΐου 1972. Μόλις 4 μήνες γιόρταζε εκείνη τη μέρα η σχέση τους. Κι όχι σαράντα χρόνους που αναφέρει το ποίημα του Σεφέρη στο Έξυπνο Ενύπνιο. Κι όποιος έχει μάτια βλέπει ότι από τότε ακόμη ο Λιαντίνης έχτιζε τη σχέση τους στο μοτίβο που άφησε στο Μικρό Κριτή της Γκέμμας, πως ο έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις... Αλλά πώς! Εδώ σε θέλω.

Κι εδώ είναι που απαντά το Άνθος του γιαλού του Παπαδιαμάντη. Και για το Βασιλόπουλο και για τη Λουλούδω του. Και όποιος έχει μάτια, το ματαλέω, βλέπει. Μόνο που χρειάζεται να είναι ή ελαφροΐσκιωτος ή καθαρός. Οι άλλοι ας μην μπούνε καν στον κόπο...

Γενέθλιον Δημήτρη Λιαντίνη και επιτέλους ένα μεγάλο βήμα στη διάδοση της φιλοσοφίας του: Μεταφράζεται η Γκέμμα στα Γερμανικά!


Από τη μέρα που η νέα κατάσταση πραγμάτων χτύπησε την πόρτα της χώρας μας είναι πολλοί εκείνοι που τον μνημονεύουν, ακόμη και αν δεν τον έχουν μελετήσει. Γιατί κακά τα ψέματα, αυτά που τώρα ζούμε, ο εφιάλτης, προαναγγέλθηκε έγκαιρα από το Δημήτρη Λιαντίνη.



Σήμερα, μέρα γενέθλια του μεγάλου νεοέλληνα στοχαστή, η θύμηση γίνεται ακόμη πιο πικρή. Σαν σήμερα, ανάμεσα στην 22α Ιουλίου και την 23η, στα 1942, είδε το φως ο τρίτος γιος της οικογένειας Θεόδωρου και Πολυτίμης Νικολακάκου. Μαζί με το δίδυμό του, το Στέφανο.

Ξεκίνησε την πορεία του ως Δημήτριος Νικολακάκος και τελείωσε το δημοτικό και το εξατάξιο γυμνάσιο στα πατρικά του χώματα, στη Λακωνία.

Στα 1960 μεταβαίνει στην Αθήνα και φοιτά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πριν ακόμη αποφοιτήσει κατατάσσεται στο στρατό και αμέσως μετά την απόλυσή του εργάζεται ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, στους Μολάους Λακωνίας.

Λίγο αργότερα φεύγει για τη Γερμανία. Εργάζεται και παράλληλα σπουδάζει και μελετά.

Επιστρέφει στα 1972 και την Πρωτοχρονιά της επόμενης χρονιάς δένει τη ζωή του με τη Νικολίτσα Γεωργοπούλου.

Είναι η περίοδος που θα αρχίσει και το συγγραφικό του έργο. Με πρώτο βιβλίο την διατριβή του στις ελεγείες του Ρίλκε. Το διδακτορικό του θα το πάρει το 1978 και πολύ σύντομα θα ακολουθήσει το Χάσμα Σεισμού, το βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών, καθώς και η μετάφραση του Ecce Homo του Νίτσε. Ο Δημήτριος Νικολακάκος είναι πλέον και επίσημα Δημήτριος Νικολακάκος - Λιαντίνης.

Στα 1982 βάζει μπροστά το Νηφομανή. Για το Σεφέρη.

Και την ίδια χρονιά, σε μια άκρια της ελληνικής γης, στην ίδια που υπηρέτησε ως αξιωματικός ο Δημήτρης Λιαντίνης, στη Θράκη, γεννιέται ένα μωράκι. Το όνομά του Νικόλαος.

Λίγα χρόνια αργότερα ο μικρός Νικολάκης φεύγει για τη Γερμανία. Εκεί τελειώνει το δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο. Στα 2000. Που ο Λιαντίνης έχει πια φύγει. Από τον Ιούνη του 1998.

Πώς αυτό το παιδί, το μεγαλωμένο στην ξενιτιά, κατάφερε να γνωρίσει τη φιλοσοφία του Λιαντίνη, δε γνωρίζω. Αν και οι πανεπιστημιακές σπουδές του συνάδουν απόλυτα με τη συνάντηση αυτή και αιτιολογούν το θαυμασμό που ένιωσε διαβάζοντας το πρώτο του έργο. Τη Γκέμμα.

Ο νεαρός Νικόλας σπούδασε γερμανική φιλοσοφία και φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Στουτγκάρδης και έκανε διπλωματική με θέμα τη λυρική ποίηση του Νίτσε.

Παράλληλα φροντίζει να μάθει εκείνες τις γλώσσες που θα του ανοίξουν διάπλατους τους δρόμους της μελέτης: Νέα και αρχαία ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, λατινικά και εβραϊκά. Ενώ μιλάει τα γερμανικά ως μητρική του γλώσσα.

Βρήκε επίσης το χρόνο να ασχοληθεί ιδιαίτερα με την αγγλική, τη γαλλική και ρώσικη λογοτεχνία. Αλλά και με τη λογοτεχνία του μεσαίωνα, του διαφωτισμού, κλασικισμού και ρομαντισμού.

Και παράλληλα με θέρμη μελέτησε και τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους, με πρώτους τους προσωκρατικούς.

Πώς να μη φτάσει ένας τέτοιος νέος και στο Λιαντίνη; Το αντίθετο θα ήταν το παράδοξο...

Ο νεαρός αυτός έλληνας λοιπόν, που πρόσφατα τελείωσε και τη διατριβή του, επάνω σε κείμενα των G.E. Lessing, Jean Paul, Canetti και του μεσαίωνα, τον περασμένο Απρίλη ένιωσε πια έτοιμος να κάνει το μεγάλο βήμα. Να βάλει μπρος το μεγάλο του όνειρο. Ένα όνειρο ετών. Που όμως έδειξε τη δέουσα υπομονή για να το υλοποιήσει. Αλλά και το σεβασμό...

Γιατί το όνειρό του ήταν η μετάφραση της Γκέμμας στα γερμανικά. Του κειμένου που ο ίδιος θεωρεί ως ένα από τα εντυπωσιακότερα κείμενα ελληνικής φιλοσοφίας - λογοτεχνίας και που πιστεύει ως πολύ σημαντικό να τεθεί υπόψη και στο γερμανόφωνο κοινό.

Σχέδιο πραγματικά φιλόδοξο. Για όσους τουλάχιστον έχουμε μελετήσει τη Γκέμμα. Μα ο νέος έλληνας επιστήμονας που ζει και εργάζεται στο πανεπιστήμιο της Στουτγκάρδης είναι και ο πλέον κατάλληλος να το φέρει σε πέρας.

Σήμερα, μέρα μνήμης του Δασκάλου, η κ. Νικολίτσα Λιαντίνη που όλο αυτό το διάστημα συνεργάζεται στενά με τον Νικόλαο, μας ζήτησε να το ανακοινώσουμε και δημόσια. Ως δώρο γενεθλίων και έμπρακτη απόδοση τιμής στο Δημήτρη Λιαντίνη.

Και μας ενημέρωσε πως ήδη είναι έτοιμα τα τέσσερα πρώτα κεφάλαια.

Το ευτύχημα είναι πως και η κ. Λιαντίνη γνωρίζει απταίστως τη γερμανική και θα μπορέσει να συνδράμει το τιτάνιο έργο της μετάφρασης του τόσο δύσκολου κειμένου της Γκέμμας.

Ιδιαιτέρως θετικό είναι επίσης που η πρώτη μετάφραση έργου του Λιαντίνη γίνεται στην αγαπημένη του γλώσσα, τη γερμανική. Και γίνεται από έλληνα.

Η χαρά μας είναι τεράστια και δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε όσα ο Δάσκαλος σημειώνει στα ελληνικά του για την αναγνώριση του έργου του αληθινού ποιητή. Κι ας είναι αυτό ένα πρώτο βήμα... Ένα μεγάλο όμως βήμα, γιατί η αρχή είναι το ήμισυ του παντός.

Στέλνουμε για τούτο πολλές ευχαριστίες προς τον κ. Νικόλαο Καρατσιόρα και του ευχόμαστε δύναμη και κουράγιο για να φέρει σε πέρας το έργο του. Έργο ζωής. Και που θα ξαναπούμε ότι μόνο κάποιος με τα δικά του προσόντα θα μπορούσε να αναλάβει.

Ελπίζουμε πως η είδηση θα δώσει την ίδια χαρά σε όλους όσους αγαπούν τη φιλοσοφία του Δημήτρη Λιαντίνη και ποιος ξέρει; Ίσως εμπνεύσει και άλλους λαμπρούς νέους για ανάλογες προσπάθειες. Δε θα πω όνομα, μα έχω κάποιον συγκεκριμένα στο νου μου...

Βλέπετε, παρά τα θλιβερά πρώτα χρόνια που ο Λιαντίνης έπεσε στα χέρια των αδαών, ήρθε επιτέλους η ώρα να προσελκύσει και τους ειδικούς. Και είναι η πλέον κατάλληλη στιγμή. Η στιγμή που όσα προλέγει στη Γκέμμα έχουν απλωθεί όχι μόνο πάνω από την Ελλάδα μα και από την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο.

Να ακουστεί επιτέλους η φωνή του και εκτός συνόρων. Για να αφυπνίσει και δείξει το δρόμο.

Σήμερα, στα γενέθλιά του, τι το καλύτερο δώρο θα μπορούσε να υπάρξει; Και ποια άλλη τιμή μεγαλύτερη στη μνήμη του; Και έμπρακτη! Γιατί εν αρχή ην η πράξις! όπως μας δίδαξε.

Και χαιρόμαστε. Που ακόμη και τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να τον γνωρίσουν από κοντά αυτό εισπράττουν μελετώντας τον. Την έμπρακτη στήριξη της διάδοσης της φιλοσοφίας του.

Λιαντίνης who is who

Να γράψεις και να ξαναγράψεις για το Δημήτρη Λιαντίνη και πάλι σε τέλος δε φτάνεις.

Κι αν ο τίτλος της ανάρτησης είναι who is who, αφορά μόνο το ακόλουθο ντοκουμέντο από το ομώνυμο έντυπο του 1992. Και με ένα λιτό βιογραφικό του που συνέταξε ο ίδιος ο Λιαντίνης. Από τη στιγμή λοιπόν που δεν περισσεύουν τα βιογραφικά του, έχει νόημα να το δημοσιεύσουμε. Και να δούμε πώς παρουσίαζε ο ίδιος τον εαυτό του:



Τις χρονολογίες των βιβλίων μη βιαστείτε να τις θεωρήσετε ως έκδοσης. Αντιστοιχούν μερικές και σε χρόνο που γράφτηκε το έργο.

Εμείς από το βιογραφικό αυτό κρατάμε κατά σειρά τα ακόλουθα:

1. Το όνομα του πατέρα του σε χαϊδευτική μορφή: Θοδωράκη. Σε επίσημα έγγραφα το πατρώνυμο αναφέρεται ως Θεόδωρος.

2. Για μια ακόμη φορά, όπως και σε όλα τα άλλα βιογραφικά του που έχουμε διαβάσει, αναφέρει ως τόπο γέννησης την Πολοβίτσα και όχι τη Λιαντίνα. Λες και το κάνει επίτηδες για να μη συνδυαστεί ο τόπος καταγωγής με το επώνυμο που είχε διαλέξει και προσθέσει στο πραγματικό του, το Νικολακάκος. Κι εδώ προσέχουμε ότι το Νικολακάκος δεν το αναφέρει καθόλου. Όμως...

4. Όμως το όνομα συζύγου είναι Νικολίτσα Νικολακάκου. Ούτε το πατρικό της αναφέρει, ούτε το Λιαντίνη που και στο δικό της επώνυμο είχε προστεθεί. Έχει μία εξήγηση τούτο το γεγονός. Αφορά όμως μια προσωπική επιστολή του Λιαντίνη που πρόσφατα μου τέθηκε υπόψη και δε θα ήθελα να αναφέρω δημόσια τι περιλαμβάνει... Ίσως όμως ο προσεκτικός αναγνώστης να το καταλάβει διαβάζοντας το όνομα και το επώνυμο συζύγου, όπως τα αναφέρει ο Λιαντίνης.

5. Μέλος του σωματείου Οδύσσεια, για την προαιρετική καύση των νεκρών. Έχει προηγηθεί άρθρο του σε εφημερίδα για το ίδιο θέμα, την καύση των νεκρών.

6. Ενδιαφέροντα χειμερινό σκι! και κηπευτική. Για τους κήπους γνωρίζαμε. Για το σκι όμως, αν και είχαμε δημοσιεύσει σχετική φωτογραφία:



δεν ξέραμε ότι το είχε σε τόση εκτίμηση. Βέβαια στο ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ (σελ. 156 ) υπάρχει μια αναφορά: "παρότι χιονοδρόμος στα πρώτα του νιάτα", μα το 1992 ο Λιαντίνης δεν ήταν στα πρώτα του νιάτα. Ήταν ακριβώς 50 ετών. Η αγάπη όμως για το σκι παρέμενε.

___________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τόσο το ντοκουμέντο από το Who is Who, όσο και η φωτογραφία (από το Μπόροβιτς της Βουλγαρίας) μας έχουν παραχωρηθεί από την κ. Νικολίτσα Λιαντίνη.

Το αίνιγμα του Λιαντίνη και οι συκοφαντίες για οπαδούς του εξαφανισμένου Λιαντίνη


Την 1η Ιουνίου 1998, ημέρα Δευτέρα, ο Δημήτρης Λιαντίνης εξαφανίζεται από το οικογενειακό και πανεπιστημιακό του περιβάλλον.

Από την πρώτη στιγμή η γυναίκα του δήλωσε πως εγνώριζε ότι ο άντρας της επρόκειτο να κάνει κάτι τέτοιο. Όχι όμως και τον ακριβή χρόνο.

Πώς όμως εγνώριζε; Ο Λιαντίνης, και έχουμε πλέον αρκετά ντοκουμέντα, συνήθιζε να μοιράζεται μαζί της τα σχέδιά του. Άλλοτε μιλώντας της, άλλοτε μέσα από προσωπικές επιστολές και άλλοτε αφήνοντας επίτηδες θα έλεγε κανείς σχετικές σημειώσεις σε σημεία που εκείνη θα μπορούσε να βρει και να διαβάσει.

Μία από αυτές, ίσως και η σημαντικότερη, είναι το προσχέδιο του γράμματος που άφησε στην κόρη του όταν εξαφανίστηκε.

Η χειρόγραφη αυτή επιστολή μας εστάλη καιρό πριν από την κ. Λιαντίνη. Με δικαίωμα δημοσίευσης αλλά με την παράκληση να επισημάνουμε ότι απαγορεύεται αυστηρά η χρήση του ντοκουμέντου χωρίς τη γραπτή της άδεια.









(Κάνοντας κλικ στα έγγραφα, μπορείτε να τα διαβάσετε σε μεγαλύτερη προβολή.)

Το χειρόγραφο αυτό υπήρχε όπως μας ανέφερε η κ. Λιαντίνη στο συρτάρι του άντρα της έως και το Σάββατο, 30 Μαΐου 1998.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του χειρογράφου είναι τα εμφανή ίχνη φωτιάς. Θέλησε ο Λιαντίνης να το κάψει και το μετάνιωσε;

Αξίζει πάντως να το μελετήσει κανείς προσεκτικά, να προσέξει ποια στοιχεία πρόσθεσε ο Λιαντίνης εκ των υστέρων, αλλά και να το αντιπαραβάλει με το τελικό γράμμα που άφησε φεύγοντας και που έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία. (Σχετική ανάρτηση εδώ)

Από την επιστολή της κ. Λιαντίνη, που συνόδευε την αποστολή του χειρογράφου, παραθέτουμε τα εξής προς διευκόλυνση της μελέτης του:

«[...]Όπως θα δείτε στην επιστολή αυτή επέφερε αλλαγές και κάποια στιγμή πριν φύγει την αντέγραψε και άφησε το γνωστό τελικό κείμενο. Πάνω αριστερά θα παρατηρήσετε ότι έβαλε φωτιά να την κάψει, όμως ή το μετάνιωσε ή θέλησε με την παρουσία του καψίματος να στείλει κάποιο μήνυμα. Το γεγονός είναι όμως ότι μου την άφησε μαζί με τα υπόλοιπα σημειώματα.

Οι αλλαγές που έχει επιφέρει είναι οι εξής:

α) Έχει προσθέσει τις φράσεις «Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους και Η λύπη μου γι’ αυτό το έγκλημα με σκοτώνει».

β) Το σημαντικό όμως είναι ότι το όνομα του ξαδέρφου το πρόσθεσε τελευταία στιγμή. Το κείμενο του γράμματος μέχρι το Σάββατο 30.5.1998 (το ήλεγχα σχεδόν σε καθημερινή βάση) έλεγε: «Αγάπησα πολύ πολλούς ανθρώπους αλλά περισσότερο δύο. Το φίλο μου Αντώνη Δανασσή και τον αδερφοποιτό μου Δημήτρη Τρομπούκη». Όπως βλέπετε το σβήνει και για να τον χωρέσει το αλλάζει και με μικρότερα γράμματα γράφει: “Αγάπησα πολλούς ανθρώπους αλλά περισσότερο τρεις». Και προσθέτει στη συνέχεια με μικρά γράμματα για να χωρέσει το κείμενο το όνομα του ξαδέρφου. [...]

γ) Στην πίσω σελίδα του γράμματος, όπως βλέπετε προσθέτει τη γνωστή παράγραφο με το «σπίτι του». Επίσης στο γράμμα αυτό υπάρχει τόπος (Κηφισιά), όχι όμως χρόνος, ενώ στο γράμμα το τελευταίο δεν υπάρχει ούτε τόπος ούτε χρόνος.

Αυτό για μένα έχει βαρύνουσα σημασία. Ο Λιαντίνης και στο βιβλίο που διάβαζε έγραφε τόπο και χρόνο, πόσο μάλιστα σε γράμμα και δη στο συγκεκριμένο. [...]»

Διαβάζοντας και το χειρόγραφο αυτό, ο καθένας προβληματίζεται γιατί η γυναίκα του δεν έκανε κάτι να τον σταματήσει. Γιατί δεν κατάλαβε ότι ο Λιαντίνης επρόκειτο τόσο σύντομα να πραγματοποιήσει όσα αναφέρει η επιστολή.

Εξήγηση υπάρχει. Και κλείνεται σε μια φράση: Ο Λιαντίνης ήταν ποιητής.

Είκοσι έξι χρόνια δίπλα του ήξερε πως ο σύντροφός της δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος. Είχε το δικό του ιδιαίτερο τρόπο να εκφράζεται και να ενεργεί.

Επιπλέον λάβαινε υπόψη και όσα άλλα της είχε πει ή της είχε γράψει. Ιδιαίτερα μάλιστα μια επιστολή που της είχε στείλει την προηγούμενη χρονιά, την περίοδο που εκείνη δίδασκε σε γερμανικό πανεπιστήμιο. (Σχετική ανάρτηση στο blog θα βρείτε εδώ: Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ και εδώ ΤΟ ΠΥΡ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ και στο official site του Δημήτρη Λιαντίνη μπορείτε να δείτε το αυθεντικό χειρόγραφο της επιστολής. )

Στις 20 λοιπόν Γενάρη 1997, ο Λιαντίνης γράφει στη γυναίκα του πως θα τον κάψει σε 17 χρόνια. Κι όχι σε 17 μήνες...

Ήταν ένα στρατήγημα του Λιαντίνη αυτό; Να διαβεβαιώνει τη γυναίκα του πως μετά από 17 χρόνια θα τον κάψει, όπως και στο τελευταίο γράμμα ζητά να τον κάψουν, και όπως και σε άρθρο του στις εφημερίδες παλιότερα εκθείαζε την καύση των νεκρών, και στην πραγματικότητα άλλα να σχεδιάζει;

Παρόμοια, θα θυμίσουμε εδώ, ο Δημήτρης Λιαντίνης έγραψε ακόμη και την 1η Ιουνίου 1998, μέρα που εξαφανίστηκε, σε δυο αγαπημένους μαθητές και φίλους του, το ζεύγος Κεκέ, να στεφανώσουν το άγαλμα του Λυκούργου στη Σπάρτη, την Τετάρτη 3 Ιουνίου 1998, στις 7 το απόγευμα, και να φροντίσουν να παραμείνει εκεί το στεφάνι για δυο μέρες, μέχρι να γυρίσει!!! (δείτε εδώ το χειρόγραφο αυτής της επιστολής του Λιαντίνη)

Όλα αυτά τα ντοκουμέντα αφήνουν τον καθένα να σκεφτεί πως ο Λιαντίνης δεν έγραφε και επομένως και δεν έλεγε τι και πώς πρόκειται να κάνει. Και προφανώς είχε τους λόγους του...

Ίσως αυτό που αποκομίζει ο αναγνώστης της Γκέμμας όταν φτάνει στον επίλογο του κεφαλαίου ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ. Εκεί που αναγράφεται η φράση: ΑΙΝΙΓΜΑ ΚΑΙ ΔΩΡΟ.

Ταυτόχρονα όμως ο προσεκτικός μελετητής του Λιαντίνη αντιλαμβάνεται πως η ουσία δε βρίσκεται στην εξιχνίαση του αινίγματος αλλά στο έργο που άφησε από οργή για τους αιώνες που δε θα υπάρχει.

Στο ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ της Γκέμμας αξίζει να προσέξουμε την αναφορά όχι μόνο στον Εμπεδοκλή, όπως κατά κόρον έγινε στο παρελθόν με αποτέλεσμα κάποιοι να αναζητούν κρατήρες ηφαιστείων στον Ταΰγετο, μα και στις άλλες νοητικές εποπτείες που εκεί αναφέρονται. Η μία είναι ο Οιδίποδας. Που ως γνωστόν πέθανε χωρίς κανείς ποτέ να μάθει πώς... Μια άλλη είναι ο αντι - Αλέξανδρος. Κι εδώ οφείλει ο αναγνώστης να προσέξει ιδιαίτερα τη φράση: (σελ. 144 )

"Έδεσε με το δικό του σπαθί το γόρδιο δεσμό στον κύκλο του. Έτσι, που κανείς να μη μπορεί να τον λύσει. Έγινε ένας μικρός αντι - Αλέξανδρος. Και πια η φυλλάδα τραγουδεί την ιστορία του ολάκερη."

Γιατί λοιπόν τα κάνει όλα αυτά; Για να βάλει τους ανθρώπους να ψάχνουν πώς πέθανε ο Λιαντίνης; Αυτά είναι ανοησίες και γραφικότητες. Το δικό μου συμπέρασμα μετά από χρόνια μελέτης κατατείνει στην άποψη πως ο Λιαντίνης θέλησε με τον τρόπο αυτό να απομακρύνει τους ανόητους από τη φιλοσοφία του και τη μελέτη του έργου του. Όπως φρόντιζε να απομακρύνει και από την αίθουσα που δίδασκε όσους δεν μπορούσαν να τον παρακολουθήσουν... Τους πέταγε ένα ερώτημα:

- Τους πηδούσε τους μαθητές του ο Σωκράτης, ή όχι; (δες Γκέμμα, σελ. 63)

αυτοί αναψοκοκκίνιζαν και πετάγονταν έξω από την αίθουσα κουβαλώντας το φριχτό αίνιγμα...

Έτσι και τώρα. Βλέπουμε ανθρώπους που αδυνατούν να κατανοήσουν τη φιλοσοφία του Λιαντίνη να έχουν εγκλωβιστεί στο αίνιγμα "πέθανε ή ζει ο Λιαντίνης" και να αφήνουν στην άκρη το έργο του. Για κείνους τους λίγους που έχουν προσέξει ότι φιλοσοφία δεν είναι να μελετάς το θάνατο του άλλου μα να στοχάζεσαι πάνω στο δικό σου θάνατο.

http://educandus.forumotion.com/OE-AEIAE-OEEIOIOEA-h5.htm

Εγώ τουλάχιστον έτσι αποχαιρέτησα το Δάσκαλο όταν πήγα να γνωρίσω το Σήμα του στις Κεχρεές. Με τη φράση ΑΙΝΙΓΜΑ ΚΑΙ ΔΩΡΟ.

Έχω πειστεί πλέον ότι ο Λιαντίνης έκανε τα αδύνατα δυνατά για να μείνει το αίνιγμα που δημιούργησε, άλυτο. Εννοώ με τη μέθοδο των θετικών επιστημών. Που ως γνωστόν η μέθοδος αυτή δεν κατάφερε ούτε χρόνο θανάτου ούτε και αιτία να εντοπίσει για τον σκελετό που εκεί αναπαύεται. Ναι, η ταυτοποίηση με την εξέταση του DNA και σχετικές οδοντιατρικές γνωματεύσεις, βεβαίωσαν ότι ο σκελετός ανήκει στο Λιαντίνη.

Όμως και ο ίδιος ο ιατροδικαστής αναγκάστηκε να δηλώσει πως έχει την αίσθηση ότι "δεν πρέπει να μιλάμε για αυτοκτονία στην περίπτωση του Λιαντίνη."

Εμείς πάλι, μελετώντας όλα τα σχετικά δεδομένα, από τις αντιφάσεις εκείνου του ταξιτζή που λέει ότι τον ανέβασε στον Ταΰγετο με άλλα όμως ενδύματα από εκείνα που βρέθηκαν στη σπηλιά, έως και πολλά άλλα που τέθηκαν υπόψη μας αλλά δεν έχουμε δικαίωμα να δημοσιεύσουμε, δεν μπορούμε να κοροϊδεύουμε ούτε τους εαυτούς μας ούτε τους αναγνώστες μας παριστάνοντας πως ξέρουμε με βεβαιότητα τι απέγινε ο Λιαντίνης.

Κρατάμε όλες τις δηλώσεις που έγιναν. Της μητέρας του, του εξαδέλφου του που αργότερα αποκάλυψε πού βρίσκεται ο σκελετός, τις ανακοινώσεις στον τύπο για την ταυτοποίηση του νεκρού, αλλά και τις απορίες που έχει εκφράσει δημόσια η σύζυγός του. Τις θέτουμε όλες στο μικροσκόπιο της δικής του μεθόδου, της μεθόδου των θετικών επιστημών, και καταλήγουμε να παραδεχθούμε πως το αίνιγμα παραμένει άλυτο. Όπως ακριβώς προέβλεψε ο ίδιος στη Γκέμμα.

Αυτού του αινίγματος είμαστε "οπαδοί". Κι όχι του "εξαφανισμένου Λιαντίνη" όπως εξοργισμένος χτες μας κατηγόρησε ο πρώην ιδιοκτήτης του domain liantinis.gr. Φτάνοντας να μας αποκαλεί μισότρελους. Και μη μπορώντας να αποδεχθεί την απόφαση των αρχών να του αφαιρέσουν το liantinis.gr και να να το παραχωρήσουν στην κ. Νικολίτσα Γεωργοπούλου - Λιαντίνη.

Η οργή του εναντίον μας έχει μεγάλη προϊστορία. Τώρα εκτινάχθηκε στα ύψη γιατί αυτό εδώ το blog να περιλαμβάνεται στους συνδέσμους του official site του Δημήτρη Λιαντίνη. Προσπαθεί λοιπόν να μας συκοφαντήσει πως ασπαστήκαμε την άποψη του εξαφανισμένου Λιαντίνη, όπως αυτός την αποκαλεί και έτσι χαρακτηρίζει και το blog μας και την ομάδα που δημιουργήσαμε στο face book.

Τέτοια άποψη για εξαφανισμένο Λιαντίνη κυκλοφορεί μόνο στο δικό του εγκέφαλο. Γιατί αδυνατεί να καταλάβει τι σημαίνει το αίνιγμα και δώρο του Λιαντίνη. Κι εκεί που ο Λιαντίνης λέγει πως κανείς δε θα το λύσει, εκείνος αντιπαραθέτει τη δική του θεωρία πως το έλυσε... Καθώς μάλιστα τη θεωρία του βιάστηκε να την τυπώσει και σε βιβλίο, αγωνίζεται να βγάλει τρελούς όσους διαφωνούμε μαζί του. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να αναφέρει στο διαδίκτυο ακόμη και το περιεχόμενο προσωπικής τηλεφωνικής μας συνομιλίας με τον αδερφό του Λιαντίνη, σκόπιμα παραποιημένο, ώστε να στηρίξει το κατηγορητήριο εναντίον μας.

Κατόπιν τούτου υποχρεώθηκα να επικοινωνήσω τηλεφωνικά με τον κ. Γεώργιο Νικολακάκο, αδερφό του Λιαντίνη, ο οποίος και δήλωσε άγνοια για την ανάρτηση τέτοιων κατηγοριών. Δείγμα πως πέραν όλων των άλλων υπήρξε πρόθεση να δημιουργηθεί παρεξήγηση ανάμεσα σε μας και στον κ. Νικολακάκο.

Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Και στο παρελθόν ο ίδιος άνθρωπος χρησιμοποίησε το διαδίκτυο για να σπείρει δαιμόνια και να φέρει σε σύγκρουση ανθρώπους που γνώριζαν το Λιαντίνη. Είναι ακριβώς η ανάποδη τακτική από τη δική μας. Εμείς ακολουθούμε το δύσκολο δρόμο να κρατάμε επικοινωνία με όλους όσους γνώριζαν το Δάσκαλό μας. Πρώτα και κύρια από σεβασμό στη μνήμη του. Και δεύτερον και εξίσου σημαντικό για να έχουμε ενημέρωση πολύπλευρη.

Αυτό το δρόμο και θα ακολουθήσουμε. Παρά τις επιθέσεις που δεχόμαστε.

Εξάλλου κατανοούμε πως προέρχονται από την άδικη οργή που προκάλεσε στον άνθρωπο αυτό η απόφαση των αρχών να του αφαιρέσουν το domain liantinis.gr. Του φταίει το γομάρι, που λέει ο λαός μας, και χτυπάει το σαμάρι.

Εμάς μας αρκεί που επιτέλους το liantinis.gr πέρασε στα χέρια εκείνων που ο Λιαντίνης άφησε εκπροσώπους του.

Τι λέει τώρα κάποιος που δε γνώρισε ποτέ από κοντά το Δημήτρη Λιαντίνη, μας αφήνει παγερά αδιάφορους.

Προτιμούμε να ασχολούμαστε με τον ίδιο το Λιαντίνη και με το δώρο που μας άφησε. Το δώρο που είναι αναπόσταστα δεμένο με το αίνιγμά του. Γιατί μόνο έτσι έχει νόημα αυτό το δώρο. Στηριγμένο στην αρχή της Απροσδιοριστίας που αποτελεί το θεμέλιο λίθο του φιλοσοφικού στοχασμού του Λιαντίνη.

Και επιμένοντας να θεωρούμε ως φιλοσοφία το στοχασμό πάνω στο δικό μας θάνατο και όχι να εγκλωβιζόμαστε σε τακτικές που προσιδιάζουν σε ντεντέκτιβς και ρεπόρτερς.

Επιπλέον θυμίζουμε ότι και η οικογένεια του Δημήτρη Λιαντίνη παρέλαβε το σκελετό από τις αρχές και τον ενταφίασε στις Κεχρεές Κορινθίας, κατασκευάζοντας Σήμα που αναφέρει ότι ανήκει στο Δημήτρη Λιαντίνη. Είναι λοιπόν εκ του πονηρού και τελείως ψευδές να αποδίδονται τόσο στην οικογένεια του Δημήτρη Λιαντίνη όσο και σε μας που συνεργαζόμαστε μαζί της πως ασπαζόμαστε την άποψη του εξαφανισμένου Λιαντίνη.

Εκεί που σταματά το βιογραφικό στο official site του Δημήτρη Λιαντίνη


Όση η χαρά που λάβαμε εμείς για τη δημιουργία του official site του Δημήτρη Λιαντίνη, τόση και η δυσαρέσκεια που εκδήλωσαν εκείνοι που κατείχαν έως πρόσφατα το domain. Με αναρτήσεις στο νέο χώρο που μετακόμισαν δε δίστασαν να επιτεθούν για μια ακόμη φορά στη σύζυγο του Λιαντίνη, και νυν διαχειρίστρια του liantinis.gr, κ. Νικολίτσα Γεωργοπούλου - Λιαντίνη.

Τη δυσαρέσκειά τους την είχαν εκφράσει και προκαταβολικά, από τον περασμένο Δεκέμβριο. Ευθύς ως ανακοινώθηκε η απόφαση του αρμόδιου εφετείου σύμφωνα με την οποία επικυρώθηκε η διαγραφή του χώρου από το δικό τους λογαριασμό. Διέδιδαν μάλιστα πως η κ. Λιαντίνη το μόνο που επιθυμεί είναι η διαγραφή του liantinis.gr και όχι να πάρει η ίδια το χώρο για να ανοίξει official site. Η ύπαρξη πλέον του liantinis.gr αποτελεί και την πιο κατηγορηματική διάψευση.

Αντί όμως να ζητήσουν συγνώμη για όσα διέδιδαν, να παραδεχθούν πως έσφαλαν έστω, προχώρησαν σε επίθεση κατά της κ. Λιαντίνη. Με αφορμή το βιογραφικό του Δημήτρη Λιαντίνη όπως αυτό δημοσιεύεται στο liantinis.gr.

Εμείς εδώ δεν έχουμε την πρόθεση να ασχολούμαστε με το τι λέγει ο κάθε πικραμένος του διαδικτύου. Ο χώρος αφορά το Δημήτρη Λιαντίνη και μόνο με εκείνον θα ασχολούνται και οι αναρτήσεις μας. Οφείλουμε όμως να απαντήσουμε σε όσα ψευδώς διαδίδονται τόσο για το Λιαντίνη όσο και για το liantinis.gr, καθώς το blog μας περιλαμβάνεται στους συνδέσμους αυτού του χώρου.

Και περιλαμβάνεται κατόπιν επιθυμίας της κ. Λιαντίνη, ώστε να υπάρχει άμεση ενημέρωση μέσω του blog σε ότι αφορά και το Λιαντίνη και το site.

Τι ακριβώς αναφέρει το βιογραφικό στο liantinis.gr, μπορείτε να το διαβάσετε κάνοντας κλικ στο σύνδεσμο που δώσαμε προηγουμένως. Τόσο στα ελληνικά όσο και στα γερμανικά, γλώσσα που σπούδασε ο Δημήτρης Λιαντίνης, όπως βεβαίως και στα αγγλικά.

Είναι ένα δωρικό βιογραφικό, πιστό στο ύφος που κι εκείνος συνέθεσε το αυτοβιογραφικό του στο οπισθόφυλλο της Γκέμμας. Δίνει όμως με απόλυτη σαφήνεια το ακριβές περίγραμμα της ζωής του Δημήτρη Λιαντίνη. Και σταματά στο σημείο το ίδιο που και εκείνος επέλεξε να φύγει. Να εξαφανιστεί από την οικογένειά του και το επιστημονικό του περιβάλλον. Την 1η Ιουνίου 1998.

Προσπαθεί έτσι να αποκρύψει τι ακολούθησε; Όχι, βέβαια!

Σταματά εκεί ακριβώς που ο Λιαντίνης διάλεξε να γράψει ΤΕΛΟΣ.


Να μας αποχαιρετήσει. Τους φίλους του. Τους συναδέλφους του. Τους μαθητές του. Τη μάνα και τα αδέρφια του. Την κόρη του. Και τη γυναίκα του το ίδιο πρωινό που έφυγε.

Η βιογραφία του δεν μπορούσε στο official site να σταματά αλλού για έναν άνθρωπο όπως ο Λιαντίνης. Αν τουλάχιστον καταλαβαίνουμε ελληνικά και τι σημαίνει βίος.

Και αν καταλαβαίνουμε και το ΤΕΛΟΣ. Με τη διπλή του σημασία... Όπως ο Λιαντίνης το όρισε.

Καταλαβαίνουμε όμως;

Αλλά και για όσους δεν καταλαβαίνουν. Τι έπρεπε να γραφτεί στη συνέχεια; Τι ξέρουμε για τη συνέχεια; Τίποτα. Υπάρχει βεβαίως η μαρτυρία κάποιου ταξιτζή. Που λέει ότι τον ανέβασε ως το καταφύγιο. Μόνο που όλοι ξέρουμε πια ότι ο ταξιτζής αυτός είδε έναν Λιαντίνη με άλλα ρούχα και άλλα παπούτσια από εκείνα που βρέθηκαν στη "σπηλιά". Είπε άραγε την αλήθεια ο ταξιτζής; Είδε πραγματικά το Λιαντίνη;

Αυτά θέλαμε να γράψει το official site; Αυτά μπορούμε να τα γράφουμε όλοι οι άλλοι και να ακούμε και τα εξ αμάξης γιατί τολμήσαμε να ασχοληθούμε με το πουκάμισο του Λιαντίνη. Από τους ίδιους μάλιστα που πρωτοδημοσίευσαν το πουκάμισο του Λιαντίνη. Ξέρουμε τελικά τι θέλουμε;

Ή μήπως θα έπρεπε στη βιογραφία να γραφτεί η εύρεση του σκελετού; Μήπως να δημοσιευτεί και φωτογραφία με τα οστά; Ενός ανθρώπου που στο κύκνειο άσμα του άφησε ξεκάθαρη την επιθυμία το νεκρό να μην τον ιδεί ανθρώπου μάτι;

Τη Γκέμμα, παρακαλώ. Να την ανοίξετε στη σελίδα 152. Και να διαβάσετε τι λέγει ο ίδιος ο Λιαντίνης.

"Την ώρα που θα ζήσει ο άνθρωπος την απόλυτα προσωπική βίωση του θανάτου του, μας λένε, θα είναι απόλυτα μόνος, και θα αφανίσει το σώμα του σε άφαντο τόπο.

Το σώμα του νεκρού δε θα το ιδεί ανθρώπου μάτι. (1)

Γιατί ο θάνατος δεν είναι τσερεμόνια, και χυδαία περιέργεια, και ανακουφιστική χαιρεκακία."

(1) σελ. 262 Ο γνήσια στοχαζόμενος αποστρέφεται όχι μόνο την τελετή της ταφής του, αλλά και την ιδέα του νεκρού του σώματος. Αφ' ης θα νοήσει, τον συνοδεύει η έγνοια του πώς θα γίνει τρόπος, όταν πεθάνει να εξαφανισθεί το γρηγορότερο το άψυχο κουφάρι του. Αυτός ο προάγγελος της επερχόμενης σήψης και της ανυπόφορης δυσωδίας, που ετοιμάζει τη μεγάλη γιορτή στους σκουλήκους.

Μόνο λοιπόν όποιος δεν έχει διαβάσει Λιαντίνη, ή αν τον διάβασε δεν κατάλαβε γρυ, θα μπορούσε να διαμαρτύρεται γιατί εκεί σταμάτησε το βιογραφικό. Και να προβάλει τη χυδαία του περιέργεια ως κόλαφο προς την κ. Λιαντίνη. Δίχως να αντιλαμβάνεται πως αυτόματα αυτοεξευτελίζεται ο ίδιος σε όσους έχουν μελετήσει έστω και το κύκνειο άσμα του Λιαντίνη.

Ούτε λέξη παρακάτω δεν μπορούσε να πάει το βιογραφικό. Θα ήταν ύβρις και βεβήλωση σε όσα ο Λιαντίνης πρέσβευε.

Ούτε καν στο Σήμα του. Που η δική μας περιέργεια πήγε και φωτογράφισε...

Για να υπηρετεί με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο το φιλοσοφικό του στοχασμό και να εναρμονίζεται με το χώρο που δημοσιεύεται. Στο χώρο που φέρει το όνομά του.

Από κει και πέρα. Από κει που σταματά το βιογραφικό...

Ο επισκέπτης του liantinis.gr μπορεί, αν ενδιαφέρεται για το Λιαντίνη, να βρει τη συνέχεια.

Εκείνη που έγραψε η σύζυγος του Λιαντίνη. Στο προλόγισμα του βιβλίου ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ. Και που αρχίζει ακριβώς από κει που σταματά το βιογραφικό. Κάτι που ουδόλως πρόσεξαν όσοι βιάστηκαν να την λιθοβολήσουν στο διαδίκτυο:

ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ

Πριν οκτώ χρόνους έφυγε ο άνδρας μου Δημήτρης Λιαντίνης. Ήταν η πρώτη Ιουνίου 1998 όταν εξαφανίστηκε από το σπίτι μας και το επαγγελματικό πανεπιστημιακό του περιβάλλον. Και όχι απρόσμενα και απροσδόκητα. Το μόνο που δεν γνώριζα ήταν η μέρα και η ώρα. (η συνέχεια εδώ)

Ιδού λοιπόν η συνέχεια. Δημοσιευμένη με τον πλέον επίσημο τρόπο. Και από το 2006.

Δε θα μπορούσε η κ. Λιαντίνη το προλόγισμα αυτό να το παραθέσει και στο site;

Θα μπορούσε. Δικός της είναι ο χώρος και εκείνη αποφασίζει. Γιατί, και ας μην το ξεχνάμε, έτσι θέλησε ο ίδιος ο Λιαντίνης. Να αφήσει την κόρη του και τη γυναίκα του κληρονόμους.

Επιθυμία της όμως ήταν να μην προβληθεί η ίδια μέσα από το χώρο αυτό στο ελάχιστο. Μόνο ο Λιαντίνης. Και συρρίκνωσε 26 χρόνια κοινής ζωής μαζί του μέσα σε δυο γραμμές. Ούτε καν αναφορά στο παιδί τους δεν έκανε. Γιατί το μελετητή ενός ποιητή και φιλοσόφου δεν ενδιαφέρουν οι βιολογικοί του απόγονοι μα τα πνευματικά του δημιουργήματα. Κι ας θυμηθούμε εδώ τι αναφέρει και ο ίδιος ο Λιαντίνης στο Homo Educandus, σελ. 106, για τους απογόνους...

Κι αντί αυτή η σεμνή στάση να επαινεθεί, που συνάδει απόλυτα με το πνεύμα του φιλοσοφικού στοχασμού του Λιαντίνη, βρέθηκαν άνθρωποι να αρπάξουν τα ρόπαλα και να της κάνουν μια ακόμη επίθεση στο διαδίκτυο. Το περίμεναν πώς και πώς από το Δεκέμβριο, όπως οι ίδιοι έγραφαν, να διαβάσουν τις δικές της απόψεις για το Λιαντίνη! Και ήταν μεγάλη η απογοήτευση που τους έδωσε όταν όσο και αν έψαξαν στο liantinis.gr τέτοιες απόψεις δε βρήκαν.

Βρήκαν μόνο μετρημένες απόψεις συγγραφέων, λογοτεχνών, φιλολολόγων. Μεταξύ αυτών και του διακεκριμένου φιλολόγου κ. Πέτρου Βλαχάκου, πρώτου εξαδέλφου του Δημήτρη Λιαντίνη. Ανθρώπων που οι περισσότεροι γνώριζαν και τον ίδιο το Λιαντίνη αλλά και το έργο του σε βάθος.

Προβλέφθηκε επίσης χώρος ειδικός για Αναμονές και Προσθήματα. Ώστε εκεί μελλοντικά να προστεθεί και άλλο υλικό.

Κι ακόμη. Όπως ήδη αναφέραμε παραπάνω. Στους συνδέσμους δόθηκε και το δικό μας blog. Ώστε οι επισκέπτες του site να ενημερώνονται και από τις δικές μας αναρτήσεις, τόσο για τη ζωή του όσο και για το έργο του.

Και παρότι ο χώρος μας σήμερα μόλις συμπληρώνει ένα μήνα ζωής στο διαδίκτυο, έχει ήδη πλούσιο υλικό. Πάνω από 80 αναρτήσεις και τρεις ειδικές σελίδες αφιερωμένες στη ζωή του Λιαντίνη. Μένουν βέβαια να συμπληρωθούν οι σελίδες αυτές. Όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν και οι διάφοροι ανώνυμοι του διαδικτύου σταματήσουν να μας ανακρίνουν...

http://educandus.forumotion.com/forum-f11/topic-t1739.htm

Το ερώτημά τους αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο για το βιογραφικό. Ήταν και αν ζει ή πέθανε ο Λιαντίνης... Κι έφτασαν μάλιστα να μας πιέζουν να τους απαντήσουμε όχι μόνο τι πιστεύουμε εμείς μα και τι πιστεύει και η κ. Λιαντίνη. Λες και εμείς έχουμε εξουσιοδοτηθεί να μιλάμε στο διαδίκτυο αντ' αυτής. Φυσικά και όχι. Τέτοιο ρόλο δεν έχουμε.

Και όποιος πολύ ενδιαφέρεται να μάθει τη γνώμη της κ. Λιαντίνη ή θα πρέπει να ρωτήσει την ίδια ή να συμβουλευτεί τι έχει δηλώσει δημόσια για το ζήτημα. Όταν πια βρέθηκε ο σκελετός και οι αρχές της παρέδωσαν το σχετικό πόρισμα. Μία και μοναδική της δήλωση βρήκαμε δημοσιευμένη από τότε, στο περιοδικό ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (2006) και στο δημοσιογράφο κ. Παντελή Μαραβέλια, και σας την παραθέτουμε:




Από όσο γνωρίζουμε αυτή ως σήμερα είναι η θέση της κ. Λιαντίνη. Θέση που εκφράζει κι εμάς απόλυτα. Κι όχι γιατί είναι η θέση της κ. Λιαντίνη μα διότι στα ίδια συμπεράσματα έχουμε καταλήξει. Έστω και αν δεν μπορούμε να γνωρίζουμε όσα εκείνη.

Ο Λιαντίνης δεν είναι μια χούφτα οστά. Είναι το πρόσωπο της αγωνίας και της αρετής. Αυτό το πρόσωπο το γνώριμο σε όσους τον τύχαμε Δάσκαλο.

Τα media θέλησαν μια άλλη εικόνα του Λιαντίνη να παρουσιάσουν. Όμως ο ίδιος ο Λιαντίνης δεν έτρεφε καμία εκτίμηση και για τα media και για τους δημοσιογράφους:

Τρεις είναι σήμερα οι πληγές που πεθαίνουν την Ελλάδα, όπως η πανούκλα εσάρωνε τη Θήβα στην εποχή του ανίδεου Οιδίποδα. Οι πολιτικοί, οι δάσκαλοι, και οι δημοσιογράφοι με όλα τα ιδιωτικά Media. Πρόκειται για τρεις ορδές συφοράς, που είναι να παλουκώνεις τη μία και να πατταλεύεις την άλλη. Οι δάσκαλοι βέβαια είναι περισσότερο θύματα, παρά θύτες. Γιατί επί γενεές τώρα έχουν γίνει τα ακούσια όργανα μιας πονηρής θρησκευτικής και πολιτικής οδηγίας, που καταστάθηκε παράδοση, και δεν αλλάζει με τίποτα πια.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Γκέμμα, σελ. 260

Δάσκαλοι όντας και εμείς, κρατούμε με ιδιαίτερη προσοχή αυτό το λόγο του. Και όταν εξετάζουμε τη βιογραφία του. Να μην πέσουμε κι εμείς θύματα καμίας πονηρής οδηγίας. Απ' όπου και αν προέρχεται.

Το ίδιο συμβουλεύουμε να κάνει και όποιος άλλος ενδιαφέρεται για το Λιαντίνη. Κι αν φτωχικό το βρίσκει το βιογραφικό στο official site, να αρματώσει το δικό του καράβι και να ανοιχτεί στη θάλασσα αναζητώντας την Ιθάκη. Και με τον Οδυσσέα - Λιαντίνη σύντροφο.

Αυτό δηλαδή που αναγκάζει και το βιογραφικό που συνέταξε η κ. Λιαντίνη. Αφήνοντας τον αναγνώστη να γράψει μόνος του τη συνέχεια. Η πλέον ενδεδειγμένη λύση για τη ζωή ενός ανθρώπου που θέλησε να αφήσει πίσω του ένα αίνιγμα και δώρο.

Και τι αίνιγμα θα ήταν αν ο κάθε περαστικός έβρισκε εκεί, από την πρώτη σελίδα του σάιτ, έτοιμη και την απάντηση;

Αίνιγμα που υπογραμμίζει θεαματικά η φωτογραφία του Λιαντίνη στην αρχική σελίδα. Υπογραφή, λες, του υπότιτλου του site...

Ρωτήστε εμάς, τους μαθητές του, αν και ο ίδιος ο Λιαντίνης καταδεχόταν έτοιμη να μας προσφέρει την απάντηση ακόμη και σε εύκολα ερωτήματα. Όχι, τίμιε αναγνώστη. Αδιάβαστους μας έστελνε να τη βρούμε μόνοι μας. Εφαρμόζοντας πιστά την παιδαγωγική του θεωρία για τη μάστιγα του Ταϋγέτου.

Αφήνουμε σε εκείνους που δεν τον γνώρισαν να αναζητούν το Λιαντίνη στις πέτρες του Ταϋγέτου. Και τα μήνιν άειδε. Και κρατάμε τα συνήθεια του Λιαντίνη.

Αυτά που ορίζουν τη φιλοσοφία ως μελέτη του δικού μας θανάτου και όχι του θανάτου του άλλου. Ας είναι και ο Λιαντίνης...

Πώς, ρωτώ, για στερνή φορά, το βιογραφικό στο official site, για όλους αυτούς τους λόγους, θα μπορούσε να πάει έστω και λέξη παρακάτω;

Και μία λέξη αν είχε ακόμη, θα ήταν ύβρις για το Δημήτρη Λιαντίνη.

Η φωτογραφία του Λιαντίνη και η λάθος λεζάντα

Την παρακάτω φωτογραφία του Δημήτρη Λιαντίνη:


την έχουμε ήδη δει δημοσιευμένη εδώ και καιρό. Πρώτα σε διάφορα φόρα του διαδικτύου και αργότερα και σε έντυπα. Κι έχουμε δει και μια λεζάντα να τη συνοδεύει:


Στο Μόναχο για σπουδές.
"Στερούμαι το ψωμάκι για ν' αγοράσω βιβλία."


Τώρα μαθαίνουμε πως η συγκεκριμένη φωτογραφία ούτε από το Μόναχο είναι, ούτε και ο Λιαντίνης την εποχή που την έβγαλε είχε πρόβλημα επιβίωσης. Εντάξει, αυτά συμβαίνουν... Σιγά και τι έγινε... Μπερδεύτηκε εκείνος που έγραψε τη λεζάντα και συνέδεσε τη φωτογραφία με λάθος εποχή. Ναι, θα μπορούσε να είναι και έτσι. Αλλά μπορεί και όχι.

Πρώτον. Όταν θες να γράψεις μια λεζάντα στο οικογενειακό σου άλμπουμ, έχεις όλο το δικαίωμα να γράψεις ό,τι θέλεις. Δικό σου είναι, σου ανήκει, δεν πέφτει σε κανέναν λόγος. Όταν όμως η λεζάντα αφορά ξένο άνθρωπο και αντί για το άλμπουμ θα μπει σε βιβλίο, ε, λίγο παραπάνω προσεκτικός πρέπει να σταθείς. Γιατί το δικό σου λάθος θα δημιουργήσει λάθος εντυπώσεις και σε όσους διαβάσουν το βιβλίο. Και γιατί εκείνοι που γνωρίζουνε τον άνθρωπο της φωτογραφίας, θα πικραθούν βλέποντας να παραποιείς την αλήθεια. Ειδικά αν έχουν και προσωπική σχέση με τον εικονιζόμενο.

Ένας λόγος παραπάνω αν έχουν σοβαρούς λόγους να υποψιάζονται πως το λάθος δεν έγινε κατά λάθος αλλά σκόπιμα. Και ερχόμαστε στο σκόπιμα. Η φωτογραφία αυτή αποτελεί κομμάτι της αρχικής. Της έχει αφαιρεθεί αρκετό τμήμα από το πλαίσιο και είναι και σαφώς σκουρότερη από το πρωτότυπο. Ποιος μπορεί να ξέρει αυτές τις πληροφορίες; Μα φυσικά ο άνθρωπος που τράβηξε τη φωτογραφία. Που δεν είναι άλλος από τη σύζυγο του Δημήτρη Λιαντίνη. Όπως ξέρει και το πού φωτογράφισε τον άντρα της. Και το πότε. Δεν ήταν στο Μόναχο. Αλλά στη Ραβέννα της Ιταλίας. Και δεν ήταν στα χρόνια που ο Λιαντίνης σπούδαζε στη Γερμανία, αλλά αρκετό καιρό μετά το γάμο τους.

Βεβαίως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει και πάλι πως όλα αυτά δεν έγιναν επίτηδες αλλά από άγνοια. Γιατί πού να ξέρει ένας τρίτος αυτές τις λεπτομέρειες; Τη φράση "δεν ήξερε δε ρώταγε" δε θα τη χρησιμοποιήσω... Μπορεί και να ρώτησε. Και να του τα είπαν λάθος. Δεν μπορεί; Αλλά υπάρχει και μια άλλη λεπτομέρεια. Η συγκεκριμένη φωτογραφία είχε τυπωμένη τη χρονολογία της λήψης της. Και για του λόγου το αληθές, δημοσιεύουμε το πρωτότυπο:



Σεπτέμβριος 1974. Ο Λιαντίνης έχει γυρίσει από τη Γερμανία νωρίτερα από την Πρωτοχρονιά του '73, ημερομηνία που έγιναν και οι γάμοι του με την κυρία Νικολίτσα Γεωργοπούλου.

Το καλοκαίρι του '74, το ζευγάρι επισκέπτεται τη Γερμανία. Εκεί τους βρίσκουν τα θλιβερά γεγονότα του Ιουλίου. Ο Λιαντίνης, σύμφωνα με προφορική μαρτυρία της συζύγου του, μεταβαίνει αμέσως στο πλησιέστερο ελληνικό προξενείο και ρωτά αν πρέπει να επιστρέψει για να πάρει μέρος στην επιστράτευση. Φαίνεται πως πήρε αρνητική απάντηση, άφησε όμως τα στοιχεία του για να ειδοποιηθεί αν παραστεί ανάγκη. Τέλος Αυγούστου παίρνουν το δρόμο της επιστροφής. Περνώντας από την Ιταλία σταμάτησαν για λίγες μέρες προκειμένου να επισκεφθούν σημεία που τους ενδιέφεραν. Πρώτης σπουδαιότητας η Ραβέννα, εξαιτίας του τάφου του Δάντη. Από κει είναι και η φωτογραφία αυτή. Πηγαίνουν επίσης στη Φλωρεντία, στην casa di Dante:


Φωτογραφίζουν ο ένας τον άλλον μπρος την προτομή του Δάντη Αλιγκιέρι. Χαρακτηριστική η στάση της κεφαλής του Δημήτρη Λιαντίνη μπρος στον ποιητή που θαυμάζει.


Κάνουν σταθμό και στη Βενετία. Εδώ ο Λιαντίνης, στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, ταΐζει τα περιστέρια, αποδεικνύοντας πως την εποχή αυτή όχι μόνο δε στερείται το ψωμί αλλά του περισσεύει και για τα πετεινά του ουρανού:



Και επανέρχομαι στη λάθος λεζάντα. Και λέω. Ίσως εκείνος που έδωσε τη φωτογραφία να την είχε κιόλας πετσοκόψει... δεν μπορεί; Μπορεί... Ναι, αλλά τότε πώς μπήκε η λεζάντα; Πόθεν βρέθηκαν οι πληροφορίες; Για Γερμανίες και για ψωμάκι που δεν είχε να φάει; Όπως και να έχει το ζήτημα, προκύπτει θέμα αξιοπιστίας.

Το σίγουρο επίσης είναι ότι τη φωτογραφία δεν την έδωσε η κυρία Λιαντίνη στον άνθρωπο που έγραψε την επίμαχη λεζάντα. Αντίθετα τον είχε προειδοποιήσει με κάθε επισημότητα πως το να γράψει βιβλίο για τον άντρα της, υπερβαίνει τις δυνατότητές του. Εκείνος την αγνόησε. Και προχώρησε με όσα του είπαν οι άλλοι. Και με όσα ντοκουμέντα του παρέδωσαν. Το κατά πόσο ήταν αξιόπιστη η διαδικασία αυτή, η φωτογραφία που δημοσιεύσαμε μπορεί να το αποδείξει έστω και σε μικρό βαθμό. Αφήνει όμως μεγάλα ερωτηματικά για το κατά πόσο αξιόπιστα είναι όλα τα άλλα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για να περιγραφεί η ζωή του Δημήτρη Λιαντίνη.



_______________________________


22/2/2010 ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναδημοσίευση από το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ - ημερομηνία αρχικής ανάρτησης 23/12/2007

Αξίζει να σημειώσουμε ότι την εποχή που ανέβηκε αυτή η ανάρτηση στο blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, το ιστολόγιο βρισκόταν στον πέμπτο περίπου μήνα λειτουργίας του. Μια καινούρια ακόμη φωνή στο διαδίκτυο και άγνωστο στους κύκλους που ασχολούνταν με το Λιαντίνη στα διάφορα φόρα, blogs κλπ.

Όμως αυτή η βασισμένη σε αδιαμφισβήτητα ντοκουμέντα από το αρχείο Λιαντίνη κριτική μας για όσους ως τότε μονοπωλούσαν το διαδίκτυο παριστάνοντας τους βιογράφους του Λιαντίνη, ήταν εύλογο να ταράξει τα θολά νερά. Κι ακόμη πιο δίκαιο (σύμφωνα με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και με όσα μας δίδαξε ο Δάσκαλός μας, ο Δημήτρης Λιαντίνης) να ξεσηκώσει θύελλα εναντίον μας.

Δε μας κατέλαβε εξ απήνης εκείνος ο πόλεμος. Εξάλλου επιλέγοντας εξαρχής για το ιστολόγιο εκείνο τον τίτλο ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ δείχναμε κι εμείς ξεκάθαρα τις προθέσεις μας. Υπογραμμίζοντάς τες και με τον υπότιτλο: Το ακραίον λέπας!

Ξέρετε τι είναι αυτό το λέπας; Ούτε κι εγώ το γνώριζα κάποτε. Τότε ακριβώς που η ζωή μου έκανε το μεγάλο δώρο να βρεθώ μαθήτρια του Δημήτρη Λιαντίνη. Το φθινόπωρο του 1992.

Κι ήταν η λέξη αυτή, λέξη που αναφέρεται στα ΕΛΛΗΝΙΚΑ του Δημήτρη Λιαντίνη, σελ. 58 ) που με οδήγησε στη μία και μοναδική ατομική συζήτηση με το Δάσκαλο. Τον πλησίασα όταν τελείωσε η διδακτική ώρα και τον ρώτησα τι σημαίνει η λέξη "λέπας".

Δε μου απάντησε. Αντίθετα με έστειλε "αδιάβαστη" να συμβουλευτώ το λεξικό Liddel - Scott...

Η στάση του αυτή αποτέλεσε για μένα το ύψιστο και προσωπικό μάθημα που έλαβα από το Λιαντίνη. Ήταν η αφορμή να βγω στη μεγάλη στράτα. Λίγο από πείσμα που δεν καταδέχτηκε να μου απαντήσει και πολύ περισσότερο γιατί συνειδητοποίησα πως ο αληθινός δάσκαλος δεν προσφέρει έτοιμη τη γνώση στο μαθητή αλλά τον αναγκάζει να σκύψει μόνος του και να αναζητήσει την αλήθεια. Αυτό και έκανα ξεκινώντας από το λέπας. Το ακραίο λέπας. Φράση από το Θουκυδίδη, που κάνοντας κλικ εδώ μπορείτε να μάθετε όλα τα τι και τα πώς...

Κι αφού τα μάθετε, θα καταλάβετε ότι το παλιό μας blog, το ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, αποτέλεσε μετερίζι πολέμου. Δεν είναι σχήμα λόγου. Διαβάστε και την προηγούμενη ανάρτηση, σχετικά με τον αποκλεισμό μας από την ελληνική Wikipedia. Και ήταν αυτή η πιο μικρή συνέπεια της στάσης μας. Ακολούθησαν πολλές άλλες και περισσότερο σοβαρές. Υβριστικά σχόλια από "ανώνυμους" του διαδικτύου, απειλητικά μέιλ, συκοφαντικές αναρτήσεις... ακόμη και βίντεο στο you tube... Απόδειξη του τι μπορεί να πάθει κάποιος όταν τολμήσει στον παγκόσμιο ιστό να τα βάλει με τα μονοπώλιά του...

Τιμή μας! Γιατί όταν θες να τιμήσεις αληθινά ένα Δάσκαλο σαν το Λιαντίνη, θα πληρώσεις και το τίμημα. Πώς αλλιώς;

Θα πιεις κι εσύ μαζί του το ίδιο ποτό που κερνάνε οι δυνατοί τους αληθινούς δασκάλους όλων των εποχών. Κώνειο το λένε... Ο Λιαντίνης εξαγγελτικά τοποθέτησε ακόμη και το χημικό του τύπο στο κύκνειο άσμα του, τη Γκέμμα.

Ξέραμε λοιπόν πολύ καλά πού βαδίζαμε. Και ήταν επιλογή μας. Να δώσουμε μάχη. Υπερασπίζοντας τη μνήμη του Δασκάλου μας στο δικό μας ακραίον λέπας. Με τη σίγουρη επίσης γνώση πως το ψέμα έχει κοντά ποδάρια και πως αργά ή γρήγορα το άδικο τιμωρείται και η δικαιοσύνη θριαμβεύει. Αλίμονο σε όποιον δεν το γνωρίζει αυτό και επιλέγει να παίξει μποξ με τα καρφιά.

Την πρώτη μας μάχη την κερδίσαμε. Έστω και με αρκετούς μήνες καθυστέρηση.

Τώρα μια νέα εποχή έχει ξεκινήσει. Η εποχή της διάδοσης του έργου του Λιαντίνη. Γι' αυτό και επιλέξαμε να ανοίξουμε ένα νέο blog για το Δάσκαλο.

Η έμφαση τώρα δίδεται στο έργο του και σε αναλύσεις των δύσκολων σημείων της φιλοσοφίας του. Στο μέτρο βέβαια των δυνάμεών μας. Γιατί Λιαντίνης είναι αυτός. Ποιος τολμά να πει πως μπορεί να τον αναλύσει σε όλο το βάθος, το πλάτος και το ύψος του; Με ΜΕΤΡΟ - ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΚΛΙΤΟΤΗΤΑ λοιπόν...

Αναπόφευκτα όμως είμαστε υποχρεωμένοι να φωτίζουμε και τις πτυχές της ζωής του, στο βαθμό τουλάχιστον που το απαιτεί η καλύτερη προσέγγιση της φιλοσοφίας του. Έτσι επιλεκτικά ανεβάζουμε και παλιά μας άρθρα σαν αυτό εδώ ώστε να διαλύουμε μυθεύματα και ψέματα που έχουν ειπωθεί ή γραφτεί για το Δημήτρη Λιαντίνη.

Η "Ελένη" του Λιαντίνη


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ BLOG ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ



Εγκαινιάζοντας το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας του και μετά από μια τρίμηνη σιωπή περισυλλογής, ανεβάζει σήμερα ένα αφιέρωμα στην "Ελένη" του Λιαντίνη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για υλικό από τους διαλόγους μας στο forum HOMA EDUCANDUS την περασμένη άνοιξη. Έναν από τους όμορφους διαλόγους μας γύρω από το έργο του Δημήτρη Λιαντίνη και ελπίζουμε σύντομα να χαρούμε και άλλους παρόμοιους.

________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ: Αρχική τοποθέτηση από το χρήστη ΦΩΤΕΙΝΗ

Δανάη,

Η πρώτη σου δημοσίευση στο θέμα «Στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει..» της 12ης Απριλίου και ιδιαίτερα η αναφορά σου στην Ελένη, μου δίνει την ευκαιρία να καταγράψω κάποιες παρατηρήσεις για την Ελένη του Λιαντίνη.

Ορθά παρατηρείς εκεί ότι Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ ακολουθεί μετά το ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΡΙΤΗΣ και ΝΕΚΥΙΑ. (σ.σ. Η αναφορά εδώ αφορά κεφάλαια του βιβλίου ΓΚΕΜΜΑ του Δημήτρη Λιαντίνη.)

Στο ΜΙΚΡΟ ΚΡΙΤΗ έχουμε ως αρχική παράθεση τη γνωστή αφιέρωση στη γυναίκα του. Στη ΝΕΚΥΙΑ έχουμε το γνωστό Amor fati (τραγουδισμένος έρωτας) του Νίτσε. Και στην ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ επανέρχεται και πάλι ο Μπετόβεν του ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ με το Sprecht lauter, schreyt, denn ich bin taub (Μιλάτε πιο δυνατά, φωνάξτε, γιατί είμαι κωφός).

Όμως στην ίδια σελίδα (203) καταγράφεται και μια δεύτερη αφιέρωση με δικό του ποίημα του ίδιου του Λιαντίνη για την Ελένη που την είδε «από τη Σπάρτη στο Μυστρά» και στο σχόλιο της σελ. 206 υπογραμμίζεται ότι «Οι γάμοι του Φάουστ και της Ελένης γίνουνται στο κάστρο του Μυστρά» (σελ. 266). Στο κάστρο του Μυστρά έκανε και τους δικούς του γάμους ο Λιαντίνης. Λες τυχαία να επέλεξε τον τόπο;

Πρόσεξε όμως: Το ποίημα που παρατίθεται είναι το ποίημα ΓΛΥΠΤΗΣ, «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, σελ. 27». Ο Λιαντίνης λαξεύει άγαλμα (αγαπημένη του πρόταση). Όμως το ποίημα που περιλαμβάνεται στο Corpus των ποιημάτων του έχει μια διαφοροποίηση σε σχέση με το ποίημα της ΕΛΕΝΗΣ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ στη Γκέμμα. Συγκεκριμένα στον τελευταίο στίχο. Ενώ πριν 10 χρόνια γράφει «και μ’ ηύρε ο τάφος ποιητή», 10 χρόνια μετά στην Γκέμμα, αλλάζει το τάφος και το κάνει «και μ’ ηύρε ο κόσμος ποιητή».

Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ τελειώνει επίσης με δικό του ποίημα, συγκεκριμένα με ΤΗΝ ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, σελ. 40». Και εδώ κάποιες αλλαγές, ιδιαίτερα στο δεύτερο στίχο:

Τους παραθέτω:

ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ
....
Έσιαζες το κρεββάτι μου
μέσ’ στα λυμένα σου μαλλιά
κι έγερνα δίχως τ’ άτι μου,
χήνα, καλή μου, αλοταριά.


Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ (ΓΚΕΜΜΑ)

Έστρωνες το κρεββάτι μου
στα χέρια σου και στα σπαθιά,
κι έγερνα εγώ και τ’ άτι μου,
βαθύζωνη κι αλοταριά.

Τα λυμένα μαλλιά γίνονται τώρα χέρια για να κρατούν σπαθιά και ο ποιητής που έγερνε δίχως άτι, τώρα γέρνει με το άτι του. Συνειρμικά σου έρχεται η εικόνα του πολεμιστή Έκτορα με το άτι του, αλλά και της Ανδρομάχης που χρειάζεται να κρατά τα δικά της σπαθιά, γιατί ο ήρωας της έχει κινήσει για πόλεμο.

Όμως δεν είναι η μόνη ΕΛΕΝΗ που μας άφησε ο Λιαντίνης. Έχουμε την Ελένη των ΧΟΡΙΚΩΝ στο ΝΗΦΟΜΑΝΗ (σελ. 148 εξ.). Εδώ παρότι επιγράφεται ΕΛΕΝΗ δεν έχουμε ούτε μία αναφορά στο όνομα ΕΛΕΝΗ. Αντίθετα οι πρωταγωνιστές ΓΙΑΝΝΙΑΣ και ΛΙΜΠΙΚΑ (περίεργο όνομα, σαν να παραπέμπει ηχητικά κάπου!!!) ζουν ένα πραγματικό ερωτικό γεγονός στο ξενοδοχείο Καστέλλι στην ιταλική πόλη Μόντενα σε ταξίδι επιστροφής τους στην πατρίδα. Και είναι γνωστό ότι πολλά από τα χορικά του ΝΗΦΟΜΑΝΗ είναι προσωπικά βιώματα του Λιαντίνη.

Μήπως την ΕΛΕΝΗ των χορικών θα πρέπει να την δούμε σε συνάρτηση με την ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ της Γκέμμας;

_________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ - Από δημοσίευση του χρήστη ΛΟΥΚΙΑ ΣΟΦΟΥ:

Η Λουκία προς διευκόλυνση του διαλόγου παρέθεσε το κεφάλαιο που ανέφερε η Φωτεινή από τα Χορικά του Νηφομανή του Δημήτρη Λιαντίνη (σελ. 148 - 155)

Δ. ΕΛΕΝΗ

αλλ’ είδωλον ην.

Έτσι που θα την ιστορήσω, μας ανιστόρησε ο ξένος την ιστορία μιας απιστίας παράξενης που έγινε στα ξένα.

Από το Σαν Ρέμο ως τη Τζένοβα οι ιταλιάνοι μηχανικοί έχουν στρώσει ένα δρόμο πέταλο καρφί. Ή θα περνάς γιοφύρια που ενώνουν βουνά με κάτωθε τις κοιλάδες και το πιότερο βράχους και κράκουρα, ή θα περνάς τούνελ και σήραγγες που ενώνουν κοιλάδες με πάνωθέ σου όγκους τα βουνά.

Μια χτενισιά γης, εκατό και βάλε μίλια, την ξεμετράς αστραπή. Το μισό σαν ιπτάμενος, το άλλο μισό υποβρύχιος. Κύλινδροι, σπαστήρες, δυναμίτες, προωθητές γαιών έκαμαν ένα τα κατά γην, αέρα και θάλασσα. Οι ιταλοί έχουν παράδοση στη μηχανική και στους δρόμους. Από την εποχή του βασιλιά Πύρρου. Τότε που στρώσανε την Αππία οδό. Την πρώτη αουτοστράντα.

Ύστερα, καμιά διακοσαριά χιλιόμετρα, καθώς αφήνεις πίσω Ραπάλλο και Σάντα Μαργαρίτα και δεξιά σου Λασπέτσια και Πίζα, ο δρόμος ισιώνει στον κάμπο. Η αουτοστράντα τους τραβάει καρσί και πλατιά. Το αμάξι χύνεται στην άσφαλτο κυνηγώντας τα πρατήρια βενζίνης. Το τοπίο μηρυκάζει τον εαυτό του. Μόνο ανάρια και που, με τη στροφή ή την ομίχλη αλάργα, διαβάζεις την πινακίδα Velocita 100.

Tέλευε η μέρα κι ο μουντός αγέρας
τα ζωντανά της γης από τους κόπους
ξαλάφρωνε∙ κι εγώ μονάχος ένας
συντάζουμουν να πιάσω τον αγώνα,

που λέει κι ο Δάντης του Καζαντζάκη. Αλλά τότες δεν ήμουν ένας ακόμη. Ήμουνε δύο.

Τέλευε η μέρα, λοιπόν, που ο Γιαννιάς και η Λίμπικα με την καμπριολέ τους Μπιεμτάμλιγιου φτάνανε στο σταυρό της Πάρμας. Το ιουλιάτικο πνίγος λάβωνε το ηλιοβασίλεμα με τη φτερούγα μιας θαμπερής αποκάρωσης.

- Τραβάμε για Πάρμα; ρώτησε τη γυναίκα ο Γιαννιάς αγγίζοντας τα μαλλιά της.

- Λέω να προχωρήσουμε κομμάτι. Έχουμε να χάσουμε πολλά, αν δεν κοιμηθούμε απόψε στο Μοναστήρι της Πάρμας;

- Τότε Μόντενα-Ζυντ, είπε ο άντρας.

Σε λίγα λεπτά αφήνανε το ποτάμι της πίσσας, και μπαίνανε στα νότια προάστια της πόλης. Περνώντας περιβόλια λογής, αποθήκες κατά μήκος του δρόμου, αδέσποτα σπίτια, φάμπρικες και κεραμικά κανατάδικα, σταμάτησαν σ’ ένα hotel. Ήταν ένα απολειφάδι παλιού αρχοντικού, «Το Καστέλλι», με τ’ όνομα.

Και στους δύο ορόφους του τετράπλευρου τα παράθυρα, με ξύλο στο χρώμα του δρυ, απόληγαν σε ευρύκυκλα τόξα. Στη στέγη ένα χτίσμα, αρκετά μεγάλο για δώμα, στεφάνωσε την κλασική γραμμή των παραλλήλων. Το’παιρνες καλύτερα για βίγλα, ή πολεμίστρα άλλων καιρών.

Ανεβαίνοντας ένα Π πέντε σκαλιά, και στηριγμένη σε δύο μαρμάρινες κολόνες η κεντρική είσοδος, με ευρυχωρία πυλώνα, έδειχνε κατευθείαν στην Υποδοχή. Δεξιά, ένας άνετος διάδρομος οδηγούσε στο μπαρ, που στο βάθος του καρσί έβλεπες κρεμασμένη μια γκραβούρα του ποιητή με το δάφνινο στεφάνι στην κόμη και τη μακρυά γαμψή μύτη. Αυτό μπορούσες να το ξεχωρίσεις αμέσως από κάθε σημείο του διαδρόμου. Όπως ακριβώς στο Μουσείο των Δελφών βλέπεις από παντού τον Ηνίοχο.

Αριστερά, άνοιγε η μικρή αίθουσα του ρεστωράν με μια δεκαριά τραπέζια. Σε όλους τους χώρους υπόφεραν οικόσιτα φυτά σε ζαρτινιέρες και γλάστρες. Τα χαλιά ήσαν λεπτά και τριμμένα. Ένα γυάλινο ενυδρείο στημένο στον αριστερό τοίχο του εστιατορίου ήταν το μόνο παράταιρο στην παλαιωμένη τάξη.

Το ταξιδιάρικο ζευγάρι πήρε το δωμάτιο δεκάξι στη βορειοδυτική πλευρά του πρώτου ορόφου. Ήταν μια κάμαρη ευρύχωρη με το λουτρό εμπρός και αριστερά. Στο δεξιό και πίσω μέρος το σιδερένιο κρεβάτι μέσα σε μια μεγάλη τετράγωνη αχιβάδα.

Τα φώτα ήσαν κρυμμένα. Ο πολυέλαιος στη μέση σε αποστρατεία. Και ο καθρέφτης στη βορειοανατολική γωνία του τοίχου έμοιαζε να’ χει αντικρύσει ήθη και τρόπους από την εποχή του Μαρκήσιου Ντε Σαντ.

Τα δύο παράθυρα, μικρότερο το ένα από το άλλο μεγαλύτερο, ανοίγονταν δυτικά και βόρεια αντίστοιχα. Το δυτικό μέσα από ψηλές σημύδες αγνάντευε στον ουδέτερο κάμπο. Η βόρεια πλευρά έβλεπε σ’ ένα χώρο με εφτά οχτώ ρεμίζες. Και δεξιά του θρόϊζε ένας μεγάλος κήπος, νοιασμένος με ψιλολογιά ατημέλητη.

Η Λίμπικα βιάστηκε. Χωρίς σχεδόν να σπουδάξει το χώρο που σε λίγο θα γινόταν ιδιωτικός έστω και φευγαλέα, πέταξε το ελάχιστο ρούχο της και μπήκε στο λουτρό.

- Το νερό! τι θαύμα είναι το νερό, μονολόγησε βγαίνοντας. Σκούπιζε μαλακά το σώμα της, αγγίζοντας μ’ ένα Marimekko προσόψιο νησίδες νησίδες τα υγρά μέλη.

- Όπως τρίβεις με την απαλάμη φύλλα καρυδιάς. Κι ύστερα τα μυρίζεσαι, συλλογίστηκε ο Γιαννιάς.

Όταν φρεσκαρίστηκε και ο άντρας, κατέβηκαν στο ρεστωράν και δείπνησαν ελαφρά. Ύστερα πέρασαν στο μπαρ. Εκείνος άναψε τα τσιμπούκια του, τρεις παλαιωμένες ρίζες από ρείκι Κορσικής, και η Λίμπικα ξεδίπλωσε τον Άτλαντα της Shell. Εσπούδαξε σημειώνοντας τον τόπο και τις αποστάσεις για την αύριο. Και έριξε μια γρήγορη ματιά στις σελίδες με τα τοπικά αξιοθέατα και τα μνημεία.

- Αύριο λίγο Φερράρα και πολύ Φιρέντζε, είπε στο Γιαννιά λικνίζοντας τη φωνή της ανάμεσα στη φαντασία και στο προσδοκώμενο.



- Φίλος παλιός έλεγε πως στην Casa di Dante, σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο τόπο θα διαβάσουμε ολόκληρη την Κωμωδία.



- Λένε πως στην έκθεση βιβλίων στην είσοδο του σπιτιού θα ιδούμε τα τρία τεύχη της μετάφρασης του Καζαντζάκη.

- Εθνική μας τιμή, απόσωσε στυφά ο άντρας.

- Πάμε για ύπνο. Νιώθω κατάκοπη. Θα παραδεχτείς να με αφήσεις απόψε αφίλητη; του χαμογέλασε ήρεμα.

Σε λίγο, κόντευε πια μεσονύχτι, η νέα γυναίκα είχε κιόλας αποκοιμηθεί. Το ελαφρύ λινό, πτυχωμένο σε λοξή ταινία, σκέπαζε το καστανό της ανάστημα, αφήνοντας να διαγράφεται μια ανεπαίσθητη κλίση προς τα δεξιά, καθώς άπλωνε ανάσκελα τον απέριττο πλούτο του κορμιού της στο στρώμα.

Οι μηροί της ενωμένοι χαλαρά τόνιζαν μια αδιόρατη κάμψη προς την ίδια πλευρά βαθαίνοντας χαρούμενα το στιλπνό μέταλλο της κοιλιάς. Τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της σκέπαζαν τον κάλυκα του αφαλού, ενώ η δεξιά παλάμη της ήταν λησμονημένη στην πυρή κορυφή του αριστερού της στήθους. Όπως το μωρό που κοιμήθηκε με το δάχτυλο ξεχασμένο στο στόμα. Μια άνεση θεληματική πλανιότανε ανενόχλητη στα δροσερά ματόκλαδα.

Α, η χορτασμένη γυναίκα, συλλογίστηκε ο Γιαννιάς. Η Gestillte, που έλεγε ο Ρίλκε. Τύψη της αθωότητας. Λύτρο και ευλογία της ενοχής.

Εκεί, και τότε, και έτσι. Και η νύχτα νύσταζε. Και νικητήριος του κόσμου ο ρυθμός ολοπερίγυρα ησύχαζε. Οπόταν ξαφνικά!

Ξαφνικά ένας ξερός ήχος. Εγλίστρησε τραβηγμένος, και παρείσακτος μπήκε απάντεχος. Ένα τρέμουλο, που άρχισε ν'ανεβαίνει στο σαλαγητό και την αναστάτωση.

Και απότομα, ωσάν ερεθισμός και πείραξη τριβής, φούντωσε σε φρύγανα το ζεστό λαχάνιασμα. Κάτι που είχε ξεκινήσει συσταζούμενο, μουσικό, βαθύ και πνιγμένο. Τα ακούσματα έσπασαν σε απότομες και δυνατές ανακοπές, που ασύμμετρες ή περιοδικές αυλάκωναν το σκοτάδι με βαθιές χαραγές.

Αναπνοές και βογγητά. Καλέσματα σιγανά. Απότομα πλούταιναν. Και σβήνανε βίαια στο βάθος μιας απελπισμένης σπηλιάς. Στα αυτιά του Γιαννιά φτάνανε οι κύκλοι ενός ιερού τρόμου.

Τέντωσε την ακοή του λεπίδι. Δάγκωσε τον αριστερό του αντίχειρα. Σαλτοπατώντας βρέθηκε στο ανοιχτό παραθύρι του βοριά. Ζουλάπι κακό ζάρωσε μέσα του το αρπαχτικό φυλάγοντας από τη σκοτεινή λόχμη τον καιρό, να ξεδιακρίνει και να φερμάρει το θήραμα.

Ένα δεύτερο κύμα από αγκομαχητά, βιάση αναμμένη, γελούμενα κλάματα, και φωνές ασυνάρτητες και βατταριστές περόνιασε το σώμα του και κούνησε την κάμαρη.

Ένιωσε τα παραθύρια να σκαμπανεβάζουν στην αγριεμένη νύχτα των νερών. Ανταριάστηκαν οι σημύδες, και άρχισαν να υποχωρούν κατεβαίνοντας. Τα μανιτάρια του κήπου τραμπάλιζαν, σπίθες σε άπατα ύψη, και πυγολαμπίδες. Πέρα ο κάμπος άρχισε να γυρίζει σφοντύλι. Γύρω από το τεράστιο αδράχτι τ'ουρανού.

Έπλεξε σφιχτά τα δάχτυλα των χεριών του. Πισωπατώντας διάγειρε στο στενό δωμάτιο. Πλησίασε τη Λίμπικα προσεκτικά και την κοίταξε. Η ήρεμη θέση ενός κοιμισμένου αλάβαστρου. Η ακινησία της μαρμαρένιο αλώνι.

- Και ο ύπνος τι δίκαιος! ψιθύρισε ο Γιαννιάς.

Έσκυψε να λογαριάσει την αναπνοή της γαλήνης της.

Ύστερα ξεμάκρυνε βιαστικά βηματίζοντας στον αλαφιασμένο αέρα. Περισυνάζοντας τα μέσα του και τα έξω, αναμέτρησε την κατάσταση και τους όρους. Άνοιξε τα χέρια του και τα κατέβασε νεύοντας. Σα νά' θελε να κυβερνήσει το δρολάπι των σκιών και των ήχων. Είδε τα νεύρα του και το σφυγμό του πιασμένα στο δίχτυ.

Ο Γιαννιάς πρόβαλε τώρα το σώμα του έξω από το παράθυρο του βοριά. Κατευθύνοντας προσήλωσε συγκεντρωτικά τη χοάνη των αυτιών του στο μεθυσμένο αλαλητό που έβγαινε από τα πάνω παραθύρια. Εστάθηκε εκεί κρατώντας το χτύπο να βαρεί μες στο αίμα του. Μέσα στη θύελλα μιας ακαταλάγιαστης διάρκειας άκουγε ακούσματα ανάκουστα.

Φωνές, Φωνές που τις κόβανε οι λυγμοί. Ικεσίες και στεναγμοί κατεβαίναν ως τη λυτρωτική σιωπή μιας καινούργιας εκκίνησης. Αναπνοές ασυγκράτητες και σφαχτές ανεβασμένες από το αναβρυτό παράδομα της σάρκας.

Διαρκούσανε και δυνάμωναν, και ανέβαιναν και κατέβαιναν. Έσπρωχναν το κυνήγι της ταραχής ως το σύνορο της λιποθυμίας.

Κατάπιναν τη λύσσα της αναζήτησης στις δοχές ενός άπειρου λάρυγγα. Βύθιζαν παλαβωμένη τη λαχτάρα ανάμεσα από σπαραγμούς και απανωτές ριπές εγκατάλειψης σε βυθούς ανεξερεύνητους. Συμπάλευαν τα τινάγματα και τα φιλιά και το χάϊδεμα στο αβρό και σαρκοβόρο πλέξιμο μιας εκκωφαντικής διάλυσης.

Ήτανε τα αγρίμια που ζευγάρωναν. Ήτανε σε συστάδες αναμμένες αφάνες, σε αλυγαριές και σε φλόμους. Ήτανε κορφές δέντρων υψιπέτηλες που τις κομμάτιαζε έξαλλο το πλέξιμο του βοριά. Ήτανε νερά καταρράχτες και έσκαζαν παφλάζοντας στα βράχια.

Μυώνες γατόπαρδου στο γονάτισμα και στο κύλισμα της γκαζέλας. Λυγίσματα κύκνων στους καλαμιώνες. Περιστεριών ραμφίσματα και φτερουγητά. Έκλαιγε η βροχή. Ούρλιαζαν την πείνα τους τα τσακάλια στο μακρυνό λόγγο. Λύγιζαν κύματα τα γεννήματα στο κολπωτό πέρασμα του Μάη. Τα στοιχεία της οργής χύνουνταν ταράζοντας την κορφή και τη ρίζα στα κέδρα.

Ποιοί σμίγανε, καθώς οι ορίζοντες που τους έφερνε και τους έπαιρνε η στιγμή της αστραπής; Πάνου από το κεφάλι του Γιαννιά, σε όλο και πιο έξαλλους ανεβατούς ρυθμούς, λαχανιάσματα γρήγορα, και πελώρια ξεφωνητά κατέβαζαν τρόχαλα οι ροβόλες.

"... Ν'αγαπηθεί ακόμη περισσότερο
η ηδονή που νοσηρώς και με φθορά αποκτάται
που νοσηρώς και με φθορά, παρέχει
μιαν έντασιν ερωτική, που δεν γνωρίζει η υγεία..."

Οι γραμμές της επιστολής του νέου Ιμένου, πατρικίου διαβοήτου εν Συρακούσαις επι ασωτεία, φωτίστηκαν ξαφνικά και φωτίσανε τον τομέα του εγκέφαλου του Γιαννιά. Ιδού γιατί στο εξής οι ευαίσθητοι νέοι σαν ερωτεύουνται θα παίρνουν μαζί τους, τρίτο, τον Καβάφη. Την ιδική του έκφανση του ωραίου. Π ο λ ύ σ π α ν ί ω ς, αλλά ναι.

Δάγκωσε άγρια το κατώχειλό του. Σάλεψε ασάλευτος. Και δοκίμασε να συναρμολογήσει την αταξία του κορμιού του, που ορμούσε με ξεφρενωμένα τα φρένα του άρματος να τον πετάξει, ιππικό ναυάγιο, στους βράχους.

- Α, το τραγούδι τους! ψιθύρισε πνιχτά. Νάτο, λοιπόν. Το τραγούδι τους. Το τραγούδι των Σειρήνων!

Μια υπέροχη και φονική κατανόηση διαπέρασε φωσφόρος και φώτισε όλα του τα κόκαλα. Ο Οδυσσέας δεμένος στο κατάρτι. Με τα ώτα έναυλα.

- Λύστε με! παρακάλεσε τους ίσκιους ο Γιαννιάς.

Όμως το σφάγιο της ηδονής δεν εννοούσε να πάψει. Έντρομα ξεσπάσματα, λιγοθυμισμένα αναφιλητά, καλέσματα φωνής μελλοθάνατης ανακάτευαν το σεισμό της ακοής του με τις λέξεις που δεν καταλάβαινε, με εικόνες, με γραμμές, με πλεγμούς και σπασμούς και θεσπέσια χρώματα.

Νερά, και σπαθιά, και κοχύλια. Δελφίνια, και αστερίες, και μύδια. Τα κυκλάμινα, οι κάκτοι. Και ροδάκινα, και αχινοί, και σταφύλια. Και τα φίδια, που λυγίζοντας τύλιγαν γιορντάνια στα μέλη τους οι χορεύτριες της Ίσιδας. Έσταζαν στάλες τα κόκκινα μήλα. Η αρμύρα έλουζε τα αχόρταγα μέλη. Και τα μύρα ζωντανά.

Ξαφνικά, η άρρυθμη κατεβασιά των ήχων και του παρακαλετού επήρε το καθαρό σχήμα των λέξεων της γλώσσας του Γιαννιά: Άαχ! Χάι! Να! Τι! Έτσι! Τώ-ρα! Ίιι! Πά-λι! Μη! Άαγκ! Ναι! Ένιωσε να σκάβει. Μία μία να φέρνει για πρώτη φορά στο φως τις λέξεις της γλώσσας του. Γνώριμες, και όμως άγνωστες.

Ήτανε δύο και τέταρτο. Όταν ο Γιαννιάς, χωρίς να ακούει πια άλλο, πάρεξ τις σφυριές και τα σφαδάσματα που τάραζαν τις φλέβες του, πέταξε από πάνω το ρούχο, γονάτισε δίπλα στη Λίμπικα, και φίλησε τρέμοντας όλα τα μέλη του θαλερού της ύπνου.

Με τρυφερή προσοχή τη γύρισε γαμώπιστα. Όπως τη ράχη κανονιού βυθισμένου στη θάλασσα, χάϊδεψε τους ώμους, τις πλάτες της. Κυκλωτικά έφερε τα χέρια του στους τρυφερούς γλουτούς και την ξαναγύρισε ανάσκελα.

Άφηκε τότε να γλιστρήσει το πενιχρό της εσώρουχο στον αέρα, και με την τρυφεράδα κρίνου άνοιξε τους ωραίους μηρούς. Έλυσε το πυρό του άλογο. Και αφέθηκε να το νιώθει να πλανιέται στους σχιστούς λειμώνες της Αφροδίτης. Να βόσκει στη χλώρη του βυθού.

Τόπους τόπους τίναζε ψηλά περήφανα το κεφάλι. Και η χαίτη του αλαφρότρεφε στις ριπές του ανέμου. Με τα αυτιά του προσηλωμένα στο μουσικό πανδαιμόνιο που κατέβαζε ο ουρανός.

Η Λίμπικα, μες στα ολόγλειφα χέρια του ονείρου της, αγκάλιασε το σκληρό σώμα του άντρα και κολπώθηκε να το χωρέσει αξεδιάλυτα και βαθιά της.

Στάζοντας τα μαλλιά και το μέτωπο σήκωσε τα μάτια του ο Γιαννιάς και την είδε κουλουριασμένη στα μπράτσα του. Ένα γαλήνιο, πλαγιασμένο, κατάφωτο οχτώ.

Την ώρα που οι πάνω ήχοι διαλύονταν σε τριανταφυλλένια σύννεφα στο σκοτεινό γαλάζιο του απείρου.

___________

  • Σημειώσεις: Μπορεί κανείς κάνοντας κλικ εδώ να διαβάσει και τις υπόλοιπες τοποθετήσεις πάνω στο θέμα, όπως διατυπώθηκαν από τα μέλη του Φόρουμ HOMA EDUCANDUS, τον περασμένο Απρίλη. Η ουσία όμως βρίσκεται στα δύο αποσπάσματα που δημοσιεύτηκαν και εδώ. Το ένα της Φωτεινής, το άλλο του Λιαντίνη από τα Χορικά του Νηφομανή. Νομίζω τίποτε καλύτερο δε θα μπορούσε να ανοίξει τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας του blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, του αποκλειστικά αφιερωμένου στο Δημήτρη Λιαντίνη. Το γιατί μπορούν καλύτερα να το κατανοήσουν όσοι βαθιά γνώση του έργου του Λιαντίνη έχουν. Και όσοι καταλαβαίνουν κι εκείνα που δε θέλουμε εμείς να αποκαλύψουμε. Λέμε μόνο πως περιποιεί ιδιαίτερη τιμή για το ιστολόγιό μας η παράθεση αυτών των δύο αποσπασμάτων. Τόση και τέτοια που οι μελλοντικοί μελετητές του Λιαντίνη είναι βέβαιο πως θα αναδείξουν ιδιαίτερα.

    Και παρακαλώ αυτό να το σημειώσετε, γιατί εκτός των άλλων η ανάρτηση αυτή αποτελεί και απάντηση του blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ σε όσα χτες διαβάσαμε στις συζητήσεις του ελληνικού τμήματος της WIKIPEDIA και συγκεκριμένα στο άρθρο της για το Δημήτρη Λιαντίνη. Ήδη αποστείλαμε mail διαμαρτυρίας προς τους υπεύθυνους του χώρου, τόσο για τη συκοφάντηση σε βάρος μας όσο και για ξεκάθαρη προκατάληψη εναντίον μας. Ταυτόχρονα τους τονίσαμε ότι ουδόλως μας απασχολεί να μας συμπεριλάβουν στους εξωτερικούς συνδέσμους του άρθρου τους, μας αρκεί που το ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ χαίρει εμπιστοσύνης από τους ανθρώπους εκείνους που νομίμως εκπροσωπούν το Δημήτρη Λιαντίνη και που κατ' επανάληψη μας έχουν παραχωρήσει σπάνια ντοκουμέντα από το αρχείο τους για δημοσίευση. Όπως και οι φωτογραφίες του ζεύγους Λιαντίνη που παραθέσαμε στο κείμενο από το Νηφομανή. Φωτογραφίες που εικονίζουν το Δημήτρη Λιαντίνη και τη σύζυγό του Νικολίτσα, μπροστά από την Casa di Dante, και που πρώτο έφερε στη δημοσιότητα τον περασμένο Δεκέμβρη το ιστολόγιό μας. Τα όσα σε εκείνο το άρθρο και άλλα κατοπινά μας δημοσιεύσαμε, φαίνεται πως θεωρήθηκαν από από κάποιους σχολιαστές της WIKIPEDIA ως ανεπίτρεπτη πολεμική, ικανή να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό μας. Εμείς πάλι λέμε ότι και εκείνο το άρθρο και όλα τα άλλα που φιλοξενούνται στο χώρο μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά φόρος τιμής στο Δάσκαλό μας και λιθαράκια της μεγάλης μάχης να λάμψει η αλήθεια στο αίνιγμα που μας άφησε. Πλην όμως όταν τέτοιες μάχες ξεκινάς είναι βέβαιο πως θα δεχθείς και λιθοβολισμούς. Τιμή μας και καμάρι μας. Γιατί όταν αυτό το χώρο ξεκινήσαμε, τον υπογράψαμε με την εντολή του Ναζωραίου αλλά και του Λιαντίνη:

    «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι.»

    Και χαιρόμαστε χαρά μεγάλη που δε μείναμε μόνο στα λόγια. Φυσικά δεν αναφερόμαστε μόνο στα σχόλια της WIKIPEDIA αλλά και σε πολύ πιο σοβαρές επιθέσεις που δεχτήκαμε. Δεν έχουμε σκοπό να αναφερθούμε σ' αυτές επί του παρόντος. Είναι θαρρούμε αρκετό που είμαστε και πάλι εδώ συνεχίζοντας να μιλάμε για το Δάσκαλό μας. Και χωρίς καμία παρέκκλιση από το σκοπό μας: Την αποπληρωμή του χρέους μας προς το Δημήτρη Λιαντίνη.


  • Αναφορικά προς το θέμα της ανάρτησης, την "Ελένη" του Λιαντίνη, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι οι φωτογραφίες που δημοσιεύσαμε ανήκουν σε παλιότερη εποχή και άλλο ταξίδι από εκείνο που περιγράφει ο Λιαντίνης στα Χορικά του Νηφομανή. Το ένα έγινε το καλοκαίρι του 1974. Το άλλο το καλοκαίρι του 1979. Ήταν τότε που γυρίζοντας από τη Γερμανία έφεραν και το αυτοκίνητο που αναφέρεται παραπάνω, το ίδιο αυτοκίνητο που χρόνια αργότερα, την 1η Ιουνίου 1998, άφησε ο Λιαντίνης στη Σπάρτη και έφυγε...


    Το ίδιο αυτοκίνητο που μετέφερε τον ίδιο και την οικογένειά του σε πολλά άλλα ταξίδια όπως και σε αυτό της φωτογραφίας, στο Χελμό το 1991. Μια ακόμη φωτογραφία που η κ. Νικολίτσα Λιαντίνη μας παραχώρησε με δικαίωμα αποκλειστικής δημοσίευσης. Και μαζί μάς έχει παραχωρήσει ατέλειωτες ώρες αφηγήσεων που στάθηκαν καθοριστικές για να εμβαθύνουμε στη μελέτη του έργου του Λιαντίνη αλλά και να κατανοήσουμε καλύτερα τις πράξεις της ζωής του. Όλο αυτό τον πλούτο των γνώσεων, και στο βαθμό που έχουμε την άδεια της κ. Λιαντίνη, είναι που μοιράζεται το ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ με τους αναγνώστες του. Ανιδιοτελώς και υπηρετώντας την αλήθεια και μόνο. Ακριβώς όπως έχουμε σκοπό να συνεχίσουμε και στη νέα περίοδο λειτουργίας μας.

_______________________________


22/2/2010 ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναδημοσίευση από το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ - ημερομηνία αρχικής ανάρτησης 6/10/2008

Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα