ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα HOMO EDUCANDUS. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα HOMO EDUCANDUS. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Από τον Κούρο του Πτώου ως τον Παίδα του Κριτίου

Η φράση "από τον Κούρο του Πτώου ως τον Παίδα του Κριτίου" είναι φράση του Λιαντίνη. Τη συναντούμε στο βιβλίο του Homo Educandus, σελ. 121. Τη συναντούμε και την προσπερνούμε συνήθως. Κι όσοι έχουν τις ειδικές γνώσεις καταλαβαίνουν το τεράστιο βάθος της και όσοι δεν τις έχουμε συνεχίζουμε αθώοι παρακάτω. Τι άλλο να κάμουμε αφού σε κάθε βήμα συναντούμε στα κείμενά του όρους και φράσεις περίεργους και δύσκολους;

Θα σου πω τι κάνω εγώ. Κι αν θέλεις άκου. Τέτοιες φράσεις και όρους του Λιαντίνη τις χρησιμοποιώ όπως στο διαδίκτυο χρησιμοποιούμε τους εξωτερικούς συνδέσμους σε ένα κείμενο. Μόνο που στο διαδίκτυο αρκεί ένα κλικ με το ποντικάκι. Στην ανάγνωση ενός βιβλίου όμως; Εδώ τη δουλειά πρέπει να την κάνεις μόνος σου. Να αναζητήσεις τα κρυφά νοήματα συλλέγοντας πληροφορίες από όσες πηγές διαθέτεις ώστε να ανοίξει το μάτι σου και να διαβάζεις το Λιαντίνη και να εννοείς τι ακριβώς λέγει, να μην παπαγαλίζεις.

Δε λέω πως είναι εύκολη μια τέτοια μελέτη του Λιαντίνη. Μοιάζει μάλλον με την τακτική του κάβουρα. Αντί να προχωράς μπροστά, κάνεις βήματα δεξιά - αριστερά. Μένεις στο σημείο, στη λέξη, και την περιεργάζεσαι. Ποιος είναι ο Κούρος του Πτώου; Ποιος ο Παις του Κριτίου;

Για τα συγκεκριμένα ανάγκη είναι να ξεκινήσουμε από τις εικόνες:




Να μια καλή αρχή, να οπτικοποιήσουμε το κείμενο. Ακόμη καλύτερη να μελετήσουμε όσα σχετικά, όχι μόνο για τα δύο γλυπτά μα και για τη διαδρομή ανάμεσά τους, αφού ο Λιαντίνης ως αρχή και τέλος μιας διαδρομής τα στήνει ετούτα τα αγάλματα. Ο δρόμος ενδιαφέρει λοιπόν. Πώς φτάσαμε από τον Κούρο του Πτώου ως τον Παίδα του Κριτίου. Και παραθέτω το αντίστοιχο κείμενο από το Homo Educandus ώστε να γίνει κατανοητό πως πρόκειται για δρόμο και μάλιστα ανάβαση:


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

Τα προανακρούσματα του ελληνικού ανθρώπου που άθλησε στην εποχή των Μηδικών τα βρίσκουμε κιόλας στον Όμηρο της Οδύσσειας. Ο ήρωας του έπους της θάλασσας φέρνει όλες τις αρχαϊκές παραστάσεις των ψυχικών στοιχείων του Μαραθωνομάχου.

Η ποιητική διάσταση μόνο και η μυθική χροιά των περιγραφών του Ομήρου θα στήνανε στα μάτια μας υπερφυή κάπως την εικόνα του "ομηρικού μαραθωνομάχου". Σαν εκείνο περίπου το μεγαλόσωμο φάντασμα της διήγησης του Ηρόδοτου που το γένι του σκέπαζε την ασπίδα του και περπατώντας τύφλωσε με τον αέρα τον Επίζηλο του Κουφαγόρα στη μάχη του Μαραθώνα.

Δ. Λιαντίνης, Homo Educandus, σελ. 119 "Ο μύθος των Μηδικών"
Αναγκαστική στάση εδώ για αναζήτηση του Επίζηλου του Κουφαγόρα και όσων έπαθε στη μάχη του Μαραθώνα. Ας δούμε λοιπόν τι λέγει ακριβώς ο Ηρόδοτος:

Εν ταύτη τη εν Μαραθώνι μάχη απέθανον των βαρβάρων κατά εξακισχιλίους και τετρακοσίους άνδρας, Αθηναίων δε εκατόν και ενενήκοντα και δύο έπεσον μεν αμφοτέρων τοσούτοι.

Συνήνεικε δε αυτόθι θώμα γενέσθαι τοιόνδε Αθηναίον άνδρα Επίζηλον τον Κουφαγόρεω εν τη συστάσι μαχόμενόν τε και άνδρα γινόμενον αγαθόν των ομμάτων στερηθήναι, ούτε πληγέντα ουδέν του σώματος ούτε βληθέντα, και το λοιπόν της ζόης διατελέειν από τούτου του χρόνου εόντα τυφλόν.

Λέγειν δε αυτόν περί του πάθεος ήκουσα τοιόνδε τινά λόγον άνδρα οι δοκέειν οπλίτην αντιστήναι μέγαν, του το γένειον την ασπίδα πάσα σκιάζειν, το δε φάσμα τούτο εωυτόν μεν παρεξελθείν, τον δε εωυτου παραστάτην αποκτείναι. Ταύτα μεν δη Επίζηλον επυθόμην λέγειν.
Επόμενη δουλειά να εξηγήσουμε στην καθομιλουμένη την ιστορία του Ηρόδοτου:

Στη συγκεκριμένη τέλος, μάχη του Μαραθώνα έχασαν τη ζωή τους από μέρους των βαρβάρων έξι χιλιάδες τετρακόσιοι άνδρες, ενώ από τους Αθηναίους εκατόν ενενήντα δύο. Τόσοι λοιπόν έπεσαν και από τις δύο μεριές.

Εκεί εξάλλου έτυχε να συμβεί και το ακόλουθο παράδοξο γεγονός: ο Αθηναίος πολίτης Επίζηλος, γιος του Κουφαγόρα, εκεί που πολεμούσε σώμα με σώμα και αναδεικνυόταν σε γενναίο πολεμιστή, έχασε την όρασή του, χωρίς να χτυπηθεί, ούτε από κοντά ούτε από απόσταση, σε κάποιο σωματικό του σημείο και από αυτό το χρονικό σημείο και μετέπειτα, στο υπόλοιπο της ζωής του ήταν τυφλός.

Πληροφορήθηκα μάλιστα ότι αφηγείται αυτός, σχετικά με το πάθημά του, μια ιστορία σαν και την παρακάτω: είχε, λέει, την εντύπωση πως στεκόταν απέναντί του ένας τεραστίων διαστάσεων οπλίτης, που το γένι του κάλυπτε όλη του την ασπίδα, και ότι η οπτασία αυτή για τον ίδιο τον Επίζηλο αδιαφόρησε, σκότωσε όμως τον διπλανό σύντροφό του στη μάχη. Ακριβώς αυτά πληροφορήθηκα να εξιστορεί ο Επίζηλος.
Κι αφού τα μάθαμε όλα αυτά για τον Επίζηλο του Κουφαγόρα, συνεχίζουμε με Λιαντίνη. Στόχος μας είναι να μάθουμε για τον άνθρωπο, τον έλληνα, που άθλησε στην εποχή των Μηδικών. Το Μαραθωνομάχο.

Ο Λιαντίνης λοιπόν στο σημείο αυτό μας γυρίζει πίσω, στην εποχή του Ομήρου. Πρώτα θα μας μιλήσει για το χτες και μετά για όσα ακολούθησαν. Πρώτα για τον Οδυσσέα, τον "ομηρικό μαραθωνομάχο", και μετά για τους ανθρώπους που πολέμησαν στο Μαραθώνα.

Διδάσκει εδώ ο Λιαντίνης. Πως αν θέλεις να καταλάβεις το κάθε σήμερα, γύρνα και ρώτα το χτες. Μελέτησε ιστορία. Κι όταν λέμε μελέτη, εννοούμε μελέτη, όχι παπαγαλίες και δουλειές του ποδαριού.

Παραθέτω το κείμενο, όπως το είδαμε και στη χτεσινή μας ανάρτηση, που αφορούσε την παρουσία του Οδυσσέα σε όλο το έργο του Λιαντίνη:

Στη λαχανιασμένη πάλη του Οδυσσέα με τα φυσικά στοιχεία και τα ανθρώπινα τέρατα υποδηλώνεται συμβολικά ο αγώνας του να γνωριστεί με τους νόμους της φύσης για να πάει με το ρυθμό τους.

Το αποτέλεσμα αυτού του αγώνα είναι ότι καταφέρνει να βγάζει την κάπα του γέρου, γιατί μεταχειρίζεται τη μαστοριά του ήλιου και ποτέ την άγαρμπη φούρια του βοριά.

Πίσω από την τακτική αυτή - το μόνο σταθερό σημείο στην ευέλικτη φύση του Οδυσσέα - κρύβεται όλη εκείνη η γνώση της φύσης, που μας περιγράφει ο προσωκρατικός στοχασμός. Και παράλληλα όλη εκείνη η άμετρη δύναμη του μετρημένου τρόπου του ανθρώπου που γνωρίζει να συνοδοιπορεί με το ρυθμό του κόσμου όπως ακριβώς εδίδαξαν οι Προσωκρατικοί.

Την πηγή ή την εστία αυτής της ακτινοβολούσας σοφίας και δράσης θα την λέγαμε μονολεκτικά ευλάβεια προς τη φυσική τάξη ή ευσέβεια προς τους θεούς.

Ο Οδυσσέας, τη στιγμή που έχει κιόλας τοξέψει τον Αντίνοο, τοξεύει και μια φράση στο υπόλοιπο ατάσθαλο σκυλομάνι

- Ω κύνες - ,

που είναι πολύ πιο φαρμακερή από τα φαρμακερά βέλη:

ούτε θεούς δείσαντες, οι ουρανόν ευρύν έχουσιν.

Το σημείο πάνω στο οποίο εντοπίζει την αιτία του ξολοθρεμού των μνηστήρων ο Όμηρος είναι το ίδιο σημείο πάνω στο οποίο στηρίζει τη λύση του δράματος των Μηδικών η ανθρωποφυσική ερμηνεία του Αισχύλου και του Ηροδότου. Μία είναι η διαφορά: ότι στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μυθική σύλληψη ενώ στη δεύτερη για ιστορική πράξη. Ήλοι και τύποι, που λένε. Και δύσκολη πίστη.

Δημήτρης Λιαντίνης, Homo Educandus, σελ. 120
Και συνεχίζει ο Λιαντίνης για να εξηγήσει στη δύσκολη πίστη μας πώς έγιναν τα πράγματα και οι έλληνες πέτυχαν τον απίστευτο μύθο των Μηδικών:

"Ο αρχαϊκός τύπος του "ομηρικού μαραθωνομάχου" για να φτάσει στην καιρική ετοιμότητα του οπλίτη και του ναυβάτη της εποχής των Μηδικών πέρασε πολλά στάδια ειδολογικών ανακαταδιατάξεων.

Όσα, θα 'λεγα, είναι τα στάδια της καλλιτεχνικής ανέλιξης στην ελληνική πλαστική από τον "Κούρο του Πτώου" ως τον "Παίδα του Κριτίου".

Δημήτρης Λιαντίνης, Homo Educandus, σελ. 120
Κι εδώ ακριβώς δε φελάνε τα βιβλία. Θα τα κλείσεις. Και θα κινήσεις για το μουσείο. Να συναντήσεις τον Κούρο του Πτώου και τον Παίδα του Κριτίου. Όπως ακριβώς συνήθιζε να κάνει και ο Λιαντίνης με τους μαθητές του. Δεν έμενε μόνο στις διδασκαλίες εντός αιθούσης. Προχωρούσε και στα πεδία της ζωντανής μελέτης.

Τον πρώτο, τον Κούρο του Πτώου, θα τον βρεις στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών. Θα βρεις το χρόνο να πας ως εκεί. Και να θυμηθείς πηγαίνοντας ότι εδώ τριγύρω δίδαξε ένα διάστημα ο Λιαντίνης ως καθηγητής Γυμνασίου όταν γύρισε από τη Γερμανία και πριν προσληφθεί στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ο άλλος, ο Παις του Κριτίου, βρίσκεται στη σκιά της Ακρόπολης και στο νέο μουσείο της.

Εδώ θα βρεις μια δική μας παλιότερη περιήγηση στο νέο μουσείο. Θα συναντήσεις και τον Παίδα του Κριτίου στις φωτογραφίες "μας". Μα μη μείνεις σ' αυτές. Να πας και ο ίδιος.

Καλά ταξίδια λοιπόν!

Ένα ταξίδι αληθινό η μελέτη του Λιαντίνη.

Μην το ξεχνάτε...


ΥΓ Για την εξέλιξη της ελληνικής πλαστικής και δη των κούρων επισκεφθείτε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα στην παρέα αυτού του μουσείου, έχουμε ανεβάσει με τον τίτλο Η Συντροφιά της Φρασίκλειας. Εκεί θα βρείτε και πίνακα με την εξέλιξη των κούρων. Και να σημειώσουμε εδώ ότι χάρη στη μελέτη του έργου του Λιαντίνη μάθαμε αλλιώς να περπατάμε τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς μας χώρους. Να προσέχουμε αυτά που παλιότερα δε βλέπαμε. Και κυρίως τούτο, να νιώθουμε πως είναι άλλου ποιού η τέχνη των αρχαίων ελλήνων. Δεν είναι απλά σκάλισμα στην πέτρα. Να τονίσουμε πως σχετικό κεφάλαιο για την ελληνική τέχνη θα βρείτε στα Ελληνικά του Λιαντίνη. Από κει και παραθέτουμε τα εξής σημαντικά:


Στην πραγματικότητα, η τέχνη των Ελλήνων καθρεφτίζει τον αγώνα τους να νικήσουν τον πεσσιμισμό τους.

Η ελληνική τέχνη είναι το γέννημα του αδυσώπητου αλλά και του εξαίσιου κόπου να μετουσιώσει το βάρος του κόσμου σε ελαφράδα ζωής. Η θλίψη που γέννησε στον Έλληνα η γνωριμία του με το κακό του κόσμου, με το malum physicum καθώς το λεν, παραχώρησε τη θέση της σε μία πικρή αποδοχή, σε μία συναίνεση ανάγκης με τις σκληρές δομές της φύσης. Και το πράγμα έγινε μ’ έναν τρόπο, ώστε την εγγενή συφορά του ανθρώπου να μην τη νοθέψει η δειλία και ο δόλος. Να μην κουκουλωθεί το κακό δηλαδή με την αυταπάτη και το ψέμα.

[...] Στο πρόβλημα του θανάτου, που για τον άνθρωπο είναι το πρόβλημα των προβλημάτων, και για τη φιλοσοφία ο μόνος δρόμος που οδηγεί στη γνήσια έρευνα και στην αληθινή γνώση για τη φύση και τη μοίρα του ανθρώπου, όπως ισχυρίζεται ο Πλάτων, οι έλληνες δεν καταδέχτηκαν να κοροϊδέψουν τον εαυτό τους. Αρνηθήκανε να αυτοεξευτελιστούν.

Κι αφού δεν τον κορόιδεψαν εδώ, στον κίνδυνο και στον αγώνα τον έσχατο, είναι αυτονόητο πως δεν τον κορόιδεψαν και σε τίποτα άλλο. Κυνήγησαν τον πάνθηρα δηλαδή, και θα κιότευαν μπροστά στους ψύλλους;

Αυτή η μοναδικότητα, αυτή η παλικαριά, και το σέβας των ελλήνων στην αλήθεια της φύσης και στην αξία του ανθρώπου, του αδύναμου και τραγικού ανθρώπου αλλά του αληθινού και εξαίσια ωραίου, πέρα από την επιστήμη και την πολιτική συνείδηση, γέννησε κυρίως την τέχνη τους.

Ο καημός του θανάτου γέννησε στους έλληνες την τέχνη. Εκεί που ο φόβος του θανάτου γέννησε στους λαούς τις θρησκείες.

[...] Η τέχνη των ελλήνων είναι η αποτύπωση της συμπεριφοράς τους να ξεπεράσουν τον πόνο που τους έδινε η γνώση για τον κόσμο και για τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Εάν οι έλληνες δεν έβρισκαν διέξοδο στην τέχνη τους, θα 'παιρναν τα βουνά και τα όρη. Κάτω από κάθε δέντρο θα μας άφηναν και από μια αγχόνη.

[...]Αυτή η αγνή ορμή τον φέρνει συνέχεια σε αντικρυστό διάλογο με την αλήθεια. Γεγονός που εξηγεί το φαινόμενο ότι η ελληνική τέχνη στην ιστορία του ανθρώπου θα στέκεται κανόνας βίου, και κανόνας διαρκείας.

Με την τέχνη οι έλληνες το βαθύ τους πόνο και την τιμιότητα να μην τον ψευτίσουν τα έκαμαν τραγούδι.

Έτσι γεννήθηκε η ραψωδία του αοιδού, η λύρα και ο χορός του Αλκαίου και του Αλκμάνα, η διδασκαλία στα θέατρα, ο δωρικός κίονας, το αέτωμα του ναού, το άγαλμα του γλύπτη, το επιτύμβιο επίγραμμα, το πλατωνικό φιλοσόφημα.

Ό,τι ονομάσαμε πεσσιμισμό και μελαγχολία, που τα γέννησε η φυσική γνώση των ελλήνων η αμόλυντη από το κιότεμα και την πονηρή φαντασία, η τέχνη τους τό 'καμε όνειρο. Τό 'καμε μια χαρωπή εικόνα, που καθώς τη βλέπουμε και καθώς την ακούμε μας μετατοπίζει από την ωμότητα του "έτσι είναι" στη ρέμβη του "έτσι σα νά 'ναι". Από το στύγος του "εγώ ζηλεύω, εγώ σκοτώνω, εγώ πεθαίνω", στη διαφυγή του "βλέπω να βασανίζεται η Μήδεια, βλέπω να σκοτώνει ο Ορέστης, βλέπω να αυτοκτονεί ο Αίαντας".

Με τα ακίνδυνα καμώματα της τέχνης ξεχνάμε τα θανάσιμα γνωρίσματα της ζωής.

Η φράση του Νίτσε "έχουμε την τέχνη για να μη μας συντρίψει η αλήθεια" είναι η τέλεια ανατομία της συμπεριφοράς των ελλήνων που γέννησε την τέχνη τους.

Δ. Λιαντίνης, Τα Ελληνικά, σελ. 125 - 130

Υπό τον όρο ότι θα επιβληθεί πρώτα στους ενήλικες...

"Αυτή τη γνώση θα την ενσταλάξει η αγωγή στους νέους, μόνο υπό τον όρο ότι θα επιβληθεί πρώτα στους ενήλικες σαν νέα κατανόηση.

Γιατί οι ενήλικες έχοντας απολέσει ολοτελώς τους, όσο πιο άκρατους τόσο και πιο σωστικούς, τύπους της πολυσέβαστης ανάγκης, έχουν εκτρέψει από την αρχή την αγωγή των νέων σε μορφές ασύμφωνες προς τα φυσικά υποδείγματα. Με τη δίκαιη συνέπεια η παιδεία μας να διακονεί σήμερα το μοντέλο της οντολογικής απάτης και της ηθικής υποκρισίας."

ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ - HOMO EDUCANDUS, σελ. 22

Όπως ο ήλιος λάμπει επί δικαίων και αδίκων, επί φτωχών και πλουσίων, επί φυτών και ζώων και ανθρώπων και πάνω από ολόκληρη την πλάση, όμοια και ο λόγος του Λιαντίνη προσλαμβάνεται από τον καθένα που τον προσεγγίζει και μετατρέπεται σε χίλιες δυο μορφές. Και δικαίωμα του καθενός να επιλέξει τον τρόπο. Ανάλογα βέβαια και με τις δυνατότητές του.

Για μας όμως, τους μαθητές του, που είμαστε στην πλειοψηφία μας εκπαιδευτικοί, δεν μπορεί παρά να μπαίνει επιτακτικά το καθήκον μιας μικρής φράσης από το Homo Educandus:

Υπό τον όρο ότι θα επιβληθεί πρώτα στους ενήλικες...

Η νέα αγωγή θα επιβληθεί. Η αγωγή που εισηγήθηκε ο Δημήτρης Λιαντίνης, κύρια στο βιβλίο του: Homo Educandus - Φιλοσοφία της Αγωγής.

Πώς όμως; Πώς μπορεί ο δάσκαλος να επιβάλει τη νέα αγωγή στους ενήλικες πρώτα και μετά στους μαθητές του; Ώστε να σταματήσει η αγωγή μας να διακονεί το μοντέλο της οντολογικής απάτης και της ηθικής υποκρισίας;

Οι τρόποι είναι πολλοί. Ανάμεσά τους όμως σίγουρα περιλαμβάνονται και οι σχέσεις που κάθε εκπαιδευτικός δημιουργεί με τους γονείς των μαθητών του. Ένα πεδίο δράσης που κάθε εκπαιδευτικός θα αναγκαστεί να περπατήσει όταν ο μαθητής του είναι ανήλικος. Θα έρθει θέλει δε θέλει σε επαφή με τους φυσικούς εκπροσώπους του παιδιού, τη μητέρα, τον πατέρα, τους κηδεμόνες. Και θα συνεχίσει να έρχεται ως τη μέρα που θα αποχωρήσει από την υπηρεσία.

Κι όμως, για το σημαντικότατο αυτό τομέα, τις σχέσεις των δασκάλων με τους γονείς, ανύπαρκτη ως ελάχιστη είναι η θεωρητική κατάρτιση του δασκάλου. Αν και η Παιδαγωγική Επιστήμη εδώ και δεκαετίες έχει επισημάνει τη σπουδαιότητά του στην αποτελεσματική λειτουργία του σχολείου. Και όμοια η εκάστοτε κυβερνητική εξουσία, ενδιαφερόμενη για την αποτελεσματικότητα της παιδείας που χρηματοδοτεί, απαιτεί από τους εκπαιδευτικούς να συνεργάζονται με τους γονείς.

Στην πράξη λοιπόν ο δάσκαλος προσέρχεται αβοήθητος και απροετοίμαστος για το ρόλο αυτό, του συνεργάτη των γονιών. Και φυσικά τρώει τα μούτρα του στα πρώτα του βήματα. Συναντά αδιαφορία από τους γονείς, υποτίμηση, αυθαίρετες παρεμβάσεις στο έργο του, αλλά και άγνοια για το τι σημαίνει σχολείο. Η απογοήτευση είναι μοιραία και ενίοτε οδηγεί σε μόνιμη κατάσταση συνοδευμένη από αρνητικά συναισθήματα προς τους γονείς.

Λείπει και αυτή η γνώση. Της διαχείρισης των προβληματικών καταστάσεων στις σχέσεις που δημιουργούμε με τους άλλους ανθρώπους. Αλλά και η στήριξη από εξειδικευμένο προσωπικό. Απουσιάζει ο σχολικός ψυχολόγος και ο κοινωνικός λειτουργός και ο δάσκαλος έχει συνήθως το διευθυντή του να απολογηθεί για την αποτυχία του. Ειδικά όταν ξεπεράσει τα όρια και ο δυσαρεστημένος γονιός καταφύγει στους προϊσταμένους του δασκάλου.

Σε κανέναν δε αρέσει να ελέγχεται από τους ανωτέρους του για αποτυχία. Έτσι ο δάσκαλος μετά τα πρώτα σκουντουφλήματα θα αναγκαστεί να βρει τον τρόπο να γλιτώσει από άλλα στραβοπατήματα. Θα προσαρμοστεί αργά ή γρήγορα στις απαιτήσεις των γονιών και της υπηρεσίας και θα ξεχάσει τις απαιτήσεις τις παιδαγωγικής. Έτσι κι αλλιώς η τελευταία μόνο απαιτήσεις έχει κι όχι ουσιαστική βοήθεια στο πώς θα οικοδομήσει τις πολυπόθητες σχέσεις με τους γονείς. Γιατί αυτή η παιδαγωγική είναι μονόπλευρα εστιασμένη στο παιδί. Και μόνο για το παιδί προετοιμάζει το δάσκαλο.

Λάθος! θα πει ο Λιαντίνης. Η αγωγή θα επιτύχει το έργο της μόνο υπό τον όρο ότι θα επιβληθεί πρώτα στους ενήλικες. Αλλιώς, δασκαλάκο μου, θα κάνεις μια τρύπα στο νερό. Κι ό,τι εσύ θα οικοδομείς στο σχολειό, θα έρχονται οι ενήλικες και θα το γκρεμίζουν. Πόσες και πόσες φορές δεν το είδαμε να συμβαίνει;

Γιοφύρι της Άρτας και ο δικός μας αγώνας... Ποια όμως η γυναίκα του πρωτομάστορα; Ποια θα παραχώσουμε στα θεμέλια για να χτιστεί επιτέλους η γέφυρα; Μα την απάτη. Την οντολογική και τη δίδυμη αδερφή της, την ηθική υποκρισία.

Ο δάσκαλος εδώ θα χρειαστεί όχι απλά τη γνώση αλλά τη φιλοσοφική θεώρηση της αγωγής. Να εννοήσει και να κατανοήσει ποιος είναι ο αληθινός του ρόλος. Του υπαλλήλου που έναντι αμοιβής διδάσκει γραφή, ανάγνωση και προπαίδεια; Του έμπιστου παιδαγωγού που οι γονείς τού αφήνουν στα χέρια του ό,τι πολυτιμότερο έχουν; Μα από αρχαιοτάτων χρόνων ο παιδαγωγός ένας πειθήνιος σκλάβος ήταν. Που εκτελούσε τις επιθυμίες των αφεντικών του.

Ο Λιαντίνης θα διαφωνήσει κι εδώ. Και τελείως άλλο θα σμιλέψει το δικό του μοντέλο του αληθινού δασκάλου. Στο βιβλίο του Τα Ελληνικά. Εν αρχή ην ο δάσκαλος, θα γράψει. Και παρακάτω θα μιλήσει για δασκάλους ποντίκια.

Είναι μακρύς ο δρόμος που ο νέος δάσκαλος θα διανύσει για να ανακαλύψει - αν ανακαλύψει - τον αυθεντικό τύπο δασκάλου. Και θα γδάρει αμέτρητες φορές τα γόνατά του. Άλλο δρόμο δεν έχει. Μόνο το δρόμο του πόνου. Εκείνου του πόνου του βαθύτατου που πόνο του κόσμου αποκάλεσε ο Λιαντίνης στο Έξυπνον Ενύπνιον. Και με το αίμα της καρδιάς του θα γράψει τη δική του απάντηση στον παραλογισμό που αντιμετωπίζει.

Γιατί είναι παραλογισμός οι αλληλοσυγκρουόμενες απαιτήσεις που προβάλλουν στο δάσκαλο οι διάφορες ομάδες αναφοράς που τον περιβάλλουν. Κι όχι τυχαίος. Η αποτυχία του δασκάλου στις σχέσεις του με τους γονείς δεν είναι τυχαία. Ολόκληρο το σάπιο σύστημα εκπαίδευσης στηρίζεται σ' αυτή την αποτυχία. Αλλά και μεθοδευμένο το επόμενο σκαλοπάτι. Της υποταγής του δασκάλου. Στην εγκατάλειψη των παιδαγωγικών του πιστεύω και τον ευνουχισμό της παιδαγωγικής του ελευθερίας. Θέλει δε θέλει ο δασκαλάκος θα μάθει να συνεργάζεται με τους γονείς μέσα στα πλαίσια που το σύστημα βολεύεται. Και δεν απειλείται η αναπαραγωγή της ιδεολογίας του.

Αυτή ακριβώς την εικόνα κατέγραψε πριν αρκετά χρόνια μια επιστημονική έρευνα που μελέτησε τις σχέσεις των δασκάλων με τους γονείς. Βρήκε δασκάλους που συνεργάζονται με τους γονείς σε ικανοποιητικό βαθμό αλλά σε λάθος βάση. Μια συνεργασία που αφήνει απέξω το κύριο διακύβευμα της παιδείας και κατατείνει στην επίτευξη των στόχων που η εκάστοτε εξουσία θέτει για την εκπαίδευση. Πέρα και έξω από όσα θέλει ο δάσκαλος αλλά και πέρα έξω από όσα θέλουν οι γονείς.

Η έρευνα έγινε στην Κύπρο. Το 1995. Υποκείμενα 260 εκπαιδευτικοί της επαρχίας Λευκωσίας. Που απάντησαν σε ένα μακρύ ερωτηματολόγιο 101 μεταβλητών. Ανεξάρτητων, εξαρτημένων, παρεμβαλλόμενων. Κι έπειτα η μέθοδος των θετικών επιστημών, η στατιστική, και συγκεκριμένα το πρόγραμμα SPSS, ανέλαβε να επεξεργαστεί τα δεδομένα και να κομίσει τα αποτελέσματα. Να βρει μέσους όρους, τυπικές αποκλίσεις, ποσοστά και να κάνει t-test και αναλύσεις διασποράς (κριτήριο F). Περιγραφική και επαγωγική στατιστική. Ακαταλαβίστικες διαδικασίες για τον κλάδο των δασκάλων που συνήθως προέρχεται από τη θεωρητική κατεύθυνση σπουδών και όχι εκείνη που κατέχει το εργαλείο σκέψης της θετικής επιστήμης. Καθόλου τυχαίο και αυτό. Και το μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω, από χρόνια κατακρημνισμένο στις ακαδημίες των δασκάλων.

Ποιος θα παλινορθώσει την αξία των θετικών επιστημών; Ο Λιαντίνης και πάλι. Γεωμετρικά και έμπεδα. Και με το εν αρχή ην η πράξις οδηγό και μπροστάρη.

Ο Λιαντίνης θα μπει στην αίθουσα διδασκαλίας κι αντί για θεωρητικούρες θα απογειώσει τους σπουδαστές του Μαρασλείου, τους μετεκπαιδευόμενους δασκάλους, από το πρώτο κιόλας μάθημα στ' αστέρια. Η θεωρία του big bang, της μεγάλης έκρηξης. Και το επίμετρο των Ελληνικών του Δημήτρη Λιαντίνη. Ξέρει πως απευθύνεται σε έναν κόσμο που παπαγάλισε κανόνες ορθογραφίας και χρονολογίες ιστορίας. Που ξέρει λιγότερα μαθηματικά από έναν καλό απόφοιτο λυκείου. Και με τη φυσική και τη χημεία έχει διαζύγιο εξ απαλών ονύχων. Ξέρει όμως και τι όρισε ο Σολωμός ως ποίηση: Η λογική που έχει μετατραπεί σε εικόνες και αισθήματα. (Χάσμα Σεισμού, σελ. 55) Κι από το Σολωμό θα κλέψει τη φράση για να στολίσει την είσοδο της τάξης του ο Λιαντίνης:

"Χαίρομαι που με τη μαθηματική επιστήμη, αρχίσατε να οικοδομήτε την αλήθεια."

Μ' αυτό το πνεύμα, το γεωμετρικό, συνεχίζοντας τα συνήθια του Πλάτωνα, θα ξαναστείλει ο Λιαντίνης τους μαθητές του πίσω στα σχολειά τους. Να συνεχίσουν το έργο που τους εμπιστεύτηκαν οι άνθρωποι. Και οι έλληνες. Νόημα κλεισμένο σοφά στο δωρικό προλόγισμα των Ελληνικών:

«Να υπάρχεις Ελληνικός δηλώνει τέσσερες τρόπους συμπεριφοράς.

Ότι δέχεσαι την αλήθεια που έρχεται μέσα από τη φύση, όχι την αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων. Ότι ζεις σύμφωνα με την ηθική της γνώσης, όχι με την ηθική της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων. Ότι αποθεώνεις την εμορφιά, γιατί η εμορφιά είναι δυνατή σαν το νου σου και φθαρτή σαν τη σάρκα σου.

Και κυρίως αυτό: ότι αγαπάς τον άνθρωπο. Πώς αλλιώς! Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα μέσα στο σύμπαν.»

Να αγαπάς τον άνθρωπο. Πώς αλλιώς;

Έτσι έφτασα κι εγώ στην Κύπρο. Αμέσως μετά το Μαράσλειο και με νωπές τις διδαχές του Λιαντίνη. Τέλη του 1994. Της χρονιάς που ο ΟΗΕ αφιέρωσε στην οικογένεια. Διεθνές έτος οικογένειας όπως μαρτυρούν ακόμη τα γραμματόσημα πολλών χωρών:





Από την Ευρώπη και τη Σλοβενία, ως την Ασία και τη μακρινή Ινδία. Οι άνθρωποι εκείνη τη χρονιά, το 1994, τίμησαν την οικογένεια. Και θυμήθηκε και ο ΟΗΕ το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα των γονιών:

Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 26:

«Οι γονείς έχουν κατά προτεραιότητα το δικαίωμα να επιλέγουν το είδος της εκπαίδευσης που θα δώσουν στα παιδιά τους.»
Ακούς, δασκαλάκο; Οι γονείς των μαθητών σου έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν το είδος της εκπαίδευσης που θα δώσεις στα παιδιά τους. Και κατά προτεραιότητα. Πότε και ποιος σου το δίδαξε αυτό;

Ποιος και πότε σου δίδαξε και σου εξήγησε τι ακριβώς κάνεις από την ώρα που μπαίνεις σε ένα σχολείο να διδάξεις; Δε είσαι εκεί για το ξεροκόμματο που σου δίνουν για μισθό. Είσαι εκεί γιατί η κάθε μάνα που έφερε παιδί στον κόσμο λαχταράει το καλύτερο για το παιδί της.



Να στο πω πιο απλά; Αν η κάθε μάνα και ο κάθε πατέρας δε γεννούσαν παιδιά, σχολείο δε θα υπήρχε. Δε θα υπήρχες ούτε κι εσύ. Είναι η ανάσα της ανθρωπότητας που έπλασε τα σχολεία. Και την αγωγή του νέου ανθρώπου. Για να τον παραδώσεις έτοιμο εσύ, ο δάσκαλος, στην κοινωνία. Κι όχι στην κρατική εξουσία.

Είσαι εκεί για να διαπλάσσεις ανθρώπους ελεύθερους κι όχι γενίτσαρους.

Κάθε παιδί, δασκαλάκο:



Έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση. Βασικό ανθρώπινο δικαίωμα κι αυτό.

Αλλά ποια εκπαίδευση; Ποιος θα ορίσει αυτή την εκπαίδευση; Και τι θα διδάξεις στους μαθητές σου; Εσύ ειδικά που σου έγινε η χάρη να σε διδάξει ένας Λιαντίνης;

Θεός δεν είσαι, δασκαλάκο. Είσαι άνθρωπος και άνθρωπος χρωστάς να μείνεις. Τίποτε καλύτερο απ' αυτό. Το μέτρο το ανθρώπινο. Το πάντων χρημάτων μέτρον άριστον.

Εσύ ειδικά, δασκαλάκο. Που γυρνάς σήμερα στις πλατείες με τους χιλιάδες αγανακτισμένους ανθρώπους. Πρέπει επιτέλους να σκεφτείς. Ποιος δικαιούται να ορίζει το είδος της εκπαίδευσης; Εκείνοι που απέτυχαν να ορίσουν ακόμη και τα οικονομικά της χώρας; Αυτοί που τη μία μέρα έλεγαν πως λεφτά υπάρχουν και την επόμενη σε έδειξαν με το δάχτυλο κραυγάζοντας: "Μαζί τα φάγαμε!"

Οι ίδιοι που σε κατηγόρησαν για τεμπέλη. Εσένα που σαν σκυλί τους δουλεύεις χρόνια αντί πινακίου φακής. Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος και όργανο πειθήνιο. Για σχολείο αποτελεσματικό στα μέτρα τα δικά τους. Όργανό τους και προϊόν δικό τους και της εκπαίδευσής τους είσαι, δασκαλάκο. Δεν το βλέπεις;

Αυτοί σε έστειλαν με γνώσεις μισές και ψέματα φορτωμένο να το παίξεις δάσκαλος. Κι έφαγες ξανά και ξανά τα μούτρα σου. Επίτηδες κι όχι τυχαία. Δε χρειάζεται, σου λέει, έτσι να κόψουν το κεφάλι ενός λαού. Το αφήνουν απλά αμόρφωτο. Ελεγχόμενο. Και χειραγωγήσιμο.

Κι είσαι εσύ, δασκαλάκο, που βγάζεις πέρα τη δουλειά τους. Να κρατάνε δούλους τους ανθρώπους. Γιατί ποτέ δεν κατάλαβες τι ακριβώς κάνεις στο σχολείο. Ποιος είναι ο αληθινός σου ρόλος. Κι αν το κατάλαβες, δεν ξέρεις τον τρόπο ν' αντιδράσεις.

Μπροστά σου είναι. Κάθε μέρα. Είναι τα μάτια της μάνας που αποχαιρετάνε το παιδί στην πόρτα του σχολειού. Και η αγκαλιά του πατέρα που το υποδέχεται κάθε μεσημέρι. Είναι οι γονείς που σου εμπιστεύονται ό,τι πολυτιμότερο έχουν. Είναι αυτοί που η φύση ορίζει να θέλουν το καλύτερο για το παιδί τους. Και η οργανωμένη κοινωνία να τους κρατάει σε σκοτάδι βαθύ ποιο είναι αυτό το καλύτερο.

Η αλήθεια της φύσης και η αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων. Εκεί παλεύεις. Ανάμεσα στην άδολη αγάπη του γονιού για το σπλάχνο του και σε όσα του έχουν παραγεμίσει το κεφάλι. Τις αντιλήψεις του. Ναι, είναι λάθος αυτές οι αντιλήψεις. Τις περισσότερες φορές. Και σε πνίγουν με τις απαιτήσεις τους. Το ξέρω. Το έχω περάσει.

Ψάχνεις έξοδο από το τούνελ και φως πουθενά. Μόνο σκοτάδι. Είναι οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων; Όχι!

Εσύ είσαι έλληνας. Πρέπει να είσαι έλληνας. Όπως κάθε άνθρωπος. Και απόγονος του Οδυσσέα. Με τα δικά τους όπλα θα τους πολεμήσεις. Και με την πονηριά σου. Έτσι θα χτίσεις το δούρειο ίππο σου.

Ακόμη κι όταν ο Εφιάλτης φαίνεται στο βάθος. Έλληνας και τότε να σταθείς. Λεωνίδας. Στις δικές σου Θερμοπύλες. Στο μετερίζι της παιδείας.

Μόνο που ο Λεωνίδας, τουλάχιστον ιστορία γνωρίζεις, δεν ήταν μόνος. Ούτε κι εσύ είσαι. Οι δικοί σου 300 είναι οι γονείς των μαθητών σου. Μαζί τους θα σταθείς στη μάχη. Για το αύριο. Για το καλύτερο. Για τον άνθρωπο. Για την αθώα νέα γενιά.

Και το ερώτημα είναι: Είσαι έτοιμος να πεις το Μολών Λαβέ; Όπου και όταν;

Μόνο αυτό. Ούτε οι γνώσεις οι βαθυστόχαστες για αποτελεσματική συνεργασία, ούτε άλλο. Μόνο με της ψυχής το πύρωμα και με το αίμα. Είσαι, ρωτάω, έτοιμος;

Να διασχίσεις το αγκαθερό μονοπάτι που σε χωρίζει από τους γονείς. Που αδιαφορούν για το έργο σου, σε υποτιμούν, παρεμβαίνουν αυθαίρετα, αγνοούν τι τραβάς... Τα ξέρω, σου λέω. Δε μιλάω έξω απ' το χορό.

Σ' αυτούς όμως τους γονείς πρέπει να ενσταλάξεις τη γνώση. Για τη νέα αγωγή που χρειάζεται ο τόπος, ο λαός, ο άνθρωπος. Εσύ θα γίνεις ο δάσκαλός τους. Εσύ που θα τους οδηγήσεις. Που σε είπανε παιδαγωγό. Γιατί ποτέ δεν ξέχασαν ότι οι παιδαγωγοί ήταν σκλάβοι. Κι άλλο ήταν οι δάσκαλοι.

Δάσκαλος, δασκαλάκο, ήταν ο Σωκράτης. Γι' αυτό τον κέρασαν κώνειο. Δάσκαλος και ο Δελμούζος. Γι' αυτό τον έσυραν σε δίκη. Δάσκαλος και ο Λιαντίνης. Γι' αυτό τον σκότωσε το μεγάλο έγκλημα.

Εσύ; Θα μείνεις δασκαλάκος;

______________________________________

Ένα αφιέρωμα στο Δάσκαλο Λιαντίνη. Επίλογος μιας εισήγησης που έγινε χτες. Προς τους δασκάλους της Θεσπρωτίας. Με θέμα τις σχέσεις των δασκάλων με τους γονείς.

Την ώρα που ο τόπος φλέγεται και οι πλατείες γιομίζουν αγανακτισμένους ανθρώπους που δεν ξέρουν αυτή την αγανάκτηση τι να την κάμουν. Ένα κίνημα που τα μίντια έπεσαν πάνω του να το ξεχαρβαλώσουν και να το αλλοτριώσουν.

Περισσότερα για την εισήγηση εδώ. Και η εισήγηση ολόκληρη και η παρουσίαση σε power point εδώ.

Γιατί ενήλικες δεν είναι μόνο οι γονείς. Είναι και οι δάσκαλοι. Δε φτάνει λοιπόν να ενσταλάζουμε τη γνώση μόνο στους γονιούς των μαθητών μας. Μα και στους συναδέλφους. Ειδικά τους νέους. Τους ωρομίσθιους, τους ΕΣΠΑ, τους αναπληρωτές. Τους απλήρωτους, που δεν ξέρουν αν και πού θα εργαστούν του χρόνου. Που γυρνάνε σαν τους αθίγγανους από σχολείο σε σχολείο. Δυο ώρες εδώ, τρεις εκεί. Να συμπληρώσουν το ωράριο και το μεροκάματο της ντροπής. Ποιες σχέσεις με τους γονείς μπορούν να δημιουργήσουν αυτοί οι νέοι δάσκαλοι;

Δεν μπορούν. Και δεν είναι τυχαίο. Αλλά σοφά μελετημένο. Και προμελετημένο...

Το έδειξε χρόνια πριν εκείνη η έρευνα στην Κύπρο. Με τους δασκάλους που παρουσίαζαν υψηλό βαθμό συνεργασίας με τους γονείς. Αλλά τι συνεργασία; Στα πλαίσια της εξουσίας. Και μια συνεργασία, αυτό κυρίως, αποτέλεσμα της ικανοποίησης για το επάγγελμα. Απλόχερα δοσμένη εκείνον τον καιρό στους Κύπριους δασκάλους.

Εδώ, σήμερα, ούτε αυτό δεν έχουμε. Εκτός και έχουμε έστω και έναν εκπαιδευτικό ικανοποιημένο από το επάγγελμά του. Είναι όλα μελετημένα και προμελετημένα.

Και τι προσμένουμε συναθροισμένοι στις πλατείες; Ή και όχι; στου καναπέ μας ακόμη παραδομένοι τη νωχέλεια; Τι άλλο έργο από το "μας φταίει το σαμάρι και χτυπάμε το γομάρι;" Δεν έχεις δει με ποιον τα βάζουν οι αγανακτισμένοι επιβάτες ενός λεωφορείου που αργεί να ξεκινήσει από την αφετηρία; Με το σταθμάρχη που έφτιαξε το δρομολόγιο ή με τον οδηγό;

Τι καρτεράς λοιπόν; Λύσε το χειρόφρενο. Και πάτα γκάζι. Γιατί ο Λιαντίνης το είπε:

"Η απώτερη πρόθεση της προβληματικής μου είναι να δώσω ένα νεύμα σχετικά με την ανάγκη, να αποσυνδεθεί ολοκληρωτικά η αγωγή και το σχολείο από τις θρησκείες και τις συναγωγές.

Για την ανάγκη αυτής της τομής οι καιροί βοούν και βρυχιούνται. Όχι απλά δεν περιμένουν, αλλά βιάζονται ραγδαία."

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Τα Ελληνικά, σελ. 203





ΑΔΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣΗ



ΑΔΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣΗ

Είκοσι τρεις λέξεις απόμειναν από τα γραπτά του Αναξίμανδρου. Λιγότερες από τις ώρες της μέρας. Δεν ξέρουμε αν ο χρόνος στάθηκε με δικαιοσύνη πάνω από το έργο αυτού του εξαιρετικού ανθρώπου. Εάν θα ‘πρεπε ή όχι περισσότερα λόγια του να περάσουν τον ποταμό της λήθης και να σωθούν.

Εκείνο που ξέρουμε είναι πως ο Αναξίμανδρος μίλησε για τη δικαιοσύνη του χρόνου μ’ ένα τρόπο που κανείς πριν απ’ αυτόν δεν υποψιάστηκε, και κανείς ύστερα από κείνον δεν μπόρεσε να ξεπεράσει. Είναι κατά τούτο ο πρώτος νομοθέτης όχι μόνο σε πανανθρώπινη, αλλά σε παγκόσμια βάση.

Η ιδέα του για τη δικαιοσύνη και την αδικία, πέρα από τα στενά όρια του ανθρώπου, περιχωρεί και τα απεριόριστα πεδία των πραγμάτων και των δράσεων. Και το εύρος της δικής μας ερμηνείας δεν πρόκειται να συμπέσει με το εύρος της δικής του σύλληψης, εάν, υπερβαίνοντας την κοσμική, δεν καλύψει και την οντική περιοχή. Ο Αναξίμανδρος ατένισε την ιδέα της δικαιοσύνης του σύμπαντος.

Μέσα από τις ελάχιστες λέξεις των πέντε αποσπασμάτων του μπορούμε να αναστυλώσουμε την εικόνα μιας αποίητης και απαραποίητης Θέμιδας, που πληρώνει το χώρο και αποληθαργεί το χρόνο.

Για να κατανοήσουμε σωστά τη διδασκαλία του για την αδικία και την πληρωμή, και να μπορέσουμε ακολούθως να εκτιμήσουμε από την άποψη της αγωγής την απόσταση ανάμεσα στον ανθρωπολογικό τύπο που υποδεικνύει η θεωρία αυτή και στον τύπο που απεργάζεται η σύγχρονη αγωγή, πρέπει να εντάξουμε το όλο σύστημα της στοχαστικής του διόδευσης μέσα στο γενικό πλαίσιο του πνεύματος των Προσωκρατικών.

Το κοίτασμα δηλαδή της αφορμητικής στιγμής του εντοπίζεται στην ιδέα του μηδενός και του είναι, όπως την συνέλαβε ο Παρμενίδης.

Είδαμε πώς ο Ηράκλειτος, κάνοντας το πρώτο άλμα, προώθησε τη σύλληψη αυτή στην ιδέα της σταθερότητας και της μεταβολής, και πώς ο Εμπεδοκλής, κάνοντας το δεύτερο άλμα, έφτασε στην ιδέα της φιλίας και της στάσης.

Ο Αναξίμανδρος μ’ ένα τρίτο άλμα ολοκληρώνει τον κύκλο δένοντας τον κρίκο του τέλους με τον κρίκο της αρχής. Η τροχιά της κίνησης που άρχισε από το ακρότατο σημείο του όντος και, διατρέχοντας την κοσμολογική και τη φυσική περιοχή, κατάληξε στην πρόδηλη μερικότητα του ανθρώπου, με το γιγάντιο τάνυσμα του Αναξίμανδρου υψώθηκε πάλι στο ον.

Το καινούριο στοιχείο που αφήνει ο Αναξίμανδρος να ανιχνευθεί στο ρεύμα του παγκόσμιου κύκλου είναι η έννοια της δικαιοσύνης μ’ έναν τρόπο ανθρώπινα κατανοήσιμο.

Το κοσμικό γεγονός και το κοσμικό δράμα, μας λέει, είναι το πλουμιστό υφάδι του σύμπαντος που υφαίνεται στον αργαλειό της αδικίας και ξυφαίνεται αδιάκοπα από τον αργαλειό της ανταπόδοσης.

Οι νόμοι της φύσης και η λειτουργική των φαινομένων είναι τα ακατασκεύαστα ρείθρα που συγκρατούν και προπέμπουν το αφρισμένο αλαλητό των όντων, καθώς ο λόγος του σφρίγους και της ευδοκίας τους τα προάγει σ’ ένα τέλος αυθαιρεσίας και μέθης.

Η ποικιλία των πραγμάτων με όλο το καταπληκτικό πλέγμα της ζωντανής αλληλουχίας τους είναι οι ορδές των κληρωτών και των επιταγμένων που στρατολογήθηκαν για μια παγκόσμια εκστρατεία θριάμβου προορισμένη, μετά την τροπαιοφόρα καμπή της, να υποτάσσεται στη δικαιοσύνη της ήττας της.

Για να προσεγγίσουμε την έννοια αυτής της ευνομίας πρέπει να θεωρήσουμε τα πράγματα με αναστραμμένη την προοπτική της ηθικής συνήθειας.

Τη δικαιοσύνη, δηλαδή, πρέπει να την αντικρύσουμε σαν εγκόσμια τάξη, και να την αναζητήσουμε στα μέρη που ξεσυνηθίσαμε να φανταζόμαστε πως υπάρχει.

Θα δεχτούμε τότε ότι αδικεί ο χειμώνας όταν μαργώνει τα δέντρα, ξεκάνει τα ζωύφια, απωθεί τα αγρίμια στις κώχες και ετοιμάζει στους σπόρους τον ενταφιασμό και τη σήψη.

Ότι, από την άλλη μεριά, αδικεί το θέρος, όταν παραδίνει τις πέτρες στον πυρετό, σωρεύει πατωσιές τον κουρνιαχτό, στερεύει τα ρέμματα, μάχεται τα σύννεφα, σπέρνει στον αέρα το πνίγος, και αναγκάζει το μεστωμένο σώμα της νύχτας να αποσαρκώνεται και να λιγνεύει.

Με παρόμοιο τρόπο η στιγμή της ακμής του λουλουδιού συνιστά μια πράξη ύβρης, ότι το μήλο που κοκκινίζει στην άκρη του κλώνου έχει εισέλθει στο στάδιο μιας κολάσιμης υπερβολής, ότι το περιβόλι που πρασινίζει αδικεί την ξερολιθιά. Και ακόμη ότι η στέγνια και η γύμνια της Σαχάρας είναι έγκριτη, μόνο επειδή υπάρχουν οι απέραντες πεδιάδες της Κρακοβίας.

Συνοψίζοντας σε μια τέτοια γραμμή το νόημα των παρατηρήσεων που μπορεί να γίνουν με βάση το σχέδιο της φύσης και την οικονομία της ζωής καταλήγουμε στο πνεύμα ενός αξιώματος, σύμφωνα με το οποίο τα πράγματα συμμορφώνουν το δραστικό τους λόγο στην πειθώ μιας ενιαίας πορείας με αντίδρομη φορά.

Ο ένας δρόμος συμπροπέμπει τα όντα στην ορμή της πλήρωσης και της ανόδου. Πλειοδοτεί την κατάφαση, ενθαρρύνει τον πλούτο, ευνοεί τη γονιμάδα, κατανεύει σταθερά το ναι και το αμήν.

Είναι ο δρόμος της γέννησης, της ακμής, του θάλους, του πόρου, της κυριαρχίας, της χαράς, της διάχυτης υπεροχής.

Στην πορεία αυτή υπάρχει ένα ακρότατο σημείο, που η ορμή των όντων θα το υπερβεί φυσιολογικά και αβίαστα. Χωρίς δηλαδή υστεροβουλία και πρόθεση, χωρίς κακότητα περιφρονημό και θράσος. Επειδή η στιγμή αυτή της έξαρσης, της αναπότρεπτης υπερβολής και της φυσικής τελείωσης είναι νόμιμη και κοσμικά διατεταγμένη.

Αλλά τη στιγμή αυτή – κι εδώ βρίσκεται το παράξενο του κόσμου – που η φορά του ρυθμού τους ανεβάζει τα όντα στην ακμή, τη στιγμή της άκρας επίτασης που τα ίδια τα όντα θα θέλανε να της φωνάξουν εκείνο το

Σταμάτα λοιπόν! είσαι τόσο ωραία,

του ανικητονικημένου Φάουστ, έχει κιόλας σημάνει η επίσημη είσοδος στη γη της αδικίας. Η ζαριά της ανταπόδοσης έχει ριχτεί, η απόφαση της τιμωρίας είναι πια υπογραμμένη.

Δεν είναι ανεξήγητο, νομίζω, γιατί αυτή τη στιγμή του ανθρώπου οι έλληνες πίστευαν ότι υπάρχει κίνδυνος να την φθονήσουν οι θεοί:

Εμοί δε αι σαι μεγάλαι ευτυχίαι ουκ αρέσκουσι, επισταμένω
το θείον ως έστι φθονερόν.

Έτσι τα όντα εισέρχονται στον άλλο δρόμο του Αναξίμανδρου, όπου το γενικό πρόσταγμα ανατίθεται στις δυνάμεις της άρνησης.

Η φθορά και η πτώση, ο μαρασμός και η συρρίκνωση, η καταφορά, η ατονία η φυγή και η κατάλυση, η ελάττωση και ο σωριασμός, η παρέλευση, η εγκατάλειψη και η τύψη, ο αφανισμός και η μεγάλη Λήθη ανεβαίνουν σταθερά στο φως, αναλαβαίνουν εορταστικά την αρχή, και υπηρετούν με πίστη τη θητεία τους.

Τότε σβήνεται η πυρκαγιά της ύβρης, πληρώνεται το χρέος στο μηδέν, κορέννυται το μένος της ανταπόδοσης, και ισοζυγιασμένοι οι βραχίονες της ισορροπίας δείχνουν πάλι τις ανεκτές τιμές της κοσμικής αποκατάστασης.

Οπότε αρχίζει εκ νέου η δρομολόγηση των όντων, του καθενός ξεχωριστά, των ζευγών των ομάδων και των συστημάτων ευρύτερα, και όλων μαζί, στο δρόμο της ανόδου.

Ολόκληρη αυτή η διαλεκτική της αδικίας και της τίσης σημαίνει απλά:

Θα φυλλομαδήσουν τα μπουμπούκια που άνοιξαν. Θα σαπίσει ο καρπός που ευώδιασε. Θα βουλιάξει στις ροές της νύχτας ο ήλιος του μεσημεριού. Ο ωραίος Αγχίσης που άναψε τον πόθο στη θεά θα γεράσει και θα ρημαχτεί. Θα μαχαιρωθεί στο Καπιτώλιο ο Καίσαρ. Οι βοριάδες θα πληρώσουν στη νηνεμία. Το Αούστερλιτς θα γεννήσει την Αγία Ελένη του Ατλαντικού. Οι πόλεμοι του Οκταβιανού θα κλείσουν την πύλη του ναού του πολέμου. Ο μουζίκος θα κοιμηθεί στον κοιτώνα του τσάρου. Εκείνος που τον τραγούδησαν δεν αμφιβάλλει πως θα τον κλάψουν. Και δεν θα πεθάνει, μόνον όποιος δεν εγεννήθηκε.

Βέβαια δεν πρέπει να παραβλέψει κανείς ότι η σύλληψη του Αναξίμανδρου για την αδικία και την πληρωμή, με τον τρόπο που εκτίθεται από τον ίδιο, έχει κοσμικό κυρίως και λιγότερο ηθικό νόημα.

Κατά τούτο μοιάζει περισσότερο με τις ανάλογες οράσεις των άλλων Προσωκρατικών, όπως είναι η άνω και η κάτω οδός του Ηράκλειτου, η φιλία και το νείκος του Εμπεδοκλή ή, εάν αποβλέψουμε στο ευρύτατο πλάτος της έννοιας, το μηδέν και το είναι του Παρμενίδη.

Και μοιάζει ακόμη περισσότερο, όταν αναλογιστούμε ότι ο δικαστής που προεδρεύει σε μια τέτοια Δίκη – σ’ ένα(ν) τέτοιο Prozess θα λέγαμε στη γλώσσα του Κάφκα – είναι ο χρόνος.

Ένα στοιχείο, δηλαδή, που στέκεται πολύ πιο μακρυά από την ανθρώπινη συλλογιστική και την ανθρώπινη κρίση, όπως αυτή παρουσιάζεται στο δικαστήριο της Ιστορίας, είτε σαν η σοφία του Σολομώντα, είτε σαν η Ηλιαία του 399 π.Χ., είτε σαν το Συνέδριο του Καϊάφα, είτε σαν ο Magnus Inquisitor της μαύρης Ισπανίας.

Και η νομοθεσία σύμφωνα με την οποία δικάζει ο χρόνος είναι η τάξη των πραγμάτων. Ένα βιβλίο, δηλαδή, που στέκεται επίσης πολύ πιο μακρυά από τις πλάκες του Μωυσή, τις κύρβεις του Σόλωνα, ή τη ρωμαϊκή Δωδεκάδελτο.

Ο χώρος του δικαστηρίου είναι το άπειρο. Μια έννοια με την οποία ο Αναξίμανδρος απασχολεί τη σύγχρονη μακροφυσική όχι λιγότερο απ’ όσο απασχολεί τη σύγχρονη μικροφυσική ο Δημόκριτος με την έννοια του ατόμου. Ολόκληρο το απόσπασμα είναι το ακόλουθο:

Α ... αρχήν ... είρηκε των όντων το άπειρον... εξ ων δε η
γένεσίς εστι τοις ούσι, και την φθοράν εις ταύτα γίνεσθαι
κατά το χρεών. Διδόναι γαρ αυτά δίκην και τίσιν αλλήλοις
της αδικίας κατά την του χρόνου τάξιν.

Είναι φανερό ότι η παράσταση της δικαιοσύνης του Αναξίμανδρου μπορεί να εφαρμοστεί στην περιοχή της ανθρώπινης πράξης, όταν ο άνθρωπος κατανοήσει ότι αποτελεί μικρογραφία του σύμπαντος.

Όσο περισσότερο μπορούμε να υπερβαίνουμε το περίγραμμα της ατομικής μας κατασκευής και να απλώνουμε την προσωπική μας ύπαρξη στην έκταση του κόσμου, τόσο περισσότερο πλησιάζουμε το λόγο της αναξιμάνδρειας δικαιοσύνης.

Τόσο, που τέρμα αυτής της ροπής θα βρίσκαμε την ταύτιση του ενός υποκειμένου με τα πολλά αντικείμενα. Αδειάζοντας η ατομική μας λήθη, θα μας γέμιζε η φυσική αλήθεια. Ο άνθρωπος θα γινόταν ένα με τα δέντρα, με τα φύκια, και με τα χρώματα. Στο στίχο

Λέω: να γίνει αληθινή σα δέντρο η ωραία Μυρτώ,

η λέξη «αληθινή» είναι ό,τι για τα ζωντανά το μυστικό σημείο που τα κάνει ζωντανά.

Το δεύτερο στοιχείο που οικοδομεί τη δυσκολία, προκειμένου να εφαρμοστεί στα ανθρώπινα η δικαιοσύνη του Αναξίμανδρου είναι η σφοδρή αντιδικία ανάμεσα στους δύο αυτουργούς του ανθρώπινου και του φυσικού δράματος. Ο ύπατος στην ανθρώπινη πράξη είναι η ελευθερία. Ο ύπατος στη φυσική τάξη είναι η ανάγκη.

______________________________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ: HOMO EDUCANDUS

Ο Λιαντίνης για τον Καρυωτάκη

Λιαντίνης και Καρυωτάκης. Δυο άνθρωποι που δεν έζησαν στον ίδιο χρόνο. Τι μ' αυτό; Κατάφεραν να συναντηθούν και να συνομιλήσουν σε μια άλλη διάσταση, σε εκείνη που ορίζει η ποίηση, η αληθινή ποίηση, και ο ιδιαίτερος κόσμος που ζουν οι ποιητές.

Επί της ουσίας βέβαια ο Καρυωτάκης ως προγενέστερος δε γνώριζε το Λιαντίνη ούτε κατ΄όνομα ενώ ο Λιαντίνης και γνώριζε τον Καρυωτάκη και αρκετές αναφορές έκανε στο έργο του για εκείνον και φυσικά και για την αυτοκτονία του.

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από παλαιότερη συζήτηση στο forum HOMA EDUCANDUS με τίτλο: Λιαντίνης: "Κάθαρσις" - Καρυωτάκης

____________


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ (σελ. 62 - 63)


"Πέμπτο δείγμα πως η γνήσια ποίηση είναι καθαρά πολιτική, λαβαίνω ένα κείμενο του Καρυωτάκη. Είναι το Κάθαρσις.

Γραμμένη λίγο προτού πεθάνει ο ποιητής, η Κάθαρσις είναι καθαρή, όσο και η αυτοκτονία του. Που η αυτοκτονία του Καρυωτάκη στην Πρέβεζα λειτούργησε σαν καθαρμός για όλους τους ποιητές και ολόκληρη την ποίηση της εποχής του.

Η Κάθαρσις είναι ένα σύντομο κείμενο, που γράφτηκε στα 1928 και περιγράφει την πολιτική ζωή της Ελλάδας εξήντα χρόνους αργότερα. Το κείμενο αυτό δίνει μια πρωθύστερη αναπαράσταση της πολιτικής αθλιότητας του σήμερα με πιστότητα ανατριχιαστική.

Ποιος Έλληνας στις μέρες μας από τα λυκόπουλα της Κυριακής ως τους κρονόληρους και τους τριγέροντες, δεν έχει ακούσει τη λέξη «κάθαρση» ;

Με αφορμή έναν αλήτη του σκοινιού και της φούρκας· ένα κάθαρμα της πολιτείας, όπως θα έλεγε ο Πλάτων, που αν αλλάξεις το πέμπτο γράμμα στο όνομά του θα διαβάσεις τη λέξη σκατάς· και με υπόδικους μία κυβέρνηση, μία αντιπολίτευση, μία δικαιοσύνη, και ολόκληρο τον ημερήσιο τύπο και το κύκλωμα ενημέρωσης, τρία χρόνια τώρα μέρα και νύχτα η λέξη κάθαρση λερώνει τα αυτιά και τα μάτια μας.

Όσο πιο πολύ την ακούμε, τόσο πιο βαθιά βεβαιώνεται μέσα μας το αληθινό της όνομα: ακαθαρσία, βορβορυγμός και βόρβορος.

Εξοδεύτηκαν μια Πρέσπα μελάνι και κορμοί δέντρα χαρτί ένα δάσος για τη λέξη αυτή. Και χαθήκανε εκατομμύρια ανθρωποώρες εργασίας. Τόσο, που αν είχε χρησιμοποιηθεί γόνιμα ο χρόνος αυτός από τους έλληνες, θα είχαμε σκάψει το μετρό της Αθήνας, και θα είχαμε διώξει το νέφος.

Εt tamen. Όσο γνωρίζω, αυτά τα τρία χρόνια ούτε μια φορά δεν ακούστηκε η Κάθαρσις του Καρυωτάκη. Το λιτό αυτό κείμενο, που πριν εξήντα χρόνια ζωγράφισε πιστά την απολίθωση και την ενανθράκωση της πολιτικής μας ζωής και συνείδησης σήμερα.

Διαβασμένο έγκαιρα και σωστά το Κάθαρσις του Καρυωτάκη, θα είχε προφτάσει να κάμει άχρηστες τα δύο εκατομμύρια σελίδες και βιντεοκασέτες που γράφτηκαν για την κάθαρση από το πήλινο μυαλό και το ξύλινο χέρι μας.

Τόσο δραστικό είναι το πολιτικό βεληνεκές της αληθινής ποίησης. Μια σελίδα ποίηση είναι ίσον ή μεγαλύτερο από μια βιβλιοθήκη φλυαρίες.

Ιδού το κείμενο :


KAΘΑΡΣΙΣ

Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ – παφ, παφ, παφ -, «έχετε λίγη σκόνη» να ειπώ «κύριε Άλφα».

Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα’χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά : «Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα…»

Έπρεπε, πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχτώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν’ αρθρώσω «Δούλος σας, κύριέ μου».

Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν από λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή, δε θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ…»

Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.

Κανάγιες!

Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.

Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασαν τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ’ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα²…"

  • Κτείνειν ως νόσον πόλεως = να τον σκοτώνουν σα να’τανε κάθαρμα της πολιτείας. Πλάτ., Πρωταγ. 322d
  • Μετά το «Με ήβρε η νύχτα…» το χειρόγραφο του Καρυωτάκη είχε ακόμη τη φράση «κι ο θάνατος» Βλ. την έκδοση του Γ.Π.Σαββίδη 2, 231

___________

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ HOMO EDUCANDUS ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ (σελ. 24 - 26)


Η ΗΘΙΚΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ


Η ηθική υποκρισία είναι η συνέπεια της οντολογικής απάτης στο επίπεδο της πράξης. Εάν το σχήμα της θεωρίας μας δεν συμπίπτει με τους τύπους της αλήθειας, αναγκαία και ο τρόπος της συμπεριφοράς μας δεν θα συμφωνεί με τα αιτήματα της αρετής.

Όταν σήμερα μιλάμε για υποκρισία, η αναφορά μας γίνεται σε κάτι τόσο αυτονόητο, όσο και ο αέρας που αναπνέουμε. Το συνήθισε το αίμα μας το καυσαέριο.

Όλες οι σκέψεις μας, όλες οι λέξεις μας και οι πράξεις μας είναι κίβδηλες ως το τελευταίο τους κύτταρο.

Γεννιόμαστε μέσα στην υποκρισία, μεγαλώνουμε μαζί της, την σπουδάζουμε με ζήλο, την διδάσκουμε με φανατισμό. Και όταν πεθαίνουμε, την αφήνουμε τρίτη Διαθήκη στα παιδιά μας.

Η υποκρισία μας σκεπάζει, όπως τα περιζώματα τα κρυφά μας μέρη. Μας προστατεύει, όπως η νύχτα τις νυχτερίδες. Μας δυναστεύει και μας βολεύει, όπως οι πάγοι τις πολικές αρκούδες.

Αν ξεφύγουμε λίγο από την προστασία της, κινδυνεύουμε είτε να βρεθούμε κατεργαραίοι του νόμου, είτε αφορεσμένοι από τις εκκλησίες, είτε πελάτες των ψυχιατρείων. Ριντίκολα σαν το Θεόφιλο στην Πορταριά. Ή αυτόχειρες, σαν το Συκουτρή στον Ακροκόρινθο.

Συλλογίζομαι, συνειρμικά, ότι όλη εκείνη η ανθοδέσμη των γοερών θανάτων που συνταιριάζει ο Καρυωτάκης στην "Πρέβεζα", δεν είναι άλλο παρά μια ενδεικτική ονοματολογία της υποκρισίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι βάζει το νόμο να πηγαίνει χέρι χέρι με την αγωγή:

Θάνατος ο αστυνόμος πού διπλώνει,
για νά ζυγίσει, μιά «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τά ζουμπούλια στό μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος μέ τήν εφημερίδα.

Τον ίδιο θάνατο σε κύκλους πλατύτερους, όσο πιο πλατύς μπορεί να 'ναι ο απόηχος που άφησαν στην πανανθρώπινη συνείδηση τα κανόνια της Ευρώπης σε σύγκριση με τα ελληνικά λιανοντούφεκα, περιγράφει η τεφρή συνείδηση του Έλλιοτ:

Αυτοί που ακονίζουν το δόντι του σκύλου, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που λάμπουν με τη δόξα του τροχίλου, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που κάθουνται στο στάβλο της ικανοποίησης, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που υποφέρουν την έκσταση του ζώου, σημαίνοντας
Θάνατο.

Αν μας γεννιέται η απορία ότι την υποκρισία, πανταχού παρούσα τριγύρω μας, δεν τη βλέπουμε πουθενά, είναι γιατί μας λείπει παντελώς το αντικείμενο της παραβολής και το μέτρο της σύγκρισης.

Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα το αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα; Εκείνος που δεν βγήκε ποτέ του από το γηροκομείο, είναι φυσικό να μη φαντάζεται ότι στους δρόμους κυκλοφορούς ωραίοι έφηβοι και τρυφερά κορίτσια.

Η κλασσική Ελλάδα που είχε μια σκέψη φωτεινή σαν το άστρο της αυγής δεν έφτασε να διανοηθεί ότι η γη κινείται. Γιατί την ταχύτητα του πλανήτη μας την έπαιρνε για ακινησία, επειδή ζούσε μέσα στην κίνηση. Παρόμοια ακριβώς, την ψευτιά μας την παίρνουμε για αλήθεια, επειδή ζούμε μέσα στην ψευτιά.

Στο μύθο των ελλήνων για τη διπλή μορφή της Ελένης δεν συμβολίζεται μόνο η οντολογική - η πλάνη -, αλλά και η ηθική - η υποκρισία - πλευρά του προβλήματος.

Αν οι έλληνες πολέμησαν δέκα χρόνους για κάτι που δεν υπήρχε εκεί που το ζητούσαν, κάποιος θεός ή ποιητής, τους έβγαλε από την πλάνη τους.

Εμείς όμως, οι σύγχρονοι πολυμήχανοι Σίσυφοι - και δεν εννοώ το Σίσυφο τιμωρούμενο στον Άδη, αλλά εκείνον το ζωντανό και τετραπέρατο πανούργο που κατάφερε να ρίξει στα δεσμά ακόμη και το Θάνατο - τόσους αιώνες τώρα γιατί αγωνιζόμαστε;

Το γεγονός ότι ο τελικός απολογισμός του αγώνα μας παίρνει τη συγκεκριμένη μορφή των πυρηνικών όπλων, που τα κυττάζουμε με την απάθεια του ματιού της δαμάλας, πολύ φοβάμαι ότι, από άλλο δρόμο έρχεται να βεβαιώσει τη φριχτή υποψία: πως ενώ νομίζουμε ότι αγωνιζόμαστε για τη ζωή, στην πραγματικότητα κατασκευάζουμε το μεγάλο μας θάνατο.

Τι λογής στηρίγματα έχουμε σήμερα να περιμένουμε από τα πήλινα πόδια μας; Τι λογής συνεννόηση από τη γλώσσα μας, που βατταρίζει με την πολυφωνία της Βαβέλ; Και ποιες καλές ελπίδες από τη σοφία του νου μας;

Κυττάζουμε προς την αλλοτινή θέση του ανθρώπινου μυαλού, και βλέπουμε μια μυθική λειχήνα. Ένας στιλπνός μηχανισμός ανεβοκατεβαίνει και βουρλίζεται. Με εκατομμύρια καλώδια, και τόνους τρινιτροανισόλη.

Είναι βέβαιο ότι η αγωγή θα υποχρεωθεί, προτού τα είδωλα της υποκρισίας μας μας οδηγήσουν στο Ω, να αρχίσει το έργο της από το Α.

___________

Θυμίζουμε ότι ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ του Λιαντίνη είναι το προτελευταίο βιβλίο του. Γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του '90, στην εποχή της "κάθαρσης" από όσα βρώμικα ήρθαν στη δημοσιότητα εκείνη την εποχή. Ο Λιαντίνης, έχοντας ως θέση του πως η γνήσια ποίηση είναι καθαρά πολιτική, δεν μπορούσε φυσικά να αδιαφορήσει για όλο αυτό το βόρβορο που έπνιγε την ανάσα του τόπου και του λαού του. Όμως ο Λιαντίνης δεν ήταν ένας από τους πολλούς που ευκαιριακά και επίκαιρα μόνο έσκυψε στο πρόβλημα αναζητώντας την πολυπόθητη Κάθαρση. Αρκετά χρόνια νωρίτερα, στο HOMO EDUCANDUS, γραμμένο σχεδόν μια δεκαετία νωρίτερα και όταν ακόμη η χώρα γλεντούσε την αλλαγή, ο Δημήτρης Λιαντίνης καυτηρίαζε την ΗΘΙΚΗ μας ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ και πάλι εκεί δανειζόταν τον λόγο του Καρυωτάκη. Όπως συχνά τον δανειζόταν και στις διδασκαλίες προς τους σπουδαστές του.

Φυσικά δεν είναι ο μόνος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο Λιαντίνη και τον Καρυωτάκη η Κάθαρση. Όλων ο νους αυτόματα συνδέει και την αυτοκτονία του Καρυωτάκη με τον αυτοθέλητο θάνατο του Λιαντίνη. Πόσο όμως κοινά είναι τα δύο αυτά γεγονότα; Στη συζήτηση που το αρχικό απόσπασμα από ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ πυροδότησε στις σελίδες του φόρουμ HOMA EDUCANDUS, ακούστηκαν πολλές απόψεις. Μπορείτε να τις διαβάσετε κάνοντας κλικ εδώ. Εμείς εδώ θα περιοριστούμε να μεταφέρουμε ένα ακόμη απόσπασμα από τον ίδιο το Λιαντίνη: (Από το κύκνειο άσμα του, τη ΓΚΕΜΜΑ, σελ. 240)

Ερωτώ: πόσοι ποιητές καταστρέψανε το άτομό τους χάριν του έργου τους; Ο ίδιος ο Σεφέρης τόλμησε να καταστρέψει το άτομό του χάριν του έργου του; Ο Σολωμός όμως, ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης, ο Καβάφης κατάστρεψαν το άτομό τους χάριν του έργου τους. Το ακαριαίον του Καρυωτάκη αυτοί το ζήσανε ολοζωής. Μπουκιά, μπουκιά, και στάλα στάλα τους κατάπιε η λύπη και ο θάνατος.

__________________

  • Η φωτογραφία είναι του Καρυωτάκη. Όπως δόθηκε στη δημοσιότητα αμέσως μετά την αυτοκτονία του.

Η φυσική αγωγή του Λιαντίνη


Ένα μικρό απόσπασμα ανεβάζουμε σήμερα από το υπέροχο βιβλίο του Δημήτρη Λιαντίνη: HOMO EDUCANDUS - Φιλοσοφία της Αγωγής. Το βιβλίο δηλαδή που εισηγείται την πρόταση του Λιαντίνη για αλλαγή σου σημερινού συστήματος αγωγής, ως μόνη λύση στην κατάσταση παρακμής και κρίσης που βιώνουμε ως κοινωνία.

Αν κανείς αναλογιστεί πως η κατάσταση αυτή αποτέλεσε και το βασικό λόγο της διαμαρτύρησης του Δημήτρη Λιαντίνη, τη βασική δηλαδή αιτία που επικαλέστηκε για την τελευταία του πράξη, αυτό το βιβλίο του αποκτά τεράστια αξία. Στις σελίδες του δε θα βρείτε το καταγγελτικό λόγο της Γκέμμας για τους προφεσόρους, τους εβραιοέλληνες, τα ιερατεία, τους πολιτικούς κλπ. Στο HOMO EDUCANDUS θα συναντήσετε τον τρόπο που ο Λιαντίνης πίστευε ότι αποτελεί το κλειδί για την αλλαγή της κατάστασης. Κι ο τρόπος αυτός έρχεται από πολύ μακριά. Από την εποχή της αρχαίας Ελλάδας και το σύστημα αγωγής που τότε ίσχυε. Αυτό το σύστημα που οδήγησε την Ελλάδα στην πιο αψηλή της ώρα. Το μυστικό ήταν ένα και μόνο. Η σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Ποια όμως σχέση; Σ' αυτό το ερώτημα απαντά το παρακάτω απόσπασμα:

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ - HOMO EDUCANDUS σελ 65:

ΦΥΣΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Τρία είναι τα σημεία στα οποία μπορεί να συνοψιστεί το πνευματικό περίγραμμα και η μοναδικότητα του ύφους των ελλήνων της προσωκρατικής εποχής.

Το πρώτο είναι η έλξη και η προσήλωσή τους στη μελέτη της φύσης. Η σύλληψη των γενικών ιδεών που διατυπώθηκαν σε γνώμες, και μας περισώθηκαν σαν αποσπάσματα από τη μία, και ο τρόπος με τον οποίο έζησαν από την άλλη, ορμήθηκαν και μορφώθηκαν από ένα μονάχα υπόδειγμα: από τη φύση. Η φύση υπήρξε ο πνευματικός αυτουργός και ο σύμβουλος για τους Προσωκρατικούς. Έξω από τη φύση οι στοχαστές αυτοί δεν γνωρίζουν άλλο καθηγητή.

Ουδείς δε αυτού καθηγάσατο,

αναφέρει για το Θαλή ο Διογένης ο Λαέρτιος.

Το δεύτερο είναι η συμπροσπέλαση στο αυτό της μικροκοσμικής και της μακροκοσμικής σύστασης του κόσμου. Αιτία για την επισήμανση και την κατανόηση, σε όλο της το τεράστιο φάσμα των συνεπειών του, αυτού του στίγματος της ισορροπίας, αυτού του σημείου της ευκρασίας και της μεσότητας των κοσμικών εναντιοτήτων, υπήρξε η παρθενική – κόρες και κούροι είναι τα απεργάσματα της γλυπτικής της εποχής εκείνης – η αβίαστη, η καθαρή και ξένη στην όποια σκοπιμότητα όραση με την οποία αντίκρυσαν τη φύση.

Ο κόσμος για τους Προσωκρατικούς δεν αποτελείται από την ατελεύτητη ομοιομορφία των φυσικών μονισμών. Ούτε δηλαδή από τους αστέρες-γίγαντες μόνο, ούτε από τα στοιχεία της ύλης αποκλειστικά. Αντίθετα, ο σφυγμός του μυστηρίου του, το θαύμα που τον ζωοποιεί, είναι η συγκατάβαση της οργής των ακροτήτων του σ’ ένα σημείο αρμονίας τόσο βαθειάς, ώστε ο άνθρωπος ζει μέσα της χωρίς να χρειάζεται να την νοιώθει.

Ο εσμός των πραγμάτων και των δράσεων, που συμπλέκεται με το ρεύμα της ζωής του καθενός και συμπροπέμπει την υπαρκτική μας πορεία, δεν είναι ούτε οι αστέρες ούτε τα στοιχεία, ούτε τα δεκαοχτώ εκατομμύρια βαθμοί Κελσίου στον ήλιο, ούτε η ταχύτητα της κίνησης του δέντρου που μεγαλώνει, ούτε οι κοσμικές ταχύτητες των υψηλών τάξεων.

Αντίθετα, είναι οι συνάνθρωποί μας, τα ζώα, τα δέντρα, το νερό στην ακτή ή στο ποτάμι, και η θαλπωρή του τζακιού. Το πολύ πολύ να μιλήσουμε για μια απόσταση ημεροδρόμων από το Μαραθώνα ως την Αθήνα. Ακόμη και τα μεγάλα μεγέθη του κόσμου οφείλουν να συμπροσπέφτουν στα μέτρα μας. Εάν ο Νείλος ήταν Ηριδανός, δεν θα κυλούσε στην Αφρική αλλά στον ουρανό του Νότου.

Επισημαίνοντας έτσι οι Προσωκρατικοί ότι ο σφυγμός του κόσμου βρίσκεται στο σημείο μεσότητας των συστατικών του όρων, οδηγήθηκαν μ’ ένα τρόπο εκπληκτικά φυσικό στη σύλληψη και στην περιγραφή των βασικών οντολογικών όρων, που αποτελούν έκτοτε τα αιώνια προβλήματα της φιλοσοφίας και των επιστημών. Έτσι ξεπήδησαν οι έννοιες μηδέν και είναι, νοείν και μη-νοείν, γίγνεσθαι και είναι, στάση και φιλία, αδικία και τίση, εξέλιξη και σταθερότητα, δημοκρατία και ολιγαρχία, κλπ.

Εφόσον η φύση μπορεί να συγ-χωρεί στο αυτό μέγεθος του μύκητα και το μέγεθος του ελέφαντα, υπάρχει τρόπος για τον άνθρωπο να την ακολουθήσει με πιστότητα, και εκεί που φαίνεται πως θα χρειαστεί να θερίσει τα σπαρτά του Ληλάντιου πεδίου με το ψαλίδι, και εκεί που φαίνεται πως θα υποχρεωθεί να περάσει το νερό του Σπερχειού από την τρύπα της βελόνας.

Το δρεπάνι που θερίζει τις σταχοφόρες απανωσιές του Βαν Γκογκ ή το μασούρι της φτερωτής που κίνησε αιώνες το νερόμυλο είναι έργα πιστοποιητικά της δυνατότητας του ανθρώπου να συντονίζει την πράξη του με τον ειρμό, πάνω στον οποίο ισορροπούν οι ακραίες ετερότητες του κόσμου.

Το τρίτο είναι η σοφή επίνοια να αναγνωρίσουν στους νόμους της φύσης το ρόλο των συμβόλων σήμανσης για τις ανθρώπινες πράξεις. Να υψώσουν δηλαδή τη σύνταξη του κόσμου, με την όλη ιεραρχία του κανονιστικού της καταμερισμού, στη μήτρα των προτύπων που όφειλε να δώσει το πλαίσιο της συμπεριφοράς των ανθρώπων.

Οι Προσωκρατικοί κατανόησαν ότι αυτός ήταν ο αφεύγατος δρόμος, αν ήταν για να είναι το πλαίσιο αυτό να είναι αυθεντικό. Αν ήταν δηλαδή, για να το κοσμήσει η διάρκεια και η στερεότητα του μονίμου. Του μονίμου όχι με την έννοια του αιώνιου – αιώνιο στη φύση, εκτός από την ίδια τη φύση, δεν υπάρχει, αφού και οι ήλιοι της γεννιούνται και πεθαίνουν – αλλά του πολυχρόνιου.

Γιατί πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, εφόσον οι ηθικές αλήθειες θα είχαν ξεπηδήσει από τις υποδείξεις της αλήθειας εκείνης που στηρίζει την οικονομία και την αϊδιότητα του κόσμου!

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η διαφορά του προσωκρατικού στοχασμού από τις ανάλογες απόπειρες που έγιναν ύστερα, στο χώρο της φιλοσοφίας της επιστήμης και των θρησκειών, να προχωρήσει ο άνθρωπος σε ενιαίες κοσμοθεωρητικές συλλήψεις, για να στηρίξει επάνω τους καθολικά ηθικά συστήματα.

Ο στοχασμός των Προσωκρατικών δε γινόταν να γίνει σύστημα. Ούτε θρησκεία. Στο σημείο μάλιστα αυτό πρέπει να έκαμε ο Πλάτων το λάθος. Γιατί ενώ ο Πλάτων ήταν ο πρώτος –και ο μόνος και ο έσχατος – που διάβασε βαθύτερα απ’ όλους τη φυσική όραση των Προσωκρατικών, ήταν και ο πρώτος – και ο μόνος όπως δεν θα όφειλε – που προχώρησε στο μη περαιτέρω: στο μοιραίο βήμα του τέλους.

Από τα αδαμαντωρυχεία των Προσωκρατικών, δηλαδή, κατασκεύασε το βασιλικό στέμμα της φιλοσοφίας του: το ενσυνείδητο και σκόπιμο σύστημά του.

Φαίνεται σα να ξέφυγε του Πλάτωνα πως ο στοχασμός των Προσωκρατικών είναι ελεύθερος σαν τους ανέμους, και άπιστος σαν τη θάλασσα, και άπειρος σαν το άπειρο, και άπιαστος σαν το κενό, και αδάμαστος σαν τον κεραυνό και τα ηφαίστεια. Τα ονόματα Αναξιμένης, Θαλής, Αναξίμανδρος, Λεύκιππος, Εμπεδοκλής, Ηράκλειτος συνιστούν παραπομπές και νεύματα στα φυσικά στοιχεία: στον αέρα, στο νερό, στο άπειρο, στο κενό, στην Αίτνα, στη φωτιά.

Όλες οι μετά τους Προσωκρατικούς επιγονικές εξάρσεις του ανθρώπινου νου μπορεί να προέβλεψαν και να συνέλαβαν τα πάντα στην εντέλεια. Τους έλειψε όμως το αναγκαίο ένα. Το

πρώτον κινούν,

θα έλεγα ελληνικά. Η κατανόηση, δηλαδή, της ανάγκης για την απορροή των ηθικών τύπων από τα φυσικά πρότυπα. Για την κατασκευή της ανθρώπινης πανοπλίας στα χυτήρια του φυσικού μετάλλου. Για την ομολογία της γνώσης του ανθρώπου στην αλήθεια της φύσης. Για την εξίσωση intellectus et rei στα πεδία των πράξεων.

Είναι σίγουρο πως η διάκριση του στοχασμού των Προσωκρατικών από τις ανάλογες υστερινές απόπειρες δεν θα λάβαινε την απόσταση της υπεροχής που έλαβε, αν περιοριζόταν στο θεωρητικό επίπεδο. Το κλειδί του μυστικού δεν είναι έργο της γνώσης, αλλά της βούλησης.

Επιβάλλεται δηλαδή να τονιστεί η εξαιρετική ανδρεία που χρειάστηκε, ώστε το άψυχο μίμημα: φυσικός αρχέτυπος-ηθικός τύπος, να σαρκωθεί από την ανθρώπινη πράξη και να ζωντανέψει.

Η φύση είναι οριακά τέλεια, γιατί είναι οριακά σκληρή. Ποτέ σκορπιός ή ασπίδα δεν χτύπησαν άνθρωπο με τη σκληρότητα που τον χτυπά η φύση. Ακόμη και η θηριωδία του κατ’ εξοχήν αιμοβόρου ζώου της φύσης, του πελματοβάμονος ανθρώπου –

όφεις και γεννήματα εχιδνών

αποκάλεσε ο Χριστός τους ανθρώπους, όταν κύτταξε αυτή την πλευρά τους – ωχριά μπροστά στην αναλγησία της φύσης.

Η απλοϊκή πρόταση, που έφτασε ως τη δική μας ηθική σαν παροιμία, ότι δηλαδή

η αλήθεια είναι πικρή

απηχώντας κάποια πανάρχαιη ανθρώπινη βίωση, θυμίζει εκείνα τα πέτρινα τσεκούρια που ξέπεσαν στα μουσεία μας από τις εποχές του ανθρώπου των σπηλαίων. Του pithecanthrophus erectus, του homo pekinensis και του homo neanderthalis.

Οι Προσωκρατικοί αποδέχτηκαν τη σκληρότητα που κρύβει η φύση με τόση καρτερία, με όση οξύνοια κατανόησαν την αλήθεια που συνέχει αυτή τη σκληρότητα. Την ομορφιά και την αίγλη του στοχασμού τους την έδωκε η νίκη της ανθρώπινης βούλησης επάνω στον ανθρώπινο φόβο.

Γι’ αυτό και τους βλέπουμε να πεθαίνουν οι περισσότεροι μ’ έναν ηρωισμό θεληματικό: ο ένας, σαν Αγρίμης στα βουνά, να καταξεσκίζεται από τα σκυλιά. Ο άλλος να δαγκώνει τη γλώσσα του, να την κόβει, και να την φτύνει καταπρόσωπα στον τύραννο της πόλης του. Ο άλλος φορώντας τα χάλκινα πέδιλα να πηδάει στη λάβα της Αίτνας.

Αντίθετα, εκείνο που έδωκε τον κίβδηλο χαρακτήρα σε όλα τα μετά τους Προσωκρατικούς συστήματα, ήταν η νίκη του ανθρώπινου φόβου επάνω στην ανθρώπινη βούληση.

Ο προσωκρατικός αιώνας είναι η αψηλότερη στιγμή της ανθρώπινης συνείδησης.

Τα διανοήματα και τα έργα του ανθρώπου πριν και μετά τον προσωκρατικό αιώνα έχουν λάβει διάταξη στην ανωφέρεια και στην κατωφέρεια των οροσειρών που επιστεγάζονται από αυτή την κορυφή.

Αν σήμερα πιστεύεται ότι ο άνθρωπος στις μετά τον προσωκρατικό αιώνα εποχές ξεπέρασε εκείνο το ύψος, αυτή η απατηλή πίστη οφείλεται σε δύο αιτίες.

Πρώτα, γιατί έρχεται στον άνθρωπο εύκολο να γλιστρά, και δύσκολο ν’ αναρριχιέται στον ίλιγγο αυτής της πέτρας. Και ύστερα, γιατί χαμένη η κορυφή αυτή στην συναστεριά των αστραπών και των καταιγίδων φαίνεται σα να μην υπάρχει, και σα να μην την πάτησαν άνθρωποι ποτέ.

Εάν είναι, υπερβαίνοντας ο άνθρωπος στο μέλλον τη σύγχρονη κρίση του, να ξαναφτάσει ψηλά, αναγκαία θα ανεβεί και θα σταθεί – με μια πείρα διαφορετική μόνο – στην ίδια κορυφή.

Λέγοντας ο Νίτσε τον περασμένο αιώνα ότι το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από το να μην πεθάνει το τραγικό αίσθημα, εννοούσε αυτό ακριβώς.

Γιατί όλα όσα έδωκε ο προσωκρατικός αιώνας ημπορούν να συμφορηθούν στην εκβολή ενός πράγματος: του τραγικού αισθήματος.

Από την εποχή του προσωκρατικού έλληνα η φιλοσοφία, με όλη τη χορεία των πνευματικών επιστημών, δεν έχει προχωρήσει στη διατύπωση νέων λόγων. Στην πραγματικότητα αρκέστηκε να αναμασά τις αλήθειες εκείνες, που μοιάζουν με κομμάτια φλόγες αποσπασμένα από τα έμπυρα μετέωρα του θεού:

Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών

Κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηρακλείτου.

Και το χειρότερο είναι που επικάλυψε και παραποίησε μέσα στη λήθη της ανίας και της στείρας επανάληψης εκείνους τους αρχαϊκούς λόγους.

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πόσο και πώς, σ’ ένα ύφος περίτεχνης και απολεσμένης μέσα στην ομίχλη των λεπτομερειών δημοσιογραφίας, ο πολύς στις ημέρες μας Καρλ Πόππερ παραποιεί, διαστρέφει, και σκυλεύει τον Ηράκλειτο.

Η άποψη που πριν από διόμισυ περίπου αιώνες διατύπωσε ο Λάιμπνιτς ότι η φιλοσοφία πρέπει να προσανατολιστεί στην κατεύθυνση του να εκφράζεται στη λιτή και αναγκαία γλώσσα των φυσικών επιστημών, σε μια

lingua adamica

όπως την ονομάζει, νομίζω ότι υλοποιείται σωστά, εάν ερμηνευτεί σαν προτροπή επιστροφής στη μελέτη των γεωμετρικών προτάσεων των Προσωκρατικών, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα πνευματικά αντικρύσματα των φυσικών νόμων.

HOMO EDUCANDUS




ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΥΠΟ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ. ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΥΚΟΛΑ ΜΕ ΤΟ HOMO EDUCANDUS...

Δημήτρης Λιαντίνης: "Homo educandus. ( Φιλοσοφία τής αγωγής)" (1984)






Ο Λιαντίνης δεν είναι μόνο συγγραφέας. Είναι και Δάσκαλος. Και δε θα μπορούσε να λείπει από το πνευματικό του έργο ετούτο το αριστούργημα που μας αποκαλύπτει πώς θα οδηγήσουμε την παιδεία μας στο ιδεώδες του εσθλού:


«Η λέξη εσθλός έχοντας τη ρίζα της στο ρήμα ειμί σημαίνει εκείνον που είναι. Εκείνον που υπάρχει έξω από τις μεταβλητές του γίγνεσθαι, τις συνθήκες της ροής και τους όρους της κύκλησης. Ό,τι του ανθρώπου μένει αλώβητο από τη φθορά, μακρυά από τα θέσμια και τις συμβατικότητες της λογικής και της επινόησης, σ’ ένα συντονισμό με το μόνιμα μόνιμο και σε μια διομολόγηση με την αφθαρσία, ό,τι σώζει σταθερά τη διαλεκτική της πράξης μας με την ανώλεθρη μοίρα του όντος, αυτό είναι το εσθλό. Και τούτο κάνει τον άνθρωπο εσθλό. Εσθλός είναι ο αληθινός, ο πραγματικός, ο όντας με την παρμενίδεια σημασία του όρου.» (σελ. 108)



Στο βιβλίο αυτό βρίσκει ο παιδαγωγός και ο γονιός τις απαραίτητες φιλοσοφικές αρχές για να διαπαιδαγωγήσει ελληνοελληνόπουλα και όχι ελληνοεβραιόπουλα. Γι’ αυτό και προσωπικά το θεωρώ ως προς τη χρηστική του αξία ανώτερο και από τη ΓΚΕΜΜΑ. Διότι ναι μεν η ΓΚΕΜΜΑ είναι το κύκνειο άσμα του και ο στέφανος του έργου του, αλλά απευθύνεται σε ενήλικες. Σε ανθρώπους που ή ξέρουν «να ακούν και τη δροσιά που στάζει» ή έχουν περάσει στην αντίπερα όχθη του ό,τι φάμε ό,τι πιούμε και ό,τι..... Με λίγα λόγια:



Η ΓΚΕΜΜΑ είναι το έργο που καταστερίζει το Λιαντίνη στο πάνθεο των μεγάλων στοχαστών, το HOMO EDUCANDUS είναι το εργαλείο στα χέρια δασκάλων και γονιών για να φτιάξουν καινούριους Λιαντίνηδες.





Το καταταλαιπωρημένο δικό μου HOMO EDUCANDUS.
Δοσμένο όμως από τα δικά του χεράκια.
Οπότε δεν υπάρχει περίπτωση να το αντικαταστήσω με καινούριο ...
Για μένα αυτό το βιβλίο είναι το "ευαγγέλιο" για τη δουλειά μου.


Σχετικά Άρθρα:


  1. Τα βιβλία του Λιαντίνη
  2. Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ
  3. Η φυσική αγωγή του Λιαντίνη (Απόσπασμα από το HOMO EDUCANDUS)



Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα