ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Νηφομανής, ο νυφομανής και η ... κάλτσα της Νώενας

Πάσχα έρχεται και ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γίνεται ακόμη περισσότερο επίκαιρος αφού παρά τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξιθρησκία στη χώρα μας υπάρχει και η κυρίαρχη ορθοδοξία που δίνει ρυθμό ακόμη και στις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων ή ορίζει  ποιες μέρες θα εργαστούμε και ποιες θα κάνουμε υποχρεωτικές διακοπές.

Είναι τόσο πολύ κακό αυτό; Λέω πως ας ήταν αυτό μονάχα το κακό στη ζωή μας...  Εξάλλου υπάρχει Παπαδιαμάντης και υπάρχει και Λιαντίνης για να αντιμετωπίζεις μετρημένα το ζήτημα και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δηλώνει ο γλωσσοπλάστης Λιαντίνης με τον όρο "νηφομανής" (αλλά και όσα στο ομώνυμο βιβλίο  γράφει για την ελληνική ορθοδοξία (1) ) ή κατά τα συνήθεια του Ρωμαίικου Πάσχα  του κυρ Αλέξανδρου.

Εδώ όμως θα ασχοληθούμε με το ξήλωμα της Κάλτσας της Νώενας! Που είναι και αυτή ένα διήγημα του αγίου των ελληνικών γραμμάτων. Και με αφορμή την επιμονή ορισμένων να διαβάζουν ως "νυφομανή" το Νηφομανή του Λιαντίνη...



Η ΚΑΛΤΣΑ ΤΗΣ ΝΩΕΝΑΣ

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

«–Και τα κουνούπια πως να ηύραν τρόπον κ’ εσώθηκαν εις την Κιβωτόν; Κ’ η μυίγα; και τα μυιγαράκια; κ’ οι μουσίτσες;

–Και τα μικρόβια;

Αι δύο κυρίαι είχαν τον λόγον. Η πρώτη, ευτραφής, μεγαλόσωμος, και καλοκαμωμένη, όσο εφαίνετο υπό τας ακτίνας της σελήνης, μέσω του δένδρου, Και υπό το φως ενός φανού επί χαμηλού στύλου, έξωθεν του εξοχικού καφενείου, ήτο σύζυγος του παρακαθημένου αυτή υπερμεσήλικος κυρίου με την γενειάδα, όστις ήτο επαρχιώτης πολιτευόμενος. Η άλλη, νεαρά ακόμη, άγαμος, ήτο εν ενεργεία δασκάλα. Εις γνώριμός των, νεαρός κύριος, συνεπλήρου την τετράδα. Είχαν πίει τον καφέν των, την θερινήν εκείνην νύκτα, και ανεψύχοντο.

–Κι ο ψύλλος τάχα που να ετρύπωσε, και κατώρθωσε να γλυτώση; είπεν η δασκάλα.

–Δεν αμφιβάλλω ότι στην κάλτσα της Νώενας θα εχώθη, απήντησεν η μεγαλόσωμος.

Όλοι εκάγχασαν.

–Μα η ψείρα;

–Ω, η ψείρα; Χωρίς άλλο θα εκόλλησε στην γενειάδα του Νώε.

Ο γηραιός κύριος ακουσίως έψαυσε την γενειάδα του.

Εις ένα όμιλον αντικρινόν εκάθηντο τρεις λιμοκοντόροι. Οι δύο μόνον εφορούσαν στενά. Ο τρίτος, αμύστακος ακόμη, εφορούσε κομψά ρασάκια, και είχε την κοτσίδα του οπίσω δεμένην εις την μέσην με κορδέλαν. Ίσως ήτο Ριζαρείτης.

Κατά σύμπτωσιν, κ’ εκεί η ομιλία ήτο σχετική με την Παλαιάν Διαθήκην. Οι τρεις νέοι ωμιλούσαν εν εξάψει, κ’ εφαίνοντο ότι είχαν δειπνήσει εν αφθονία.

–Και τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;... Πως μίλησεν η γαϊδάρα του Βαρλαάμ; Τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;

Το βρε ο Ριζαρείτης το απηύθυνε βεβαίως εις τον αόρατον και απρόσωπον (τον) διευθυντήν συντάκτην της Ιεράς Γραφής, προς τον οποίον απέστρεφε ρητορικώς τον λόγον. Ίσως εις τον προφήτην Μωϋσέα.

–Τίνος τα πουλάς αυτά, επανέλαβε και τρίτην φοράν.

Ο νεαρός κύριος του γείτονος ομίλου, αν κ’ εγέλασε με τας ελαφράς ευφυολογίας των δύο γυναικών, φαίνεται ότι δεν ευηρεστήθη από την βαναυσότητα του μικρού ρασοφόρου. Και αποτεινόμενος προς την ιδίαν ομάδα του, αρκετά μεγαλοφώνως ώστε ν’ ακούεται και από τους γείτονας, είπε:

–Τίνος τα πουλά; ...Μ’ αυτά τα πράγματα, είναι είκοσιν αιώνες τώρα, εξακολουθούν να πουλούνται εις εκατομμύρια ανθρώπων, και μάλιστα αι Βιβλικαί Εταιρείαι τα πουλούν μεταφρασμένα εις τριακόσιες τόσες γλώσσες... Κ’ έπειτα, εκείνος που τα πουλά, ως θαύμα ζητεί να τα πουλήση και όχι ως κοινόν τι και σύνηθες. Ουδέ βιάζει κανένα να το πιστεύση.

–Και δεν είναι και πολύ παράξενο αν ωμίλησε μίαν φοράν η γαϊδάρα, είπεν ακάκως ο γηραιός κύριος. Πόσοι γαϊδάροι και γαϊδάρες πόσες μιλούν!

–Ας τ’ αφήσουμε αυτό, είπεν ο νέος. Μα ιδέτε πόσον καλά ο νεαρός αυτός ρασοφόρος μανθάνει τα «ιερά γράμματα», αφού τον Βαλαάμ, τον μάντιν, που έζησε χίλια χρόνια προ Χριστού, τον κάνει Βαρλαάμ, τον αιρετικόν της 13ης μετά Χριστόν εκατονταετηρίδος... Και το κάτω-κάτω, κύριε, επέφερεν οιονεί αποστρέφων τον λόγον προς τον Ριζαρείτην, αφού δεν σ’ αρέσει, κύριε, η Θρησκεία και το ιερατικόν στάδιον, διατί φορείς ράσα, και διατί οι φιλόστοργοι γονείς σου σε στέλνουν να φοιτάς εις την Ριζάρειον; Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι; ».



Αχ, αυτός ο κυρ Αλέξανδρος. Που δεν κόλλαγε η γλώσσα του (2)  και ήξερε με το βαμβάκι να σφάζει όλους τους δήθεν. Που παριστάνουν τους παντογνώστες και τους ειδήμονες και αγνοούν ακόμη και τα βασικά. Όπως για παράδειγμα εκείνοι που αρέσκονται να εμφανίζονται στα φόρα του διαδικτύου ως ειδικοί λιαντινολόγοι και τους ακούς να σου μιλάνε για το ... νυφομανή του Λιαντίνη!

Υπάρχει νυφομανής του Λιαντίνη; Ούτε του Λιαντίνη μα ούτε και του λεξικού, τουλάχιστον του λεξικού της ελληνικής γλώσσας. Στα μεν λεξικά θα συναντήσετε τον όρο "νυμφομανής" (και πάτε εκεί να δείτε και τι σημαίνει) ο δε Λιαντίνης ονόμασε ένα από τα βιβλία του με τον τίτλο "ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ".  Φρόντισε μάλιστα αρχή αρχή του βιβλίου και να εξηγήσει τον όρο αφού πρόκειται για σύνθετη λέξη δικής του επινόησης:

"Ο Νηφομανής δηλώνει το νηφάλιο και το μαινόμενο ταυτόχρονα. Είναι εκείνος που νοεί και κρίνει, αλλά την ίδια στιγμή ενθουσιά και εμπνέεται. Ζει τον έλλογο μύθο ζυμωμένον αξεδιάλυτα με τη φρόνιμη τρέλα.

Ο Νηφομανής υπάρχει μέσα στην "καιρική κατάσταση". Ισοζυγιάζεται σ' ένα μεταίχμιο, και περιπατεί επί "ξυρού ακμής". Ενουσιάζει την ψυχρή φλόγα του Πίνδαρου. Και πίνει νερό από την κασταλική κρήνη του Απόλλωνα στους Δελφούς, καθώς ηγεμονεύει τη μάχη των Λαπιθών και των Κενταύρων στην Ολυμπία. 

Η σημερινή φυσική αυτή την ταυτότητα του ποιητή την ανακάλυψε στο ταυτόχρονο γινόμενο του ελάχιστου σφάλματος της θέσης και του ελάχιστου σφάλματος της κίνησης του ηλεκτρόνιου. Η τιμή του γινόμενου αυτού μετρήθηκε και βρέθηκε τουλάχιστον ίση με τη σταθερά του Πλανκ." (3) 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, προλόγισμα στο βιβλίο του Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ

Κάθεσαι λοιπόν και εξηγείς στον άλλο πως ο Λιαντίνης στο Νηφομανή του αναλύει την ιδιαιτερότητα της ελληνικής ορθοδοξίας, φτάνει ακόμη και να κατανοήσει τον Παπαδιαμάντη που δεν κολλά η γλώσσα του γιατί δε λησμονά την Ιερουσαλήμ, κι αυτός σου λέει όχι! δεν τα λέει αυτά ο Λιαντίνης στο ... Νυφομανή! 

Τι να του απαντήσεις; Παρά να πάει να μάθει πρώτα τα ελληνικά και μετά ας έρθει να κουβεντιάσουμε για το Λιαντίνη. Λυπάμαι που το λέω τόσο ωμά, αλλά κι εμένα έτσι αδιάβαστη με έστειλε κάποτε ο Δάσκαλος, είκοσι χρόνια πριν, να πάω πρώτα να διαβάσω στο λεξικό τι σημαίνει "λέπας" και μετά να τον ξαναρωτήσω. Πού να του έλεγα και λάθος τη λέξη! Εκεί, δικαίως του λόγου, θα μου απάνταγε με την τελευταία ... βελονιά της κάλτσας της Νώενας:

Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι;


______________________________

1. Δ. Λιαντίνης, Ο Νηφομανής, σελ. 91 - 92
2. Δ. Λιαντίνης, Ο Νηφομανής, σελ. 93 &  Αλ. Παπαδιαμάντης, Λαμπριάτικος Ψάλτης:

[...] Διὰ νὰ δώσομεν πέρας εἰς τὸ προοίμιον αὐτό, θὰ εἴπομεν μὲ δυὸ λέξεις ὅτι: τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσον λέγουν αὐτοί. Τὸ Ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν, τὸ δοῦλον τουλάχιστον, εἶναι ἀκόμη ὀπίσω, καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξῃ ἀρκετὰ ἐμπρός, χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ ὡς διασπαράσσεται, φεῦ! ἤδη. Ὁ τρέχων πρέπῃ νὰ περιμένῃ καὶ τὸν ἑπόμενον, ἐὰν θέλῃ νὰ τρέχῃ· ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῇ τὸν δεσμώτην ἢ πρέπει νὰ τὸν ἀνακουφίζῃ. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον τὸ ἐλεύθερον ἔθνος καθίσταται, οἶμοι! ἀνικανότερον, ὅπως δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος.

Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὁτιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν.

Ἀλλὰ ὁ Γραικύλος τῆς σήμερον ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νάνον ἀνορθούμενον ἐπ᾿ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ᾿ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον ἔχει καὶ θὰ ἔχει διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του.

 Τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἐνόσω ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, ἰδίως δὲ κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἔθη. «Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλώσσα μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ». [...]

3. Για τη σταθερά του Πλανκ: Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, σελ. 127 (και όλο το κεφάλαιο που ακολουθεί, πρόκειται για την περίφημη αρχή της Απροσδιοριστίας, βασική συνισταμένη στη φιλοσοφία του Λιαντίνη)

Κριτική στο Νηφομανή του Λιαντίνη από το Χ. Κορέλα

Μια νέα ανάρτηση στο http://www.liantinis.gr/

Χρήστος Κορέλας (Λογοτέχνης)

Μια πορεία στο ελληνικό κάλλος

Δημήτρη Λιαντίνη, «Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ, η ποιητική του Σεφέρη»
,

Αθήνα 1987, έκδοση Πανεπιστημίου Αθηνών.

"Χαίρεσαι και πονάς διαβάζοντας τη γραφή του Λιαντίνη για τον Σεφέρη. Έχω σκύψει και σ’ άλλες του γραφές με το ίδιο δέος. Ο Σεφέρης του Λιαντίνη είναι μια μαρτυρική πορεία – επιστροφή στο ελληνικό αρχαίο κάλλος. Μια εσωτερική τελείωση. Μια ποίηση ηθική, με την έννοια της θητείας στην ανάβαση της αρμονίας, στη συμμετρία του καιρού που το ελληνικό τοπίο χώνευε το διονυσιακό πνεύμα, μετουσίωνε τη ζωή σε απωλλώνιο φως γεννώντας την κορυφαία ανθρώπινη ώρα. Την τραγωδία.[...]

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ


http://www.liantinis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=53:korelasdimosieuma3&catid=1&Itemid=53

Η "Ελένη" του Λιαντίνη


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ BLOG ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ



Εγκαινιάζοντας το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας του και μετά από μια τρίμηνη σιωπή περισυλλογής, ανεβάζει σήμερα ένα αφιέρωμα στην "Ελένη" του Λιαντίνη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για υλικό από τους διαλόγους μας στο forum HOMA EDUCANDUS την περασμένη άνοιξη. Έναν από τους όμορφους διαλόγους μας γύρω από το έργο του Δημήτρη Λιαντίνη και ελπίζουμε σύντομα να χαρούμε και άλλους παρόμοιους.

________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ: Αρχική τοποθέτηση από το χρήστη ΦΩΤΕΙΝΗ

Δανάη,

Η πρώτη σου δημοσίευση στο θέμα «Στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει..» της 12ης Απριλίου και ιδιαίτερα η αναφορά σου στην Ελένη, μου δίνει την ευκαιρία να καταγράψω κάποιες παρατηρήσεις για την Ελένη του Λιαντίνη.

Ορθά παρατηρείς εκεί ότι Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ ακολουθεί μετά το ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΡΙΤΗΣ και ΝΕΚΥΙΑ. (σ.σ. Η αναφορά εδώ αφορά κεφάλαια του βιβλίου ΓΚΕΜΜΑ του Δημήτρη Λιαντίνη.)

Στο ΜΙΚΡΟ ΚΡΙΤΗ έχουμε ως αρχική παράθεση τη γνωστή αφιέρωση στη γυναίκα του. Στη ΝΕΚΥΙΑ έχουμε το γνωστό Amor fati (τραγουδισμένος έρωτας) του Νίτσε. Και στην ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ επανέρχεται και πάλι ο Μπετόβεν του ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ με το Sprecht lauter, schreyt, denn ich bin taub (Μιλάτε πιο δυνατά, φωνάξτε, γιατί είμαι κωφός).

Όμως στην ίδια σελίδα (203) καταγράφεται και μια δεύτερη αφιέρωση με δικό του ποίημα του ίδιου του Λιαντίνη για την Ελένη που την είδε «από τη Σπάρτη στο Μυστρά» και στο σχόλιο της σελ. 206 υπογραμμίζεται ότι «Οι γάμοι του Φάουστ και της Ελένης γίνουνται στο κάστρο του Μυστρά» (σελ. 266). Στο κάστρο του Μυστρά έκανε και τους δικούς του γάμους ο Λιαντίνης. Λες τυχαία να επέλεξε τον τόπο;

Πρόσεξε όμως: Το ποίημα που παρατίθεται είναι το ποίημα ΓΛΥΠΤΗΣ, «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, σελ. 27». Ο Λιαντίνης λαξεύει άγαλμα (αγαπημένη του πρόταση). Όμως το ποίημα που περιλαμβάνεται στο Corpus των ποιημάτων του έχει μια διαφοροποίηση σε σχέση με το ποίημα της ΕΛΕΝΗΣ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ στη Γκέμμα. Συγκεκριμένα στον τελευταίο στίχο. Ενώ πριν 10 χρόνια γράφει «και μ’ ηύρε ο τάφος ποιητή», 10 χρόνια μετά στην Γκέμμα, αλλάζει το τάφος και το κάνει «και μ’ ηύρε ο κόσμος ποιητή».

Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ τελειώνει επίσης με δικό του ποίημα, συγκεκριμένα με ΤΗΝ ΚΟΜΗ ΤΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, σελ. 40». Και εδώ κάποιες αλλαγές, ιδιαίτερα στο δεύτερο στίχο:

Τους παραθέτω:

ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ
....
Έσιαζες το κρεββάτι μου
μέσ’ στα λυμένα σου μαλλιά
κι έγερνα δίχως τ’ άτι μου,
χήνα, καλή μου, αλοταριά.


Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ (ΓΚΕΜΜΑ)

Έστρωνες το κρεββάτι μου
στα χέρια σου και στα σπαθιά,
κι έγερνα εγώ και τ’ άτι μου,
βαθύζωνη κι αλοταριά.

Τα λυμένα μαλλιά γίνονται τώρα χέρια για να κρατούν σπαθιά και ο ποιητής που έγερνε δίχως άτι, τώρα γέρνει με το άτι του. Συνειρμικά σου έρχεται η εικόνα του πολεμιστή Έκτορα με το άτι του, αλλά και της Ανδρομάχης που χρειάζεται να κρατά τα δικά της σπαθιά, γιατί ο ήρωας της έχει κινήσει για πόλεμο.

Όμως δεν είναι η μόνη ΕΛΕΝΗ που μας άφησε ο Λιαντίνης. Έχουμε την Ελένη των ΧΟΡΙΚΩΝ στο ΝΗΦΟΜΑΝΗ (σελ. 148 εξ.). Εδώ παρότι επιγράφεται ΕΛΕΝΗ δεν έχουμε ούτε μία αναφορά στο όνομα ΕΛΕΝΗ. Αντίθετα οι πρωταγωνιστές ΓΙΑΝΝΙΑΣ και ΛΙΜΠΙΚΑ (περίεργο όνομα, σαν να παραπέμπει ηχητικά κάπου!!!) ζουν ένα πραγματικό ερωτικό γεγονός στο ξενοδοχείο Καστέλλι στην ιταλική πόλη Μόντενα σε ταξίδι επιστροφής τους στην πατρίδα. Και είναι γνωστό ότι πολλά από τα χορικά του ΝΗΦΟΜΑΝΗ είναι προσωπικά βιώματα του Λιαντίνη.

Μήπως την ΕΛΕΝΗ των χορικών θα πρέπει να την δούμε σε συνάρτηση με την ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ της Γκέμμας;

_________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ - Από δημοσίευση του χρήστη ΛΟΥΚΙΑ ΣΟΦΟΥ:

Η Λουκία προς διευκόλυνση του διαλόγου παρέθεσε το κεφάλαιο που ανέφερε η Φωτεινή από τα Χορικά του Νηφομανή του Δημήτρη Λιαντίνη (σελ. 148 - 155)

Δ. ΕΛΕΝΗ

αλλ’ είδωλον ην.

Έτσι που θα την ιστορήσω, μας ανιστόρησε ο ξένος την ιστορία μιας απιστίας παράξενης που έγινε στα ξένα.

Από το Σαν Ρέμο ως τη Τζένοβα οι ιταλιάνοι μηχανικοί έχουν στρώσει ένα δρόμο πέταλο καρφί. Ή θα περνάς γιοφύρια που ενώνουν βουνά με κάτωθε τις κοιλάδες και το πιότερο βράχους και κράκουρα, ή θα περνάς τούνελ και σήραγγες που ενώνουν κοιλάδες με πάνωθέ σου όγκους τα βουνά.

Μια χτενισιά γης, εκατό και βάλε μίλια, την ξεμετράς αστραπή. Το μισό σαν ιπτάμενος, το άλλο μισό υποβρύχιος. Κύλινδροι, σπαστήρες, δυναμίτες, προωθητές γαιών έκαμαν ένα τα κατά γην, αέρα και θάλασσα. Οι ιταλοί έχουν παράδοση στη μηχανική και στους δρόμους. Από την εποχή του βασιλιά Πύρρου. Τότε που στρώσανε την Αππία οδό. Την πρώτη αουτοστράντα.

Ύστερα, καμιά διακοσαριά χιλιόμετρα, καθώς αφήνεις πίσω Ραπάλλο και Σάντα Μαργαρίτα και δεξιά σου Λασπέτσια και Πίζα, ο δρόμος ισιώνει στον κάμπο. Η αουτοστράντα τους τραβάει καρσί και πλατιά. Το αμάξι χύνεται στην άσφαλτο κυνηγώντας τα πρατήρια βενζίνης. Το τοπίο μηρυκάζει τον εαυτό του. Μόνο ανάρια και που, με τη στροφή ή την ομίχλη αλάργα, διαβάζεις την πινακίδα Velocita 100.

Tέλευε η μέρα κι ο μουντός αγέρας
τα ζωντανά της γης από τους κόπους
ξαλάφρωνε∙ κι εγώ μονάχος ένας
συντάζουμουν να πιάσω τον αγώνα,

που λέει κι ο Δάντης του Καζαντζάκη. Αλλά τότες δεν ήμουν ένας ακόμη. Ήμουνε δύο.

Τέλευε η μέρα, λοιπόν, που ο Γιαννιάς και η Λίμπικα με την καμπριολέ τους Μπιεμτάμλιγιου φτάνανε στο σταυρό της Πάρμας. Το ιουλιάτικο πνίγος λάβωνε το ηλιοβασίλεμα με τη φτερούγα μιας θαμπερής αποκάρωσης.

- Τραβάμε για Πάρμα; ρώτησε τη γυναίκα ο Γιαννιάς αγγίζοντας τα μαλλιά της.

- Λέω να προχωρήσουμε κομμάτι. Έχουμε να χάσουμε πολλά, αν δεν κοιμηθούμε απόψε στο Μοναστήρι της Πάρμας;

- Τότε Μόντενα-Ζυντ, είπε ο άντρας.

Σε λίγα λεπτά αφήνανε το ποτάμι της πίσσας, και μπαίνανε στα νότια προάστια της πόλης. Περνώντας περιβόλια λογής, αποθήκες κατά μήκος του δρόμου, αδέσποτα σπίτια, φάμπρικες και κεραμικά κανατάδικα, σταμάτησαν σ’ ένα hotel. Ήταν ένα απολειφάδι παλιού αρχοντικού, «Το Καστέλλι», με τ’ όνομα.

Και στους δύο ορόφους του τετράπλευρου τα παράθυρα, με ξύλο στο χρώμα του δρυ, απόληγαν σε ευρύκυκλα τόξα. Στη στέγη ένα χτίσμα, αρκετά μεγάλο για δώμα, στεφάνωσε την κλασική γραμμή των παραλλήλων. Το’παιρνες καλύτερα για βίγλα, ή πολεμίστρα άλλων καιρών.

Ανεβαίνοντας ένα Π πέντε σκαλιά, και στηριγμένη σε δύο μαρμάρινες κολόνες η κεντρική είσοδος, με ευρυχωρία πυλώνα, έδειχνε κατευθείαν στην Υποδοχή. Δεξιά, ένας άνετος διάδρομος οδηγούσε στο μπαρ, που στο βάθος του καρσί έβλεπες κρεμασμένη μια γκραβούρα του ποιητή με το δάφνινο στεφάνι στην κόμη και τη μακρυά γαμψή μύτη. Αυτό μπορούσες να το ξεχωρίσεις αμέσως από κάθε σημείο του διαδρόμου. Όπως ακριβώς στο Μουσείο των Δελφών βλέπεις από παντού τον Ηνίοχο.

Αριστερά, άνοιγε η μικρή αίθουσα του ρεστωράν με μια δεκαριά τραπέζια. Σε όλους τους χώρους υπόφεραν οικόσιτα φυτά σε ζαρτινιέρες και γλάστρες. Τα χαλιά ήσαν λεπτά και τριμμένα. Ένα γυάλινο ενυδρείο στημένο στον αριστερό τοίχο του εστιατορίου ήταν το μόνο παράταιρο στην παλαιωμένη τάξη.

Το ταξιδιάρικο ζευγάρι πήρε το δωμάτιο δεκάξι στη βορειοδυτική πλευρά του πρώτου ορόφου. Ήταν μια κάμαρη ευρύχωρη με το λουτρό εμπρός και αριστερά. Στο δεξιό και πίσω μέρος το σιδερένιο κρεβάτι μέσα σε μια μεγάλη τετράγωνη αχιβάδα.

Τα φώτα ήσαν κρυμμένα. Ο πολυέλαιος στη μέση σε αποστρατεία. Και ο καθρέφτης στη βορειοανατολική γωνία του τοίχου έμοιαζε να’ χει αντικρύσει ήθη και τρόπους από την εποχή του Μαρκήσιου Ντε Σαντ.

Τα δύο παράθυρα, μικρότερο το ένα από το άλλο μεγαλύτερο, ανοίγονταν δυτικά και βόρεια αντίστοιχα. Το δυτικό μέσα από ψηλές σημύδες αγνάντευε στον ουδέτερο κάμπο. Η βόρεια πλευρά έβλεπε σ’ ένα χώρο με εφτά οχτώ ρεμίζες. Και δεξιά του θρόϊζε ένας μεγάλος κήπος, νοιασμένος με ψιλολογιά ατημέλητη.

Η Λίμπικα βιάστηκε. Χωρίς σχεδόν να σπουδάξει το χώρο που σε λίγο θα γινόταν ιδιωτικός έστω και φευγαλέα, πέταξε το ελάχιστο ρούχο της και μπήκε στο λουτρό.

- Το νερό! τι θαύμα είναι το νερό, μονολόγησε βγαίνοντας. Σκούπιζε μαλακά το σώμα της, αγγίζοντας μ’ ένα Marimekko προσόψιο νησίδες νησίδες τα υγρά μέλη.

- Όπως τρίβεις με την απαλάμη φύλλα καρυδιάς. Κι ύστερα τα μυρίζεσαι, συλλογίστηκε ο Γιαννιάς.

Όταν φρεσκαρίστηκε και ο άντρας, κατέβηκαν στο ρεστωράν και δείπνησαν ελαφρά. Ύστερα πέρασαν στο μπαρ. Εκείνος άναψε τα τσιμπούκια του, τρεις παλαιωμένες ρίζες από ρείκι Κορσικής, και η Λίμπικα ξεδίπλωσε τον Άτλαντα της Shell. Εσπούδαξε σημειώνοντας τον τόπο και τις αποστάσεις για την αύριο. Και έριξε μια γρήγορη ματιά στις σελίδες με τα τοπικά αξιοθέατα και τα μνημεία.

- Αύριο λίγο Φερράρα και πολύ Φιρέντζε, είπε στο Γιαννιά λικνίζοντας τη φωνή της ανάμεσα στη φαντασία και στο προσδοκώμενο.



- Φίλος παλιός έλεγε πως στην Casa di Dante, σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο τόπο θα διαβάσουμε ολόκληρη την Κωμωδία.



- Λένε πως στην έκθεση βιβλίων στην είσοδο του σπιτιού θα ιδούμε τα τρία τεύχη της μετάφρασης του Καζαντζάκη.

- Εθνική μας τιμή, απόσωσε στυφά ο άντρας.

- Πάμε για ύπνο. Νιώθω κατάκοπη. Θα παραδεχτείς να με αφήσεις απόψε αφίλητη; του χαμογέλασε ήρεμα.

Σε λίγο, κόντευε πια μεσονύχτι, η νέα γυναίκα είχε κιόλας αποκοιμηθεί. Το ελαφρύ λινό, πτυχωμένο σε λοξή ταινία, σκέπαζε το καστανό της ανάστημα, αφήνοντας να διαγράφεται μια ανεπαίσθητη κλίση προς τα δεξιά, καθώς άπλωνε ανάσκελα τον απέριττο πλούτο του κορμιού της στο στρώμα.

Οι μηροί της ενωμένοι χαλαρά τόνιζαν μια αδιόρατη κάμψη προς την ίδια πλευρά βαθαίνοντας χαρούμενα το στιλπνό μέταλλο της κοιλιάς. Τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της σκέπαζαν τον κάλυκα του αφαλού, ενώ η δεξιά παλάμη της ήταν λησμονημένη στην πυρή κορυφή του αριστερού της στήθους. Όπως το μωρό που κοιμήθηκε με το δάχτυλο ξεχασμένο στο στόμα. Μια άνεση θεληματική πλανιότανε ανενόχλητη στα δροσερά ματόκλαδα.

Α, η χορτασμένη γυναίκα, συλλογίστηκε ο Γιαννιάς. Η Gestillte, που έλεγε ο Ρίλκε. Τύψη της αθωότητας. Λύτρο και ευλογία της ενοχής.

Εκεί, και τότε, και έτσι. Και η νύχτα νύσταζε. Και νικητήριος του κόσμου ο ρυθμός ολοπερίγυρα ησύχαζε. Οπόταν ξαφνικά!

Ξαφνικά ένας ξερός ήχος. Εγλίστρησε τραβηγμένος, και παρείσακτος μπήκε απάντεχος. Ένα τρέμουλο, που άρχισε ν'ανεβαίνει στο σαλαγητό και την αναστάτωση.

Και απότομα, ωσάν ερεθισμός και πείραξη τριβής, φούντωσε σε φρύγανα το ζεστό λαχάνιασμα. Κάτι που είχε ξεκινήσει συσταζούμενο, μουσικό, βαθύ και πνιγμένο. Τα ακούσματα έσπασαν σε απότομες και δυνατές ανακοπές, που ασύμμετρες ή περιοδικές αυλάκωναν το σκοτάδι με βαθιές χαραγές.

Αναπνοές και βογγητά. Καλέσματα σιγανά. Απότομα πλούταιναν. Και σβήνανε βίαια στο βάθος μιας απελπισμένης σπηλιάς. Στα αυτιά του Γιαννιά φτάνανε οι κύκλοι ενός ιερού τρόμου.

Τέντωσε την ακοή του λεπίδι. Δάγκωσε τον αριστερό του αντίχειρα. Σαλτοπατώντας βρέθηκε στο ανοιχτό παραθύρι του βοριά. Ζουλάπι κακό ζάρωσε μέσα του το αρπαχτικό φυλάγοντας από τη σκοτεινή λόχμη τον καιρό, να ξεδιακρίνει και να φερμάρει το θήραμα.

Ένα δεύτερο κύμα από αγκομαχητά, βιάση αναμμένη, γελούμενα κλάματα, και φωνές ασυνάρτητες και βατταριστές περόνιασε το σώμα του και κούνησε την κάμαρη.

Ένιωσε τα παραθύρια να σκαμπανεβάζουν στην αγριεμένη νύχτα των νερών. Ανταριάστηκαν οι σημύδες, και άρχισαν να υποχωρούν κατεβαίνοντας. Τα μανιτάρια του κήπου τραμπάλιζαν, σπίθες σε άπατα ύψη, και πυγολαμπίδες. Πέρα ο κάμπος άρχισε να γυρίζει σφοντύλι. Γύρω από το τεράστιο αδράχτι τ'ουρανού.

Έπλεξε σφιχτά τα δάχτυλα των χεριών του. Πισωπατώντας διάγειρε στο στενό δωμάτιο. Πλησίασε τη Λίμπικα προσεκτικά και την κοίταξε. Η ήρεμη θέση ενός κοιμισμένου αλάβαστρου. Η ακινησία της μαρμαρένιο αλώνι.

- Και ο ύπνος τι δίκαιος! ψιθύρισε ο Γιαννιάς.

Έσκυψε να λογαριάσει την αναπνοή της γαλήνης της.

Ύστερα ξεμάκρυνε βιαστικά βηματίζοντας στον αλαφιασμένο αέρα. Περισυνάζοντας τα μέσα του και τα έξω, αναμέτρησε την κατάσταση και τους όρους. Άνοιξε τα χέρια του και τα κατέβασε νεύοντας. Σα νά' θελε να κυβερνήσει το δρολάπι των σκιών και των ήχων. Είδε τα νεύρα του και το σφυγμό του πιασμένα στο δίχτυ.

Ο Γιαννιάς πρόβαλε τώρα το σώμα του έξω από το παράθυρο του βοριά. Κατευθύνοντας προσήλωσε συγκεντρωτικά τη χοάνη των αυτιών του στο μεθυσμένο αλαλητό που έβγαινε από τα πάνω παραθύρια. Εστάθηκε εκεί κρατώντας το χτύπο να βαρεί μες στο αίμα του. Μέσα στη θύελλα μιας ακαταλάγιαστης διάρκειας άκουγε ακούσματα ανάκουστα.

Φωνές, Φωνές που τις κόβανε οι λυγμοί. Ικεσίες και στεναγμοί κατεβαίναν ως τη λυτρωτική σιωπή μιας καινούργιας εκκίνησης. Αναπνοές ασυγκράτητες και σφαχτές ανεβασμένες από το αναβρυτό παράδομα της σάρκας.

Διαρκούσανε και δυνάμωναν, και ανέβαιναν και κατέβαιναν. Έσπρωχναν το κυνήγι της ταραχής ως το σύνορο της λιποθυμίας.

Κατάπιναν τη λύσσα της αναζήτησης στις δοχές ενός άπειρου λάρυγγα. Βύθιζαν παλαβωμένη τη λαχτάρα ανάμεσα από σπαραγμούς και απανωτές ριπές εγκατάλειψης σε βυθούς ανεξερεύνητους. Συμπάλευαν τα τινάγματα και τα φιλιά και το χάϊδεμα στο αβρό και σαρκοβόρο πλέξιμο μιας εκκωφαντικής διάλυσης.

Ήτανε τα αγρίμια που ζευγάρωναν. Ήτανε σε συστάδες αναμμένες αφάνες, σε αλυγαριές και σε φλόμους. Ήτανε κορφές δέντρων υψιπέτηλες που τις κομμάτιαζε έξαλλο το πλέξιμο του βοριά. Ήτανε νερά καταρράχτες και έσκαζαν παφλάζοντας στα βράχια.

Μυώνες γατόπαρδου στο γονάτισμα και στο κύλισμα της γκαζέλας. Λυγίσματα κύκνων στους καλαμιώνες. Περιστεριών ραμφίσματα και φτερουγητά. Έκλαιγε η βροχή. Ούρλιαζαν την πείνα τους τα τσακάλια στο μακρυνό λόγγο. Λύγιζαν κύματα τα γεννήματα στο κολπωτό πέρασμα του Μάη. Τα στοιχεία της οργής χύνουνταν ταράζοντας την κορφή και τη ρίζα στα κέδρα.

Ποιοί σμίγανε, καθώς οι ορίζοντες που τους έφερνε και τους έπαιρνε η στιγμή της αστραπής; Πάνου από το κεφάλι του Γιαννιά, σε όλο και πιο έξαλλους ανεβατούς ρυθμούς, λαχανιάσματα γρήγορα, και πελώρια ξεφωνητά κατέβαζαν τρόχαλα οι ροβόλες.

"... Ν'αγαπηθεί ακόμη περισσότερο
η ηδονή που νοσηρώς και με φθορά αποκτάται
που νοσηρώς και με φθορά, παρέχει
μιαν έντασιν ερωτική, που δεν γνωρίζει η υγεία..."

Οι γραμμές της επιστολής του νέου Ιμένου, πατρικίου διαβοήτου εν Συρακούσαις επι ασωτεία, φωτίστηκαν ξαφνικά και φωτίσανε τον τομέα του εγκέφαλου του Γιαννιά. Ιδού γιατί στο εξής οι ευαίσθητοι νέοι σαν ερωτεύουνται θα παίρνουν μαζί τους, τρίτο, τον Καβάφη. Την ιδική του έκφανση του ωραίου. Π ο λ ύ σ π α ν ί ω ς, αλλά ναι.

Δάγκωσε άγρια το κατώχειλό του. Σάλεψε ασάλευτος. Και δοκίμασε να συναρμολογήσει την αταξία του κορμιού του, που ορμούσε με ξεφρενωμένα τα φρένα του άρματος να τον πετάξει, ιππικό ναυάγιο, στους βράχους.

- Α, το τραγούδι τους! ψιθύρισε πνιχτά. Νάτο, λοιπόν. Το τραγούδι τους. Το τραγούδι των Σειρήνων!

Μια υπέροχη και φονική κατανόηση διαπέρασε φωσφόρος και φώτισε όλα του τα κόκαλα. Ο Οδυσσέας δεμένος στο κατάρτι. Με τα ώτα έναυλα.

- Λύστε με! παρακάλεσε τους ίσκιους ο Γιαννιάς.

Όμως το σφάγιο της ηδονής δεν εννοούσε να πάψει. Έντρομα ξεσπάσματα, λιγοθυμισμένα αναφιλητά, καλέσματα φωνής μελλοθάνατης ανακάτευαν το σεισμό της ακοής του με τις λέξεις που δεν καταλάβαινε, με εικόνες, με γραμμές, με πλεγμούς και σπασμούς και θεσπέσια χρώματα.

Νερά, και σπαθιά, και κοχύλια. Δελφίνια, και αστερίες, και μύδια. Τα κυκλάμινα, οι κάκτοι. Και ροδάκινα, και αχινοί, και σταφύλια. Και τα φίδια, που λυγίζοντας τύλιγαν γιορντάνια στα μέλη τους οι χορεύτριες της Ίσιδας. Έσταζαν στάλες τα κόκκινα μήλα. Η αρμύρα έλουζε τα αχόρταγα μέλη. Και τα μύρα ζωντανά.

Ξαφνικά, η άρρυθμη κατεβασιά των ήχων και του παρακαλετού επήρε το καθαρό σχήμα των λέξεων της γλώσσας του Γιαννιά: Άαχ! Χάι! Να! Τι! Έτσι! Τώ-ρα! Ίιι! Πά-λι! Μη! Άαγκ! Ναι! Ένιωσε να σκάβει. Μία μία να φέρνει για πρώτη φορά στο φως τις λέξεις της γλώσσας του. Γνώριμες, και όμως άγνωστες.

Ήτανε δύο και τέταρτο. Όταν ο Γιαννιάς, χωρίς να ακούει πια άλλο, πάρεξ τις σφυριές και τα σφαδάσματα που τάραζαν τις φλέβες του, πέταξε από πάνω το ρούχο, γονάτισε δίπλα στη Λίμπικα, και φίλησε τρέμοντας όλα τα μέλη του θαλερού της ύπνου.

Με τρυφερή προσοχή τη γύρισε γαμώπιστα. Όπως τη ράχη κανονιού βυθισμένου στη θάλασσα, χάϊδεψε τους ώμους, τις πλάτες της. Κυκλωτικά έφερε τα χέρια του στους τρυφερούς γλουτούς και την ξαναγύρισε ανάσκελα.

Άφηκε τότε να γλιστρήσει το πενιχρό της εσώρουχο στον αέρα, και με την τρυφεράδα κρίνου άνοιξε τους ωραίους μηρούς. Έλυσε το πυρό του άλογο. Και αφέθηκε να το νιώθει να πλανιέται στους σχιστούς λειμώνες της Αφροδίτης. Να βόσκει στη χλώρη του βυθού.

Τόπους τόπους τίναζε ψηλά περήφανα το κεφάλι. Και η χαίτη του αλαφρότρεφε στις ριπές του ανέμου. Με τα αυτιά του προσηλωμένα στο μουσικό πανδαιμόνιο που κατέβαζε ο ουρανός.

Η Λίμπικα, μες στα ολόγλειφα χέρια του ονείρου της, αγκάλιασε το σκληρό σώμα του άντρα και κολπώθηκε να το χωρέσει αξεδιάλυτα και βαθιά της.

Στάζοντας τα μαλλιά και το μέτωπο σήκωσε τα μάτια του ο Γιαννιάς και την είδε κουλουριασμένη στα μπράτσα του. Ένα γαλήνιο, πλαγιασμένο, κατάφωτο οχτώ.

Την ώρα που οι πάνω ήχοι διαλύονταν σε τριανταφυλλένια σύννεφα στο σκοτεινό γαλάζιο του απείρου.

___________

  • Σημειώσεις: Μπορεί κανείς κάνοντας κλικ εδώ να διαβάσει και τις υπόλοιπες τοποθετήσεις πάνω στο θέμα, όπως διατυπώθηκαν από τα μέλη του Φόρουμ HOMA EDUCANDUS, τον περασμένο Απρίλη. Η ουσία όμως βρίσκεται στα δύο αποσπάσματα που δημοσιεύτηκαν και εδώ. Το ένα της Φωτεινής, το άλλο του Λιαντίνη από τα Χορικά του Νηφομανή. Νομίζω τίποτε καλύτερο δε θα μπορούσε να ανοίξει τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας του blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, του αποκλειστικά αφιερωμένου στο Δημήτρη Λιαντίνη. Το γιατί μπορούν καλύτερα να το κατανοήσουν όσοι βαθιά γνώση του έργου του Λιαντίνη έχουν. Και όσοι καταλαβαίνουν κι εκείνα που δε θέλουμε εμείς να αποκαλύψουμε. Λέμε μόνο πως περιποιεί ιδιαίτερη τιμή για το ιστολόγιό μας η παράθεση αυτών των δύο αποσπασμάτων. Τόση και τέτοια που οι μελλοντικοί μελετητές του Λιαντίνη είναι βέβαιο πως θα αναδείξουν ιδιαίτερα.

    Και παρακαλώ αυτό να το σημειώσετε, γιατί εκτός των άλλων η ανάρτηση αυτή αποτελεί και απάντηση του blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ σε όσα χτες διαβάσαμε στις συζητήσεις του ελληνικού τμήματος της WIKIPEDIA και συγκεκριμένα στο άρθρο της για το Δημήτρη Λιαντίνη. Ήδη αποστείλαμε mail διαμαρτυρίας προς τους υπεύθυνους του χώρου, τόσο για τη συκοφάντηση σε βάρος μας όσο και για ξεκάθαρη προκατάληψη εναντίον μας. Ταυτόχρονα τους τονίσαμε ότι ουδόλως μας απασχολεί να μας συμπεριλάβουν στους εξωτερικούς συνδέσμους του άρθρου τους, μας αρκεί που το ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ χαίρει εμπιστοσύνης από τους ανθρώπους εκείνους που νομίμως εκπροσωπούν το Δημήτρη Λιαντίνη και που κατ' επανάληψη μας έχουν παραχωρήσει σπάνια ντοκουμέντα από το αρχείο τους για δημοσίευση. Όπως και οι φωτογραφίες του ζεύγους Λιαντίνη που παραθέσαμε στο κείμενο από το Νηφομανή. Φωτογραφίες που εικονίζουν το Δημήτρη Λιαντίνη και τη σύζυγό του Νικολίτσα, μπροστά από την Casa di Dante, και που πρώτο έφερε στη δημοσιότητα τον περασμένο Δεκέμβρη το ιστολόγιό μας. Τα όσα σε εκείνο το άρθρο και άλλα κατοπινά μας δημοσιεύσαμε, φαίνεται πως θεωρήθηκαν από από κάποιους σχολιαστές της WIKIPEDIA ως ανεπίτρεπτη πολεμική, ικανή να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό μας. Εμείς πάλι λέμε ότι και εκείνο το άρθρο και όλα τα άλλα που φιλοξενούνται στο χώρο μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά φόρος τιμής στο Δάσκαλό μας και λιθαράκια της μεγάλης μάχης να λάμψει η αλήθεια στο αίνιγμα που μας άφησε. Πλην όμως όταν τέτοιες μάχες ξεκινάς είναι βέβαιο πως θα δεχθείς και λιθοβολισμούς. Τιμή μας και καμάρι μας. Γιατί όταν αυτό το χώρο ξεκινήσαμε, τον υπογράψαμε με την εντολή του Ναζωραίου αλλά και του Λιαντίνη:

    «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι.»

    Και χαιρόμαστε χαρά μεγάλη που δε μείναμε μόνο στα λόγια. Φυσικά δεν αναφερόμαστε μόνο στα σχόλια της WIKIPEDIA αλλά και σε πολύ πιο σοβαρές επιθέσεις που δεχτήκαμε. Δεν έχουμε σκοπό να αναφερθούμε σ' αυτές επί του παρόντος. Είναι θαρρούμε αρκετό που είμαστε και πάλι εδώ συνεχίζοντας να μιλάμε για το Δάσκαλό μας. Και χωρίς καμία παρέκκλιση από το σκοπό μας: Την αποπληρωμή του χρέους μας προς το Δημήτρη Λιαντίνη.


  • Αναφορικά προς το θέμα της ανάρτησης, την "Ελένη" του Λιαντίνη, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι οι φωτογραφίες που δημοσιεύσαμε ανήκουν σε παλιότερη εποχή και άλλο ταξίδι από εκείνο που περιγράφει ο Λιαντίνης στα Χορικά του Νηφομανή. Το ένα έγινε το καλοκαίρι του 1974. Το άλλο το καλοκαίρι του 1979. Ήταν τότε που γυρίζοντας από τη Γερμανία έφεραν και το αυτοκίνητο που αναφέρεται παραπάνω, το ίδιο αυτοκίνητο που χρόνια αργότερα, την 1η Ιουνίου 1998, άφησε ο Λιαντίνης στη Σπάρτη και έφυγε...


    Το ίδιο αυτοκίνητο που μετέφερε τον ίδιο και την οικογένειά του σε πολλά άλλα ταξίδια όπως και σε αυτό της φωτογραφίας, στο Χελμό το 1991. Μια ακόμη φωτογραφία που η κ. Νικολίτσα Λιαντίνη μας παραχώρησε με δικαίωμα αποκλειστικής δημοσίευσης. Και μαζί μάς έχει παραχωρήσει ατέλειωτες ώρες αφηγήσεων που στάθηκαν καθοριστικές για να εμβαθύνουμε στη μελέτη του έργου του Λιαντίνη αλλά και να κατανοήσουμε καλύτερα τις πράξεις της ζωής του. Όλο αυτό τον πλούτο των γνώσεων, και στο βαθμό που έχουμε την άδεια της κ. Λιαντίνη, είναι που μοιράζεται το ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ με τους αναγνώστες του. Ανιδιοτελώς και υπηρετώντας την αλήθεια και μόνο. Ακριβώς όπως έχουμε σκοπό να συνεχίσουμε και στη νέα περίοδο λειτουργίας μας.

_______________________________


22/2/2010 ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναδημοσίευση από το blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ - ημερομηνία αρχικής ανάρτησης 6/10/2008

Μήποτ' ω δέσποιν' επ' εμοί χρυσέων τόξων εφείης



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΗΦΟΜΑΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ:

"Ξυλάρμενος ο νέος είδε την "Παρισιάνα" να ξεπροβάλλει από το μινωϊκό ξημέρωμα της ζωής. Να ανασταίνει τα κινήματα ολόκληρου του θηλυκού γένους, που από τότε ησυχάζουν στη σιωπή του θανάτου, και να τον πλησιάζουν χορεύοντας. Πίσω από τον ερχομό της, όπως γίνεται πάντα για τις αληθινές καταστάσεις, ακολουθούσε κιόλας ο ίσκιος του φευγιού της.

Το πέλαγο που σ' έφερε σε πήρε

πέρα στις λεμονιές τις ανθισμένες.

Καθώς το αργυρό χρώμα της αγάπης θα διαλυθεί στον ορίζοντα, η εμπειρία της ραδινής οδύνης του έφηβου θα αρχίσει να μετασχηματίζεται στο τοπίο μιας ιδιωτικής μυθολογίας.

Χίλιες μορφές με τρεις απλές ρυτίδες

στον επιτάφιο συνοδεία βαλμένες.

Ο Σεφέρης δε μίλησε άμεσα γι' αυτή τη γυναίκα. Και χωρίς τις πληροφορίες της αδερφής του θα αγνοούσαμε και το όνομά της.

Στα σημάδια όμως που άφηκε πάνω του αυτό το βίωμα μπορεί να διακρίνει κανείς το καταστάλαγμα της σοβαρότητας και της αρχοντιάς που με το πέρασμα του καιρού θα γίνουν τα κύρια γνωρίσματα της ζωής και του έργου του. Το ψυχικό μετάλλευμα που άντλησε από την εμπειρία εκείνη έγινε το βασικό υλικό στο φέροντα σκελετό του στοχασμού του. πολύ περισσότερο, όσο η σιωπηλή επιφάνεια αποσκεπάζει προσεκτικά κάθε είδους ερωτικά πυροτεχνήματα.

Η μυστική αφορμή, η dona velata στη γλώσσα του Σολωμού, έχει γονιμοποιήσει το λόγο της σε μια βασιλική χλιδή, που την εφρόντισε ο νόμος της αλλαγής των πραγμάτων.

Ύστερα από την Παρισιάνα, οι άλλες γυναίκες που θα αναφλέξουν την υπομονή της αφής του, ως την εποχή που θα παντρευτεί τη Μαρώ, χωρίς να χάνεται η υπαρκτική αυτονομία του καινούργιου, δε θα είναι παρά σταθμοί στην πορεία που χάραξε εκείνη η συνειδητοποίηση.

Ότι εκείνη η ερωτική αρχή σημάδεψε καθοριστικά το πνεύμα του φαίνεται από την τροπή σωφροσύνης που από την αρχή έλαβε η γενετήσια γνώση του. Οι στίχοι του Πίνδαρου που προτάσσει στον Ερωτικό Λόγο συγκαλύπτουν την πίστη του ότι το πλήρωμα της ερωτικής αναζήτησης δεν έχει τέρμα. Η θνητή Κορωνίδα, σύμφωνα με το μύθο του Πίνδαρου, ζήτησε να σβήσει τον πόθο της με κάποιο θνητό. Πέρα δηλαδή από κείνο που της πρόσφερε ο θεός. Και γι' αυτό απάτησε τον Απόλλωνα. Έτσι ανοηταίνει ο άνθρωπος. Γιατί κυνηγάει τα μάταια. Και προσπαθεί να ανταλλάξει την ανθρώπινη δυνατότητα με κάποια υπεράνθρωπη αδυνατότητα.

Με άλλα λόγια ο Πίνδαρος θέλει να ειπεί. Το μυστικό της ζωής, που εδώ ο άνθρωπος προσπαθεί να το κατακτήσει μέσα από την απόλυτη χαρά, μ' έναν έρωτα δηλαδή που υπερβαίνει και τα όρια του θεού ακόμη, δε θα το λύσει ζητώντας να φτάσει στο γαλαξία της Ανδρομέδας. Αλλά θα το λύσει ζητώντας να πλουτίσει τον πρωινό του περίπατο στον κήπο του με τη μόνιμη ηρεμία που θα του χαρίσουν οι διαλογισμοί του για το μακρυνό γαλαξία που δε θα φτάσει ποτέ. Τόσο μπορεί και τόσο του γράφτηκε. Γιατί, πέρα από τα μετρημένα λόγια του αρχαίου χορού,

μήποτ' ω δέσποιν' επ' εμοί χρυσέων τόξων εφείης

ιμέρω χρίσασ' άφυκτον οιστόν

(Ω δέσποινά μου εσύ, απάνω μου μη ρίξεις την αφεύγατη

σαγίτα πού 'χει την αιχμή βαμμένη στην αποθυμιά)

παραμονεύουν τα παιδοκτόνα μαχαίρια της Μήδειας. Μόνο σαν πορεύεται μετρημένα ο έρωτας, καμία άλλη χαρά δεν έχει τη νοστιμιά της Κύπριδας.

Η πειθαρχία αυτή θα κοσμήσει τη γενετήσια ορμή και θα παιδέψει την ερωτική αγωγή του Σεφέρη στο ρυθμό μιας οργανωμένης σύστασης και μιας πλησμονής λιτής. Φιλοκαλείν στην ευτέλεια, που λέει ο αρχαίος σοφός. Και φιλοκαλείν χωρίς μαλθακότητα. Αυτή η στάση περί τα ερωτικά θα επηρεάσει καθοριστικά τη μορφή της έκφρασής του.

Δ. Λιαντίνη, Ο Νηφομανής σελ. 38 - 40

Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ



Δημήτρης Λιαντίνης: «Ο νηφομανής. Η ποιητική του Σεφέρη»


Ο Νηφομανής. Αχ, ο Νηφομανής… Ένα από τα ωραιότερα βιβλία που γράφτηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα. Και φυσικά ένα από τα διαμάντια του έργου του Λιαντίνη.

Από το ίδιο το βιβλίο λαμβάνοντας την έκφραση θα πω ότι γράφοντας τις σελίδες του ο Λιαντίνης περνά οριστικά τις Συμπληγάδες (1) και εισέρχεται «στον άξενο πόντο της προσωπικής του μυθολογίας.» Κουβέντα που δεν αποτελεί μια απλή φιλοφρόνηση αλλά συμπέρασμα που χάρισε η μελέτη του βιβλίου σε βάθος και σε συνδυασμό με το υπόλοιπο έργο του. Και δράττομαι της ευκαιρίας να υπογραμμίσω πως οι τίτλοι των βιβλίων του φαίνεται να αποτελούν από μόνοι τους μια ιδιότυπη περίληψη και σήμανση της πνευματικής διαδρομής που διήνυσε. Και εξηγώ τι εννοώ…

ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΤΙΤΛΩΝ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΤΟΥ


ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ. Το πρώτο του βιβλίο. Τι σημαίνει ο τίτλος; Ξυπνητός ύπνος, θα μας πει ο ίδιος ο Λιαντίνης. (2) Είναι επομένως η αφύπνιση από τον υπαρκτικό ύπνο. Τον ίδιο ύπνο που ο Λιαντίνης ζήτησε στην τελευταία διδασκαλία του στο Μαράσλειο, να διακόψουν οι μαθητές του:

«Μην κοιμηθείτε, παρθένες. Θα σας πω μωρές!»

Σχεδόν ταυτόχρονα κυκλοφορεί το ΧΑΣΜΑ ΣΕΙΣΜΟΥ. Σε μια εύκολη ανάγνωση ο τίτλος αποδίδεται στο γνωστό στίχο του Σολωμού. Κι ο συγγραφέας αναφέρει σε μια από τις σελίδες το στίχο αυτό:

«Χάσμα σεισμού που βγάν’ ανθούς και τρέμουν στον αέρα.» (3)

Δεν μένει όμως στην αναφορά. Εξηγεί και αναλύει ότι αυτό "το χάσμα είναι η καταιγιστική ρωγμή του όντος". Και είναι για μας, που προσέχουμε αυτό το σημείο, ένα παραθύρι στη στιγμή που ο Λιαντίνης βρέθηκε ο ίδιος να ακροβατεί στα χείλη ενός τέτοιου χάσματος. Όντας ήδη «έξυπνος», έξω δηλαδή και μακριά από τον ύπνο και τη λήθη. Λίγο νωρίτερα (4) θα μιλήσει για την «αμήχανη ορμή του ανθρώπου να ξεφύγει αυτό το σεισμικό χάσμα», συνδέοντάς το μάλιστα με τη στιγμή της Εξόδου του Μεσολογγίου και αφήνοντας μας να αντιληφθούμε τον εσωτερικό αγώνα που έδωσε για να φύγει και να ξεφύγει τη φυσιολογική αυτή ορμή. Ορμή που έχει αναλύσει σε πολλά σημεία του έργου του και που το ίδιο το έργο και η ζωή του αποδεικνύουν πως κατάφερε όχι μόνο να την υπερκεράσει αλλά να βρει και το "φάρμακο" για όλους τους άλλους... Ο τρόπος, η δίοδος που τον οδήγησε στην ανακάλυψη, βρίσκεται σε σημαντικό βαθμό αποκρυσταλλωμένος στο επόμενο βιβλίο που εξέδωσε. Που δεν ήταν καν δικό του…

Ήταν ένα βιβλίο που έγραψε ο Νίτσε και ο Λιαντίνης «ελλήνισε». Και ίσως γι’ αυτό, θα σκεφτείτε, ο τίτλος του δε χρειάζεται να αναφερθεί σε τούτη τη διαδρομή. Όμως… Ο ίδιος ο Λιαντίνης δεν παρέλειψε να αναφέρει στα έργα του αυτό το βιβλίο. Και επιπλέον ο τίτλος του εμπλέκεται οργανικά σε τούτη την ιδιότυπη θέαση της πνευματικής διαδρομής του Λιαντίνη: ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Και πιο πολύ ο υπότιτλος: ΠΩΣ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΝΕΤΑΙ, ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ. Η σημασιολογία είναι ολοφάνερη. Ο Λιαντίνης έχει βρει πια το δρόμο του. Το σκοπό του. Και η συνάρματη έφοδος για την κατάκτησή του έχει αρχίσει. Βρισκόμαστε χρονικά λίγο πριν την αυγή της δεκαετίας του '80. Και λίγο μετά την ανατολή της έρχεται το τρίτο βιβλίο του:



Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ!



Ο τίτλος παράξενος. Ο Λιαντίνης πλάθει τη λέξη από το νήφω, που συνδέεται με τη γνωστή μας νηφαλιότητα και το μαίνομαι που σημαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ακροβασία ανάμεσα σε ζεύγος αντιθέτων. Αγαπημένη μέθοδος του Λιαντίνη και στενά δεμένη με την Αρχή της Απροσδιοριστίας που διατρέχει το έργο του απ' άκρη σ' άκρη. Η σήμανση της σημασίας του όρου γίνεται από τον ίδιο, στην εισαγωγή του βιβλίου. Πιθανότατα για να μην βρεθούν σε σύγχυση οι αναγνώστες και πάει αλλού ο νους τους... Ο πρωτότυπος τίτλος και η στενή σύνδεσή του με τη φιλοσοφία του, αρκεί για να ξεχωρίσει το βιβλίο από όλα τα άλλα που έγραψε. Υπάρχει όμως και σημαντικότερος λόγος.

Εδώ ο Λιαντίνης δε μελετά απλώς κάποιον άλλον όπως στα προηγούμενα βιβλία του, το Ρίλκε, το Σολωμό ή έστω και το Νίτσε μέσα από τη μετάφραση που κάνει... Κι ας είναι υπότιτλος του έργου «Η ποιητική του Σεφέρη». Να μου επιτραπεί να πω ότι με το βιβλίο αυτό ο Λιαντίνης επί της ουσίας παραλαμβάνει τη σκυτάλη από εκείνη την ολιγοπρόσωπη ομάδα που έρχεται όμως από πολύ μακριά, την ομάδα των μεγάλων δημιουργών, των μεγάλων ποιητών. Κι αρχίζει τη δική του αυτόνομη πορεία. Το άνοιγμα των νέων δρόμων. Η αίσθηση είναι διάχυτη σε όλες τις σελίδες του Νηφομανούς. Ο μέχρι τώρα «έξυπνος» μελετητής του ευρωπαϊκού πολιτισμού και μάλιστα υπό το πρίσμα της ανίχνευσης σ’ αυτόν «της παρουσίας του ελληνικού πνεύματος» (5) , που ανακαλύπτει τη σχέση του θανάτου με τον πολιτισμό που δημιούργησαν οι έλληνες και στέκεται περιδεής στο "Χάσμα" που άνοιξε αίφνης κάτω από τα πόδια του, αναφωνώντας:

«Βοήθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο νάχω.
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο.»
(6)


αρπάζεται ή πιο σωστά συναρπάζεται από το δάσκαλό του, το Νίτσε, και με σύμμαχο τη φιλοσοφία του χαράζει το στρατηγικό σχέδιο για «να γίνει εκείνο που είναι» ο ίδιος. Κι αυτό το σχέδιο συνειδητά το θέτει σε προέκταση του έργου του Σεφέρη. Όχι μιμητικά. Μίλησα για σκυτάλη. Και όχι τυχαία. Σκυτάλη που περιλαμβάνει το χαρακτηρισμό και του ίδιου του Λιαντίνη ως Νηφομανούς και όχι μόνο του Σεφέρη στον οποίο αναφέρεται το βιβλίο.

Θα μου πείτε ότι «λες παραμύθια και αεροβατείς». Θα σας πω ότι δεν τον έχετε ακόμη μελετήσει όσο πρέπει, για να λέτε κάτι τέτοιο. Κι εδώ θα επικαλεστώ τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που γνώρισε αν όχι περισσότερο από κάθε άλλον, θα αποφύγω αφορισμούς που στερούνται απόδειξης, σίγουρα όμως όσο λίγοι, τη μαρτυρία της συζύγου του. Όπως την παρακολούθησα τις πρώτες μέρες της εξαφάνισης του Δημήτρη Λιαντίνη μέσα από τη μικρή οθόνη. Σπαρακτικές μαρτυρίες. Προς ανθρώπους που αγνοούσαν παντελώς το Λιαντίνη. Εκεί λοιπόν άκουσα τα ίδια που κι εγώ είχα διαπιστώσει για τον τρόπο γραφής του και η διαπίστωση έλαβε τη δέουσα ενίσχυση ώστε να μην αποτελεί υποκειμενική άποψη και μόνο. Σας μεταφέρω επί λέξει τι άκουσα:

«Πίσω από κάθε σειρά που γράφει ο Λιαντίνης, κρύβεται ένας ολόκληρος μύθος.»

Κι αν αυτό ισχύει για τις σειρές… καταλαβαίνετε τι κρύβεται πίσω από τους τίτλους των βιβλίων! Με πόση προσοχή τους έχει διαλέξει, πόσα λέει ο καθένας τους και πόσο είναι δεμένος με το σύνολο του πνευματικού του έργου. Και πέρα από αυτούς που αναφέρθηκαν εδώ, πολλά μπορεί κανείς να γράψει και για τους τίτλους των υπόλοιπων έργων του και τη σημασιολογία που ο καθένας κρύβει. Ιδιαίτερα το τελευταίο, η Γκέμμα. Δεν είναι όμως του παρόντος. Με την έννοια ότι έπονται του Νηφομανούς.

Επανέρχομαι λοιπόν στο θέμα που εξετάζουμε. Και συγκεκριμένα στο βάθος που κρύβει η κάθε του σειρά και η κάθε του λέξη, αν θέλετε. Γιατί και η λέξη του Λιαντίνη δεν είναι τυχαία. Βρίσκουμε πολλές σχετικές αναφορές στις σελίδες του. Και από το βιβλίο που εδώ παρουσιάζουμε, το Νηφομανή, θα επικαλεστώ το εξής:

«Κοπιάζω πολύ για να γράψω μια λέξη.» (7)

Ο λόγος είναι του Σεφέρη. Όχι του Λιαντίνη. Ο Λιαντίνης απλώς τον μεταφέρει. Απλώς; Έκανε τίποτε «απλώς» για να κάνει και τούτο; Ας ανοίξει ο κάθε δύσπιστος στο ίδιο το βιβλίο να διαβάσει, στο «άγιο πρωτότυπο», την ανάλυση που συνοδεύει αυτό το απόσπασμα. Για να πειστεί από τον ίδιο το Λιαντίνη. Χαρακτηριστικά αντιγράφω τούτο:

«Αναφορικά με την πειθαρχία στην έκφραση η συνεισφορά του (εννοεί φυσικά το Σεφέρη) στα γράμματά μας είναι πρωτομαστορική. Κανένας μελλοντικός συγγραφέας δεν θα μπορέσει να την προσπεράσει με τα μάτια κλειστά.» (8)

Κανένας! Και φυσικά πρώτος και καλύτερος ο ίδιος που κάνει αυτή την παρατήρηση. Ο Λιαντίνης. Μ' αυτή τη λογική έγραψα παραπάνω τη φράση για τη σκυτάλη που φαίνεται εδώ να παραλαμβάνει ο Λιαντίνης από το Σεφέρη… Και όχι μόνο. Η σκυτάλη αυτή έχει πολύ ευρύτερο νόημα και θέλει κι άλλη εξήγηση για να μην παρερμηνευθεί. Γιατί ο Σεφέρης δεν ήταν δρομέας και η σκυτάλη του δεν ήταν σκυτάλη... Τι λοιπόν παρέλαβε ο Λιαντίνης πέρα από την πειθαρχία στην έκφραση;

Ο Σεφέρης, όσο παράξενο κι αν ακουστεί αυτό, έχει χαρακτηριστεί από το Λιαντίνη: «μέτριος»! (9) Και εύλογα αναρωτιόμαστε, «κάθισε και έγραψε βιβλίο για έναν που θεωρούσε μέτριο;» Και στη φυσική σειρά έρχεται η ερώτηση αν και η σκυτάλη που αναφέρω είναι σκυτάλη μετριότητας… Όχι. Η απάντηση για το Σεφέρη δίδεται και στο Νηφομανή αναλυτικά και στα Ελληνικά επιγραμματικά:

«Ο Σεφέρης, στην κύρια ροή πνευματικός νομοθέτης, στους παραπόταμους ποιητής.» (10)

Αν λοιπόν η ποίησή του δεν ανέβηκε στον Όλυμπο, ο Σεφέρης έφτασε στην κορυφή μέσα από άλλους δρόμους του πνεύματος. Που μόνο μέτριους δεν μπορεί κανείς να τους βρει όπως δηλώνει και ο όρος "νομοθέτης". Δεν έχω όμως σκοπό εδώ να σας τους αποκαλύψω, σεβόμενη το μικρό Κολόμβο που κουβαλά μέσα του κάθε αναγνώστης μόλις ανοίγει ένα βιβλίο…

Μ' αυτή την επισήμανση έρχομαι και πάλι στη σκυτάλη. Και θα πρέπει να διευκρινίσω ότι δεν είναι εύκολο να δοθεί επαρκής εξήγηση επί του παρόντος. Και δεν υπάρχει εδώ «δε θέλω», όπως πριν. Υπάρχει και «δεν μπορώ». Τίμια και αψιμυθίωτα. Οπότε κατ’ ανάγκη προτείνω την ίδια λύση. Το διάβασμα του βιβλίου. Ή και το ξαναδιάβασμα… Και περιορίζομαι να σας προτείνω ως πρίσμα αυτής της μελέτης τα όσα είπα για τη σκυτάλη και όσα θα προσθέσω παρακάτω. Δηλαδή να δείτε το κείμενο μέσα από τον προβληματισμό αν ο Λιαντίνης μιλώντας για το Σεφέρη, μιλά ταυτόχρονα και για τον τρόπο που ο ίδιος πρόκειται να εργαστεί. Για τη μέθοδο δηλαδή που θα ακολουθήσει ως στοχαστής και συγγραφέας. Ορίζοντας όχι μόνο τις συντεταγμένες που κινήθηκε ο Σεφέρης αλλά κι εκείνες που θα ακολουθήσει ο ίδιος. Νομοθετώντας πες, την πορεία του. Και μεταφέρω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

«Ο Σεφέρης ήρθε στην τακτή ώρα της σειράς του σαν άγγελος, για να ταράξει τα νερά της κολυμπήθρας και να γεννήσει πάλι τις ελπίδες και την απαντοχή στους άρρωστους που περιμένουν.» (11)

Ίδια δεν εμφανίστηκε και ο Λιαντίνης; Και θυμίζω εδώ "το φάρμακο" για το φόβο του θανάτου που μας πρόσφερε. Φάρμακο παίρνουν οι άρρωστοι, έτσι δεν είναι; Κι αλλού πάλι διαβάζουμε:

«Τέτοιες παχυχώματες σποριές βρίσκει στον Όμηρο, στους Προσωκρατικούς, στην Τραγωδία, στον Πλάτωνα, στον Ερωτόκριτο, στο Σολωμό, στο Μακρυγιάννη και στο Δημοτικό μας τραγούδι….

Ο Σεφέρης έχει μια ιδιοσυγκρασία απτική. Το μάτι του είναι μάτι χειρούργου. Η ίδια η φύση του τον βιάζει να αντικρύζει τα αντικείμενα με μια ροπή ανακαλυπτική. Έτσι η οπτική του αναζήτηση διαπερνά τη μάζα, παραβιάζει το εσωτερικό των πραγμάτων, και τα φωτίζει. Η ερμηνευτική του δύναμη είναι ομόλογη με την ποιητική του χάρη.»
(12)

Την ίδια αίσθηση, του χειρούργου το μάτι, δεν αποκομίζουμε κι εμείς μελετώντας τις αναλύσεις του Λιαντίνη και ιδιαίτερα για τους δημιουργούς του παρελθόντος; Και μάλιστα για τους ίδιους ακριβώς που αναφέρει ότι αποτέλεσαν "παχυχώματες σποριές" για το Σεφέρη. Στα ίδια γόνιμα εδάφη δεν καλλιέργησε και ο Λιαντίνης;

Θα μπορούσα να μεταφέρω πολλά ακόμη αποσπάσματα. Και ειδικά για το σημείο που ενώνει το Σεφέρη με το Σολωμό. Ή τη σχέση του Σεφέρη με τον Πλάτωνα. Και με το δημοτικό τραγούδι. Δεν το θεωρώ πρέπον για πολλούς λόγους. Και όχι μόνο για τον Κολόμβο σας... Όμως έστω και λίγο πιστεύω να διαφάνηκε ποια σκυτάλη παρέλαβε ο Λιαντίνης από το Σεφέρη. Φυσικά, για όσους ακόμη δεν το κατάλαβαν, δεν πρόκειται για μίμηση. Γιατί και ο Σεφέρης δεν υπέπεσε σε μιμήσεις. Θέλω να πω πως ακόμα και αν θέλω να μιμηθώ κάποιον που δε μιμείται, σημαίνει ότι κι εγώ δεν πρέπει να μιμηθώ. Άλλο βέβαια αυτό και άλλο ο μεγάλος λόγος του Σεφέρη που και ο Λιαντίνης αναφέρει σε καίριο σημείο του έργου του:

«Παρθενογένεση στην τέχνη δεν υπάρχει.» (13)

Και πράγματι ο Λιαντίνης ακουμπά σε πολλά σημεία τα θεμέλιά του στους πύργους που ύψωσε ο Σεφέρης. Αρκεί να διαβάσει κανείς Τα Ελληνικά και θα το διαπιστώσει. Και αναφέρομαι κυρίως στα σημεία που ο Σεφέρης άφησε ως νομοθεσία για την τέχνη. Διότι τα ποιήματά του ο Λιαντίνης θεωρεί πως δε θα αντέξουν στο χρόνο. Δύο με τρεις γενιές το πολύ, έτσι γράφει. (14) Αλλά και πάλι δεν είναι λίγες οι αναφορές του και στα ποιήματα του Σεφέρη. Αξίζει μάλιστα εδώ να τονίσουμε ότι τον πρόλογο στον πρώτο του βιβλίο, το Έξυπνον Ενύπνιον, ο Λιαντίνης τον κλείνει με στίχους από το Σεφέρη. Και με τους ίδιους στίχους αποχαιρέτησε είκοσι και πλέον χρόνια αργότερα τους σπουδαστές του, αναχωρώντας για το ταξίδι χωρίς επιστροφή. Μιλώ για τους περίφημους "Σύντροφους στον Άδη". Σήμανση λοιπόν της αρχής και τους τέλους της διαδρομής του, ο Σεφέρης! Κι ας ήταν "μέτριος" ως ποιητής… Διότι στο Σεφέρη ο Λιαντίνης βρίσκει πολλά άλλα σπουδαία χαρακτηριστικά από αυτά που ορίζουν την ποιητική διαδρομή. Και είναι αυτή η διαδρομή του Σεφέρη που έκανε το Λιαντίνη να τον χαρακτηρίσει Νηφομανή και Νεοαρχαίο. Να παρομοιάσει με Οδυσσέα και Οιδίποδα το "Στρατή" του και να του χαρίσει τον τίτλο Homo Navigatus:

"Πάνω σε τέτοια γραμμή πορείας στη θάλασσα της ελληνικής παράδοσης βλέπω να γράφτηκαν τα τρία Ημερολόγια καταστρώματος του ναυτιλλόμενου Σεφέρη. Αυτού του homo navigatus" (19)

Από την άποψη αυτή είναι εξαιρετικά σημαντικό για όποιον θελήσει να παρουσιάσει το έργο του Λιαντίνη στο μέλλον, να χρησιμοποιήσει ως μπούσουλα το Νηφομανή. Φυσικά ακολουθώντας τα συνήθεια του και όχι τα μήνιν άειδε... Παραλαμβάνοντας κι αυτός σκυτάλη και όχι ξεπατικώνοντας. Όχι έτσι... Και βρίσκω εδώ την αφορμή να αναφέρω τα κεφάλαια του βιβλίου:

  • 1 Η επιστροφή
  • 2 Το ποιητικό κοίτασμα
  • 3 Το μορφικό παράδοξο
  • 4 Η τελετή της σιγής
  • 5 Ο Νεοαρχαίος
  • 6 De rerum natura
  • 7 Ύφος και χρόνος



  • Τα χορικά της Φωτονερόπετρας
  • Σχόλια
  • Πηγές
  • Πίνακας ονομάτων

Η ΦΩΤΟΝΕΡΟΠΕΤΡΑ


Από όλα τούτα τα κεφάλαια, εκείνο που ιδιαίτερα αγαπήθηκε από τους αναγνώστες του Λιαντίνη ήταν ο Νεοαρχαίος. Συχνά το αναφέρουν με δικό τους τίτλο: «Φωτονερόπετρα». Είναι λέξη που ο Λιαντίνης πλάθει και σημαίνει την Ελλάδα και τα τρία βασικά χαρακτηριστικά που συνθέτουν τον τόπο. Οι περιγραφές που εδώ κάνει ο Λιαντίνης είναι πραγματικά έξοχες και υψώνονται σε μουσική δημιουργία υψηλής αισθητικής απόλαυσης. Η θάλασσα, τα βουνά, το φως της Ελλάδας… Με την πένα του αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη γοητεία και νέες διαστάσεις στο βλέμμα του αναγνώστη.

Στο κεφάλαιο αυτό υπάρχει και αφιέρωση. Λίγες οι επώνυμες αφιερώσεις που έκανε ο Λιαντίνης στο έργο του. Από βιβλία δύο. Το Έξυπνον Ενύπνιον: «Ad Lou exvoto». Το Χάσμα Σεισμού: «Της Διοτίμας». Από τη Γκέμμα αφιέρωση φέρουν τα κεφάλαια «Κυκλώπεια»: «Στον Ηλ. Αν.» και «Ο Ελληνοέλληνας»: «Του Δη. Αρ.». Τα ονόματα προφανώς με όσα στοιχεία διαθέτουμε είναι Ηλίας Αναγνώστου το πρώτο και Δημήτρης Αρβανιτάκης το δεύτερο. Μαθητές και φίλοι του Λιαντίνη. Και Ο Νεοαρχαίος στο Νηφομανή είναι η τελευταία αφιέρωση που έχω εντοπίσει στο έργο του:

«Στη Λαμπιδούσα
νεκράνθεμα και τροπαίολα.»


Άντε βγάλε τώρα άκρη τι εννοεί εδώ ο δαιμόνιος Λάκων. Για το άρθρο «Στη» δε χωρά αμφισβήτηση. Πρόκειται για θηλυκό. Αλλά για όλα τα άλλα θα μπορούσε κανείς να γράψει μυθιστόρημα. Ο ίδιος ο Λιαντίνης όμως, από όσο γνωρίζω, άλλο στοιχείο για το θέμα αυτό δε μας άφησε. Ούτε θα συμφωνούσε σε μυθιστορήματα που τρέφει η φαντασία και μόνο. Ας μένει λοιπόν ανοικτό το ερώτημα για το ποια είναι η Λαμπιδούσα… Και τι εννοεί πως της προσφέρει νεκράνθεμα και τροπαίολα…

Το βέβαιο είναι πως το περιεχόμενο του κεφαλαίου αυτού αποτελεί πρόλογο και εισαγωγή του κεφαλαίου που αργότερα αφιέρωσε στο Δημήτρη Αρβανιτάκη. Του "Ελληνοέλληνα". Όρος, που όπως μας εξηγεί ο Λιαντίνης στο Νηφομανή, οφείλεται στον "ελληνικό ελληνισμό" που επεσήμανε, έστω και χωρίς να εξηγήσει τι εννοεί, ο Σεφέρης. Να άλλη μία απόδειξη για τη σκυτάλη που παρέλαβε ο Λιαντίνης από το Σεφέρη. Παρέλαβε και προώθησε. Αυτό δε σημαίνει σκυταλοδρομία; Κι αυτό θαρρώ εννοούσε και ο Σεφέρης λέγοντας πως δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη.

Και συνεχίζω για τον "Ελληνοέλληνα", που ακόμη και οι επιδερμικοί αναγνώστες του Λιαντίνη γνωρίζουν ότι αποτελεί έναν από τους κεντρικούς άξονες του έργου του. Το "γνωρίζουν" δυστυχώς δεν αποκλείει και το παρεξηγούν ή και το παρερμηνεύουν... Όπως και να έχει όμως, καταλαβαίνουν όλοι ότι ο Λιαντίνης αφιερώνοντας αυτά τα κεφάλαια που μιλούν για τους αληθινούς έλληνες, και την Κυκλώπεια βεβαίως που αναφέραμε πριν, και που αναφέρεται στους αληθινούς ανθρώπους, τα ξεχωρίζει και ο ίδιος. Και ξεχωρίζει αντίστοιχα από τον κύκλο των γνωστών και φίλων εκείνους που διαλέγει να τους αφιερώσει τούτα τα κεφάλαια. Μεγάλη τιμή. Για εκείνους.

Για μας όμως, τους αναγνώστες του έργου του, εκτιμώ πως ενδιαφέρει πρωτίστως το περιεχόμενο των κεφαλαίων και ελάχιστα έως καθόλου η προσωπική σχέση του συγγραφέα με τα πρόσωπα που έγινε η αφιέρωση. Όμως, κι επειδή αυτά είναι πράγματα ευρέως γνωστά, θα πρέπει να πω ότι όσον αφορά τον κ. Αναγνώστου και τον κ. Αρβανιτάκη, η σχέση τους με το Δάσκαλο υπήρξε η ακόλουθη: Ο πρώτος αναφέρεται επώνυμα στο τελευταίο γράμμα που άφησε ο Λιαντίνης. Και επιπλέον έχουμε τις πληροφορίες πως βρίσκεται στην κατοχή του το Ρέκβιεμ, ένα έργο του Λιαντίνη που ακόμη δεν έχει δει το φως της δημοσιότητας. Όσο για τον κ. Αρβανιτάκη έχει τοποθετηθεί δημόσια, σε ομιλία του στο Μαράσλειο το Νοέμβρη του 2006, για τη σχέση που τον συνέδεε με το Λιαντίνη.

Για τη "Λαμπιδούσα" όμως ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Στη σκιά… Σαν την Παρισιάνα του Σεφέρη και τη dona velata του Σολωμού που αναφέρει ο Λιαντίνης στο Νηφομανή. (15) Και είναι αυτό το σημείο του βιβλίου και όσα εκεί διαβάζουμε που μας επιτρέπουν να ξεπεράσουμε το σκόπελο της περιέργειας για τα προσωπικά του Λιαντίνη και να αναγάγουμε το ζήτημα σε μια άλλη σφαίρα. Ακολουθώντας πάντα την άποψη πως όταν μιλά ο Λιαντίνης για το Σεφέρη, μιλά ταυτόχρονα και για τον εαυτό του. Και μεταφέρω χαρακτηριστικό απόσπασμα:

«Ο Σεφέρης δε μίλησε άμεσα γι’ αυτή τη γυναίκα. Και χωρίς τις πληροφορίες της αδερφής του θα αγνοούσαμε και το όνομά της.

Στα σημάδια όμως που άφηκε πάνω του αυτό το βίωμα μπορεί να διακρίνει κανείς το καταστάλαγμα της σοβαρότητας και της αρχοντιάς που με το πέρασμα του καιρού θα γίνουν τα κύρια γνωρίσματα της ζωής και του έργου του. Το ψυχικό μετάλλευμα που άντλησε από την εμπειρία εκείνη έγινε το βασικό υλικό στο φέροντα σκελετό του στοχασμού του. Πολύ περισσότερο, όσο η σιωπηλή επιφάνεια αποσκεπάζει προσεκτικά κάθε είδους ερωτικά πυροτεχνήματα. …

Ύστερα από την Παρισιάνα, οι άλλες γυναίκες που θα αναφλέξουν την υπομονή της αφής του, ως την εποχή που θα παντρευτεί τη Μαρώ, χωρίς να χάνεται η υπαρκτική αυτονομία του καινούριου, δε θα είναι παρά σταθμοί στην πορεία που χάραξε εκείνη η συνειδητοποίηση.»
(15)

Ο Λιαντίνης δεν είχε αδερφή. Είχε μόνο αδερφούς. Στα γράμματα που ο ένας από αυτούς, ο δίδυμός του, ο κ. Στέφανος Νικολακάκος, παραχώρησε για να γραφτεί βιογραφικό βιβλίο για τον αδερφό του, υπάρχουν αναφορές σε κάποιες γυναίκες που σημάδεψαν λιγότερο ή περισσότερο τα νεανικά χρόνια του Λιαντίνη. Έχω διαβάσει το βιβλίο αυτό. Άκρη για το ποια ήταν η Λαμπιδούσα δεν έβγαλα. Και έμεινα και με ένα κενό. Τα ονόματα που αναφέρονται στο βιβλίο είναι τα αληθινά; Και ποιος μας το βεβαιώνει αυτό; "Οι επιστολές του Λιαντίνη", θα μου πείτε. Και θα ρωτήσω: Τη γνησιότητα των επιστολών ποιος την εγγυάται; Και κάτι ακόμη σοβαρότερο θα πω: Κι εσείς κι εγώ έχουμε υπάρξει ερωτευμένοι. Και οι περισσότεροι γράψαμε και σχετικά γράμματα. Τώρα, που τα χρόνια πέρασαν, όταν κάθομαι και διαβάζω τέτοια αλληλογραφία, με πιάνουν τα γέλια. Για την υπερβολή του ερωτευμένου ανθρώπου. Που η ίδια η ζωή την εκτινάσσει σε στάχτες… Σαφώς όχι πάντα. Υπάρχουν και οι σοβαροί έρωτες που σημάδεψαν την πορεία μας. Ο καθένας γνωρίζει για τους δικούς του. Και ο Λιαντίνης ήξερε τα του εαυτού του. Εμείς όμως δεν ξέρουμε τίποτα με σιγουριά για την πτυχή αυτή της ζωής του. Μόνο κουτσομπολιά ανεύθυνα που σέρνονται δεξιά και αριστερά. Οπότε, τελεία και παύλα στο ζήτημα αυτό. Κι ας κρατήσουν τα στοιχεία οι μελλοντικοί μελετητές του έργου του…

ΤΑ ΧΟΡΙΚΑ



Εκεί όμως που υπάρχει ουσία και αλήθεια προσωπική έστω και καλά καλυμμένη πίσω από ψευδώνυμα και λογοτεχνική μορφή, είναι στις πίσω σελίδες του Νηφομανούς. Στα Χορικά της Φωτονερόπετρας. Όταν τα πρωτοδιάβασα έμεινα με πολλές απορίες. Δεν καταλάβαινα τι και ποιους εννοεί εδώ. Υπάρχουν επτά συνολικά χορικά. Τα αναφέρω:

  • Α. Δημοτικό Τραγούδι
  • Β. Εδώ – Ώδε
  • Γ. Χειμερινές Τροπές
  • Δ. Ελένη
  • Ε. Μοιρολόι
  • Στ. Μνημόσυνο
  • Ζ. Επιτύμβιο



Βιβλίο ξεχωριστό θα μπορούσαν ίσως να γίνουν ετούτα εδώ. Αν όχι όλα, κάποια τουλάχιστον απ’ αυτά. Που καιρό έψαχνα τι σχέση έχουν με την ποιητική του Σεφέρη και άκρη δεν έβρισκα. Κι αναφέρομαι στα Χορικά Γ', Δ΄, Ε΄ και Ζ'. Στα άλλα τρία, και ειδικά στα δύο πρώτα Χορικά, υπάρχει σύνδεσμος του περιεχομένου με το Σεφέρη. Αλλά στα τέσσερα που ανέφερα ούτε το όνομα του Σεφέρη υπάρχει ούτε κανένα άλλο στοιχείο που να βοηθά για να βρεις το δεσμό τους με το υπόλοιπο βιβλίο.

Ώσπου ήρθε η πληροφορία που μου άνοιξε τα μάτια. Βιώματα είναι. Προσωπικά. Του Λιαντίνη. Έτσι μου είπαν. Και λέω πως μάλλον έτσι είναι. Γιατί έτσι μπορεί κανείς να βγάλει άκρη. Και γιατί βιώματα του Σεφέρη ήμουν σίγουρη από την αρχή πως δεν είναι. Αν, λέω αν, αυτή είναι η αλήθεια για τα Χορικά της Φωτονερόπετρας, αξίζει κανείς να τα διαβάσει με ιδιαίτερη προσοχή. Τουλάχιστον να μην τα περιφρονήσει ως αερολογίες… Γιατί μόνο αερολογίες δεν είναι. Και ίσως κάποτε ένας "έξυπνος" μελετητής του Λιαντίνη σ' αυτά εδώ τα Χορικά να ανακαλύψει βάθος αμέτρητο. Εγώ ομολογώ πως τέτοιες δυνάμεις δε διαθέτω. Αρκούμαι στη σήμανση. Ο καθένας όσο του γράφτηκε. Και θα παρατηρήσω και τούτο:

Σε κανένα άλλο βιβλίο του Λιαντίνη δε βρίσκουμε κάτι ανάλογο με τα Χορικά της Φωτονερόπετρας.

Στο Έξυπνον Ενύπνιον τελείως φυσιολογικά παραθέτει στο τέλος τις Ελεγείες του Ρίλκε που ανέλυσε.

Στο Χάσμα Σεισμού, βρίσκουμε στις τελευταίες σελίδες τον "Κρητικό" του Σολωμού.

Στο Πολυχρόνιο κάποια ιστορικά στοιχεία που συνδέονται με το έργο καθώς και ποιήματα του Καβάφη που αναφέρονται στην ιστορική περίοδο που εξετάζει το βιβλίο.

Στα Ελληνικά υπάρχει το Επίμετρο. Θα μπορούσε ίσως κανείς να το θεωρήσει ξέχωρο από το περιεχόμενο του βιβλίου, όμως η βαθύτερη μελέτη θα τον πείσει πως είναι στενά συνδεδεμένο. Αιρετικός ίσως τρόπος προσέγγισης αλλά ούτε παραφωνία είναι ούτε και προσωπικό βίωμα του συγγραφέα.

Στο Homo Educandus δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από τα σχόλια. Το ίδιο και στη Γκέμμα. Αν εξαιρέσουμε το τελευταίο κεφάλαιο, το δωρικόν, με τις δύο προτάσεις όλο και όλο... Και περισσεύει να πω "Τι προτάσεις όμως!"

Πουθενά λοιπόν αλλού στο έργο του δε συναντάμε κάτι ανάλογο με τα Χορικά που συνοδεύουν το Νηφομανή. Κι επιτρέψτε μου εδώ να υπογραμμίσω πως αισθάνομαι και λίγο αστεία σε τούτη την επισήμανση που κάνω γύρω από τα Χορικά. Γιατί είμαι σίγουρη πως υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν πολλά περισσότερα από μένα και για το ζήτημα αυτό και για άλλες απορίες που έχουμε γύρω από το έργο του Λιαντίνη. Και ίσως αν διαβάσουν αυτά που γράφω, να γελούν γνωρίζοντας πράγματα που εγώ αγνοώ. Συνειδητά επιλέγω ακόμη και τον ειρωνικό γέλωτα. Σκοπός δικός μου δεν είναι να εισπράξω βραβείο ανάλυσης του Λιαντίνη. Μόνο να καταθέσω τις σκέψεις μου και τις όποιες γνώσεις μου. Και ίσως από όλα αυτά που γράφω, μια φράση, μια λέξη, να βοηθήσει στην καλύτερη μελέτη του ένα συνάνθρωπο. Μου φτάνει. Και επανέρχομαι στην επισήμανση. Λοιπόν...

Χορικά θυμίζω πως είχαν οι αρχαίες τραγωδίες. Σε ανύποπτο μάλιστα σημείο του Νηφομανούς , σύνηθες φαινόμενο στο έργο του Λιαντίνη, κάτι σαν δώρο στον προσεκτικό μελετητή του, διαβάζουμε το εξής:

"Την ίδια μυστική επανάληψη ακούω στα χορικά της αττικής τραγωδίας και στα μανιάτικα μοιρολόγια. Εδώ εντοπίζω τη σχέση του Σεφέρη με το δημοτικό τραγούδι." (16)

Κι αν εδώ εντοπίζει εκείνος τη σχέση του Σεφέρη με το δημοτικό τραγούδι, εμείς καταφέρνουμε επιτέλους να εντοπίσουμε έναν τουλάχιστον λόγο που δικαιολογεί την ύπαρξη των Χορικών της Φωτονερόπετρας στο βιβλίο για το Σεφέρη. Φυσικά υπάρχει και ο επιφανειακός λόγος που συνάγεται από τη λέξη Φωτονερόπετρα. Τα Χορικά όμως περικλείουν τον πραγματικό δεσμό. Αν δούμε το έργο ως μία αρχαία τραγωδία, τότε ο πρωταγωνιστής του είναι μεν ο Σεφέρης αλλά ο Λιαντίνης είναι ο κορυφαίος του χορού. Και δε χρειάζεται θαρρώ να εξηγήσω τη σχέση Λιαντίνη και τραγωδίας. Αρκεί κανείς να παρακολουθήσει το βίντεο με την περίφημη Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου. Και το πώς αρχίζει ο Λιαντίνης την ομιλία του. Μεταφέρει νοητικά τους ακροατές σε περιοχή αρχαίου θεάτρου. Τυχαίο; Καθόλου. Η τραγωδία, η αττική τραγωδία, είναι για το Λιαντίνη το ευγενικότερο προϊόν του ανθρώπου. Και αν κανείς λίγο καλύτερα το εξετάσει θα δει τον άμεσο δεσμό της ίδιας της ζωής του με την αττική τραγωδία. Παράξενο επομένως ας μη φανεί που το ίδιο βλέπω να συμβαίνει και στο Νηφομανή του.

Το βάθος μάλιστα αυτού του παραλληλισμού είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που με πρώτη ματιά φαίνεται. Ας πάμε στο πραγματικό θέατρο. Και στις παραστάσεις αρχαίου δράματος. Ποια είναι η φυσιολογική εξέλιξη ενός κορυφαίου του χορού; Να γίνει πρωταγωνιστής στις μελλοντικές παραστάσεις. Εκτός αν το ίδιο το θέατρο τον αποβάλει ως μη ικανό. Ο Λιαντίνης λοιπόν στο Νηφομανή τολμά να διεκδικήσει όχι μόνο το ρόλο του συγγραφέα αλλά το ρόλο του συνεχιστή της παράδοσης που διακρίνει εύστοχα πως φέρνει ως τις μέρες του ο Σεφέρης. (17)

Είναι ρίσκο αυτό. Μεγάλο. Αποδεικνύεται όμως γεωμετρικά αυτό που είπα από την αρχή. Πως ο Λιαντίνης με το Νηφομανή διέρχεται τις Συμπληγάδες. Αν θέλετε, βρίσκει επιτέλους τον πόρο για να γεφυρώσει το Χάσμα που άνοιξε όταν μελετούσε το Σολωμό. Αυτό το δρόμο που "ονειρεύτηκε" ξύπνιος, οραματίστηκε δηλαδή, όταν έγραφε για το Ρίλκε. Κι από την έποψη αυτή ο Νηφομανής του αποτελεί τη μεγάλη στροφή στο έργο του. Ίδια με τη στροφή του Πλάτωνα από την τραγωδία στο διάλογο. Ή σαν τη στροφή που σήμανε στα ποιητικά μας πράγματα το "Δημοτικό Τραγούδι" του Σεφέρη. Κι αυτό είναι το θέμα του πρώτου Χορικού της Φωτονερόπετρας. Η συνειδητή στροφή των μεγάλων δημιουργών. Η ώρα που εγκαταλείπουν την πεπατημένη και ορμούν μονοπάτι καινούριο να ανοίξουν σε ρουμάνι απάτητο. Έχοντας όμως στη φαρέτρα τους όλα τα όπλα που τους κληροδότησαν οι προηγούμενοι. Δεν είναι τρελοί και Δον Κιχώτες. Είναι οι πρόσκοποι, η εμπροσθοφυλακή, του ανθρώπινου γένους. Και το τίμημα μιας τέτοιας τιμής και τέτοιας πρωτιάς είναι συνήθως η ίδια τους η ζωή. Νόμος. Κυρίαρχος... Ο έρωτας της δημιουργίας. Και ο θάνατος. Η δίκαιη πληρωμή.

Για το θάνατο του Λιαντίνη πολλά έχουν ακουστεί και πολλά έχουμε πει. Για τον έρωτα όμως λίγα. Κι αυτά συνήθως αφορούν τους δύο πρώτους αναβαθμούς. Κι αναφέρομαι σ' αυτούς που όρισε η Διοτίμα στο Συμπόσιο. Για τον υψηλότερο όμως αναβαθμό του έρωτα που αξιώθηκε να ζήσει ο Λιαντίνης, ελάχιστα έως καθόλου έχουν φτάσει στα αυτιά μας. Ίσως και γιατί δεν ήρθε ακόμη η ώρα. Και η ώρα θα σημάνει όταν στραφεί το ενδιαφέρον μας στο Νηφομανή του. Και ιδιαίτερα στα Χορικά. Γιατί αυτά τα Χορικά διέρχονται βήμα βήμα όλους τους αναβαθμούς του έρωτα.

Ακόμη και του έρωτα προς τις ωραίες μορφές. Με περιγραφή που σοκάρει. Και άλλο τόσο γοητεύει. Λίμπικα το όνομά της. Γιαννιάς εκείνος. Ποιο το νόημα της σύνδεσης με υπαρκτά πρόσωπα; Μόνο το βάθος της ιστορίας ενδιαφέρει εδώ. Όχι εκείνοι που υποδύονται τους πρωταγωνιστές στο ίδιο αιώνιο παιχνίδι που όλα και όλοι λαμβάνουν μέρος αενάως. Στη Γκέμμα θα τονίσει πως αυτό είναι το στρατηγικό σχέδιο της φύσης. Για να διατηρήσει την αλυσίδα της ζωής. Και όχι για την ηδονή τη δική μας. Αλλά για να γεννήσουμε το παιδί μας.

Εδώ όμως, στα Χορικά, στα Χορικά του Νηφομανή, επιτελείται "μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας". Τραγωδία δηλαδή, όπως την όρισε ο Αριστοτέλης. Και η τραγωδία, η αττική τραγωδία των ελλήνων, αποτελεί το αντιμέτρημα των ελλήνων με το φαινόμενο του θανάτου. Λόγια του Λιαντίνη αυτά, από τη φιλοσοφική θεώρηση του θανάτου. Και λόγια του Λιαντίνη στα Χορικά της Φωτονερόπετρας είναι εκείνα που μας μαθαίνουν ότι ο ο θάνατος γεννιέται δια του έρωτος... Βιωματικά πλέον. Όχι θεωρητικά, όπως το είχε ήδη γράψει στον Έξυπνον Ενύπνιον. Είναι κι αυτό άρρηκτα συνδεδεμένο με τη στροφή που ο Νηφομανής σημαίνει και με τη μετάβαση του Λιαντίνη από την πείρα θανάτου στη μελέτη του. (18)

Ένα τελευταίο στοιχείο που επιβεβαιώνει το χαρακτήρα του Νηφομανούς στη πνευματική διαδρομή του Λιαντίνη έρχεται και πάλι μέσα από μια μαρτυρία της συζύγου του. Δημοσιευμένη αυτή. Στο προλόγισμα του ποιητικού του έργου, στις Ώρες των Άστρων. Μιλώ για την αναφορά στη χρονική περίοδο που ο Λιαντίνης σταμάτησε να γράφει ποιήματα. Είναι η περίοδος που ξεκίνησε να γράφει το Νηφομανή. Όπως αιώνες πριν συνέβη και με τον Πλάτωνα. Χαρακτηριστική είναι και η απάντηση που έδωσε ο Λιαντίνης όταν ρωτήθηκε από τη γυναίκα του γιατί δε ασχολείται πια με ποιήματα:

"Γράφω και δημοσιεύω πλέον ποίηση μέσα από τον πεζό επιστημονικό λόγο."

Χρειαζόμαστε και άλλη απόδειξη για το τι σηματοδότησε στην πορεία του ο Νηφομανής; Εγώ δεν έχω άλλη. Ας τις αναζητήσει ο καθένας στο ίδιο το βιβλίο... Αρχίζοντας από το εξώφυλλο και την εικόνα που το κοσμεί.


Μαρία Λαμπρίδου




ΣΧΟΛΙΑ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  • 1 Ο Νηφομανής. σελ. 43
  • 2 Ο Νηφομανής. σελ. 47
  • 3 Χάσμα Σεισμού. σελ. 41
  • 4 Χάσμα Σεισμού. σελ. 19
  • 5 Αποτελεί υπότιτλο του έργου σε παλαιότερα αντίτυπα του Έξυπνου Ενύπνιου τούτη η φράση.
  • 6 Οι στίχοι αυτοί του Σολωμού βρίσκονται ως εισαγωγή στο βιβλίο του Λιαντίνη αλλά και με τους ίδιους στίχους κλείνει το βιβλίο.
  • 7 Ο Νηφομανής. σελ. 62
  • 8 Ο Νηφομανής. σελ. 63
  • 9 Γκέμμα. σελ. 108
  • 10 Τα Ελληνικά. σελ. 98
  • 11 Ο Νηφομανής. σελ. 31
  • 12 Ο Νηφομανής. σελ. 17
  • 13 Τα Ελληνικά. σελ. 54
  • 14 Ο Νηφομανής. σελ. 49
  • 15 Ο Νηφομανής. σελ. 38 – 39
  • 16 Ο Νηφομανής. σελ. 28
  • 17 Ο Νηφομανής. σελ. 24
  • 18 Χάσμα Σεισμού. σελ. 66
  • 19 Ο Νηφομανής. σελ. 31



ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Νηφομανής του Λιαντίνη... και η Νηφάλιος Μέθη της Εκκλησίας και των Πατέρων... Ποια σχέση άραγε υπάρχει ανάμεσα στα δυο; Τι σήμανση δηλώνεται και ποια σημειολογία; Ένα ερώτημα ακόμη ανοικτό.

  • Σχετικά Άρθρα:
  1. Τα βιβλία του Λιαντίνη

Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα