ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΔΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΔΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

«ΟΔΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ» - ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ

Χαρισμένο στη Λουκία για το μεγάλο της κόπο να απομαγνητοφωνήσει προφορικό λόγο του Λιαντίνη στην Ακρόπολη. Ο γραπτός του λόγος σε ένα κεφάλαιο από το ανέκδοτο βιβλίο του «ΟΔΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ».

ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ


Αραπιάς άτι, Γάλλου νους,
βόλι Τουρκιάς, τοπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονον!
Βαρεί το καλυβάκι.

Σολωμός

Τι θα ’λεγες λοιπόν ότι δηλώνει το πολύ του Παρθενώνα για την Ακρόπολη, και πιο πλατιά για την ελληνική τέχνη;

Ο Παρθενώνας είναι η αυγούλα της δροσιάς. Είναι η στιγμή της στιγμής, και τα ματόκλαδα στα μεσάνυχτα του παιδικού ύπνου. Παρασταίνει την κορφή στα όρη και τους αετούς στα φτερά. Το τραγούδι του λαού μας θα τον έκραινε, όπως κραίνει τη λεβεντιά που χαμηλώνει τα νιάτα:

Μια φορά είν’ η λεβεντιά και δυο και τρεις τα νιάτα.
Μια φορά περπάτησα κι εγώ με τα κορίτσια.
Κι ήταν βασιλικός μπαξές.

Γιατί λέμε Παρθενώνας από το παρθένος. Όπως λέμε από το υμένας υμέναιος.

Το βρίσκει κανείς σημαδιακό να υπάρχει η Παρθένος στη χριστιανική θρησκεία, όπως υπάρχει ο Παρθενώνας στην κλασική Ελλάδα. Ωστόσο η Αθηνά των ελλήνων έμεινε παρθένος, γιατί δε γέννησε. Σε αντίθεση με τη Μαρία των εβραίων, που οι χριστιανοί τηνε κράτησαν παρθένο παρότι γέννησε.

Οι έλληνες τονε σεβάστηκαν το νόμο της φύσης. Εκεί που οι εβραίοι τον πατήσανε. Και τούτο είναι το στοιχείο που φανερώνει τη διαφορά. Η ζωή και η θεωρία των ελλήνων θεμελιώθηκε απάνου στο φυσικό. Οι εβραίοι αντίθετα χτίσανε στο αφύσικο. Ο πόρος των ελλήνων δεν είναι άπορος. Ο τόπος όμως των εβραίων είναι η ουτοπία.

Ο Παρθενώνας είναι το δοκίμιο και το μαρτυρίκι για το θάλος της ζωής στη φύση και του στοχασμού στον άνθρωπο.

Εμείς προσπερνάμε σήμερα και θα φύγουμε ταχιά. Είμαστε τα άτομα, που ένα – ένα κλείνει τη σειρά κατά το δίκαιο και την ανάγκη. Οι γενεές όμως που έρχουνται, μας διαδέχουνται χωρίς σταματημό. Και το σοφό σχέδιο της ζωής αυτές είναι που λογαριάζει. Γιατί οι νέες γενεές έχουν τη λάμψη στα μάτια και στο αίμα την άνοιξη. Έχουν το ειδικό δικαίωμα στο μέλλον. Η Γκρέτα Γκάρμπο γρια δεν εζύγιζε μπροστά σε μια ασήμαντη νεαρή θεατρίνα.

Ο Παρθενώνας και το όνομά του συμβολίζουν αυτή την παρατήρηση που έκαμαν οι έλληνες για το αδιάλειπτα καινούργιο. Μέσα στο σχήμα της ακατάλυτης ανάσας του ναού σκηνώνει η νεότητα που δεν έχει τέλος.

Ότι έχτισαν τον Παρθενώνα οι Καλλικράτης και ο Ικτίνος έχει το νόημα πως απάνου στην πέτρα χαράξανε την παλιά πρόταση που είπαν οι ιερείς της Σάϊδας στο Σόλωνα: έλληνες αεί παίδες έστε, γέρων δε έλλην ουκ έστιν.

Έτσι βλέπει κανείς το ναό της Αθηνάς και έτσι τον συλλογίζεται. Πιάνεις στο στόμα τη λέξη Παρθενώνας και καταλαβαίνουμε πως έχεις στο νου την Ελλάδα. Γιατί ο Παρθενώνας είναι η καρδιά και το DNA της Ελλάδας˙ είναι ο αριθμός ταυτότητας και τα δαχτυλικά αποτυπώματα της Ελλάδας˙ είναι το ποιό της φωνής και το χρώμα οφθαλμών της Ελλάδας.

Ο Παρθενώνας θεμελιώνει το Απαράβλητο στα έργα των ελλήνων. Στέκεται καταμεσής του Βράχου και λαλεί τη διάκριση της Ελλάδας και του καιρού της από τους άλλους τόπους και τους άλλους πολιτισμούς.

Εξήντα εφτά γενεές ελλήνων ο Παρθενώνας έμεινε άβλαβος. Αγνάντευε τα νερά του Φαλήρου δύο χιλιάδες διακόσιους είκοσι χρόνους. Και είδε τη σελήνη να γίνεται πανσέληνος είκοσι οχτώ χιλιάδες οχτακόσιες ογδόντα φορές.

Όλους αυτούς τους κύκλους, στυλός στο στυλοβάτη, εγνώρισε πολλά.

Είδε τους βυθίνους και τους γενουάτες. Τους σαγγιτάριους, τις οθωμανικές καμήλες, τους πειρατές με το απελατίκι. Είδε το Σύλλα και τον Άρπαλο, τον Εβραίο Παύλο να ρητορεύει με υψωμένο χέρι, τον πρίγκιπα Γερμανικό που πήγε στην Ασία θρίαμβος και γύρισε στη Ρώμη τέφρα στη λήκυθο.

Είδε τους σταυροφόρους και την ιερή διακονιαριά. Το στρατηγό Δαφνομήλη όντες επέρασε την Κοφτή Πέτρα. Είδε τους τελευταίους σχολάρχες να παίρνουν το δρόμο για την Περσία και τον άγριο Βουλγαροκτόνο με το ένα μάτι.

Άκουσε τη βουή των σεισμών, πάλεψε τους Αέρηδες, τα δαιμονικά. Τις άγριες νύχτες οι κεραυνοί γύμνωσαν τα γλυπτά του στα αετώματα και στις μετόπες ανάμεσα σε σπασμούς φωτός. Οι κεραυνοί που πέφτουν στην επιφάνεια της γης εκατό στο δευτερόλεπτο.

Νύχτα και μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, αιώνες αιώνων, τώρα εδώ και ύστερα εκεί, οι κεραυνοί αγγρίζουν τη γης λεηλατώντας το σώμα της εκατό σε κάθε δευτερόλεπτο. Είναι το αντρειωμένο ερωτικό σμίξιμο του ουρανού και της γης, που το νόημά του σώθηκε στο μύθο των ελλήνων πως ο Δίας, ο θεός του κεραυνού, κατέβαινε στη γης και έσμιγε με τις έμορφες θνητές.

Δέχτηκε προσκυνητές, εικονοκλάστες, γότθους, σκυλόσιτους, φλάρους, μουφτήδες, καλικάντζαρους. Προσπέρασαν από μπροστά του και διάβηκαν πολίτες και πολιτάρχες, εταίρες και πολιτικές, κήρυκες, σπαχήδες, ιερωμένοι και αγκιτάτορες. Είδε στρατούς και λαούς, τούρμες και δρούγγες, καράβια και άρματα.

Και από την άλλη καρτέρεσε με προσμονή και με καραδοκία να ανεβαίνουν από τον Υμηττό οι Αυγές και οι Όρθοι. Η γλαύκα της Αθηνάς τού ’φερνε ταχτικά το λυκόφως και το σκοτάδι. Και είπε την καληνύχτα στον αστέρα Αρκτούρο μυριάδες φορές. Όταν τον Οχτώβρη εννιά η ώρα το βράδυ τον έβλεπε να βασιλεύει πίσω από τα Γεράνια όρη. Έτσι, όπως μια ώρα θα βασιλέψεις κι εσύ κι εγώ πίσω από την τελευταία μας λέξη. Ποια νά ’ναι άραγε!

Ο Παρθενώνας με γύρω τα χορευτικά βουνά και πάνω του την αποθέωση των αττικών μετεώρων πρόσεχε να φυλάγει στο χρόνο τη θέση του παντοτινός και γεωμέτρης.

Τα σαρανταέξι του πέλματα υποβάσταζαν χαρούμενα τους πεντακόσιους πέντε μαρμάρινους σπονδύλους. Με το κρουστό του παράστημα στα δεκαεφτά επί έξι, ή στα δεκαπέντε επί οχτώ στεκόταν εκεί όρθιος, αρτιμελής, ηνίοχος και θαλασσοθεάμων.

Ωσόπου, σ’ ένα σύνορο του χρόνου που η άνοιξη κατάργησε την ευωδιά του δυάσμου και ο άνθρωπος έπεσε στη μεγάλη ακηδία, φράγκοι και τούρκοι τονε τινάξανε στον αέρα. Ήτανε στα 1687 χρόνια.

Εκείνο το χαλασμό του ναού στα κρημνά των υψωμάτων τον φαντάζομαι όπως οι αστροφυσικοί βλέπουν σήμερα την έκρηξη ενός υπερκαινοφανούς αστέρα στο σύμπαν. Ξέρεις από σουπερνόβες;

Οι σουπερνόβες είναι αστέρες που τη στιγμή που πεθαίνουν τινάζουν στα χάη τόση λάμψη, όση ακτινοβολία εκπέμπουν την ίδια στιγμή όλοι οι αστέρες του γαλαξία μας μαζί. Δηλαδή διακόσια δισεκατομμύρια ηλιακές μάζες.

Όταν ο σερασκέρης πασιάς Ισμαήλ και ο αρχιστράτηγος δόγης Μοροζίνης ανατίναξαν τον Παρθενώνα, το σώμα του σκόρπισε σε μια άβυσσο από σκλήθρες φως. Ήτανε τόσο το φως, που το στερέωμα της ιστορίας του ανθρώπου τυφλώθηκε.
Εκείνη την ώρα οι αστρονόμοι και οι τηλεθεάμονες από κάποια μακρινά σημεία του σύμπαντος θα είδαν στον ουρανό μια λάμψη ανάλογη με τη λάμψη που είδαν οι κινέζοι αστρολόγοι στην πρώτη ιστορικά καταγραμμένη έκρηξη υπερκαινοφανούς που έγινε στα 1054 μ.

«Οβίδα θαματουργή» ανατίναξε τον Παρθενώνα! Έτσι ανάγγειλε στο Συμβούλιο της Βενετίας τη βολή που ξεκοίλιασε το ναό ο Μοροζίνης.

Το φανερό κακό που φράγκοι και τούρκοι κάμανε στον Παρθενώνα είναι το σύμβολο και το σημάδι για το κρυφό κακό που πάντα τους φράγκοι και τούρκοι κάμανε στην Ελλάδα. Το πράγμα ανάποδα και ζαβό έχει την ιστορία του.

Πρώτη ενοχή μετρώ τη μικρή άλωση της Πόλης πριν τη μεγάλη. Την έκαμαν οι φράγκοι στα 1204. Εν ονόματι του Χριστού και των Αγίων Τόπων διαγούμισαν την Πόλη και την έριξαν στα σίδερα πενηνταεφτά χρόνους. Όπως αργότερα οι τούρκοι εν ονόματι του Αλλάχ και της Ιερής Μέκκας την αφάνισαν για πάντα.

Δεύτερο κακό είναι οι Σύνοδες Φερράρας και Φλωρεντίας που έγιναν στα 1438 και στα 1439, για την πνευματική τάχα ένωση πάπα και πατριάρχη. Τότε ο φράγκος στο κρυφό υπονόμεψε την Ελλάδα, όπως ο τούρκος στο φανερό αφάνισε την Πόλη δεκαπέντε χρόνους αργότερα. Ένας ο πόλεμος και δύο τα όπλα. Κάποιοι ευαίσθητοι έλληνες είδαν το πράγμα. Και το κατάθεσαν στη θρυλική πρόταση: προτιμώ το τουρκικό φακιόλι από την παπική τιάρα.

Τρίτη είναι η στάση των φράγκων στο μεγάλο Σηκωμό του γένους. Υστερόβουλοι, διπλομμάτες και πισωμμάτες, δύσπιστοι, αναγυριστικοί.»Διοτελείς» θα ’λεγε ο άγιος Μακρυγιάννης. Οι φράγκοι είναι κείνοι που στο τέλος κατάφεραν να ξεκάμουν τον Καραϊσκάκη. Ο Καραϊσκάκης, που έμελλε να σταθεί ο Λυτρωτής του τέλους όπως ο Κολοκοτρώνης στάθηκε ο Λυτρωτής της αρχής του αγώνα, έπεσε θύμα της ίντριγκας των φράγκων.

Γιατί ο Καραϊσκάκης, αν οι εγγλέζοι τον άφηναν να ζήσει, είναι σίγουρο πως θα φύλαγε για το Δράμαλη στο Άργος ο Κολοκοτρώνης. Αν αργότερα οι Μεγάλες Δυνάμεις βουλιάξανε στο Ναυαρίνο την αγαρηνή αρμάδα, δεν τό ’καμαν για να βοηθήσουν την Ελλάδα. Το ’καμαν από λάθος, από συγκυρία, από ανταγωνισμό, και για το δικό τους νιτερέσο. Και έγινε γιατί ο θεός της Ελλάδας τη φύλαξε. Το Ναυαρίνο ήταν ο τόπος που η Δίκη τιμώρησε για το Μισολόγγι και το Ανάλατο. Εκεί ο ταύρος πιάστηκε από τα κέρατα. Το ένα του πόδι στο Μισολόγγι, το άλλο στο Ανάλατο, και στο Νιόκαστρο γονάτισε με αφρούς στο στόμα και τη γλώσσα δαγκωμένη. Γνωρίζεις, Μυρτάλη, ότι το ναύαρχο Κόρδικτον που νίκησε στο Ναυαρίνο οι πατριώτες του τον τιμώρησαν, και το στρατηγό Κόχραν που νικήθηκε στο Ανάλατο τον στεφανώσανε στην Αγορά; Ο Σολωμός τον καιρό του μεγάλου Σηκωμού είδε καθαρά ότι ο φράγκος δεν έστεργε να βοηθήσει την Ελλάδα. Εκείνο το

Μοναχή το δρόμο επήρες,
Εξανάλθες μοναχή,

δεν είναι η απλή διπλωματική εκτίμηση της κατάστασης από το Σολωμό. Είναι η καθαρή όραση της ελληνικής Ειμαρμένης από έναν φωτισμένο. Και περικλείνει βαθιά τη γνώση για την ελληνική Μοναχικότητα, που μέχρι τα σήμερα δεν εννοούμε να κατανοήσουμε. Οι στίχοι

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά

βοούν μέσα στο ελληνικό πάντα πως ότι είναι να κάνουμε, θα το κάνουμε μόνοι μας. Ούτε φράγκος ούτε ρούσος. Ούτε λάπωνας ούτε βουσμάνος. Μόνε ο έλληνας μόνος, και μόνο μόνος. «Εφτά χιλιάδες ήσαν, κι εγώ αμοναχός», που έλεγε κι ο Διγενής.

Τέταρτος είναι ο ολέθριος ρόλος των φράγκων στον καταποντισμό της ελληνικής Ιωνίας στα 1922. Μίλητος, Έφεσος, Σμύρνα, Κλαζομενές.Τριάντα αιώνες Ελλάδα καθαρή σαν τη σταγόνα στα βουνά και το δάκρυ στα μάτια. Και ο φράγκος την επιδίκασε στον τούρκο με συνθήκες σιδερένιες.

Τώρα λοιπόν καταλαβαίνεις γιατί τον Παρθενώνα, που λογαριάζεται το αχνάρι του χρόνου της Ελλάδας απάνου στον πλανήτη, απάνου στο ηλιακό σύστημα, μα τι λέω; απάνου στον ίδιο το γαλαξία μας! δεν ημπορούσε να τον χαλάσει άλλος, παρά ο τούρκος και ο φράγκος ομάδι.

Ο πρώτος από συμφέρο, από απληστία και πείνα, και από σοβινιστική ορνιθοτυφλιά. Ο δεύτερος από το αχάριστο συναίσθημα του ευεργετημένου στον ευεργέτη του. Γιατί ο πολιτισμός της Φραγκιάς έχει θέμελο και φως του την κλασική Ελλάδα.

Αχ! Πάλι η παλιά ιστορία για το παγωμένο φίδι και τον κόρφο που το ζέστανε.


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΡΟΥΜ HOMA EDUCANDUS

Λιαντίνης: Ένα δύο φορές το χρόνο ανεβαίνω στην Ακρόπολη να ξεναγήσω τους μαθητές μου...



1995. Ηρώδειο

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ

ΟΔΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ

Αλλ’ ή πρόσθε θανείν
Ή έπειτα γενέσθαι

Ένα δύο φορές το χρόνο ανεβαίνω στην Ακρόπολη να ξεναγήσω τους μαθητές μου. Όλοι τους είναι φύραμα γόνιμο. Φοιτητές του Αθήνησι, δάσκαλοι μετεκπαιδευόμενοι στο Μαράσλειο και μάχιμοι εκπαιδευτικοί των ΠΕΚ, φυσικοί, μαθηματικοί, βιολόγοι, χημικοί, φιλόλογοι.

Καθώς ανηφορίζουμε Κυριακή πρωί στο Ιερό, είμαστε η Συνοδεία του Διονύσου, που λέει ο ποιητής. Το μεσημέρι πίνουμε το καφεδάκι μας στο Λουμπαρδιάρη και καπνίζουμε και ένα «θανατερό».

Η περιήγηση μας επάνω στο Βράχο δε μοιάζει τόσο σπουδή αρχαιολογική. Περισσότερο είναι μια περιδιάβαση στοχασμού και άσκηση οδύνης. Γίνεται μια πορεία από το ανθρακικό ασβέστιο στο θειϊκό ασβέστιο με όχημα την όξινη βροχή. Καταπώς ορίζει πια η αρειμάνια τεχνολογία μας.

Η ορειβασία αρχίζει από τα μαύρα ρούχα και τα δάκρυα του Ηρώδη του Αττικού για τον πρόωρο χαμό της τρυφερής Ρήγιλλας και το Ωδείο που της έκαμε δώρο.

Προχωρούμε στο μάτι της Ακρόπολης με την ενοχλητική του τσίμπλα, το βάθρο δηλαδή του στρατηγού Αγρίππα που κάποτε ήταν για τους τοτεσινούς έλληνες ό,τι είναι για τους σημερινούς το άγαλμα Τρούμαν μπροστά στο Ωδείο Αθηνών.

Μιλάμε γα τους κίονες του Παρθενώνα και των Προπυλαίων, καθώς και για τις Καρυάτιδες, στην προσπάθεια να φανερωθεί ότι η Ακρόπολη είναι εργολαβία ιωνική, σύλληψη όμως και καταλαμπή δωριέων.

Φιλοσοφούμε ύστερα πάνω στον αισθητικό λόγο της «κλασικής ευθείας» σε αντίθεση προς τις βυζαντινές «κυρτή και κοίλη» και φιλοκαλούμε με τις γεωμετρικές καμπύλες των παραλλήλων που μελέτησε ο μαθηματικός Καραθεοδωρής.Λέμε και άλλα πολλά ή λίγα, η σημασία τους κρέμεται από τον τρόπο όπου θέλει τινας να τα θεωρήσει, καθώς έλεγε ο Σολωμός για τις μάχες του Βοναπάρτη. Έτσι παρατηρούμε λ.χ. τη Λαπιθίδα και τον τορνευτό μηρό της που ταράζει το αίμα του Κενταύρου και τελειώνουμε στο ναό του Μοσχοφόρου και την Κόρη του Ευθυδίκου που την είδε κάποτε ο Ελύτης να κλαίει.

Είναι σεμνή η πομπή μας. Μόνο που σε μια στιγμή, ωσάν φθάνουμε κάτου από τη γαλανή σημαία μας, αρχίζω να τινάζω κατά τη θάλασσα και τα όρη της Αττικής τις βεγγαλικές βλαστήμιες μου. Γιατί εκεί είναι που διαβάζουμε την επιγραφή για το Σάντα και το Γλέζο στην τοιχισμένη πλάκετα.

Λέω τοιχισμένη για να θυμίσω εκείνον τον τουρκόπαπα, τον καταδότη με τους μουτακερέδες, που τον έπιασε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και τον έχτισε ζωντανό στον τοίχο μαζί με τις άλλες πέτρες και τον ασβέστη.

Και βέβαια τίμιε αναγνώστη, που ο Σάντας και ο Γλέζος είναι ήρωες. Γιατί κατέβασαν και ταπείνωσαν τη σημαία των ναζί. Πράξη που δεν είναι μόνο παλικαριά, αλλά κλείνει μέσα της φαντασία ποίησης και υποβολή συμβόλου. Οι Σάντας και Γλέζος αξίζουν να δοξάζονται στα εστεμμένα ηρώα της μνήμης του έθνους.

Έλα όμως σε φόβο ανθρώπου και γνώση θεού και ειπέ μου: τι λογής προβατοκέφαλοι Υβριστές ήσαν εκείνοι που είχαν την ιδέα να πάνε να κρεμάσουν ετούτη την πλακέτα στην Ακρόπολη; Όσο η ίδια η πράξη από τους δράστες υπήρξε στιβαρή, τόσο ο επικαταλογισμός της από τους θαυμαστές στέκεται χυδαίος και λοιδωρία τόπου.

Ακρόπολη είναι αυτή, ελληνάδες μου! Δεν είναι το Ηραίον τείχος, ούτε η Αγορά των αργείων, ούτε το θέατρο της Περγάμου. Εδώ έρχονται ολοχρονίς και ασταμάτητα σκύθες και βουσμάνοι, ιάπωνες και γροιλανδοί, ν’ ανεβούνε και να γονατίσουν. Ωσάν το Ρενάν και την προσευχή του.

Η Ακρόπολη είναι το πνευματικό Κορακαρούμ και το Έβερεστ του Πλανήτη μας. Όσοι έχουν αίσθηση και συναίσθηση και εναίσθηση του τι σημαίνει ν’ ανεβείς εδώ, αυτοί γνωρίζουν πως χρειάζεται να σπαταλήσουν τόση δύναμη ύπαρξης, όσο αντοχή οργανισμού σπατάλησαν οι μετρημένοι ορειβάτες που ανέβηκαν στο Έβερεστ και στο Κορακαρούμ.

Γιατί εδώ, μέσα στη λευκή πέτρα έπηξε η μουσική του κόσμου. Εδώ η γνώση, το μέτρο, η τάξη και ο αγώνας του ανθρώπου ελάβανε το χρίσμα εκείνων των νόμων που υψώνουν τη φύση σε κόσμημα και κόσμο.

Στην Ακρόπολη για μία μόνο φορά ο άνθρωπος και η πράξη του έσωσαν να πηδήξουν από το είδωλο στο παράδειγμα, από το παράδειγμα στο αρχέτυπο, και από το αρχέτυπο στο φυτούργημα. Στο αχνάρι ετούτο τυπώθηκε η σταθερή και ανώλεθρη οδηγία ζωής για όλες τις ερχόμενες φυλές και κάθε μελλοντικό πολιτισμό.

Και από την άλλη μεριά δεν είναι μόνοι οι Σάντας και Γλέζος που ευδοκίμησαν απάνου στην Ακρόπολη. Είναι και άλλοι ήρωες και μάλιστα πολύ ηρωότεροι, εάν η ανδρεία έχει αναβαθμούς.

Εδώ, στον ξύλινο Κουλέ, εκρεουργήθηκε ο πρώτος αθλητής Οδυσσέας Ανδρούτσος. Έπεσε όρθιος ο κακοήθης αλλά μεγαλόψυχος Γκούρας. Και καταπλακώθηκε μέσα στο Ερεχθείο η νεαρή του χήρα. Εκείνη η ασημόβεργα, η φιλντισοκοκαλένια που τη φώναζαν Νταλιάνα.

Εδώ, στις Κάμαρες του Σερπετζέ, ο τίμιος και πικρός Μακρυγιάννης έλαβε τις λαβωματιές του, που όσο έζησε ύστερα τις έφερνε και τις φορούσε στο "σκουληκιασμένο" του σώμα.

Είναι άνδρες επιφανείς, που δεν έδρασαν απλά στην Ακρόπολη, αλλά έπεσαν κιόλας. Και δεν βρέθηκε κανείς ούτε φρόνιμος ούτε παράφρονας να προτείνει να τους χαράξουν γράμματα και επιγραφή πάνω σε τούτο το σεμνό θέμελο του κόσμου.

Στείλτε τον ταχυδρόμο να φωνάξουν τον υπουργό του πολιτισμού και κάθε άλλο τίμιο και πάσχοντα έλληνα και άνθρωπο, για να αφαιρέσουν από το πρόσωπο του Βράχου την επιγραφή αυτή, που στέκεται παράταιρη και περιττή και υπέρογκη.

Είναι ηλιακή κηλίδα, που λένε οι ηλιολόγοι και κρίκος από μπακίρι στο λαιμό της Ελένης...

_________________

Αναδημοσίευση από το φόρουμ HOMA EDUCANDUS (17/12/2008 ) και από ανάρτηση του μέλους ΦΩΤΕΙΝΗ.

Η φωτογραφία του Λιαντίνη στο Ηρώδειο είναι προσφορά της κ. Νικολίτσας Λιαντίνη προς το ιστολόγιο ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ.



Δείγμα μικρό από τις ξεναγήσεις του Λιαντίνη στην Ακρόπολη:

Με το Λιαντίνη στην οδό Ακροπόλεως



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ:

ΟΔΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ


"Τα Προπύλαια του Μνησικλή οδηγούν στην Ακρόπολη. Και η Ακρόπολη είναι το όριο της ανθρώπινης φύσης που για μια στιγμή κατορθώθηκε από τον άνθρωπο και στις τρεις διαστάσεις του. Στην αλήθεια, στην εμορφιά, και στην αρετή.

Τι βλέπει κανείς σήμερα, όταν στέκεται μπροστά στην Ακρόπολη; Τι ακούει και τι διαλογίζεται; Ω! Εδώ η χαρά και η χάρη είναι απλή, όσο ο άνεμος στους λόφους, και η χλωροφύλλη στα φυτά.

Καβαλαρέοι και ίπποι ανεβάζουν τις ριπές των χιτώνων ψηλά. Ως τα φτερουγητά του φωτός, και τα κύματα των ορέων.

Ξανθός ο παλμός των σωμάτων και ίουλος, παιζογελά στον αγέρα και φρίσσει. Εδώ παίζουν οι ήχοι του πλαγίαυλου και της λύρας σε ρυθμούς στερεούς. Και στήνουν χορό οι λευκές πέτρες.

Κόρες μικρές κομίζουν στον ώμο υδρίες από φως. Λυγίζουν τα χέρια τους να δεηθούν στη θέα, και σκορπίζουν στους κήπους με τις μυρτιές αγκαλιές τα περιστέρια.

Στα Ηλύσια Πεδία αλυγαριές και νάρκισσοι και ασφόδελοι και δαφνώνες γιορτάζουν τους πρώιμους νεκρούς.

Αλάργα, στα πέλαγα και στους λειμώνες, λάμνει ο Ιάλεμος και η Σαλαμίνα. Λένε τα φύλλα της ελιάς, και λένε τα φιλιά της Ελένης. Και ο ήλιος στα διάσελα υλοκτόνος και υλοκράτης ελαύνει. Με έλυτρα ελληνικά. Λαμπρή.

Συνδύο συντρείς οι γέροντες ραβδοφόροι ανεβαίνουν τα μάρμαρα της γιορτής. Και δίπλα τους βαδίζουν ίσκιοι ασημένιοι, ο άρτος των πουλιών, και οι λευκές λήκυθοι. Ο κάθε ένας κρατεί ημερωμένο στα χέρια του κι από ένα δικό του, το αγρίμι του θανάτου.

Πολεμικές τριήρεις ανοίγουν τα πανιά τους πέπλα. Και αρμενίζουν στο στερέωμα με τους άλλους ναυτικούς πλόες. Με την Τρόπιδα, το Ιστίο, την Πρύμνη, την Αργώ.

Στον ιερό δρόμο για τη Δήλο αναπλέει η σωφροσύνη ασύλητη. Κυανοφύκη αναμεριάζουν στις όχθες των νερών. Και υάκινθοι και στεφανιαία τα σέλινα.

Άλογα και κύματα και ζέφυροι και χελιδρονιές υπογράφουν και φρουρούν την εκεχειρία της Λύπης."


__________________

Το κείμενο μας το πρόσφερε το μέλος ΦΩΤΕΙΝΗ στο φόρουμ HOMA EDUCANDUS (12/3/2009) απ' όπου και το αναδημοσιεύουμε.

Οι φωτογραφίες δικές μας. Από το προσκύνημα στον ιερό βράχο το περασμένο φθινόπωρο, παραμονές της γιορτής του Δασκάλου... Από κει και το απόσπασμα εκ της Γκέμμας, αφιερωμένο εξαιρετικά σε όσους κατάντησαν όπως κατάντησαν σήμερα την πατρίδα μας και ξαφνικά τους κατέβηκε λέει η ιδέα να ζητήσουν ποσοστά από τα μουσεία που φιλοξενούν ελληνικές αρχαιότητες. Αχ, κούνια που τους κούναγε... Τους ελληνοεβραίους. Που θέλουνε λέει να ξελασπώσουν τις λαμογιές του σήμερα ξεπουλώντας την αρχαία δόξα...

Ο ΕΛΛΗΝΟΕΛΛΗΝΑΣ

Τόξων εμών άτερ
Τροία δεν πέφτει.

Εχάσαμε τότε στεριές μεγάλες και θάλασσες πλατιές που για τριάντα αιώνες ήσαν ατόφυα Ελλάδα. Σήμερα τις κοιτάμε από μακρυά, όπως εκοίταγε ο Θοδωράκης Κολοκοτρώνης από τη Ζάκυνθο το Μοριά, και έκλεγε.

Και με το κυάλι αγνάντευε, και με το κυάλι βλεπει ,
βλέπει τη θάλασσα πλατιά και τη στεριά μεγάλη.
Τον πήρε το παράπονο.

Τις κοιτάμε με βαριά την οδύνη ότι τις χάσαμε και με ελάχιστη την ελπίδα ότι θα τις ξαναπάρουμε. Κι αφήστε την κυρά – Δέσποινα να πολυδακρύζει.

Και ο Ατατούρκ, που έδιωξε το φερετζέ από τις τούρκισσες και έφερε το λατινικό αλφάβητο στα τουρκόπουλα, έκαμε και κάτι άλλο. Εδασκάλεψε τους δασκάλους και τους ξεναγούς να λένε στη Φραγκιά, που τουριστολογάει στη Μίλητο και στις Κλαζομενές, ότι δεν ήταν Όμηρος εκείνος ο τυφλός τραγουδιστής αλλά Ομέρ. Όπως λέμε Ομέρ Βρυώνης, πασάς του Ζητουνιού, που παττάλεψε τον Αθανάση Διάκο στο ποτάμι της Αλαμάνας.

Και τι να ειπείς για το χαμπέρι; Που έρχεται το πρωί και το δείλι πίνουμε το ουζάκι μας στο Κατακάλι και στην Πειραϊκή Ακτή. «Ω σύντροφε, πως πέσαμε στο λαγούμι του φόβου»;
Όλα καλά και περίκαλα τά ’χουμε με την πατρίδα. Με το έθνος, την ιστορία μας, και τούς «αρχαίους ημών πρόγονοι».

Μόνο που ξεχάσαμε ένα. Πως εμείς οι νέοι με τους αρχαίους έλληνες έχουμε τόσα κοινά, όσα ο χασαποσφαγέας με τις κορδέλες, και η μοδίστρα με τα κριάρια.

Κι από την άλλη φουσκώνουμε και κορδώνουμε, και τουρτουφίζουμε για «τσι γεναίοι πρόγονοι» σαν τι; Όπως εκείνος ο τράγος του Σικελιανού, που εσήκωνε το απανωχείλι του, εβέλαζε μαρκαλιστικά, και οσφραινότανε όλο το δείλι την αρμύρα στη θάλασσα της Κινέττας.
Αλλίμονο. Η δάφνη κατεμαράνθη. Έτσι δεν εψιθύριζε ο Σολωμός στο Διάλογο κλαίγοντας; Η δάφνη κετεμαράνθη.

Όταν είσαι μέσα στό μάτι του κυκλώνα, είναι δύσκολο νά ’χεις εικόνα για τα γύρω σου. Και ζώντας μέσα στη χώρα δεν έχουμε εικόνα για τη σημερινή Ελλάδα.

Αρχές του 1993 έγινε μια εκδήλωση στο Παρίσι από έλλληνες καλλιτέχνες για την ασβολερή Κύπρο. Εκείνο το θαλασσο-φίλητο νησί.

Εκεί, ένας δημοσιογράφος ερώτησε τρεις τέσσερες έγκριτους έλληνες που ζουν μόνιμα στη Γαλλία μια ερώτηση καίρια.

Για ειπέτε μου, τους είπε, εσείς που όντας μακρυά από την Ελλάδα βλέπετε με άλλο μάτι, το αληθινό του νοσταλγού και του πάσχοντα. Με το μάτι του Οδυσσέα. Τι γνώμη έχει το παγκόσμιο κοινό για τη σύγχρονη Ελλάδα; Τη βλέπει τάχατες και τη νομίζει όπως εμείς εκεί κάτου στο Κακοσάλεσι και στην Αθήνα;

Η απόκριση που μου δώσανε και οι τέσσερες ξαναζωντάνεψε, τίμιε αναγνώστη, τις σπαθιές που δίνανε οι ντελήδες του Κιουταχή στη μάχη του Ανάλατου. Όταν πια είχε πέσει ο τρανός Καραϊσκάκης.

-Ποια Ελλάδα, μακάριε άνθρωπε, του είπανε. Μιλάς για ίσκιους στη συννεφιά. Και για σύννεφα στην αιθρία. Για τον έξω κόσμο Ελλάδα δεν υπάρχει. Κανείς δε την ξέρει, κανείς δεν τη μελετάει, κανείς δεν τη συλλογάται. Δεν άκουσες το παλιό μοιρολόι;

Κλάψε με, μάνα, κλάψε με,
Και πεθαμένο γράψε με.

Άκουσε λοιπόν, και μάθε το. Και κει που θα γυρίσεις, να το ειπείς και να το μολογήσεις. Η Ελλάδα είναι σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών. Αν στείλει κάποτε στους ξένους κανένα παράπονο η κανένα παρακαλετό, το συζητούν πέντε δέκα άνθρωποι της διπλωματίας σε κάποιο γραφείο, και παίρνουνε την απόφαση, όπως εμείς παραγγέλνουμε καφέ στο καφενείο και στα μπιλιάρδα.

Αυτή είναι η εικόνα που έχουν οι ξένοι για την Ελλάδα. Κι ο σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του γίνεται. Έτσι δεν είπε ο πασάς της Σκόντρας, όταν ακούστηκε ότι οι ραγιάδες σηκωθήκανε στο Μοριά; Τώρα γυρίστηκε η τάξη. Σουλτάνος είναι ο έλληνας πολιτικός.

Λάβε την σύγχρονη Ελλάδα σαν ποσότητα και σαν ποιότητα, για να μιλήσουμε με «κατηγορίες». Κι έλα να μας περιγράψεις τι βλέπεις.

Σαν ποσότητα πρώτα. Αν αντικρύσουμε τον πληθυσμό της γης σε κλίμακα μικρογραφική ένα προς πέντε εκατομμύρια, 1:5Χ106, θα βρούμε πως ο πληθυσμός του πλανήτη μας είναι ένα χωριό από χίλιους κατοίκους. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους χίλιους οι έλληνες είμαστε δύο άνθρωποι, που τρεκλοπατάμε και αρκουδίζουμε μέσα στο πλήθος. Ζαλισμένοι και φουκαράδες ξετρέχουνε να συναντηθούν μεταξύ τους. Αν τα καταφέρουν να μη σκυλοφαγωθούν, ζητούν να συνεννοηθούν με τους άλλους. Σε μια γλώσσα που δε μιλιέται, λίγο πρικοιούλι, χρώμα τέτζερη αγάνωτου, ζουνάρι, βέλεσι, φούντα, κι αμάν αμάν. Σερβιτόροι και αγωγιάτες όλοι μας. Και κακοί σαράφηδες του μάρμαρου, του ήλιου, και της θάλασσας.

Σαν ποιότητα ύστερα. Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα. Με μιά ιστορία που ο ίδιος τη νομίζει λαμπρή. Και απορεί, πως και δεν πέφτουν οι ξένοι ξεροί μπροστά στο μεγαλείο της.

Οι ξένοι όμως, σαν συλλογιούνται την ελληνική ιστορία, την αρχαία εννοώ, γιατί τη νέα δεν την έχουν ακούσει, και βάλουν απέναντί της εμάς τους νεοέλληνες, φέρουν στο μυαλό τους άλλες παραστάσεις. Φέρνουν στο μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες που περπατούν στο Καρνάκ και στη Γκίζα. Τι σχέση ημπορεί νά’ χουν συλλογιούνται ετούτοι οι φελάχοι του Μισιριού σήμερα με τους αρχαίους Φαραώ, και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους.

Την ίδια σχέση βρίσκουν οι ξένοι στους σημερινούς έλληνες με τους αρχαίους. Οι θεωρίες των διαφόρων Φαλμεράυερ έχουν περάσει στους φράγκους. Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι τους αποσβολώσαμε με τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους, και τους λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε το κεφάλι με το λιανό μας δάκτυλο.

Και βέβαια. Πως μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο μεγάς γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις έλεγε αυτά που μας έλεγε, - ορθά- κι από την άλλη έβριζε το Σολωμό μας αγράμματο, και τη γλώσσα του σκύβαλα και μαλλιαρά μαλλιά.

Σχέση με τους αρχαίους έλληνες έχουμε εμείς, λένε οι γάλλοι, οι εγγλέζοι και οι γερμανοί. Εμείς, που τους ανακαλύψαμε, τους αναστυλώσαμε, τους εξηγήσαμε.

Για τους ευρωπαίους οι νεοέλληνες είμαστε μια δράκα ανθρώπων απρόσωπη, ανάμεσα σε βαλκανιλίκι, τουρκολογιά και αράπηδες. Ειμαστε οι ορτοντόξ. Με το ρούσικο τυπικό στη γραφή, με τους κουμπέδες και τους τρούλους πάνω από τα σπίτια των χωριών μας, με ακτινογραφίες σωμάτων και σκουληκόμορφες φιγούρες αγίων στούς τοίχους των εκκλησιών.

Οι ευρωπαίοι βλέπουν τους πολιτικούς μας να ψηφίζουν στή Βουλή να μπει το «ορθόδοξος» στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατά τη διαταγή των παπάδων, και κοιτάζουν ανακατωμένοι και ναυτιάζοντας κατά το θεοκρατικό Ιράν και τους Αγιατολάχους.

Τέτοιοι οι βουλευτές μας, ακόμη και της Αριστεράς . «Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί (sic) εκατάστρεψαν το έθνος». Έτσι γράφει ο Παπαδιαμάντης.

Θέλεις νά `χεις πιστή εικόνα του νεοέλληνα; Λάβε το ράσο του γύπα και του κόρακα. Λάβε τις ασπιδωτές κοιλιές των ιερέων, το καλυμμαύκι Μακαρίου Β΄ της Κύπρου. Και τα γένεια τα καλογερικά, που κρύβουν το πρόσωπο, καθώς άκοσμοι αγκαθεροί φράκτες τους αγρούς. Και τις κουκουλωμένες καλόγριες, την άλλη έκδοση του φερετζέ της τούρκισσας, και έχεις το νεοέλληνα φωτογραφία στον τοίχο.

Απέναντι σε τούτη τη μελανή και γανιασμένη φοβέρα φέρε την εικόνα του αρχαίου έλληνα για να μετρήσεις τη διαφορά.

Φέρε τις μορφές των νέων σωμάτων, τις ευσταλείς και τις διακριτικές. Να ανεβαίνουν από την Ολυμπία και τους Δελφούς, καθώς λευκοί αργυρόηχοι κρότοι κυμβάλων. Τους ωραίους χιτώνες τους χειριδωτούς, και τα λευκά ιμάτια τα πτυχωτά και τα ποδήρη. Τα πέδιλα από δέρματα μαροκινά, αρμοσμένα στις δυνατές φρέρνες.

Φέρε την εικόνα που μας αφήσανε οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας. Οι κοντυλογραμμένες, με τις λεπτές ζώνες, τον κυανό κεφαλόδεσμο, και το ζαρκαδένιο τόνο του κορμιού. Οι ελληνίδες του Άργους και της Ιωνίας, οι λινές και οι φαινομηρίδες. Τρέχουνε στα όρη μαζί με την Αταλάντη. Και κοιμούνται στα κοιμητήρια σαν την Κόρη του Ευθυδίκου.

Όλες και όλοι στηριγμένοι χαρούμενα σε κάποια μαρμάρινη στήλη, σ’ ένα λιτό κιονόκρανο, σε μια κρήνη λευκή της Αγοράς. Με περίγυρα τους ωραίους γεωμετρημένους ναούς, αναπαμένους στο φως και στην αιθρία. Άνθρωποι, και θεοί, και αγάλματα ένα..

Όλα ετούτα, για να συγκρίνεις την παλαιή και τη νέα Ελλάδα, να τα βάλεις και να τα παραβάλεις. Και στήσε το φράγκο από δίπλα, να τα κοιτάει και να τα αποτιμά. Με το δίκιο του θα `χει να σου ειπεί: άλλο πράμα η μέρα και το φως, και άλλο η νύχτα και οι μαύροι βρυκολάκοι. Δε γίνεται να βάλεις στο ίδιο βάζο υάκινθους και βάτα.

Και κάπου θα αποσώσουν επιτιμητικά την κρίση τους:

-Ακούς αναίδεια; Να μας ζητούν κι από πάνω τα ελγίνεια μάρμαρα. Ποιοι μωρέ; Οι χριστιανοχομεΐνηδες...




Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα