ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η εποχή της κυοφορίας - απόσπασμα από το «ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Λιαντίνη: «ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ» (σελ. 89 – 91), εκδόσεις Δ. Λιαντίνη, Αθήνα 2006

με αφορμή την πρόσφατη αλλαγή της αρχικής σελίδας του liantinis.gr



19. Η εποχή της κυοφορίας

Όσον αφορά στις συνθήκες μέσα στις οποίες εγεννήθη το έργο, τα γράμματα του ποιητή, οι πληροφορίες και οι περιγραφές των φίλων του και η βιβλιογραφική επικουρία στο χώρο της βιογραφίας προσφέρουν την αδρή μαρτυρία, που επιτρέπει ισχυρά τον παραλληλισμό της πνευματικής αγωνίας του με την τραγική περιπέτεια του Οιδίποδα. Ο ποιητής περιμένει, αγωνίζεται, σιωπά και μελετάει.

Αξιοποιεί τη μαθητεία του στο Rodin σχετικά με την πλαστική, μονολογεί με μορφές ζωγραφικών πινάκων, σκύβει την κεφαλή στο ύψος των αρχιτεκτονικών μνημείων. Νοσταλγεί, αναστενάζει και δέεται καθώς αντικρύζει τα ελληνικά ανάγλυφα και τα γλυπτά στο Λούβρο, στο Βατικανό και στη Νεάπολη.

Τον χαροποιεί για να τον βυθίσει σε νέα μοναξιά η προσωπική γνωριμία του με φτασμένους ομότεχνους. Η πνευματική αοκνία του δεν αποβλέπει σε άλλο, παρά να θεραπεύει τον αγρό και να ευρωσταίνει το σπόρο των ελεγειών.

Με τη μουσική αφαιρείται επί ώρες και λησμονεί την ωμή κλήση του πραγματικού καθώς μετατοπίζεται στο μύθο του κόσμου της εμμέλειας. Εξακολουθεί να γράφει, αλλά όλα τα αντιμετωπίζει και τα νοιώθει σαν πάρεργα μπροστά στο μεγάλο έργο. Εκείνο μόνο τον περιμένει ατελείωτο, απειλητικό, επτασφράγιστο.

Μυκτηρίζει τα πρώιμα έργα του, αισθάνεται δύσπνοια στη στρατόσφαιρα του Malte και τα Νέα Ποιήματα είναι μόνο «οι βαρειές στάλες, που προμηνύουν τον κεραυνό».

Η μαγνητική βελόνα της τέχνης είναι προσηλωμένη σταθερά σε ένα σημείο, στις ελεγείες. Οι ελεγείες τον φέρνουν πέρα από τα ανθρώπινα σπουδάσματα και χρονίζει στη θεωρία της επιστήμης και της τέχνης.

Η θεία εξαρπαγή που οι πολλοί τη λογιάζουν για ανθρώπινη τρέλλα είναι η προϋπόθεση για την είσοδο στο Elysium της χαράς.

Οι ελεγείες τον βιάζουν, τον αναγκάζουν, τον υποχρεώνουν, τον λεηλατούν.

Ο ποιητής παροξύνεται και φρίσσει, ασπαίρει και παρακινεί, οιστρά και οδυνάται.

Το χρέος των ελεγειών λυμαίνεται την οικογενειακή χαρά του με την ίδια εμπερίσκεπτη ιδιοτέλεια. Απαραχάρακτο και λιτό επιβάλλει στον ποιητή σκληρούς όρους ζωής.

Ο πατέρας του απογοητεύεται για τον άπρακτο βίο του, πικραίνεται και πεθαίνει ανήσυχος.

Η μητέρα αντί να χαρεί τη δόξα του γιου, εγνώρισε τη φήμη του ξένου.

Η αγάπη του ποιητή για τη γυναίκα του, ήταν η τρυφερή πληγή, που άνθιζε στη διαρκή ευκρασία της απουσίας. Όσο τους πονούσε ο χωρισμός, τόσο γέμιζε το χάσμα της απόστασης με «νόημα και ανάγκη».

Η λαχτάρα για το παιδί του – τη μικρή Ρουθ – εφώτιζε σαν κερί τη μελαγχολική μοναξιά του τις νύχτες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, που τις συνηθίζουν οι άνθρωποι σαν ημέρες οικογενειακής θαλπωρής.

Πριν προφτάσουν οι φίλοι να χαρούν τον ερχομό του, τον νοιώθουν να χάνεται πάλι, σαν σύννεφο που το κυνήγησε άνεμος. Παρακολουθούν τη σκέψη του, υποπτεύουν τους μυστικούς κραδασμούς, χαίρονται την παράξενη ηρεμία που σκορπίζεται γύρω του, όταν ομιλεί ή χειρονομεί. Αλλά τους ταράζουν αμήχανα οι αιφνίδιες τροπές του. Η σιωπή και η ανεπίκαιρη αλλαγή στα σημάδια της όψης του, που προδίνουν την ψυχική του δίνη, τους ανησυχεί και τους σπρώχνει να μηχανεύονται προστατευτικά μέτρα.

Όλοι οι δεσμοί του έχουν εκείνη τη λεπτή ευγένεια, που έχει κάθε δεσμός, όσο του λείπει η σιγουριά.

Οι γυναίκες που τολμούν να εισδύσουν στα συναισθηματικά του άβατα, παραδίνονται στα ναρκοπέδια μιας πρωτόγνωρης γοητείας και όταν εγκαταλείπονται, έχουν σημαδευθεί από τη στιγμιαία αστραπή του αιώνιου.

Η γνώση του ποιητή για την «εκ των προτέρων χαμένη αγαπημένη» έχει αιχμαλωτίσει το μέλλον και το αποθέτει στα χέρια τους σαν πουλί στο κλουβί, την ώρα που εκείνος φεύγει, όχι για να ζήσει νέες περιπέτειες, αλλά για να σβησθεί στον πλούτο της φτώχειας και στη σιωπή της μοναξιάς του.

Ό,τι είναι δικό του το νοιώθει σαν ξένο και ό,τι έχασε, το κατέχει σαν μόνιμο κτήμα.

Η αυτολησμοσύνη του, που εκφράζει την αποκατάσταση του διαλόγου με τον εαυτό του και την παρηγορητική εγκατάλειψη στην παιδευτική ψυχαγωγία της τέχνης, αναρριπίζει την αποδημητική οργή της νεότητας.

Ελπίζει ότι η ανάερη μετακίνηση του τόπου και η μεταβαλλόμενη διαδοχή του αγνώστου θα φανερώσουν στο προσηλωμένο βλέμμα του το imperium των ελεγειών.

Επισκέπτεται μουσεία, μελετάει μνημεία, διαβάζει μια επιγραφή σε κάποιο κοιμητήρι και συλλογίζεται.

Περιτρέχει τα βουνά, χαίρεται τοπία, αφουγκράζεται τη συμπυκνωμένη σιωπή στις κατακόμβες της Ρώμης.

Αγναντεύει τη μετρημένη Μεσόγειο και λικνίζεται στο γλαυκό αφροθαλάσσι της.

Σπουδάζει πολιτείες και χώρες και με τη φτώχεια του προσπαθεί να ζεστάνει την απέραντη δυστυχία του Παρισιού.

Αναπαύεται σε θέρετρα, καταλύει τη νύχτα σε χάνια και πανδοχεία, ανεβαίνει σε λίμνες.

Διημερεύει σε πύργους και μοναστήρια. Πασχίζει να διαβάσει το Κοράνιο στα αραβουργήματα της Αλάμπρας και ετοιμάζεται να ζήσει από μια βίγλα το Τολέδο στην καταιγίδα.

Συνομιλεί με ξωμάχους, ψαράδες και αγαθούς στρατοκόπους, κάθεται με τις ώρες δίπλα σε πηλοπλάστες και σχοινοποιούς και μέσα στην άναυδη κατάπληξη του αιφνίδιου φωτισμού κατανοεί πόσο κοντά είναι ο άνθρωπος στο Δημιουργό της Γένεσης.

Ενώ τον καίει ο ήλιος της Τύνιδας και του Μαρόκου, ζωντανεύει μπροστά του το όραμα του Προφήτη, οι λεγεώνες των νεοφώτιστων, το αστόμωτο σπαθί του κόσμου.

Υψώνει το βλέμμα στο πρόσωπο της Σφίγγας και στην τριγωνική κορυφή του Χεφρήνος και χάνεται μέσα στον κονιορτό της ιστορίας και το νεφέλωμα των αστρικών μύθων.

Πλέει ανάπλωρα στο Νείλο, στο ζωντανό ποτάμι. Ζει την αφροσύνη της Ευρώπης, του πρώτου πολέμου και τα ερείπια της μεταμέλειας. Τον υποδέχονται φιλόξενα αρχοντικά και βίλες με ονόματα κοριτσιών και λουλουδιών.

Μένει για λίγο και όλα τα πλουτίζει ο απέριττος ευπατρίδης της ομορφιάς και της θλίψης.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ

Ακολουθεί το κεφάλαιο «Η εποχή της γνώσης». Με αξιοσημείωτο πως η κυοφορία κράτησε δέκα χρόνους και η «έξοδος από τη φοβερή κατανόηση» μόλις δέκα μέρες:

«Αυτή την έξοδο, που την είχε από την αρχή διαισθανθεί, πρέπει να την εννοήσουμε σαν ταυτόχρονη είσοδο στο κράτος της λύτρωσης. Είναι η στιγμή της ελληνικής τραγωδίας, όπου ο Οιδίπους αποκόπτεται από τον όλεθρο των ανθρωπίνων πραγμάτων και διαλύεται ήρεμα στο μυστήριο της χάρης του θείου:

νυν γαρ θεοί σ’ ορθούσι, πρόσθε δ’ ώλλυσαν.

Η οδυνηρή κυοφορία των ελεγειών στο πνεύμα και στη ζωή του Rilke παραβάλλεται με την τραγική τροχηλασία του Οιδίποδα πάνω από παθήματα, κρίματα και πτώματα και προ παντός πάνω από το ορφικό διαμέλισμα της ίδιας του της υπόστασης. Η χρονική απαρχή των παθών τοποθετείται στο έτος 1912 […] Το τέλος των παθών σημειώνει το έτος 1922, όποτε ο ποιητής φτάνει στην έξοδο της φοβερής κατανόησης, που αντιστοιχεί προς την τελική λύτρωση του Οιδίποδα

(ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ, σελ. 93)

Και από την τελευταία επιστολή του Δημήτρη Λιαντίνη προς το παιδί του, παραθέτουμε και αντιπαραβάλλουμε το ακόλουθο:

Θα δοκιμάσω να πορευτώ τον ακριβό θάνατο του Οιδίποδα.


Η έλαφος της Αρτέμιδας

Αφήνει η Ηθική ανοικτό το ερώτημα περί του όντος, σημαίνει ότι ο άνθρωπος ζει κάθε στιγμή το διχασμό των οντικών ετεροτήτων, μετέχει οργανικά στη διχοστασία του κόσμου και εμπλέκεται χαρούμενος στη σύγκρουση των αντιθέσεων.

Ο βίαιος και φλεγόμενος λόγος του Νίτσε θα ονόμαζε αυτή την ηθική στάση του Ρίλκε εμπιστοσύνη στην απειλή του αγνώστου, χαιρετισμό και σαρκασμό των κινδύνων, αγάπη του πεπρωμένου. (amor fati)

Χτίζετε τις πολιτείες σας στις πλαγιές του Βεζούβιου
Ρίχνετε τα καράβια σας σε ανεξερεύνητα πέλαγα.

Αυτή η σφριγηλή συνεργία στο κοσμικό δράμα δεν πρέπει να κατανοείται σαν αδιάφορη εγκατάλειψη του ανθρώπου στη φύση. Αντίθετα είναι η ηθική στάση, κατά την οποία συναρπάζεται και ζωγρεύεται το κοσμικό θήραμα (η κερατίτις έλαφος της Αρτέμιδας) και εν συνεχεία υποτάσσεται και ημερεύει μέσα στην ηράκλεια βούληση του ανθρώπου."

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ - ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ - σελ. 271



«Έ συ, αρχηγέ της φύσης! Τιμημένε και πολυκράτη.
Με τα πολλά ονόματα στον εσπερινό και στον όρθρο.
Ύπατε και τιμητή στις φρουρές και στα κάστρα του χρόνου.
Και ισχυρέ δήμαρχε των συνελεύσεων της αγοράς.
Που κυβερνάς με το δίκιο το άγιο, και τον ίσιο νόμο.


Χαίρε! Στρατηγέ και δορυκτήτορα.
Ζώνεσαι τα αμφίστομα ξίφη στον τελαμώνα.
Και πολεμάς τους απελάτες στα σύνορα. Πέρα μακριά.
Στα μαγνητικά πεδία και τις ατλαντικές βαρύτητες.

Καμαρώνω τη δύναμη και τα γκέμια σου.
Κρατάς τις πληγές του κεραυνού στο χέρι.
Όπως ο καπετάνιος το δοιάκι του καραβιού.

Ανοίγεις το δρόμο δύσκολα μέσα από την αλαλησιά της αγαμίας.
Αναμερίζοντας τον πανικό του χάους.

Και κυβερνάς στη γραμμή του κράτει.
Το πλοίο των άστρων και το ποτάμι του σύμπαντος.

Έχεις υπουργό το Βοριά. Ξεπαστρευτή και Νυκτέλιο.
Για τους σήψαιμους, και για τους θράσιους.
Έχεις και του θρόνου σου σύμβουλο το δαδούχο τον Ήλιο.
Αγνέ αθλητή του δέκαθλου και του φωτός.
Φιλιώνεις το νερό και τη φάγουσα φλόγα. Πλέκεις στεφάνι.
Στο ανώφλι της αυγής από αστραπή κι από νύχτα.

Κι όλα τ’ αγκαλιάζει η στοργική μοναξιά σου.
Περιστέρια και φίδια, καρπούς και ηφαίστεια, και νησιά και ίσκιους.
Το άχ! Και το δυόσμο.
Μόνο οι μωροί μη σε νιώθουν.
Οι άδικοι και οι ταγμένοι του φθόνου.
Ποτέ δε σε φτάνει η γκρεμισμένη ματιά τους.
Η μολυσμένη ανάσα τους.
Των χεριών τους οι κάκτοι.
Ο αραχνεώνας του νου τους.

Εσένα οι αμίαντοι καλοδέχουνται ξένο.
Σιωπηλοί όταν πίνουν το στόμα της θάλασσας.
Και τρώνε μαζί με τους μήνες.
Αγγίζουν τη χλαμύδα σου στο σβήσιμο της αστραπής.
Και το χέρι τους πετρωμένο ελάφι σε δείχνει.
Γνώριμε άγνωστε.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

(Προλόγισμα)


ΣΧΟΛΙΟ: Ένας ακόμη δρόμος να μελετάς Λιαντίνη είναι να διασταυρώνεις τον απίστευτα γεωμετρημένο λόγο του. Όσο περισσότερο τον μελετάς, όσο κάνεις κτήμα σου σε όλο το μήκος και το πλάτος το έργο του, τόσο και ανακαλύπτεις πως είναι ένα πανέξυπνα σχεδιασμένο αρχιτεκτόνημα που η κάθε του ψηφίδα αποκτά νόημα μόνο σε σχέση με όλες τις άλλες. Από την έποψη αυτή είναι όχι μόνο οδηγητικός αλλά και ακραία αναγκαίος όρος ο λόγος του στο Homo Educandus:


Είναι στοιχειωδώς φρόνιμο προκειμένου να κρίνει κανείς κάποιον όχι μόνο να μελετήσει και να ξαναμελετήσει τα κείμενα,

το άγιο Πρωτότυπο,

όπως θα 'λεγε ο Γκαίτε, αλλά να τα μελετήσει ολόκληρα. Αρχή και τέλος.

Όταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς το οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά,

γράφει και ξαναγράφει ο αγράμματος Μακρυγιάννης.

Δημήτρης Λιαντίνης, Homo Educandus, 104 - 105

ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ: Διαφορετικές εκδόσεις και παρανοήσεις...


Αφορμή για την ανάρτηση αυτή αποτέλεσε ένα σχόλιο που μας άφησε χτες ένας επισκέπτης μας, στην Έβδομη Ελεγεία του Ρίλκε. Αφορά το Έξυπνον Ενύπνιον, το βιβλίο που έγραψε ο Δημήτρης Λιαντίνης για τον Ρίλκε.

Ο επισκέπτης μας ανάμεσα στα άλλα γράφει:

{Όπως ρητώς μου είχε αναφέρει ο Λιαντίνης το βιβλίο αυτό το είχε αποκηρύξει. Το θεωρούσε στριφνό και δύσκολο. "Άσε που πήγα να πεθάνω μέχρι να το γράψω" μου είπε χαρακτηριστικά. Επίσης, θεωρούσε το "Πολυχρόνιο" το καλύτερο βιβλίο του και την "Γκέμμα" το κύκνειο άσμα του.}

Κατ' αρχάς είμαι υποχρεωμένη να αναφέρω μια βασική αρχή μου. Να μην απορρίπτω αλλά και να μη δέχομαι τίποτε - ειδικά στο θέμα Λιαντίνη - παρά μόνο με ντοκουμέντα. Και εννοώ ντοκουμέντα που επιδέχονται απόδειξη... Με υποθέσεις, θεωρίες και άλλα αστήρικτα, δεν καταλήγουμε πουθενά. Ακόμη και αν ο άλλος επικαλείται προσωπική και αυτήκοη μαρτυρία. Σεβαστή μεν, αλλά. Με ένα "αλλά" που σε προσωπικό επίπεδο μεταφράζεται με τη λαϊκή παροιμία "όποιος κάηκε στο κουρκούτι, φυσά και το γιαούρτι".

Ειλικρινά σας λέγω τούτο: Έχω και αν έχω ακούσει μαρτυρίες για το Λιαντίνη και επίσης έχουν τεθεί υπόψη μου πολλά ντοκουμέντα. Και όμως. Σαφή απάντηση για το αίνιγμα "Λιαντίνης" δεν έχω. Αντίθετα, εκτιμώ πως ο δαιμόνιος Λάκων έκαμε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να παραμείνει άλυτο το αίνιγμά του.

Ακόμη και στο ζήτημα του θανάτου του Δημήτρη Λιαντίνη. Αν και είμαι από τους λίγους τυχερούς που τους δόθηκε η ευκαιρία να δουν ντοκουμέντα που ελάχιστοι γνωρίζουν ή να τους εμπιστευτούν προσωπικές μαρτυρίες "εκ βαθέων", καταφέρνω να αντιστέκομαι στην έμφυτη τάση του ανθρώπου να δίνει απαντήσεις στις απορίες του και να λέω: ΔΕΝ ΞΕΡΩ. Ίσως και γιατί δίνω τεράστια σημασία στη δική του επιμονή να εστιάσει το φιλοσοφικό του έργο στην Αρχή της Απροσδιοριστίας. Στο τρίτον δίδεται.

Και είναι αυτό ακριβώς που υπονοεί και ο τίτλος "ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ". Αυτή η ιδιαίτερη κατάσταση ανάμεσα στον ύπνο και στο ξύπνιο... Μια κατάσταση που ο Λιαντίνης ανέλυσε διεξοδικά σε πολλά έργα του, κυρίως όμως στο Χάσμα Σεισμού, μιλώντας για την πορεία επί ξηρού ακμής και για την κόψη του σπαθιού την τρομερή.

Είναι αυτή η ανάλυση που όταν βρίσκομαι αντιμέτωπη με αντικρουόμενες απόψεις, με ωθεί να ακολουθήσω το δύσκολο δρόμο και όχι της ευκολοπιστίας. Ούτε που μπορείτε να φανταστείτε πόσες ώρες είμαι σε θέση να αναζητώ ακόμη και μια τόση δα λεξούλα για να επιβεβαιώσω ή να απορρίψω το τάδε ή το δείνα που αφορά το Λιαντίνη. Πχ χτες, γράφοντας το πρώτο μέρος της Ζωής του Λιαντίνη στο καινούριο blog, αναστάτωσα όλα τα βιβλία και τις σημειώσεις μου για να βρω τι; Τη φράση του πως "Πεθαίνει ο παππούς, γεννιέται το εγγόνι". Ναι, το θυμόμουν πολύ καλά ότι το είχα διαβάσει... Μα δεν το επικαλέστηκα πριν διαπιστώσω πού ακριβώς το είπε. Στη Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου, για να μη μένετε με την απορία. Και παρόμοια αναφορά υπάρχει στα Ελληνικά σελ. 132: "Την ώρα που πεθαίνει ο παππούς έχει κιόλας γεννηθεί το εγγόνι του".

Έτσι, καταλαβαίνετε, πως στέκομαι διστακτική και μπρος στις μαρτυρίες του επισκέπτη μας και που οφείλω να πω ότι δε γνωρίζω τίποτε σχετικό που να τις επιβεβαιώνει. Εκτός βέβαια από το χαρακτηρισμό της Γκέμμας ως κύκνειο άσμα. Αυτό το έχουμε όλοι ακούσει να το λέει ο Λιαντίνης σε ηχητικό ντοκουμέντο. Ήταν όμως το Πολυχρόνιο το καλύτερο βιβλίο του;

Ναι, κι εγώ στην παρουσίαση του βιβλίου το χαρακτηρίζω ως παραμελημένο. Και ταυτόχρονα υπογραμμίζω τη σπουδαιότητά του για όσα εκεί ο Λιαντίνης πραγματεύεται σχετικά με την αυτοκτονία και ειδικά που καυτηριάζει την "εύλογον εξαγωγήν" των Στωικών. Είναι όμως γνωστό ότι στο κύκνειο άσμα του, και άρα μεταγενέστερα του Πολυχρονίου, ο Λιαντίνης γράφει:

"Έγραψα τα Ελληνικά και τη Γκέμμα σε εφτά χρόνους.

Από οργή για τους αιώνες που δε θα υπάρχω."


Όχι το Πολυχρόνιο...

Και μην κοιτάς που μερικοί πήγαν ως την κορφή του Ταϋγέτου και έστησαν λάθος αυτή τη σημαντική φράση του Λιαντίνη, αποκαλώντας το κύκνειο άσμα του ΤΟ Γκέμμα και όχι ΤΗ...


Να μην κοιτάς ούτε τα σπασμένα κομμάτια που άφησε η επιδρομή κάποιων βανδάλων. Γιατί και τα δυο προέρχονται από την υπερβολή και όχι από τη μετρημένη στάση του ανθρώπου. Υπερβολή μίσους στη μια περίπτωση, υπερβολή αγάπης στην άλλη. Τέτοια που οδήγησε να τοποθετηθεί και δεύτερη μαρμάρινη πλάκα εκεί πάνω, μετά το βανδαλισμό, πλην με το ίδιο λάθος...

Τέτοια λάθη στην προσέγγιση του Λιαντίνη είναι δυστυχώς αμέτρητα. Και όλοι τα έχουμε διαπράξει. Παράδειγμα δεύτερο θα φέρω από το ίδιο το ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ, που προκάλεσε και αυτή την ανάρτηση.

Γράφτηκε, λοιπόν, για το βιβλίο αυτό του Λιαντίνη, πως εκδόθηκε στα 1978. Εννοώ πως γράφτηκε επίσημα, σε βιβλίο. Και μάλιστα βιβλίο βιογραφικό για το Λιαντίνη. Όμως... δεν είναι ακριβώς έτσι. Και θα το αποδείξω με ντοκουμέντο. Μόνο με ντοκουμέντα πρέπει να διαψεύδουμε ή να στηρίζουμε όσα λέμε. Τουλάχιστον αν έχουμε πειστεί για όσα πρεσβεύει η φιλοσοφία του Λιαντίνη. Που απαιτεί μέθοδο των θετικών επιστημών και όχι μπλα μπλα και νεφελοκοκκυγίες.



Αυτό είναι το εξώφυλλο.

Και αυτό είναι το ακριβές απόσπασμα που γράφτηκε σε βιβλίο:

"Το 1978 εξέδωσε τη διδακτορική του διατριβή πάνω στον Γερμανό ποιητή Ράινερ Μαρία Ρίλκε, με τον τίτλο Έξυπνον Ενύπνιον."

Λάθος, τίμιε αναγνώστη! Αλήθεια, το βλέπεις ποιο είναι το λάθος; Αν όχι, πρόσεξε και τα επόμενα εξώφυλλα:



Το είδες τώρα;

Πράγματι η διδακτορική διατριβή εκδόθηκε στα 1978. Όχι όμως με τον τίτλο "Έξυπνον Ενύπνιον". Και όποιος αντιλέγει, παρακαλώ να μου το αποδείξει. Με ντοκουμέντα.

Με θεωρείτε "ψείρα"; Ε, σε ότι αφορά το Δημήτρη Λιαντίνη, του το χρωστάμε όλοι. Γιατί και εκείνος "ψείρας" υπήρξε σε τέτοια θέματα. Και ζύγιζε την κάθε του λέξη εκατό φορές πριν τη γράψει.

Για να βάζουμε λοιπόν τα πράγματα στη σωστή τους θέση, κάτι που δεν μπορώ να καυχηθώ ότι γνώριζα κι εγώ εξαρχής, θα πούμε ότι:

Το ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ που είχα την τιμή να μου χαριστεί ένα αντίτυπο της πρώτης του έκδοσης από την κ. Νικολίτσα Λιαντίνη, αυτό με το κίτρινο εξώφυλλο, έχει χρονολογία έκδοσης το 1977. Όχι το 1978.

Το συνηθίζει η κ. Λιαντίνη να χαρίζει βιβλία του άντρα της στους ανθρώπους που συναντά. Δυστυχώς δεν μπαίνουν όλοι στον κόπο να τα μελετήσουν και να προσέξουν τι γράφουν πριν μιλήσουν για τα βιβλία του Λιαντίνη. Με προχειρότητα ανεπίτρεπτη μιλάνε για το έργο ενός ανθρώπου που κοπίαζε ακόμη και για ένα κόμμα...

Να επισημάνουμε με την ευκαιρία και κάτι εξίσου σημαντικό. Πως η διατριβή του Λιαντίνη δεν εκδόθηκε από το Λιαντίνη. Το όνομα συγγραφέα είναι ευδιάκριτο: Δημήτριος Θ. Νικολακάκος. Και όμως βρισκόμαστε στα 1978...

Ούτε αυτό το πρόσεξαν. Γιατί η διδακτορική διατριβή, που είναι επίσημο έγγραφο, εκδόθηκε με το όνομα Νικολακάκος; Έτσι δεν απέφυγαν και το άλλο λάθος. Πως ο Λιαντίνης άλλαξε όνομα στα 1976. Ποιο είναι το σωστό;

Η απόφαση αλλαγής του ονόματος σε Δημήτριος Νικολακάκος - Λιαντίνης έχει ημερομηνία 31 Ιουλίου 1979, με αριθμ, πρωτ. της Νομαρχίας Λακωνίας, Δ/νση Εσωτερικών, 11489.

Πληροφορία που μου έχει δοθεί επίσημα από τη σύζυγό του και που είναι σε θέση να το γνωρίζει καθώς μαζί άλλαξε και το δικό της επώνυμο.

Όταν λοιπόν εντοπίζεις τέτοιες προχειρότητες και μάλιστα γραμμένες επίσημα σε βιβλίο, καταλαβαίνεις πως οφείλεις να είσαι δύσπιστος σε κάθε νέα πληροφορία για το Λιαντίνη που δεν αποδεικνύεται με ντοκουμέντα. Τα μου είπε, του είπα, είναι μονάχα για να περνά η ώρα μας. Και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κανείς να τα παίρνει σοβαρά υπόψη.

Ειδικά όταν έχεις ντοκουμέντα που μιλάν για το αντίθετο:




Γερμανία - Αύγουστος 1974 -
Τότε που πάλευε το Ρίλκε και μόλις είχε τελειώσει το κεφάλαιο "Ο ίμερος".
Θυμίζω πως ακολουθεί το κεφάλαιο "Ο θάνατος"

Η προέλευση του ντοκουμέντου εμφανής. Και ρωτώ:

Σας μοιάζει εδώ ο Λιαντίνης έτοιμος να πεθάνει;

Ή μήπως ήταν από εκείνους τους συγγραφείς που έγραφαν τα βιβλία στο πόδι; Οπότε μια διδακτορική διατριβή με τις απαιτήσεις της θα τους έκανε να μισήσουν το έργο τους;

Έγραψε σε χρόνους εφτά, τα Ελληνικά και τη Γκέμμα... Δεν είναι απόδειξη αυτό; Πόσο μοχθούσε για να γράψει; Που θα βιαστούμε τώρα να δεχθούμε την αντίθετη άποψη; Και ακόμη χειρότερα πως είχε απορρίψει το πρώτο του βιβλίο;

Όσο για το "στριφνό" σαφώς και είναι στρυφνό για όσους δεν κατέχουν άριστα την ελληνική γλώσσα. Μα ο Λιαντίνης ούτε στο σημείο αυτό έβαζε νερό στο κρασί του. Θεωρούσε προαπαιτούμενο και εκ των ων ουκ άνευ την άριστη γνώση της γλώσσας για όσους θέλουν να ασχοληθούν με τη Φιλοσοφία. Και επικίνδυνη την ημιμάθεια.

Δυστυχώς δεν την απέφυγε. Και βρέθηκε συχνά έρμαιο της ημιμάθειας και άλλο τόσο της εμπάθειας. Με αποτελέσματα που δυστυχώς έβλαψαν και την εικόνα του και τη διάδοση του έργου του.

Το παρόν blog δεν έχει σκοπό να βαδίσει στα ίδια χνάρια... Θα προτιμήσουμε να σας λέμε ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ για όσα δεν υπάρχουν αποδείξεις.

Αυτό θα κάνουμε και για την άποψη - σχόλιο που κατατέθηκε στην προηγούμενη ανάρτηση.

ΡΙΛΚΕ: Έβδομη Ελεγεία




Από το βιβλίο του Δημήτρη Λιαντίνη

"ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ - ΟΙ ΕΛΕΓΕΙΕΣ ΤΟΥ DUINO ΤΟΥ ΡΙΛΚΕ


ΕΒΔΟΜΗ ΕΛΕΓΕΙΑ

Κάλεσμα όχι πια, όχι κάλεσμα νάναι, μεστωμένη φωνή,
της κραυγής σου η φύση. ολοκάθαρα φώναζες σαν το πουλί,
όταν η εποχή το σηκώνει και προβαίνει ανεβαίνοντας και σχεδόν
λησμονεί ότι είναι ένα πλάσμα περίτρομο, κι όχι μόνο καρδιά,

5
που μέσα στην αιθρία το ρίχνει, στους βαθειούς ουρανούς.
Σαν το πουλί κι εσύ θα καλούσες επίμονα - , ώστε αφανέρωτη ακόμη
στην ανέγνοια της θα σ' ένοιωθε η σύντροφος, που μέσα της αργά
ξυπνά η ανταπόκριση κι η ακοή της της φέρνει μια θέρμη
στο δικό σου ασυγκάλυπτο πόθο η δική της πυρωμένη λαχτάρα.

10
Ω και η άνοιξη θάνοιωθε - , γιατί θα κόμιζε κάθε τόπος εδώ
τον ευαγγέλιον ήχο. Εκείνο στην αρχή το δειλό, της αναζήτησης
λάλημα, που με πλήθουσα σιωπή το κυκλώνει μακρυάθε
μια ολοκάθαρη, γιομάτη κατάφαση μέρα.
Ύστερα σκαλί - σκαλί της φωνής το ανέβασμα, για του μέλλοντος

15
τον ονειρεμένο ναό. Ύστερα το τερέτισμα, συντριβάνι,
που στο βίαιο πιδάκισμα προλαβαίνει την πτώση
με παιγνιδιάρα υπόσχεση. Και μπροστά του το θέρος.
Όχι μόνο όλα του θέρους τα σύναυγα, όχι μόνο καθώς τούτα
προχωρώντας στη μέρα φλογολάμπουν στο ξεκίνημα,

20
όχι μόνο οι μέρες κυκλωμένες αβρά με λουλούδια και μετά
μέσ' στων δέντρων τα σχήματα ισχυρές και δαμάζουσες
Όχι μόνο η κατάνυξη γι' αυτές τις αποτελεσμένες δυνάμεις,
όχι μόνο οι δρόμοι, όχι μόνο οι λειμώνες της δείλης
όχι μόνο της μπόρας ακόλουθο το φως π' ανασαίνει,

25
όχι μόνο ο σιμώνοντας ύπνος και κάποια της εσπέρας διαίσθηση...
αλλά οι νύχτες, αλλά οι νύχτες του θέρους μετέωρες
και τ' αστέρια, τ' αστέρια της γης.

Ω κάποτε πεθαμένος να είσαι και να νοιώθεις απέραντα
όλα τ' αστέρια: πώς λοιπόν, πώς, πώς να ξεχάσεις τ' αστέρια!


30
Κύττα, αν τώρα την αγαπημένη καλούσα, δε θαρχόταν μ ο ν ά χ η .
Ορμαθιές κορασιές θα προβάλλαν από τάφους αδύναμους
και θα στέκαν εμπρός μου... Γιατί πώς ν' αποκλείσω σε μία
τη φωνή, που εφώναξα; Εκείνες που βουλιάξαν στο θάνατο
αποζητάνε ακόμη τη γης. Παιδιά, έστω κι ένα πράγμα εδώ,

35
που βαθειά σας συγκλόνισε, αξίζει για πλήθος.
Μη θαρρείτε πως μοίρα σημαίνει περισσότερα, από ότι η πυκνή
παιδική ηλικία. Καθώς ξεπεράσατε κάποτε αυτόν π' αγαπήσατε,
λαχανιάζοντας, ενώ πανευδαίμονα τρέχατε για τ' ανοιχτά και το τίποτα.
Είναι έξοχο να υπάρχεις εδώ. Και το ξέρετε τούτο, κορίτσια,

40
ακόμα κι εσείς, που διψώντας αγάπη βουλιάξατε στα βρωμερά
κάθε πόλης λαγούμια, αρρωστόκορμες, των σκουπιδιών 'τοιμασμένες.
Γιατί σε κάθε μία ανήκει μια ώρα, μπορεί ούτε μια ώρα,
ένα σημείο που μόλις ανάμεσα σε δυο στιγμές το μετράς,
που υψώθηκε σε γνήσια ύπαρξη.

45
Όλα, οι φλέβες ολόγιομες με γνήσια ύπαρξη.
Μόνο που εύκολα πολύ λησμονάμε, ό,τι γελώντας ο γείτονας
δεν μας επαίνεσε, ούτε μας φθόνησε. Και τούτο να φέρουμε
στο φως πεθυμάμε. Αλλά η φανερή ευτυχία στέργει τότε μόνο
από μας να γνωστεί, όταν μέσα μας μυστική μεταμόρφωση βρίσκει.

50
Πουθενά, αγαπημένη, δε θα υπάρξη ο κόσμος παρά εντός μας.
Και τραβά η ζωή μας μπροστά με αλλαγή μυστική. Και συνέχεια
μικρότερο το έξω αφανίζεται. Όπου υπήρχε ένα σπίτι με διάρκεια κάποτε
της φαντασίας εικόνα λοξή ξεπροβάλλει στην επινόηση ανήκοντας όλη
σα να μένει ακόμη στον εγκέφαλο ολόκληρο.

55
Του καιρού μας το πνεύμα συσσωρεύει αποθήκες ευρύχωρες δύναμης
χωρίς πρόσωπο, σαν ορμή και σαν ένταση, που τα πάντα παράγουν.
Αυτό δε γνωρίζει τώρα ναούς. Τούτη της καρδιάς τη σπατάλη
μυστικώτερη μέσα μας κρύβουμε. Ναι, όπου ακόμη επιζεί
κάποιο πράγμα προσκυνημένο, λατρεμένο, που μπροστά του γονάτισαν

60
έτσι καθώς είναι διασώζεται μέσα σε τόπο αόρατο.
Και πολλοί πια δεν το διακρίνουν, χωρίς την ωφέλεια όμως,
ότι τρανότερα μ έ σ α τ ο υ ς χτίζεται με κολώνες κι αγάλματα.

Απόκληρους τέτοιους έχει κάθε υπόκωφη του κόσμου μετάβαση
που μήτε το περασμένο, μήτε το ερχόμενο είναι δικό τους.

65
Γιατί μακρυά για τους ανθρώπους είναι και το πολύ σιμοτινό.
Τούτο μη μας θολώνει το κλίμα, αλλά να τονώνει τη διάσωση μέσα μας
της γνωρισμένης μορφής, που υπάρχει ακόμη. Τούτο στάθηκε κάποτε
ανάμεσα στους ανθρώπους, ανάμεσα στη μοίρα τη φθείρουσα στάθηκε
ανάμεσα στο για πού το τυφλό και ανέγνωρο στάθηκε σαν ουσία

70
κι έκαμε να σκύψουν επάνω τους των στέρεων ουρανών τα αστέρια,
άγγελε, σε σ έ ν α ακόμη το δείχνω, ν α ! εμπρός στη ματιά σου
υψώνεται τώρα σωσμένο, επί τέλους ορθόστητο.
Κολώνες, πυλώνες, η Σφίγγα, το επίπονο της μητρόπολης στήριγμα
φαιόχρωμο σε εφήμερη πόλη ή και απόξενη.

75
Τούτο δεν ήταν θαύμα; ω θαύμασε, άγγελε, γιατί εμείς τούτο είμαστε
εμείς, ω Τρανέ, ιστόρα το ότι τέτοια εμείς τα μπορέσαμε,
για τα εγκώμια δεν αρκεί η δική μου εμπνοή. Ακόμη κι έτσι
δεν οκνέψαμε μέσα στη διάστασή μας, αυτή την ορίζουσα,
την δική μας διάσταση. (Πόσο τεράστια μεγάλη πρέπει να 'ναι

80
αφού δεν τη γιόμισαν οι χιλιετίες με τη δική μας αίσθηση.)
Όμως ένας πύργος ήταν ψηλός, έτσι δεν είναι; Ήταν άγγελε,
ήταν ακόμη κι αγνάντια σου ψηλός; Ήταν ψηλή η μητρόπολη Σαρτρ
κι η μουσική ακόμη πιο πολύ υψωνόταν και μας πέρασε.
Αλλά μια ερωτευμένη, ω, στο παραθύρι της νύχτας παντέρημη...

85
δεν θα έφτανε ίσια με τα δικά σου γόνατα-;
Κι αν ακόμη σε καλούσα,
άγγελε, μ ή το πιστεύεις πως σε καλώ. Δεν έρχεσαι.
Γιατί είναι η δική μου επίκληση πάντα από διώξιμο γεμάτη.
Δεν μπορείς να οδέψεις ενάντια σε τέτοιο πανίσχυρο ρεύμα.
Είν' η φωνή μου σαν ένας τεντωμένος βραχίονας. Κι ανοιχτή

90
κατά πάνω για να αρπάξει η παλάμη της παραμένει μπροστά σου,
ανοιχτή σαν απόκρουση και σαν απειλή,
Ασύλληπτε, πλέρια ανοιχτή."



ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ



Δημήτρης Λιαντίνης, «Έξυπνον Ενύπνιον : Οι ελεγείες του Duino του Rilke»



Αποτελεί τη διδακτορική διατριβή του Δημήτρη Λιαντίνη και πραγματεύεται όπως φαίνεται και από τον τίτλο τις ελεγείες του Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Σε κάποια βιβλιοπωλεία κυκλοφορεί και μια έκδοση του ίδιου βιβλίου με τον τίτλο: «Η παρουσία του ελληνικού πνεύματος στις ελεγείες του Rilke»:


Πρόσφατα το βιβλίο επανεκδόθηκε (2006) από τις εκδόσεις Δ. Λιαντίνη. Πληροφορίες για το βιβλίο (τιμή κλπ) δείτε στη διεύθυνση του βιβλιοπωλείου της Πρωτοπορίας .

Αξίζει να σημειώσουμε ότι το βιβλίο φέρει και αφιέρωση:

«Ad Lou exvoto»

Λου, από όσο γνωρίζουμε, ο Λιαντίνης αποκαλούσε τη σύζυγό του, την κ. Νικολίτσα Γεωργοπούλου Λιαντίνη. Αξίζει μάλιστα να σημειώσουμε ότι η σύζυγός του είναι καθηγήτρια πανεπιστημίου, στο τμήμα της Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και το συγκεκριμένο βιβλίο, το «Έξυπνον Ενύπνιον», συμπεριλαμβάνεται στη βιβλιογραφία των μαθημάτων που διδάσκει. (Πληροφορίες εδώ.)


Όμως αξίζει να σημειώσουμε και κάτι ακόμη. Το όνομα «Λου» έχει άμεση σχέση και με το Ρίλκε. Η Λου, η Λου Αντρέας Σαλομέ συγκεκριμένα, υπήρξε η μούσα του Ρίλκε. Αλλά και του Νίτσε, που ο Λιαντίνης αποκαλούσε Δάσκαλό του.


Ένα μικρό και χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο, όπου μπορείτε να διαπιστώσετε το ύφος και τη γλώσσα του Λιαντίνη στο πρώτο του έργο:


Ο αυθεντικός έρωτας

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ «ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ», ΣΕΛ. 217 – 221)

«Ήδη από την εποχή του Malte ο ποιητής επιχειρεί να αναπετάσει τη διάσταση του αυθεντικού έρωτα επάνω στο επίπονο Πουθενά.

Στην περίπτωση της Σαπφώς βλέπει την γυναίκα που βυθίζεται στα σκοτάδια της αγκαλιάς και των θωπειών και αναζητεί σκάβοντας όχι την κατηρέμηση αλλά τη λαχτάρα. Η αιολική ποιήτρια εφεύρε νέα μονάδα μέτρησης του ίμερου, την οποία δίνει η οργανική σύγκραση του πόθου και του πόνου. Ολόκληρη η ποίηση της Σαπφώς είναι αυτό το αρχιμήδειο «εύρηκα» της ερωτικής Φυσικής.

Η πρώτη ελεγεία συνοψίζει με μαθηματικούς τύπους τον κόσμο της νέας θεωρίας. Πρέπει κανείς να ζηλεύει και να φθονεί όχι τις Ησυχασμένες αλλά τις Απαρνημένες. Αυτές αποτελούν παραδείγματα, είναι τα δοχεία της ερωτικής ευδοκίας. Γιατί τον πόθο τους σπιρουνίζει συνεχώς καθώς οι κινούμενοι τόποι την ετοιμότοκο Λυτώ, η οδύνη και δεν τις αφήνει πουθενά να σταθούν και να ησυχάσουν. Είναι ο καιρός οι πανάρχαιοι πόνοι να γίνουν καρπερώτεροι. (1, 49)

Να λυτρωθούμε από τον ερωτικό σύντροφο χωρίς να ελαττωθεί το μέτρο της αγάπης μας γι’ αυτόν. Η παράσταση του τεντωμένου τόξου (1, 52) συμβολίζει τη δραματική αγρυπνία του ερωτικού πόθου την εγρηγορητική ένταση, τη διαρκή ετοιμότητα των ερωτευμένων να παραδοθούν στο γλυκερό μαύλισμα που τους καλεί ενώ ακόμη αντιστέκονται και νικούν. Η τεντωμένη νευρή εξουσιάζει το βέλος, το κατακρατεί αγωνιωδώς στο έσχατο σημείο του (επίπονο Πουθενά) και δεν το αφήνει να χυθεί ορμητικά στο τέλος του (πλείστο Κενό). Έτσι οι εραστές ξεπερνώντας τον εαυτό τους φτάνουν εκεί που δεν ημπορούν, στο δυνατό Αδύνατο. Στη σύλληψη της παράστασης του τεντωμένου τόξου, διακρίνει κανείς την υψηλότερη κορυφή των ελεγειών και την εικόνα αυτή πρέπει να τολμήσει να την ονομάσει μεγαλειώδη. Αναγκαία θυμάται το 48 απόσπασμα του Ηράκλειτου – εδώ δεν ενδιαφέρει το πρόβλημα των επιδράσεων – με την περίφημη εξίσωση της ζωής και του θανάτου (βίος = βιός).

Ο αυθεντικός έρωτας προϋποθέτει την υποταγή στην αρχή της κοσμικής αντίφασης. Καταφάσκει τη σκοτεινή πλευρά του Είναι και σέβεται το αξιολογικό περιεχόμενο της οδύνης. Είναι ανιδιοτελής, πολυεδρικός και ακηλίδωτος στη συνθετική του ολότητα. Διαρκεί και δημιουργεί (4, 59 – 61), γιατί οντολογικά δοκιμάζεται πάνω στη φυσική τάξη και ηθικά διαλέγεται με τον πόνο του κόσμου.

Κάθε βίωμα που ζουν οι ερωτικοί σύντροφοι του ιδανικού ζεύγους περιέχει αναγκαία το σωτήριο στοιχείο του αντίθετου ποιού. Χαίρονται τους εαρινούς ανθούς, μόνο γιατί γνωρίζουν τους σπόρους του φθινοπώρου. Μελαγχολούν την ώρα του λυκόφωτος γιατί έζησαν το λυκαυγές της μέρας. Εάν ήταν πολύκαρπο το χθες θα το χρειασθούν στο ερειπωμένο αύριο. Υποφέρουν τον χωρισμό τους, γιατί θυμούνται τον ερχομό που τον γέννησε. Βιώνουν την παρουσία τους, επειδή την απειλεί η απουσία.

Ζουν την ταραχή του πελάγου, ακριβώς γιατί μέσα τους ηλιοβολεί η γαλήνη του δάσους. Το όνειρο αγκυροβολεί στην πέτρα του πραγματικού και το πραγματικό το αλαφραίνει το όνειρο. Δεν θα γνώριζαν ότι ζουν έξω, στην Έρημη χώρα, εάν δεν την σύγκριναν μ’ αυτό που έχουν μέσα τους, τη χώρα του Αχώρητου. Επειδή δεν ελπίζουν δεν θα τους συναντήσει το ανέλπιστον.

Στην απορία τους κάθε φορά δίνει πόρο η φύση. Υπάρχουν μέσα στην αβεβαιότητα , στην αμηχανία, στο άγνωστο. Γι’ αυτό η δαντική κλίμακα που πεζογελώντας την ανεβαίνουν, δεν στηρίζεται πουθενά. Οι ερωτικοί σύντροφοι τραγουδούν γιατί έχουν αποθέματα σιωπής. Στήνουν βωμό στο Γέλωτα οι αγέλαστοι.

Εάν τα έργα των ερωτικών συντρόφων ημπορούν μόνο οι νεκροί να τα «καμαρώνουν και να τα χειροκροτούν» είναι γιατί η ζωή τους κυματοπαίζει ακριβώς πάνω στο ορφικό μεταίχμιο. Εκεί όπου έχει ο Έρωτας κράτος αλλά και ο Θάνατος εξουσία

Εκτός από τον έρωτα, μεγάλο μέρος του βιβλίου αναφέρεται και στη μελέτη του θανάτου. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς αφού το κέντρο της ποίησης του Ρίλκε είναι το πρόβλημα του θανάτου; Χαρακτηριστικά ο Λιαντίνης αναφέρει:


«Στο βιβλίο των Ωρών ο θάνατος αποτελεί το αίνιγμα του ανθρώπου (νόημα), το αίνιγμα της ζωής (αγάπη) και το αίνιγμα του κόσμου (ανάγκη). Η λύση αυτού του τριπλού αινίγματος φωτίζει τον άνθρωπο στο άγνωστο μέρος του εαυτού του και τον οδηγεί σε κοινωνία με το ον.

"Κύριε δώσε στον καθένα το δικό του το θάνατο,
την ανάπαψη, που φέρνει εκείνη η ζωή,
που μέσα της είχε αγάπη, νόημα και ανάγκη."



Από το πρώτο κιόλας βιβλίο του, ο Λιαντίνης μας εισάγει αποφασιστικά στο δικό του τρόπο θέασης του κόσμου:


"Ο ίμερος και ο θάνατος αποτελούν την ενική δυαρχία, που περικοσμεί την ανθρώπινη ζωή, κατά τον τρόπο που η φιλότητα και το νείκος των προσωκρατικών ζωοποιεί το νόημα του κόσμου."


Αυτό το δίδυμο έρωτα – θανάτου σε άμεση σύνδεση με τον τρόπο που οι Προσωκρατικοί αντιλαμβάνονταν τον κόσμο θα κυριαρχήσει στα βιβλία του και στη φιλοσοφική του σκέψη. Όμως ο Λιαντίνης δε θα περιοριστεί στη φιλοσοφική προσέγγιση. Η ποίηση είναι γι’ αυτόν ο δεύτερος σημαντικός δρόμος για την αναζήτηση της αλήθειας. Διαβάζουμε και πάλι στο Έξυπνον Ενύπνιον:

«Φιλοσοφία και ποίηση κατατείνουν σε στόχο κοινό, δηλαδή στην από τον άνθρωπο γνωστική κατάκτηση του όντος.» (σελ. 19) Σύμφωνα με το Λιαντίνη η πρώτη οδηγεί στο διαυγές είδωλο του όντος ενώ η δεύτερη στο αόριστο Είναι του όντος. «Εάν ήταν δυνατό να ευρεθεί ένας τρίτος ανθρώπινος τύπος – ως ζητητής του όντος – επάνω από τους φιλοσόφους και τους ποιητές, που να μεταχειρισθεί το διαυγές μόνο της φιλοσοφίας και το ΕΙΝΑΙ μόνο της ποίησης, ο ζητητής αυτός θα μας οδηγούσε ασφαλώς στην απόλυτη γνώση. Διότι θα εκινιόταν στη διάσταση της πληρότητας.» (σελ 22)

Άραγε ο Λιαντίνης θέλησε να ανακαλύψει αυτόν τον τρίτο δρόμο; Αν και ο ίδιος γράφει πως αφενός η προσωκρατική φιλοσοφία και αφετέρου η σύγχρονη ποίηση αποκλείουν αυτόν τον τρίτο τύπο, όμως δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πως το σύνολο του πνευματικού του έργου κατατείνει ακριβώς σε αυτό το σημείο: Στη σύγκλιση του αληθούς και του ωραίου, στη συναίρεση φιλοσοφίας και ποίησης. Απόδειξη ότι το αμέσως επόμενο βιβλίο που έγραψε ήταν για το φιλοσοφικό στοχασμό του Σολωμού: "Χάσμα Σεισμού".

Σχετικά Άρθρα

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι:

  1. Άρθρο του Aνδρεα Παναγόπουλου στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 5/8/2003

Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα