ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Η περιέργεια του κοινού

Σαν χτες, 3 του Γενάρη, ο κόσμος "έχασε" έναν ξεχωριστό άνθρωπο των γραμμάτων, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Εκατόν ένα χρόνια πια από τη μέρα που έκλεισε τα μάτια του κι αποκοιμήθηκε τον ύπνο τον ανεξύπνητο. Τον έκλαψαν οι συγγενείς, τον έκλαψαν οι φίλοι, τον έκλαψαν κι εκείνοι που τον είχαν διαβάσει και αγαπούσαν το έργο του. Και πικραθήκανε που δε θα τον ξαναδούν. Ένας όμως, ο Παύλος Νιρβάνας, μαζί με την πίκρα είχε και να καμαρώνει για ένα μεγάλο κατόρθωμα. Ας αφήσουμε τον ίδιο να μας το διηγηθεί:

Ο Παύλος Νιρβάνας διηγείται πώς έπεισε
τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη να φωτογραφηθεί

Ο καημένος ο Αλέξανδρος! Καινούριες ανησυχίες θα είχε πάλι η ασκητική του με τη συρροή τόσων ξένων και δικών μας μουσαφιρέων στο ταπεινό του σπιτάκι του ωραίου νησιού. Τον ετρόμαζε τόσο πολύ “η περιέργεια του Κοινού”.

Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ’ τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβήσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού.

Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ’ εκείνους που θα ‘ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ο αγνός αυτός χριστιανός, με την ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. ”Ού ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα” ήταν η άρνησή του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωσα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.

Με τι δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του για τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στο φακό μου. Να “ποζάρει” είναι ένας λεχτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία.

Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα, στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει - ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος - να μιλεί γαλλικά:

-Nous excitons la curiosité du public.

Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… Κοινού! Ποιου Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνιά του μαγαζιού, και δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, που ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η “περίεργειά” του. Και αυτή ήταν η διαπόμπευσή του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος.

-Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι… μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια- στο τέλος του μαρτυρίου του.

Μήπως δεν ήταν στ’ αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκοσμίων.(…)

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 163, 1/10/1933

http://alexandrospapadiamandis.wikispaces.com/

Η φωτογραφία που αναφέρει ο Νιρβάνας κυκλοφορεί σήμερα σε πολλές γωνιές του διαδικτύου, ας την αποθέσουμε λοιπόν κι εμείς εδώ:


Ο κυρ Αλέξανδρος. Που δεν ήθελε να ερεθίσει την περιέργεια του κοινού. Και μόνο χάριν της φιλίας με το Νιρβάνα του επέτρεψε αυτή τη μία και μοναδική φωτογραφία. Και κοιτώντας όχι το φακό, κατεβάζοντας κάτω τα μάτια. Να ήταν άλλος στη θέση του! Να ήταν κανένας σημερινός. Θα γέμιζε τον κόσμο με φωτογραφίες, με βίντεο, θα μοίραζε και αυτόγραφα. Μη χάσει ο κόσμος τη χαρά να τον έχει στο κάδρο και να τον καμαρώνει και να τον λατρεύει. Μα δεν ήταν άλλος, ήταν ο Παπαδιαμάντης.

Ένας άλλος μεγάλος της εποχής του, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, θα γράψει σε ποίημά του το ακόλουθο:

Χάσαμε το πιο τίμιο, τη μορφή του. Έτσι γράφει ο πονηρός ο γέρος της Αλεξάνδρειας. Μιλώντας για ποιον; Όχι για τον Παπαδιαμάντη. Μα για τον Ευρίωνα. Που πέθανε 25 χρονών. Αλεξανδρινό νέο και ωραίο, σαν απολλώνια οπτασία. Κι άλλο πιο τίμιο να αφήσει δεν είχε πάρεξ τη μορφή του. Κι ενδεικτικά αναφέρω την κριτική από το ιστολόγιο του Λογομνήμονα:
Για τον Ευρίωνα πάλι δε θα μάθουμε αν έδωσε ή πήρε ηδονή, πέθανε όπως κι ο Ιασής πολύ νέος, ωστόσο πρόλαβε να κάνει σπουδές στη φιλοσοφία και στη ρητορική αν και αυτές πολύ λίγο απασχολούν τον Καβάφη, το ίδιο και η συγγραφή ιστορίας. Ένα είναι το σημαντικό του χάρισμα: η ομορφιά! Ο Ευρίων ήταν σαν “απολλώνεια οπτασία”.
Κι αν ξενίζει η ερμηνεία των στίχων του Καβάφη, θα επικαλεστώ και το Λιαντίνη, που στο κύκνειο άσμα του, τη Γκέμμα, έχει συμπεριλάβει και ένα κεφάλαιο, το ξ, με τον τίτλο "Οι Είρωνες". Κι έχει κρατήσει εκεί αρκετές σελίδες και για την καβαφική ειρωνεία:

"Μικρό ανάλογο της κοσμοϊστορικής ειρωνείας είναι η καβαφική ειρωνεία. Εκείνος που δεν ανιχνεύει στο βάθος του Καβάφη αυτό το στοιχείο, διαβάζει ποιήματα του Καβάφη στο βιβλίο, και βλέπει παπούτσια του παπουτσή στο μαγαζί. Κατά τη γνώση, ότι Καβάφης τουρκιστί πάει να ειπεί τσαγκάρης.

Ο αληθινός Καβάφης δεν είναι αυτός που φαίνεται. Η ειρωνεία του είναι ο νόμος συνοχής, που οργανώνει τη χημεία του ποιητικού του σώματος."

Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, 231 - 232

Στις σελίδες που ακολουθούν ο Λιαντίνης θα αναλύσει διεξοδικά - και με βάση το πρίσμα της ειρωνείας που εισάγει - και τη σχέση του τεχνίτη με το έργο του. Αφορμή βρίσκει τους νέους της Σιδώνας, το πιο δύσκολο όπως σημειώνει ποίημα του Καβάφη, που χαντάκωσε, τονίζει ο Λιαντίνης, ακόμη και το Σεφέρη στην ερμηνεία του. Φαντάσου τώρα τι μπορεί να πάθει ο όποιος άλλος θελήσει να ερμηνεύσει Καβάφη. Αυτό δεν το παραβλέπουμε. Μα κρατάμε και τούτη την κουβέντα του Λιαντίνη, οδηγό μας:

"Το νόημα των στίχων αυτών ο Καβάφης, σε μια άλλη στιγμή του, θα μας το δώσει με μια πρόταση ανυποχώρητη και βλοσυρή: Ο τεχνίτης, μια και θέτει το έργο του πάνω απ' όλα, οφείλει να καταστρέψει το άτομό του χάριν του έργου του."

Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, 239

Σελίδες πριν, στην 185 της Γκέμμας, ο Λιαντίνης πρόλαβε και χάραξε για τον εαυτό του μιλώντας τούτο:

"Έγραψα τα Ελληνικά και τη Γκέμμα σε εφτά χρόνους.

Από οργή για τους αιώνες που δε θα υπάρχω."

Και σε πολλά ακόμη σημεία θα εξηγήσει πως αυτή η προσήλωση στο έργο είναι η μόνη οδός αθανασίας. Ενδοκοσμικής. Το έργο που θα αφήσεις:
"Η δόξα είναι η μόνη ιδέα ζωής μετά θάνατο. Είναι η μόνη εικόνα αθανασίας του ανθρώπου. Είναι η μετά το θάνατο ενδοκοσμική, όχι υπερκόσμια ή υπερβατική, παρουσία του ανθρώπου μέσα στους άλλους ανθρώπους. Μια κατάσταση που στη λογική μας στέκεται ψηλαφητή, βεβαιωμένη, αποδείξιμη.

Τι σημαίνει ότι κατάχτησε κάποιος τη δόξα; Ότι κέρδισε την ενδοκοσμική αθανασία του, ή την επιβίωση της ύπαρξής του μέσα στη μνήμη των ανθρώπων;

Σημαίνει ότι όταν πεθάνει δε θα επιστρέψει εις το μεγάλο Τίποτε. Ότι δε θα τον αφανίσουν οι αιώνες των αιώνων μέσα στην αχανή λήθη του σύμπαντος. Ότι ενίκησε το θάνατο σα λησμονιά. Όσο βέβαια είναι ορισμένο στον άνθρωπο να νικά το θάνατο. Όσον ενδέχεται αθανατίζειν, που λέει ο Αριστοτέλης."

Δ. Λιαντίνης, Τα Ελληνικά, 127
Τι έχουμε λοιπόν εδώ;

1. Έναν Παπαδιαμάντη που δε θέλει να φωτογραφηθεί, να αποτυπωθεί η μορφή του, για να μην ερεθίσει την περιέργεια του κόσμου.

2. Έχουμε τον Καβάφη που αριστοτεχνικά ειρωνεύεται τον Ευρίωνα που άλλο δεν άφησε πάρεξ τη μορφή του που έμοιαζε με απολλώνεια οπτασία.

3. Κι έχουμε και το Λιαντίνη. Να μιλά για ενδοκοσμική αθανασία και να τη συνδέει με το έργο που αφήνεις και υπερθεματίζοντας μαζί με τον Καβάφη πως για το έργο ο τεχνίτης οφείλει να καταστρέψει τον εαυτό του!

Έχουμε όμως και έναν Νιρβάνα. Που ισχυρίζεται ότι ένα από τα ωραιότερα πράγματα που έκανε στη ζωή του είναι που παρέδωσε στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη. Προσοχή όμως. Η διάσωση της μορφής τιμά τον Νιρβάνα, όχι τον Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης έχει αφήσει έργο, δεν είχε καμιά ανάγκη να διασώσει τη μορφή του. Δεν το επεδίωξε ο ίδιος και μόνο χάριν της φιλίας με το Νιρβάνα υποχωρεί και του κάνει το χατίρι. Κι αυτό τον κάνει ακόμη πιο σπουδαίο στα μάτια μας. Και αναφέρω από το Λιαντίνη τα ακόλουθα που θα εξηγήσουν το γιατί:

"Ποιος είναι ο δείχτης που δείχνει με βεβαιότητα πως ο γραφιάς με τα γραφτά του δε δουλεύει στην τέχνη, αλλά δουλεύει τον κοσμάκη σε ακκόρντο κάλπικο, και στο ντουμάνι της "παραμύθας";

Είναι το ναρκισσιλίκι του διανοούμενου γενικά και η τάση του για επίδειξη. Που όσο έντεχνα επιτηδεύεται να τα σκεπάζει, τόσο κατάφωρα και χυδαία τον προδίδουν.

Οι αναλυτές της συμπεριφοράς θα πρέπει κάποτε να ασχοληθούν στην ψυχολογία τους με τη διάθεση του στιχοποιού, όταν βλέπει τον εαυτό του στην οθόνη της τηλεόρασης, ή ακούει τη φωνή του στο ραδιόφωνο. Να μας ειπούν τι λογής αυτοσυναίσθημα του γεννιέται. Έχω την ιδέα ότι θα τραβήξουν από το βυθό στην επιφάνεια τόσα λύματα ματαιοδοξίας, όση λάσπη σηκώνουν τα δίχτυα του ψαρολόγου σε μια κακή ψαριά.

Θα διαγνώσουν πολύ φούσκωμα και οίηση και μεγαλείο και τύφο. Θα ακτινογραφήσουν μια συναίσθηση σχεδόν αυτοκρατορική, και ένα "θα σας δείξω εγώ, χαλδούπηδες", που να σου πέφτει το μαλλί. Μπροστά τους όλοι οι λαμπροί άντρες της ιστορίας γίνουνται πυγολαμπίδες.

Η τηλεόραση άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου σε ένα είδος αθανασίας που κλείνεται στα πέντε λεπτά ή στο ένα τέταρτο της ώρας για όλες τις μετριότητες και για όλες τις ουδενίες."

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Τα Ελληνικά (σελ. 78 )
Κι έλα τώρα και προβληματίσου, τίμιε αναγνώστη. Αν δεν είχε κάνει ο Νιρβάνας το ωραίο του έργο και αν δεν είχαμε ούτε μια φωτογραφία του Παπαδιαμάντη, θα ήταν μικρότερη η αξία του; Θα ασχολιόμασταν λιγότερο με όσα μας άφησε με το δικό του χέρι ο τεχνίτης;

Και όμοια, λόγω χώρου, ας προβληματιστούμε και για το Λιαντίνη. Ποιο το μείζον και ποιο το έλασσον. Η μορφή; Ή το έργο;

Κάποτε έκανα το μεγάλο λάθος να αναδείξω στο διαδίκτυο τον ακόλουθο "στίχο" του Λιαντίνη:

Το αληθινότερο ποίημα στο γνήσιο ποιητή είναι η ίδια η ζωή του.

Δ. Λιαντίνης, Χάσμα Σεισμού σελ. 24

Μόνο που ο σβησμένος αριθμός της σελίδας με έκανε να γράψω σελίδα 21. Κι όχι 24 που είναι ο σωστός. Το διαβάζει λοιπόν ένας άνθρωπος στο διαδίκτυο, πάει στη σελίδα 21, πουθενά ο "στίχος". Έλα μου ντε που ο στίχος του χρειαζόταν; Είχε αποφασίσει, άλλος Νιρβάνας κι αυτός, να αφήσει στους μεταγενέστερους τη ζωή του Λιαντίνη. Και ο στίχος του ερχόταν γάντι. Να στηρίξει και να υποστηρίξει την προσφορά του στους ανθρώπους.

Με παίρνει λοιπόν τηλέφωνο αναστατωμένος. Να βρω το στίχο και να του ειπώ τη σωστή σελίδα. Δε θα το σχολιάσω πως όφειλε να τη γνωρίζει αφού ήθελε να γράψει για τη ζωή του Λιαντίνη... Σχολιάζω μόνο και καυτηριάζω τη στάση τη ... νιρβάνεια εκείνων που αρπάζονται από τη δόξα των άλλων για να χτίσουν τη δική τους ενδοκοσμική αθανασία. Και του κισσού το πλάνο ψήλωμα.

Και τον εαυτό μου επίσης μαλώνω. Που έδωσα έστω και άθελά μου το στήριγμα για μια κάλπικη δόξα. Ευτυχώς που δε μου έκαμε την "τιμή" να αναφέρει στο βιβλίο του το περιστατικό, να μου κοτσάρει και κανένα ευχαριστήριο για τη βοήθεια. Και ας μην ήταν η μόνη που του είχα δώσει. Εκείνος φοβήθηκε μην του κλέψω έστω και λιγουλάκι από τη δόξα κι εγώ γλίτωσα το ρεζίλεμα. Ένας Νιρβάνας να χαρτογραφηθώ.

Τώρα, ένα πουλάκι μου το είπε μόλις χτες, μαθαίνω πως ξανακυκλοφόρησε το βιβλίο του διορθωμένο. Δεν το είδα ιδίοις όμμασι να έχω γνώμη, πόσο διορθωμένο... Μου είπαν μόνο ότι έλαβε σε κάποια σημεία υπόψη όσα χρόνια τώρα ανεβάζουμε στο διαδίκτυο προσπαθώντας να συμμαζέψουμε τα ψέματα για το Λιαντίνη. Για μια φωτογραφία που επιτέλους δε λέει Μόναχο, για το διδακτορικό που δεν αφήνει λάθος εντυπώσεις για την αξία του Λιαντίνη. Ίσως και άλλα.

Μου άρεσε που το έμαθα χτες. Τη μέρα του κυρ Αλέξανδρου. Και θυμήθηκα και την ιστορία της φωτογραφίας που του έβγαλε ο Νιρβάνας. Τουλάχιστον το να διασώζεις με το φακό μία μορφή είναι πράξη που μπορεί σε τίποτε να μην προσφέρει στην αξία του τεχνίτη, μα και δεν τον διασύρει. Ειδικά όταν αφήνεις και κείμενο που εξηγείς ότι ο ίδιος δεν ήθελε να προκαλέσει την περιέργεια του κοινού. Και μόνο χάριν φιλίας υποχώρησε.

Να βγάζεις όμως βιβλίο για να παραδώσεις στις επόμενες γενιές τη ζωή του Λιαντίνη και λίγα χρόνια αργότερα να το εκδίδεις διορθωμένο; Αυτό πώς πρέπει να το χαρακτηρίσουμε; Τουλάχιστον ως ανοιχτή ομολογία πως βιάστηκες να μιλήσεις για κάτι που σε ξεπερνούσε.

Κι έτσι αποκτά μια άλλη σημειολογία και η φράση που ακούστηκε στην παρουσίαση εκείνου του βιβλίου. Πως το πιο τίμιο που χάσαμε ήταν η μορφή του Λιαντίνη. Στίχος "κλεμένος" αυτός από τον Ευρίωνος τάφο του Καβάφη. Και παρερμηνευμένος. Τόσο και όσο που να σου φέρνει στο μυαλό τα λόγια του Λιαντίνη για τα παπούτσια. Αλλά και μια φωτογραφία του ίδιου του Λιαντίνη, είρωνα κι εκείνου αξεπέραστου...

Λοιπόν. Στο κεφάλαιο "Οι Είρωνες" της Γκέμμας υπάρχει μια πολύ περίεργη εισαγωγή. Που αναφέρεται σε κάποιον Χήνυ. Εκεί και αξίζει να προσέξουμε ετούτη την περίεργη κουβέντα του Λιαντίνη:

"Οι δημοσιογράφοι τον έψαχναν, αλλά ήταν άφαντος."

Για το Χήνυ μιλά. Αν και μετά την 1η Ιούνη του 98 ο καθένας θα καταλάβαινε πως μιλά και για τον ίδιο τον εαυτό του. Τότε που μπουλούκια δημοσιογράφων έτρεχαν στον Ταΰγετο...

Τότε λοιπόν ο Λιαντίνης είχε φροντίσει να υπάρχει μια φωτογραφία του πρόσφατη, βγαλμένη στη Ζάκυνθο και τις μέρες του Απρίλη που πήγε εκεί να μιλήσει για το Σολωμό. Όχι βέβαια δια χειρός Νιρβάνα... αυτή τη φωτογραφία και αρκετές ακόμη τις έβγαλε κατά παραγγελία του Λιαντίνη ο μαθητής του ο Αβούρης. Ο ίδιος που ανέλαβε να στεφανώσει το Σολωμό όταν ο Λιαντίνης εξαφανίστηκε.

Μία λοιπόν από τις φωτογραφίες αυτές είναι και η φωτογραφία που ο Λιαντίνης επιδεικτικά σχεδόν προβάλλει στο φακό τα παπούτσια του. Και ιδού και η φωτογραφία:



Την είδαμε και στις εφημερίδες εκείνης της εποχής, σε ασπρόμαυρη έκδοση. Μα πού να προσέξουμε τα παπούτσια... Κοιτούσαμε τη μορφή του. Τα παπούτσια μας απασχόλησαν χρόνους αργότερα, όταν μάθαμε πως είναι τα ίδια που βρέθηκαν δίπλα στο σκελετό, το 2005. Και ταυτόχρονα σχεδόν προσέξαμε σε μαγνητοσκοπημένη συνέντευξη του ταξιτζή που ανέβασε το Λιαντίνη στον Ταΰγετο, κατά δήλωσή του τουλάχιστον, πως ο Λιαντίνης εκείνη τη μέρα, 1 Ιουνίου του 1998, φορούσε παπούτσια άσπρα και πάνινα, όχι καφέ και τύπου τίμπερλαντ που βρέθηκαν στη σπηλιά... Εδώ μπορείς να δεις και το βίντεο με τη συνέντευξη του ταξιτζή.

Άκρη με το αίνιγμα αυτό δεν καταφέραμε να βγάλουμε. Πώς ο ταξιτζής τον είδε με πάνινα λευκά παπούτσια και στη σπηλιά βρέθηκαν καφέ δερμάτινα...

Αρχίσαμε όμως να υποψιαζόμαστε τι συμβαίνει όταν εντοπίσαμε και μια άλλη παραξενιά στα ευρήματα. Το πουκάμισο. Ο ταξιτζής το περιέγραφε ως μπλε πολύ ανοικτό. Και ήταν πιστευτός αφού με τέτοιο χρώμα πουκάμισο παρουσιάζεται ο Λιαντίνης και στο οπισθόφυλλο της Γκέμμας. Έλα μου ντε που ένας δημοσιογράφος είχε τη φαεινή ιδέα να φωτογραφίσει το πουκάμισο που βρέθηκε στη σπηλιά. Να το διασώσει κι αυτό ως άλλος Νιρβάνας! Και δεν ήταν μπλε και πολύ ανοικτό αλλά καρό με πράσινες γραμμούλες;

Τότε μας ήρθε στο νου η τελευταία του διδασκαλία (στο δικό μας έτος τελευταία) για την Ελένη. Και το ένα πουκάμισο αδειανό... Την Ελένη που επέμενε ο Λιαντίνης ότι αλλού τη γύρευαν και αλλού ήταν:

"Ποια πλάνη! Να πολεμάμε για την Ελένη δέκα χρόνους στην Τροία, κι εκείνη ανίδεη να μας περιμένει στην Αίγυπτο. Ποια τρέλα! Να παίρνουμε για τρελούς τους τρελούς, γιατί η τρέλα τους μας εμποδίζει να σκεφθούμε πως οι τρελοί είμαστε εμείς. Ποιο αίνιγμα σαχλό στο σεργιάνι του κάβουρα που περπατάει ανάποδα! Φτάνουμε στην Αμερική με βία, και φωνάζουμε ξέπνοοι, Χαίρε Ινδία!"

Δ. Λιαντίνης, Ο Νηφομανανής, 116
Εμείς σκοπό να λύσουμε το αίνιγμα του Λιαντίνη δεν είχαμε βάλει. Κι αν βγήκαμε στο πηγεμό για τέτοια "Ιθάκη" ήταν από όσα μας ανάγκασαν οι ισχυρισμοί των δημοσιογράφων. Να τους το αναγνωρίσουμε αυτό το καλό. Δίκαιο είναι.

Άδικο όμως που δεχτήκαμε στη συνέχεια απερίγραπτες επιθέσεις γιατί τολμήσαμε να μιλήσουμε για τα παπούτσια και το πουκάμισο. Λυσσασμένες επιθέσεις που δεν μπορούσαν να κρύψουν την απύθμενη ζήλια να μην ανακαλύψουν πρώτοι εκείνοι τέτοιο στοιχείο, να μην το βάλουν στο βιβλίο, να το μοσχοπουλήσουν και να το κάνουν μπεστ σέλερ! Και να πεις ότι δεν τους είχαμε δώσει το βίντεο με τη συνέντευξη του ταξιτζή; Το είχαμε κάνει και αυτό το λάθος... Πως δεν είχαν και τη φωτογραφία από τη Ζάκυνθο και την άλλη με το πουκάμισο; Όλα τα είχαν! Μόνο που δεν συνδύασαν τα ντοκουμέντα. Ποιος τους φταίει; Σίγουρα όχι εμείς.

Αν και πολύ φοβάμαι πως ακόμη και αν είχαν προσέξει τα ντοκουμέντα, την ειρωνεία του Λιαντίνη πάλι δε θα την πρόσεχαν. Ειρωνεία για τα μελλούμενα της εξαφάνισής του και που ο δαιμόνιος Λάκων είχε προβλέψει με κάθε λεπτομέρεια. Πως θα τον αναζητούν οι δημοσιογράφοι και θα φτιάχνουν παραμύθια. Κι ας έγραψε εκείνος στο Εδώ Μεσολόγγι πως η φυλλάδα του τραγουδάει τον αντι - Αλέξανδρο που έδεσε αντί να λύσει ένα γόρδιο δεσμό έτσι που κανείς να μη μπορεί να τον λύσει. (σελ. 144). Και παρακάτω τόνισε πως το σώμα του νεκρού δε θα το ιδεί ανθρώπου μάτι (σελ. 152). Καταλήγοντας στον επίλογο του κεφαλαίου (σελ. 166 της Γκέμμας) να μας πει ευθέως ότι μας αφήνει αίνιγμα και δώρο!

Τώρα λοιπόν γύρνα και κοίτα και σύγκρινε τις δυο φωτογραφίες. Του Παπαδιαμάντη και του Λιαντίνη. Και διάβασε τις ομοιότητες και τις διαφορές. Ο Παπαδιαμάντης δεν ήθελε να βγάλει φωτογραφία, μόνο χάριν φιλίας υποχώρησε. Και έσκυψε το κεφάλι, δεν κοίταξε το φακό. Να μην προκαλέσει την περιέργεια του κοινού!

Ο Λιαντίνης τη φωτογραφία την έβγαλε με δική του θέληση. Κοιτώντας κατάματα το φακό. Κοιτώντας κατάματα την περιέργεια των ανθρώπων. Την άρρωστη περιέργεια. Την αδηφάγα όρεξη των μίντια και των δημοσιογράφων. Δεν έχει δεμένα άδεια τα χέρια του όπως ο κυρ Αλέξανδρος. Έχει τα όπλα του, τα Ελληνικά και τη Γκέμμα. Κοιτάτε λοιπόν όσο θέλετε! Και τους δείχνει τα παπούτσια του. Ο Παπαδιαμάντης θα τα δείξει αλλιώς, σέρνοντας τα βήματά του στο χιόνι:
Με τον Παπαδιαμάντη η προσέγγιση του ποιητή και του ποιήματος φτάνει στην ταύτιση. Τα μεθυσμένα βήματα που σβήνουν στο παγωμένο χιόνι μαζί με τη λαύρα του μπαρμ(π)α-Γιαννιού του Έρωντα είναι τα αλήτικα βήματα του ίδιου του κυρ – Αλέξανδρου!

Δημήτρης Λιαντίνης, Homo Educandus, 82
Και από ανέκδοτο κείμενο του Λιαντίνη:
Και οι τρύπιες αρβύλες του Παπαδιαμάντη γίνουνται γλάστρες για το άνθος της ανθρώπινης δικαιοσύνης.
Δ. Λ.
Ο Λιαντίνης δε θα διστάσει να μας δείξει τα δικά του παπούτσια. Να μας τα πετάξει καταπρόσωπο. Δίκαιη πληρωμή της χυδαίας περιέργειας και της ανακουφιστικής χαιρεκακίας για το σώμα του νεκρού. (Γκέμμα, 152)

Τόσο χυδαία που στην περίπτωση του Λιαντίνη έφτασε να δημοσιεύει σε διαδίκτυο και βιβλία ακόμη και φωτογραφίες σκελετών. Και τόσο που να αναγκάσει την κόρη του, τη Διοτίμα, να δηλώσει σε δημόσια ομιλία της:
Πάντως, για όποιον θέλει να γνωρίσει το Λιαντίνη τα βιβλία του αρκούν (ο ίδιος έλεγε ό,τι είχα να πω βρίσκεται γραμμένο στα βιβλία μου),[...] Υπάρχουν βέβαια στο βιβλίο μερικά περιττά σημεία όπως η παρεμβολή των προσωπικών ημερολογίων, τα περισσότερα από τα οποία, αντίθετα από τα γράμματα, δεν έχουν κατά τη γνώμη μου να προσφέρουν κάτι το αξιόλογο, ή η φωτογραφία της σπηλιάς του Ταϋγέτου με το σκελετό. Η λεζάντα φέρει τον τίτλο φωτογραφία – ντοκουμέντο, αλλά για μένα θα έπρεπε να απουσιάζει. Πιστεύω ότι ο ίδιος ο πατέρας μου δεν θα επιθυμούσε τη δημοσίευση μιας τόσο προσωπικής στιγμής του.
Διοτίμα Λιαντίνη, Μαράσλειο, Νοέμβρης 2006
Εκεί και τότε ακούσαμε και τους παρερμηνευμένους στίχους του Καβάφη για τη μορφή του Ευρίωνος. Όχι από τη Διοτίμα. Από βίντεο που συνόδευε την παρουσίαση του βιβλίου. Πως χάσαμε το πιο τίμιο του Λιαντίνη, τη μορφή του! Μα έμεινε αναπάντητο τι ακριβώς θέλησαν να διασώσουν οι φωτογραφίες του σκελετού. Τη μορφή του Λιαντίνη σίγουρα όχι. Μόνο την ακόρεστη περιέργεια του κοινού.

Ίσα ίσα για να αποδειχθεί πως από το έργο του τίποτε δεν κατάλαβαν. Κλαίγοντας που έχασαν το μόνο που μπορούσαν να κατέχουν. Μια ζωντανή εικόνα του Λιαντίνη. Τη φυσική του παρουσία που δεν πρόκαμαν. Να τον δουν από κοντά, να τον αγγίξουν ίσως. Κι έφτασαν έτσι να φωτογραφίζουν κόκαλα. Λες και αυτά είναι ο Λιαντίνης...

Αργότερα είδαμε ως και εξετάσεις dna. Του σκελετού που βρέθηκε στον Ταΰγετο. Απελπισμένη αντίδραση να αποδείξουν πως είναι νεκρός, νεκρός, νεκρός... Σε όλους εμάς που διαβάζαμε Λιαντίνη και λέγαμε τα αντίθετα. Πως ο Λιαντίνης είναι ποιητής και μάλιστα αληθινός και γνήσιος και μεγάλος. Σε όλους εμάς που υποστηρίζαμε ότι κατέκτησε την ενδοκοσμική αθανασία χάρη στο έργο του. Που αρνούμασταν να χωθούμε σε σπηλιές για να μάθουμε πώς πέθανε ο Λιαντίνης.

Κι όταν τα βήματά μας έφτασαν στο Σήμα του, στις Κεχρεές, ψιθυρίσαμε "Αίνιγμα και Δώρο".

Αφήνοντας οριστικά στην άκρη και το τελευταίο ίχνος περιέργειας. Αν πέθανε, πώς πέθανε, πότε πέθανε.

Κρατώντας αγκαλιά το δώρο του, τα βιβλία του, όπως κι εκείνος στη φωτογραφία στη Ζάκυνθο. Κι αφήνοντας για τους τυμβωρύχους τα παπούτσια και τη μορφή του τεχνίτη, σε φωτογραφίες, σε βίντεο, σε εξετάσεις dna:

"Τι φρόνιμο που θα 'ταν, συλλογίστηκε, βρίσκοντας οι άνθρωποι το χρυσάφι μέσα στο νερό να λογαριάζανε πολυτιμότερο το δεύτερο και ευτελέστερο το πρώτο. Όμως ετούτοι θαμπώνουνται από το χρυσάφι, και αλησμονούν το νερό. Μέσα στο μυαλό τους έχουν αναποδογυρισμένη την τάξη. Γι' αυτό η ιστορία τους δεν τραβάει φυσικά. Όπως, λόγου χάρη, τραβάνε τα βουνά. Που κάθε άνοιξη βλέπουμε ν' ανθίζει σταθερά στις πλαγιές τους ο γαύρος και η οξυά. Έσκυψε, πήρε στο χέρι του ένα φλουρί και κοίταξε προσεχτικά το ωραίο κεφάλι που είχε χαράξει ο αρχαίος χαράκτης. Το καλολόγιαζε και το θωρούσε. Σα να διάβαζε τους στίχους του μακρυνού ποιητή:

Αυτός που εις το τετράδραχμον επάνω
μια χάρη αφήκε απ' τα ωραία του νιάτα,
απ' την ποιητική εμορφιά του ένα φως.*

Άφηκε το νερό της στέρνας και τα φλουριά, και πιάστηκε ν' ανηφορίζει πάλι στα ψηλώματα."
Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, 160
*(δες περισσότερα για τους στίχους εδώ)
Άφετε αυτούς. Ου γαρ οίδασι. Θαρρούν το πιο τίμιο τη μορφή του. Γι' αυτό και έχουν κατακλύσει το διαδίκτυο με βίντεο. Να βλέπουμε Λιαντίνη! Ως άλλοι εικονολάτρες. Πού είσαι, Νιρβάνα, σε έφαγαν λάχανο. Έβγαλες κι εσύ μια φωτογραφία τον Παπαδιαμάντη και θάρρεψες πως έκανες έργο μεγάλο!

Όσοι έχουμε ακούσει το ίδιο το αηδόνι, "Αυτάς άκουκα τήνας", (Νηφομανής, 111), και όχι μόνο με την έννοια ότι μας έτυχε να βρεθούμε ενώπιον του Λιαντίνη και να τον ακούσουμε με τ' αυτιά μας να διδάσκει, αλλά και με την έννοια της μελέτης από το Άγιο Πρωτότυπο, δεν έχουμε ανάγκη από φωτογραφίες και βίντεο. Άλλο είναι το πολυτιμότερο, όχι η μορφή. Και το λέει ο ίδιος ο Λιαντίνης, το κατονομάζει το πιο τίμιο. Με την ίδια ακριβώς έκφραση. ΤΟ ΠΙΟ ΤΙΜΙΟ! Ζητώντας μάλιστα να μην το σπαταλάμε:

Και προπαντός δε θα σπαταλήσουμε το πιο τίμιο.

Τη γνώση που μας χαρίζει η πληγή του.

Δημήτρης Λιαντίνης, Ο Νηφομανής, σελ. 97

Ποια ήταν η πληγή και ποια είναι η γνώση; Ε, είπαμε πολλά και σώνει, ας λαλήσει και τ' αηδόνι. Ανοίξτε επιτέλους τα βιβλία του. Και διαβάστε. Αυτός είναι ο αληθινός Λιαντίνης, και όμοια ο αληθινός Παπαδιαμάντης είναι τα διηγήματά του και ο Καβάφης τα ποιήματά του. Κι άσε τους Νιρβάνες στη νιρβάνα τους να προσκυνούνε είδωλα...

2 σχόλια:

  1. Θέλει κάποιος να μάθει γι' αυτον τον στοχαστή κάτι, αλλά γράφεις τόσα πολλά σε κάθε νήμα, με αποτέλεσμα να είναι μη αναγνώσιμα.
    Συν τοις άλλοις η προσέγγιση που κάνεις στον Καβάφη(εσύ και κατ'επέκταση ο Λιαντίνης)είναι εσφαλμένη.
    Σε καμιά περίπτωση η κυριολεκτική ανάγνωση του συγκεκριμένου ποιήματος που παραθέτεις είναι παρερμηνεία. Σχεδόν κάθε ποίημα του Καβάφη είναι επαμφοτερίζον -και αυτή είναι η μαγεία τους. Ο επαμφοτερισμός αυτός φτάνει στο αποκορύφωμά του στο στους Σιδώνιους νέους, όπου δεν μπορεί να πει κανείς με σιγουριά αν είναι υπερ της αντίληψης του νέου.

    Υγ: Απ' ό,τι βλέπω πάντως δεν δημοσιεύεις τα μηνύματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Βιάστηκες να βγάλεις συμπέρασμα πως δε δημοσιεύουμε μηνύματα. Με την ίδια βιασύνη που σου υπαγόρευσε και την άλλη παρατήρηση, για το μέγεθος της ανάρτησης. Αυτή που σε παρέσυρε να βγάλεις λάθος και έναν Λιαντίνη! Στην αντίπερα όχθη υπάρχουμε και κάποιοι άλλοι που το χρόνο μας ξέρουμε να τον διαθέτουμε εκεί και όπου πρέπει δίχως φειδώ. Για να μελετήσουμε σε βάθος με ανάγνωση και γραφή και όχι να φωτογραφίσουμε ως άλλοι γιαπωνέζοι τουρίστες έναν Παρθενώνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Έλληνες θα ειπεί...



Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα