ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΤΟ ΜΑΡΑΣΛΕΙΟ - 27 ΜΑΪΟΥ 1998

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ
ΣΤΟ ΜΑΡΑΣΛΕΙΟ. 27 ΜΑΪΟΥ 1998





"Θα πούμε τα στερνά μας λόγια σήμερα... Θέλω να αφήσω να διαλέξετε εσείς το θέμα... να κουβεντιάσουμε… εγώ έχω θέμα. - Για τις εξετάσεις; - Όχι για τις εξετάσεις. Για τις εξετάσεις θα ‘ρθείτε τυπικά την άλλη Τετάρτη που σας έχουν βάλει, δε θα διαβάσετε τίποτα, θα κάνετε περισυλλογή το προηγούμενο βράδυ με μια ωραία βόλτα, συνήθως πριν απ' τις εξετάσεις οι καλά ‘τοιμασμένοι την εποχή που ήταν φοιτητές, δε διαβάζουν. Εγώ δε διάβαζα ποτέ. Έχω ετοιμαστεί, ξεκουράζομαι και κάνω αποσυμπίεση που λένε. Εγώ θα σας πω κάτι μυστικό. Να μην το πείτε, όμως. Σας έχω ήδη βαθμολογήσει. Θα ‘ρθείτε όμως τυπικά εσείς εδώ, για τους τύπους, κι εκεί θα πούμε... λίγα λόγια. Σας λέω θέμα να προτείνετε για συζήτηση σήμερα, ό,τι θέλετε... και να μου δώσετε κι εμένα δέκα λεπτά, να μην διασπαταλήσουμε ολόκληρο το χρόνο. Να σας πω κι εγώ κάτι που θέλω σε δέκα λεπτά. ΝΑ ΜΕ ΕΧΕΤΕ ΠΡΟΤΥΠΟ. ΟΛΗ ΜΟΥ Η ΖΩΗ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ Δε δίνω σε κανέναν σας το προνόμιο να μου πει ότι είναι περισσότερο χριστιανός από μένα. Αλλά εγώ τον έχω καθαρό το Χριστούλη μέσα μου. Aπαράφθορο απ’ αυτή την φθορά της εκκλησίας. Που βγαίνει ο αρχιεπίσκοπος και το παίζει πολιτικός. Δεν τον βλέπετε που δεν μπορεί να κάνει αν δε βγει κάθε δύο μέρες στο τελεβίζιο; Αυτός ήταν ο Χριστός; Δεν μπορεί να κάνει αν δε βγει. Λοιπόν, αυτός θα κάνει μεγάλο κακό στη χώρα. Σας ειδοποιώ, εγώ θα φύγω αύριο. Μεγάλο κακό στη χώρα! Για πάρτε παράδειγμα εμένα, και αύριο να με έχετε σαν πρότυπο. Τη βλέπω δεδομένη και έρχεται η στιγμή του θανάτου μου. Δε βλέπετε με πόση κατάφαση σας μιλάω και με πόση δύναμη και με πόση θέρμη και με πόση αισιοδοξία; Γιατί συμφιλιώθηκα, το κατανόησα, το μελέτησα. Σε όλη μου τη ζωή, όλη μου η ζωή, ήταν μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Και με βάση αυτό, μελέτησα και άλλες είκοσι επιστήμες. Ο ΟΡΚΟΣ: «ΠΑΝΤΑ ΑΝΟΙΧΤΑ, ΠΑΝΤΑ ΑΓΡΥΠΝΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ!» Δε λέω ένα παιδί είκοσι και εικοσιπέντε χρονών. Δε λέω μια θαλερή κυρία από σας, που είναι πλήρως λειτουργική και ζει την ομορφιά και τα μεγαλεία. Ή ένας έφηβος. Θα ζήσουμε τη ζωή. Η ζωή είναι προσφορά, η ζωή είναι απόλαυση, η ζωή είναι ευφροσύνη, ευλογία! Αλλά, σιγά σιγά και καθώς περνούν τα χρόνια, να το ‘χουμε υπόψη μας αυτό το πράγμα, ότι σε ένα άλλο πλαίσιο είμαστε κι εμείς και θα ‘ρθει μια μέρα που θα πεθάνουμε. Εκείνη η ώρα να μας βρει να ‘χουμε εξισωθεί με την αναγκαιότητα της σκληρής στιγμής. Τότε κάπως... αν δε συμφιλιωθούμε… θα 'ρθουμε σε μια κατανόηση όμως. Να πεθάνουμε αξιοπρεπώς που λέει ο Καβάφης. Καταλάβατε; Αυτό το πράγμα όμως είναι ένα αγώνισμα ολυμπιακό δια βίου. Είναι εκείνο που λέει ο Χριστός, «μη κοιμηθείτε, παρθένες, θα σας πω μωρές. Μη κοιμηθείτε!» Τι θα πει αυτό; Είναι φοβερή αυτή η εντολή, η παραβολή των δέκα παρθένων, οι μωρές. Μιλάμε για υπαρκτικό ύπνο. Σε παρέσυρε η ζωή και ξεχνάς ποια είναι η ουσία; Να ‘σαι πάντα άγρυπνος, «Πάντα ανοιχτά» πέστε το, «πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου», λέει ο Σολωμός. Να ‘τοι οι στίχοι του Σολωμού που σας λέω ο καθένας αξίζει για δέκα τόμους. Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα. Να τη ζω, να τη ρουφάω, να τη χαίρομαι, όσο μπορώ πιο έντιμα, γιατί λάθη θα κάνουμε όλοι αγαπητοί μου φίλοι. Όσο μπορώ πιο έντιμα όμως, πιο ηθικά, πιο ενάρετα, πιο όμορφα. Υπάρχει ομορφιά μέσα στην ηθική. ΤΡΥΓΗΣΕ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ! ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΕΤΡΑ. ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΦΤΑΝΕΙΣ ΣΤΗΝ ΥΒΡΙ! Τρύγησε την ημέρα. Μην την αφήσεις να πάει χαμένη η κάθε μέρα. Ό,τι χαρές είναι να σου δώσει μην τις αφήσεις, γιατί δε θα τις ξαναβρείς. Δεν είναι αναβλητή η ζωή, ούτε αναστρέψιμη. Είναι εκείνο που ο Όμηρος μας το είπε πώς; Με το παράδειγμα των βοδιών του Απόλλωνος. Α! να σας πω κι ένα Σεφέρη τώρα. Λέει: «Οι σύντροφοι στον Άδη.» Ποιοι είναι οι σύντροφοι στον Άδη; Οι καταδικασμένοι, δηλαδή, και στη ζωή και στο θάνατο. Σα να μη ζήσανε. Ακούστε τι λέει ο Σεφέρης:
«Αφού μας μέναν παξιμάδια τι κακοκεφαλιά να φάμε στην ακρογιαλιά του θεού τ' αργά γελάδια Που το καθένα κι ένα κάστρο για να το πολεμάς σαράντα χρόνους και να πας να γίνεις ήρωας κι άστρο! Πεινάσαμε στης γης την πλάτη, σαν φάγαμε καλά, πέσαμε εδώ στα χαμηλά ανίδεοι και χορτάτοι.»

Τι σημαίνει εδώ φάγανε τα γελάδια του ήλιου; Τα γελάδια του ήλιου κατά μία έννοια είναι 365. Σημαίνει: μην αφήσετε, μη σπαταλήσετε άδικα και ανόητα τις μέρες σας. Την κάθε μέρα, να τη βλέπεις και να την καρπώνεσαι μέσα σε μέτρα, μην την αφήνεις και περνάει γιατί την έχασες. Και δε θα ξαναρθεί. Και φεύγει κι άλλη κι άλλη κι άλλη...τα σβηστά κεριά του Καβάφη. Και στο τέλος μια απέραντη σειρά από κεράκια σβηστά. Λοιπόν, αυτό είναι. Να τη χαιρόμαστε τη ζωή, είναι οδηγία και ευλογία και νόημα και εντολή. Η πιο σπουδαία εντολή, ας πούμε ελληνική, ενός ελληνικού δεκαλόγου. Να τη χαίρεσαι τη ζωή, μέσα σε μέτρα όμως. Χωρίς υπερβολές, χωρίς να φτάνεις στην ύβρι. Αυτό είναι το νόημα, που σημαίνει κατάφαση. Λοιπόν, κι όσο δεν έχουμε αυτή την αγρύπνια κι αφήνουμε και περνάει η μέρα και περνάει και αύριο και αύριο και έχεις καιρό και έχεις καιρό, κάποτε θα πάθουμε κείνο που έπαθε ο Θαλής, αυτός το ‘παθε συνειδητά βέβαια, αυτό λέω και τελειώνω, έρχομαι σε σας, που λέει… του ‘λεγε η μάνα του: «Παντρέψου Θαλή!» Ο Θαλής, πολύ μεγάλος, τρομακτικό πνευματικό μέγεθος στους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Ο Θαλής ο Μιλήσιος. Του ‘λεγε λοιπόν η μάνα του...είχε αφιερωθεί εκεί στις έρευνές του...στις αυτές του… «Παντρέψου γιε μου!» Της έλεγε: «Έχω καιρό, μάνα. Ουκέτι καιρός! Δεν ήρθε ακόμα η ώρα να παντρευτώ.» «Παντρέψου, γιε μου!» και «Παντρέψου, παντρέψου!» Οπότε μια μέρα που του λέει: «Παντρέψου γιε μου!» Λέει εκείνο το περίφημο: «Ούπω καιρός!» Δεν είναι πια καιρός! Αυτό είναι το νόημα, να χαιρόμαστε τη ζωή, αλλά μέσα σε μέτρα. Δεν είναι όλα κοιλιά και στομάχι και μήτρα με τη χλωρίδα της, του ευλογημένου θηλυκού. Οι τρεις αιτίες που κινήσαν την ιστορία λέει ο Ουγκό είναι το μυαλό, η καρδιά, λέγοντας η καρδιά εδώ είναι και τα συναισθήματα και η κοιλιά, κυρίως η κοιλιά του θηλυκού, με την έννοια όχι του φαγητού αλλά της γενετήσιας βουλιμίας. Λοιπόν, όταν είμαστε άγρυπνοι και χαιρόμαστε σωστά τη μέρα μας, για να ολοκληρώσω, θα ‘ρθει, χαίρομαι, είμαι άγρυπνος όμως και ξέρω ποια είναι η πραγματική μου κατάσταση, και περνάω και δεν πάνε χαμένες οι μέρες μου, σιγά σιγά, καθώς πλησιάζω στο τέλος, με βρίσκει σύμμετρο.

ΕΓΩ ΤΕΛΕΙΩΣΑ Εγώ τελείωσα, αξιότιμοι συνάδελφοι. Για να σας δω όλους λίγο στα μάτια…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η αλλαγή πολιτικής της υπηρεσίας που είχαμε ανεβάσει το ντοκουμέντο δεν επιτρέπει πλέον την εμφάνιση εδώ του βίντεο. Κάντε κλικ εδώ

http://www.esnips.com/displayimage.php?pid=6689394

για να το δείτε κατευθείαν στη σελίδα που το έχουμε ανεβάσει.

Η μόνη σύγχρονη ποιήτρια που ξεχώρισε ο Λιαντίνης: Η Τζένη Μαστοράκη!

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ




Ήθελα να σου πω
Το τραγούδι του τυφλού ποιητή
της Βαβυλώνας
Γεμάτο παραμύθια
Σαν την παλιά διαθήκη
Πριν απ' τους εβδομήντα
Για τα ελάφια που γυρεύανε νερό
Στο βενζινάδικο
Και τον Χριστό που δούλευε μικρός
Σε συνεργείο αυτοκινήτων

Τότε ένα γράμμα γεμάτα κατάγματα
ήρθε από πολύ μακριά
και μας παράγγειλε να κλείσουμε τις πόρτες

Γυρέψαμε τα ονόματα των σκοτωμένων
Και μας έφεραν ένα φάκελο
Μ' ένα όνομα διπλωμένο στα τέσσερα
Πιάνω απόψε να γράψω
ειδήσεις σε τούτο τον τόπο
Ταξιδεύουν αργά αλλά σίγουρα

Ήθελα να σου πω
Το τραγούδι του τυφλού ποιητή της Βαβυλώνας

Τούτη η σιωπή μέσα στους τέσσερις τοίχους
Ήτανε από νωρίς
Προορισμένη να γίνει τραγούδι
Τραγούδι βαθύ και σκοτεινό
Σαν το αμίλητο νερό
Και σαν την τσέπη της ποδιάς
Της μάνας μου
Να δώσει καθενός το μερτικό του
Να απλωθεί να απλωθεί
Σαν το μεγάλο μήνυμα των γερανών
Στους δρόμους τις πλατείες
Στις αίθουσες αναμονής των τραίνων
Τραγούδησαν την λειτουργία
Των Βαγιών
Τραγούδι του ψωμιού και του νερού
Τραγούδι των ανθρώπων
Το τραγούδι μου
Τραγούδι βαθύ και σκοτεινό

Οι μεγάλοι κουβαλούν πάντα μέσα τους
Το παιδί που υπήρξαν στον Β' παγκόσμιο πόλεμο
Το κορίτσι που δεν πρόφτασαν να φιλήσουν
Το πρώτο χνούδι στο πάνω χείλη τους
Τους «Βαρβάρους» του Καβάφη
Και μια παλιά φυματίωση
Εμείς κουβαλάμε τους μεγάλους
Εμείς απλούστατα, κουβαλάμε τους μεγάλους

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: H Tζένη Mαστοράκη γεννήθηκε στην Aθήνα το 1949, και σπούδασε Bυζαντινή και Mεσαιωνική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο Aθηνών. Πρωτοεμφανίστηκε στην Ποιητική Aντι-Aνθολογία του Δημήτρη Iατρόπουλου (1971), με την πρωτόλειο συλλογή Tο Συναξάρι της Aγίας Nιότης. Έχει εκδώσει τα βιβλία:

Διόδια, Kέδρος 1972
Tο σόι, Kέδρος 1978
Iστορίες για τα βαθιά, Kέδρος 1983
M’ ένα στεφάνι φως, Kέδρος 1989

Mετέφρασε ξένη πεζογραφία (Tζ. Nτ. Σάλιντζερ, Kάρσον MακKάλερς, Eλίας Kανέττι, Xάινριχ Mπελ, Άπτον Σίνκλαιρ, Tζόρτζιο Mανγκανέλλι, Έδγαρ Άλλαν Πόου), θέατρο (Xάινριχ φον Kλάιστ, Kάρλο Γκολντόνι, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Xάρολντ Πίντερ, Σάρα Kέην), δοκίμια και μελέτες (Γκίλμπερτ Xάγιετ, Tόμας Xεγκ, Έντμουντ Kήλυ), καθώς και παιδικά βιβλία.

Tο 1989 τιμήθηκε με το Thornton Niven Wilder Prize του Columbia University της Nέας Yόρκης (Translation Center), για το σύνολο του μεταφραστικού της έργου, και το 1992 με το ειδικό βραβείο του IBBY (International Board on Books for Young People) για τη μετάφραση του παιδικού βιβλίου O ταξιδιώτης της αυγής του C.S. Lewis (Kέδρος).


Ο ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ


Λίγο αργότερα από την έκδοση του τελευταίου ποιητικού έργου της Τζένης Μαστοράκη, ο Δημήτρης Λιαντίνης στα Ελληνικά του (σελίδα 177 ) θα καταθέσει το πρώτο θετικό του σχόλιο για την ποίηση της. Είναι ένα πολύ προσεγμένο σχόλιο. Και είναι ό,τι δηλώνει η λέξη: Σχόλιο.  


Στα Ελληνικά και πάλι ο προσεκτικός αναγνώστης θα βρει και άλλες αναφορές στο ποιητικό αλλά και στο μεταφραστικό έργο της Μαστοράκη. Και ίσως αυτές να είναι και η μεγαλύτερη τιμή προς την ποιήτρια ειδικά εκείνη που υπάρχει στη σελίδα 176 και τοποθετεί την Τζένη Μαστοράκη δίπλα σε έναν Κάλβο. Το σχόλιο αφορά τη σελίδα 59 των Ελληνικών. Το κεφάλαιο ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΖΩΗ και "το δεύτερο δείγμα ότι η μεγάλη ποίηση είναι πολιτική". Εκεί και συγκατοικεί η φωνή της Μαστοράκη με το μεγάλο καραβοκύρη της ποίησης. Παραθέτω το απόσπασμα:


Το δεύτερο δείγμα ότι η μεγάλη ποίηση είναι πολιτική το δίνει η ποίηση του Κάλβου. Άνδρας ανδρείος ο Ανδρέας Κάλβος, στις θάλασσες και στους καιρούς της ποίησης είναι ο κυρ - Αντριάς της δημοτικής μας Παραλογής. Ο καραβοκύρης που δε φοβάται το βοριά και τα κύματα. Ούτε το αστραχαλάζι που πέφτει στα βουνά της Αττάλειας.

Ο Κάλβος έγραψε είκοσι τραγούδια. Το κάθε ένα είναι και ένα ηχητήριο πριν από κάθε μάχη της ελληνικής Επανάστασης. Μέσα στις είκοσι ωδές, εκεί ο ωκεανός και η νύχτα. Η λαβωματιά η ανοιχτή του φόβου στην ερημία. Της μητέρας τα σιγαλόεντα νοήματα από τον άλλο κόσμο. Και οι μελανές αγέλες των σύννεφων κατεβαίνοντας στη λευκή προβιά του ύπνου μας με τα ρύγχη των λύκων.

Εκεί ο κρότος των αλόγων, οι μολπές του Παρνασσού, και της αρετής τα αμιλλητήρια πέταλα. Λύκηθες - κόρες στέκουνται κάτω από σπαθιών ακτίνες, και τραγουδούν πάλι και πάλι το έια μάλα των ναυτών.

Η τελευταία πρόταση αφορά και την Τζένη Μαστοράκη, όπως ο Λιαντίνης σημειώνει στα σχόλια του βιβλίου του. 

"Πρβλ. και Μαστοράκη Τζ.,  Μ' ένα στεφάνι φως, Κέδρος 1989, σελ. 21." 

Κι αν φτωχική τη βρείτε την αναφορά, θα σας ρωτήσω ποιον άλλο νέο ποιητή έτσι τίμησε ο Λιαντίνης; Έναν συγκαιρινό του ποιητή; Και έχει βέβαια το λόγο του. Τον διαβάζουμε στη σελίδα 80 των Ελληνικών:


"Προκειμένου μάλιστα για ποιητές που ζουν, το δίκαιο θά 'τανε να μείνουν έξω από το πεδίο κρίσης και το πεδίο βολής."

Και για το σημείο αυτό θα γράψει στα σχόλια στη σελίδα 177:


"Δεν ημπορούμε, λ.χ. ακόμη να εκφέρουμε κρίση για τις νέες ποιήτριες Ιουλίτη Ηλιοπούλου, και κυρίως τη Τζένη Μαστοράκη, που κατεβαίνουν στο "Αγκαθερό" της ποίησης με ισχυρά καλές ελπίδες."


Την Ηλιοπούλου ο Λιαντίνης σύντομα θα την ξεχάσει αλλά και θα τη διαγράψει από τους εκλεκτούς του. Μαζί και τον σύντροφό της, τον Ελύτη. Αυτά όμως είναι μια άλλη και μεγάλη ιστορία. Που δεν έχουν σχέση με την ποίηση αλλά με τα πάθη των ανθρώπων. 

Τη Μαστοράκη, αντίθετα,  την ξαναθυμήθηκε και στο επόμενο βιβλίο του, την περιλάλητη Γκέμμα. Τη Μαστοράκη που θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπήρξε και μαθήτριά του.  Εκεί και της επιφυλάσσει ακόμη καλύτερη θέση, δίπλα στον Καβαφη και σε μερικούς αδαμάντινους στίχους του:


Αυτές οι μουρλές συμπεριφορές των αστρολόγων και των οπαδών τους σήμερα ανουσιώνουν και εξευτελίζουν το θέλγητρο που είχε η μαγεία σε παλαιότερες εποχές. Γυμνώνουν, δηλαδή, τη δύναμη και απογοητεύουν τη γοητεία που λειτουργούσε οργανωμένα και δραστικά στον κόσμο του παγανισμού με τις λαχτάρες και τις δοκιμασίες μιας κοινωνίας πρωτόγονα ζάπλουτης και βρυαρής. Τα τελευταία δείγματα αυτής της χαμένης υποβολής και σοβαρότητας του κόσμου της μαγείας τα βρίσκουμε σ' έναν αδαμάντινο Καβάφη του 1931:

Κατά τις συνταγές αρχαίων
ελληνοσύρων μάγων.

Και σε μια ιστορία για τα βαθιά της Τζ. Μαστοράκη:

Μαγικό ξόρκι να σε φυλάει από δάγκαμα
φιδιού, κακό εχθρό,
και όλα τα επουλωμένα τραύματα.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, ΓΚΕΜΜΑ, σελ. 267

Κλείνοντας το αφιέρωμα στη Μαστοράκη και σε όσα για εκείνη έγραψε ένας Λιαντίνης, αξίζει να αναφέρουμε πως έχοντας διαβάσει όλο το επίσημο έργο του Λιαντίνη (αυτό δηλαδή που έχει εκδοθεί ως τώρα) έχουμε διαπιστώσει πως καμιά άλλη ποιήτρια δεν αναφέρεται στο έργο του. Λες και δεν υπήρξαν γυναίκες που έγραψαν ποίηση. Μόνη εξαίρεση η Σαπφώ. Η αρχαία ποιήτρια. Με ελάχιστες αναφορές και σε αυτή. Λίγο στο ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ και λίγο ακόμη στη διάλεξη για τον Εμπειρίκο. 

Γιατί άραγε; Φταίει που δεν υπήρξαν καλές ποιήτριες; 

Ή ο Λιαντίνης δεν εκτιμούσε την ποίηση των γυναικών; 

Ούτε καν της Κικής Δημουλά; αναρωτήθηκαν κάποιοι, με αφορμή το θάνατο της μεγάλης ποιήτριας χτες το βράδυ. Ξεχνώντας πως ο Λιαντίνης εφάρμοζε στην κριτική του για τους ποιητές το "Μηδένα προ του τέλους". Μια φορά πήγε να το παραβιάσει με τον Ελύτη και μετά έτρεχε μα μαζέψει όσα είχε πει για εκείνον... 

Ένας λόγος παραπάνω που ο Λιαντίνης κοντεύουν 22 χρόνια που έφυγε. Χρόνια που η Δημουλά συνέχισε να γράφει και να εκδίδει ποιήματα. Και είναι από αστείο έως πολύ άδικο να κρίνουμε την αξία της Δημουλά με βάση το αν αναφέρθηκε ή όχι το όνομά της από τον Λιαντίνη. Βλέπεις δεν ήταν και μοντέλο σαν την Μπαλατσινού που κατέκτησε επάξια με την ομορφιά της μια θέση στα βιβλία του Λιαντίνη, ούτε πρωταγωνίστησε σε σε μεγάλους έρωτες όπως η Λου Σαλομέ για να της πλέκει εγκώμια για την εκλεκτή της μοίρα. 

Και κυρίως διότι, αγαπητέ και τίμιε αναγνώστη, αγαπάμε πολύ τον Λιαντίνη αλλά όχι σε σημείο που να τυφλωνόμαστε. Κάτι που είναι βέβαιο ότι δε θα άρεσε και στον ίδιο! 








Για τον Καρυωτάκη...



Αποκριάτικο

Με ξέσκεπα τα στήθια, με κρυμμένα
τα μάγουλα στη μάσκα, τριγυρίζουν
οι βλάχες, οι κοντέσες, και χαρίζουν
ολούθε χαμογέλια ονειρεμένα.

Πιερότοι κι αρλεκίνοι, μ' αναμμένα
τα μάτια τους, τις γύμνιες αντικρίζουν
και – απόκριση στα γέλια – πλημμυρίζουν
τη γλύκα πα' στα χείλια τα βαμμένα

Τη γλύκα του φιλιού. Κάποιος ιππότης
με μια που 'ναι ντυμένη σα δεσπότης
-παράξενο ζευγάρι – σεργιανάει.

Κι ο διάολος μες στου ντόμινου τ' ατλάζι
φιλιά μ' ένα αγγελούδι τώρα αλλάζει,
ουρλιάζοντας τη μαύρη ουρά κουνάει.

(ΑΠΑΝΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΛΑ)

Και από την αλληλογραφία του ποιητή:

Αγαπητέ Χαρίλαε,
Χαιρετισμούς από την Πάτρα και τις Πατρινούλες.
Εγώ πλήττω μέχρι μυελού οστέων.
Το Σάββατο λογαριάζω ναρθω. Θα σε περιμένω κατά τις 12 μέσα στη βιβλιοθήκη για να διοργανώσουμε κανένα γλεντάκι.
Σε φιλώ
Κωστάκης
20 -2 - 1928

ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟ ΤΟΝ  ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗ: 

Σε τούτο το γράμμα μού αναγγέλει πως με λιγοήμερη άδεια θα έρθη στην Αθήνα από την Πάτρα, όπου, αρχές Φεβρουαρίου του 1928, είχε αδικαιολόγητα αποσπασθή από τον τότε υπουργό της Πρόνοιας, καθώς αναφέραμε στα Aπαντα, σελ. ΧΧΥΙ - ΧΧΥΙΙ. Στο μέρος της συνάντησης που μου είχε ορίσει για εκείνο το μεσημέρι δεν ήρθε· τα μεσάνυχτα όμως της ίδιας ημέρας, εκεί που πήγαινα να ανοίξω την πόρτα του σπιτιού που έμενα τότε, στην οδό Στρατιωτικού Συνδέσμου, τον βλέπω έξαφνα από λίγο μακριά να μου πετά μικρές πέτρες, και παραλλάζοντας την φωνή του, να λέη πως είναι κάποιος γνωστός μου, κατονομάζοντας έναν ηλικιωμένο, άνθρωπο πολύ σοβαρό που με τούτον είχα τότε κάπως σχετισθή. Αφού μάταια με αναζήτησε στο σπίτι, περίμενε αυτού την επιστροφή μου ντυμένος με σμόκιν (ήταν τότε απόκριες), μαζί με τον ξάδελφό του Θόδωρο Καρυωτάκη, κι έτσι, καλοδιάθετος όπως ήταν, μας πήρε κατόπι και καθήσαμε σ' ένα κέντρο της οδού Πανεπιστημίου. Εμελαγχόλησε όμως κάπως εκεί, μα ύστερα και πάλι του άνοιξε η καρδιά του, όταν χόρεψε με μιαν όμορφη κοπέλα.

Αυτές οι απόκριες του 1928 ήσαν οι μόνες που πέρασε στην Αθήνα χωρίς να φορέση το ντόμινό του. γιατί, καθώς μνημονεύω στα Aπαντα (σελ. ΧΧΥΙΙ) «συνήθιζε αυτή την εποχή ντυμένος πιερρότος να γυρίζη μόνος ή και με κανένα φίλο και να γλεντάη με τον ιδιόρρυθμο του τρόπο.»


______________________________________________

Απόκριες πάλι. Και θυμηθήκαμε τέτοιες ημέρες του 2008 που το είχαμε ρίξει στη συζήτηση για τον Καρυωτάκη και την Κάθαρσι. Και όσα σχετικά έγραψε ο Λιαντίνης. Σε εκείνο το παλιό μας φόρουμ, το Homa Educandus.  Αξίζει να διαβάσετε του διαλόγους... 



Η ΕΥΡΥΚΟΜΗ και τα ποιήματα της Θεοδικίας

Η Εὐρυκόμη

Διονύσιος Σολωμός

«Θάλασσα, πότε θέλ᾿ ἰδῶ τὴν ὄμορφη Εὐρυκόμη;
Πολὺς καιρὸς ἐπέρασε καὶ δὲν τὴν εἶδα ἀκόμη.
Πόσες φορὲς κοιτάζοντας ἀπὸ τὸ βράχο γέρνω
Καὶ τὸν ἀφρὸ τῆς θάλασσας γιὰ τὰ πανιά της παίρνω!
Φέρ᾿ τηνε, τέλος, φέρ᾿ τηνε». Αὐτὰ ὁ Θύρσης λέει,
Καὶ παίρνει ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ τὴ φιλεῖ καὶ κλαίει·
Καὶ δὲν ἠξέρει ὁ δύστυχος ὁποῦ φιλεῖ τὸ κῦμα
Ἐκεῖνο, ποὺ τῆς ἔδωσε καὶ θάνατο καὶ μνῆμα.


_____________________________________________

Κι έγραψε για το ποίημα αυτό ο Δημήτρης Λιαντίνης:

Από τα ποιήματα της "θεοδικίας" - ο όρος σημαίνει να κατεβάσουμε το θεό και να τον δικάσουμε, γιατί έπλασε τόσα κακά στον κόσμο - το αριστούργημα του Καβάφη είναι το Δέησις, που ακολουθεί κατά πόδι την περίφημη Ευρυκόμη του Σολωμού.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ





Θεωρούμε απαραίτητο να παραθέσουμε και τη Δέησι του Καβάφη. Για να συμπληρώσουμε τα ποιήματα της Θεοδικίας... 

Δέησις

Κωνσταντίνος Καβάφης

Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.—
Η μάνα του, ανήξερη, πηαίνει κι ανάφτει
στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και να ’ν’ καλοί καιροί —

και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αφτί.
Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,
η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θά ’λθει πια ο υιός που περιμένει.




ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ: Φιλοσοφία και Ποίηση

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ - σελ. 19 – 23 - ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΦΗΣΕ:

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Ενός ποιητικού έργου η φιλοσοφική ερμηνεία ση-μαίνει μια προσπάθεια, στην οποία αναγνωρίζεται εξ υπαρχής η εμπλοκή στους αντινομικούς του πνεύματος σχηματισμους.

Το αληθές και το ωραίο αποτελούν πληρώματα ομόλογα και συνεργά στην ενική ολότητα του όντος. Η οντολογική τους όμως αυτοτέλεια επιτρέπει να υψωθούν στη σύνθεση μόνο μετά τη διαλεκτική τους αναμέτρηση. Αναγκαία η ερμηνευτική συσχέτιση φιλοσοφίας και ποίησης πραγματοποιείται σε μια πολεμική ζώνη αμφίπληκτη.

Της παρούσας εργασίας αυτή είναι η την οποία αντιμετωπίζει δυσκολία.

Παρότι φιλοσοφία και ποίηση κατατείνουν σε στόχο κοινό, δηλαδή στην από τον άνθρωπο γνωστική κατάκτηση του όντος, φαίνεται ότι υποπτεύουν η μία την άλλη, στην ανώτερη τουλάχιστον λειτουργική τους σφαίρα.

Η απλοϊκή φιλοσοφία αδιαφορεί κατά κανόνα στις ετεροφυείς αισθητικές παρεισδύσεις. Και η απλοϊκή ποίηση πολλές φορές διδάσκει και γνωμολογεί με ευσχημία σχολαστική. Εφ’ όσον όμως και οι δύο υπηρετούν την ανάγκη του πνεύματος με γνησιότητα και ευθύνη, αποκρούουν σταθερά τη συνάντηση. Το διαλλακτικό «τόσον … όσον» υποτάσσεται στο αμείλικτο «είτε … είτε».

Ότι η φιλοσοφία δεν εξαρκεί στη γνωστική κατάκτηση του όντος καθορίζεται από την ανάγκη, να μένει ανεπιτέλεστος ο αγώνας, που διεξάγεται στο υποκείμενο για τη συμφιλίωση του νοείν και του Είναι.

Ότι και η ποίηση δεν εξαρκεί στη γνωστική κατάκτηση του όντος καθορίζεται από τη φύση του μέσου, με το οποίο επιχειρεί να εκπορθήσει το ον. Διότι το μέσον της ποίησης δεν είναι το νοείν.

Η μεγάλη ποίηση δεν ένοιωσε ποτέ την έλλειψη της φιλοσοφίας. Αλλά και η εναντίωση της φιλοσοφίας προς την ποίηση, που εμφανίζεται στον Ησίοδο και τον Πλάτωνα, στον ι. Αυγουστίνο και τον Kierkergaard, στον Κομφούκιο και το Nietzsche – για να σταθεί κανείς σε παραδείγματα – κατοπτρίζει την βέβαιη υποψία των φιλοσόφων για την κίβδηλη επιχείρηση των ποιητών.

Παρά ταύτα σε μια υψηλότερη περιοχή κατανόησης – την πιο υψηλή – όπου το αληθές και το ωραίο συναιρούνται σε ενότητα αόριστη, για την ανθρώπινη ύπαρξη απειλητική και επικίνδυνη, η φιλοσοφία και η ποίηση συμπλησιάζουν και συνεννοούνται. Ο ποιητικός φιλόσοφος κατανεύει στο φιλοσοφικό ποιητή.

Εφ’ όσον η φιλοσοφία απόφυγε προνοητικά να οδηγήσει σε τέλος τον αγώνα για την κατάκτηση του όντος, απότυχε βέβαια και καθ’ οδόν εχάθηκε. Αλλ’ αφήκε ανοικτή τη δυνατότητα και αλώβητο τον πόθο για το ον. Αυτό συνέβηκε με τους Έλληνες έως την εποχή του Αριστοτέλη. Το φιλοσοφείν εξέλιπε και των φιλοσόφων ο άθλος απόμεινε στην ημιτελή διαδικασία του συντελεσμού. Το νικητήριο τέλος του αγώνα τους δεν επέπρωτο να το χαρούν και να το ιδούν, καθώς ο μυθικός γενάρχης τους ο Ηρακλής δεν πρόφτασε να γιορτάσει την νίκη του τελευταίου άθλου του, αλλά εχάθηκε ενώ τον εκτελούσε.

Η νεώτερη φιλοσοφία διάπραξε το λάθος να εκβιάσει το τέλος του αγώνα για την κατάκτηση του όντος και εξέπεσε στο σύστημα. Το αποτέλεσμα εστάθηκε να κερδίσει κακεκτικό το είδωλο του όντος και να διασπάσει μικρόψυχα την ενιαία της υπόσταση στα μη ικανά τρίμματα των επιστημών.

Το λάθος ήταν τόσο βαρύ, ώστε της φιλοσοφίας ο θάνατος δεν ήταν δυνατό να παραβληθεί διαφορετικά, παρά μόνο με το θάνατο του Θεού (1881 Nietzsche). Αντί δηλαδή για το Είναι, το σώμα, εκέρδισε το είδωλο του Είναι, το πτώμα. Ενωρίτερα ήδη ο Kierkegaard στιγματίζοντας την αισχυντηλή εκτροπή παράβαλε το σύστημα με τη σκέψη, στην οποία έλειπε ο σκεπτόμενος, και στη θεωρητική φιλοσοφία είδε το γιατρό, που μαζί με τον πυρετό εξαφάνισε και τον άρρωστο. Η φράση του Δημόκριτου

νεκρόν ιατρεύειν

εζωντάνεψε στο στόμα του Kierkegaard για να νεκρολογήσει το θνησιμαίο πνεύμα της εποχής του.



Το μεγάλο πρόβλημα που εβασάνισε το Rembrandt στην «Ανατομία» ήταν να δώσει τον τρόπο στο δόκτορα Tulp να κάνει το μάθημά του πάνω σ’ ένα αντικείμενο, το οποίο να είναι ακέραιο. Αλλά στο πτώμα αναγκαία απουσιάζει ο θάνατος και ανατομία δεν ημπορεί να γίνει πάνω στο σώμα. Την δραματική θέση του Rembrandt ώριζε η ανάγκη ν’ αποφύγει, ό,τι ακριβώς εχρειαζόταν.

Το ίδιο τραγικό αδιέξοδο χαρακτηρίζει τη γνήσια ποίηση και τη γνήσια φιλοσοφία. Προκειμένου για τη θεώρηση του όλου η μία έχει μόνο το πτώμα και της είναι αχρηστευμένο, η άλλη έχει μόνο το σώμα και της είναι απαγορευμένο.

Το αποκλειστικό γνώρισμα στην ποίηση του Rilke είναι η αγωνία του να διασώσει στο αντικείμενο που ερευνά ταυτόχρονη την παρουσία της ζωής και του θανάτου στη φυσική αναλογία τους.

Η φιλοσοφία και η ποίηση θεραπεύουν το πνεύμα και κινιούνται αντίστοιχα στις περιοχές του αληθούς και του ωραίου. Η δυσκολία που παρακολουθεί το έργο του ποιητικού φιλόσοφου, συμπίπτει με τη δυσκολία στο έργο του φιλοσοφικού ποιητή.

Την τυπολογική διαφορά των δύο καθορίζει η παραπληρωματική δόμηση των διαφορετικών μεθόδων. Το δευτερεύον στο φιλόσοφο είναι πρωτεύον για τον ποιητή και αντίστροφα.

Η αδυναμία και των δύο να κατακτήσουν το ον ημπορεί να διατυπωθεί αρνητικά και θετικά:

Η φιλοσοφία θα έφθανε στο ον, αν κάτεχε και το καλό. Το καλό αν δεν της απόμενε μόνο, στο ον θα έφθανε κι η ποίηση.

Η ποίηση θα έφθανε στο ον, αν κάτεχε και το αληθές. Το αληθές αν δεν της απόμενε μόνο, στο ον θα έφθανε και η φιλοσοφία.

Παρά τη χρήση και των δύο δυνατοτήτων από τον άνθρωπο, το ον παραμένει ακατάκτητο. Μέσα στο χρόνο (αεί) ισχύει ο απαίσιος λόγος του Αριστοτέλη ( εφ’ ω απαίσιος, διό προφητικός) με τον οποίο καθορίστηκε στον αιώνα η προσπάθεια του ανθρώπου ως αποτυχία:

Το ον το αεί ζητούμενον και αεί απορούμενον.

Η φιλοσοφία κερδίζει διαυγές το είδωλο του όντος. Η ποίηση κερδίζει αόριστο το Είναι του όντος.

Το σύμμικτο αποτέλεσμα οφείλεται στην αναγκαία συζυγία της πληρότητας (διαυγές Είναι) και της έλλειψης (θολόν Είδωλο).

Το σύμμικτο αποτέλεσμα της φιλοσοφίας και της ποίησης σε συνάρτηση με τον ανθρώπινο πόθο για την κατάκτηση του όντος εμφανίζεται μεταμορφωμένο στην αναγκαιότητα του αγαθού. Το αγαθό είναι προϊόν των συγκλινουσών του αληθούς και του ωραίου επί του οντολογικού πεδίου των δυνατοτήτων του ανθρώπου.

Την περιοχή του αγαθού, που ορίζεται μεταξύ των απαρχών της ελπίδας και της απελπισίας ή μεταξύ των απαρχών του δυνατού και του αδύνατου, ονομάζει ο Πίνδαρος «έμπρακτον μαχανάν» και την συνιστά στον άνθρωπο ως τον τελικό σκοπό του πρακτικού του χρέους, καθώς αποτρέπει τούτον από τη θήρευση του θεϊκού βίου.

Στην ίδια περιοχή κινείται και ο ποιητικός κόσμος του Rilke, το ενδοσύμπαν.

Εάν ήταν δυνατό να ευρεθεί ένας τρίτος ανθρώπινος τύπος – ως ζητητής του όντος – επάνω από τους φιλοσόφους και τους ποιητές, που να μεταχειρισθεί το διαυγές μόνο της φιλοσοφίας και το Είναι μόνο της ποίησης, ο ζητητής αυτός θα μας οδηγούσε ασφαλώς στην απόλυτη γνώση. Διότι θα εκινιόταν στη διάσταση της πληρότητας.

Αλλά αυτόν τον τρίτο τύπο απόκλεισε πρώιμα η ανθρωπολογία της προσωκρατικής φιλοσοφίας και όψιμα η σύγχρονη ποίηση.

Ο Ηράκλειτος όρισε το βίο του ανθρώπου ως το θάνατο του θεού και αντίστροφα.

Ο Rilke περιέγραψε τον ανθρώπινο βίο ως την άρρητη θέση του επίπονου Πουθενά, που μεταπίπτει αέναα από το ακήρατο Ελάχιστο στο κενό Πλείστο.

Είναι δυνατό να αναφέρουμε ως ποιητικούς φιλοσόφους – για να σταθεί κανείς σε παραδείγματα – τον Πλάτωνα, τον ι. Αυγουστίνο και τον Bergson, ως φιλοσοφικούς ποιητές τον Αισχύλο, τον Dante και τον Holderin.

Ο Ηράκλειτος και ο Rilke δεν είναι ούτε ποιητικοί φιλόσοφοι, ούτε φιλοσοφικοί ποιητές. Διότι είναι κάτι περισσότερο και από φιλόσοφοι και από ποιητές. Είναι οι εχέφρονες αγωνιστές στην υπηρεσία μιας ανέφικτης δυνατότητας και φέρονται ως άρρητα φαινόμενα ορμής προς τη διάσπαση των ανθρωπίνων ορίων, ενώ τους κυβερνά η ήρεμη συνείδηση, ότι τα ανθρώπινα όρια δεν υπερβαίνονται.

Η δραματική ένταση της «Ανατομίας του δόκτορος Tulp», που στον πίνακα του Rembrandt εμφανίζεται με φύση «μιμητική», σ’ αυτούς, εξ αιτίας του τρόπου ζωής των, έχει φύση «φυτουργική».

Βεβαίως δεν ημπόρεσαν να πραγματοποιήσουν τον τρίτο τύπο ζητητού, αλλά επέτυχαν να κρατήσουν την ζωή τους σε μια νέα διάσταση, ένα σημείο ακριβέστερα (ά – τοπος τόπος), ανάμεσα στο Είναι και το μη – Είναι. Τη διάσταση αυτή την ονομάζουμε το δυνατό Αδύνατο.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Έξυπνον Ενύπνιον

___________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Κρατήθηκε η ορθογραφία του κειμένου όχι όμως και η πολυτονική του μορφή, για τεχνικούς λόγους.

2. Χωρίσαμε επίσης τις παραγράφους σε μικρότερα τμήματα, για να διευκολύνουμε τη μελέτη.



Θεωρώ το απόσπασμα αυτό ως ένα από τα σημαντικότερα που οφείλει να μελετήσει εκείνος που ενδιαφέρεται για το έργο του Λιαντίνη.

Σαφώς παρουσιάζει τρομακτικές δυσκολίες η μελέτη του.

Ανήκει, βλέπετε, σε εκείνο το τρίτο είδος που περιγράφει...

Κι ακριβώς για τούτο ξεκλειδώνει - στο βαθμό που θα κατανοηθεί - το υπόλοιπο έργο του Λιαντίνη και το φέρνει στο τραπέζι της ανατομίας ολοζώντανο και έτοιμο να αποκαλύψει τα μυστικά του.
Η αποκάλυψη βεβαίως εξαρτάται από την δεινότητα του ανατόμου. Και που πρέπει να συνδυάζει και τα δώρα της φιλοσοφίας και της ποίησης το εκλεκτό χάρισμα.

Για μας, τους απλούς ανθρώπους, απομένει η γνώση και μόνο της αδυναμίας μας να σηκώσουμε τέτοιο ατλαντικό βάρος. Και να θυμηθούμε εκείνον τον ορεινό ναυβάτη στο ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, που όταν πρώτη φορά είδε το όρος, του φώναξε:

- Έλεος, βουνέ! δε σε υποφέρω.

__________________________________________

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Είναι περίεργο ότι ο άνθρωπος προκειμένου να κατακτήσει το φαινόμενο της ζωής του, ίδρυσε πλήθη επιστημών και παράλειψε να προχωρήσει στην οργάνωση της πιο σημαντικής, της επιστήμης του θανάτου. Πώς ημπορεί να κατανοηθεί το ότι ομάδες ατελείωτες ερευνητικών δραστηριοτήτων μελετούν διασπασμένα και πενιχρά τα ασυνάρτητα τμήματα της ζωής και δεν υπάρχει ακόμη ως επιστήμη η μελέτη θανάτου, της οποίας η έρευνα αναγκαία αναφέρεται στην ολότητα της ζωής;
Η πρώτη πληροφορία του ανθρώπου κατά την έξοδό του από τη φύση και την είσοδό του στην ιστορία ήταν η γνώση θανάτου, και όλες οι υπόλοιπες γνώσεις ακολούθησαν σαν συνέπεια αυτής. Κάτω από τέτοια σύσταση πραγμάτων είναι απίστευτο ότι ο άνθρωπος ασχολήθηκε με τα πολλά και τα δευτερεύοντα και αγνόησε εκείνο του οποίου ακριβώς είχε κατεξοχήν τη χρεία. Δεν ημπορεί παρά να εξοργίσει η διαπίστωση ότι ανατρέφονται και παιδαγωγούνται μακάρια οι ηλικίες του ανθρώπινου γένους με τα φθοροποιά πρότυπα μιας αντιστρεμμένης πραγματικότητας."

Λιαντίνης, "Έξυπνον Ενύπνιον", σελίδα 23

ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ

Σαν σήμερα. 41 χρόνια πριν...   28 Δεκέμβρη 1978. Η Ακαδημία Αθηνών, με υπογραφή του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, βραβεύει μια ανέκδοτη μελέτη του κ. Δημητρίου Νικολακάκου - Λιαντίνη. Ενός άγνωστου στους κύκλους των γραμμάτων ανθρώπου. Γεννημένου 36 χρόνους νωρίτερα σε ένα χωριουδάκι της Λακωνίας. Γιος ενός γεωργού, του κυρ Θοδωρή,  και της κυρα - Πολυτίμης, το γένος Βλαχάκου. Δίδυμος με τον Στέφανο και με έναν μεγαλύτερο αδελφό, τον Γιώργο. Εποχή Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εποχή Κατοχής. Κι έπειτα Εμφύλιος. Που πλήττει και το χωριουδάκι του Λιαντίνη και μοιράζει τους ανθρώπους στα δυο. 

Έτσι κυλούν τα πρώτα χρόνια της ζωής του μικρού αγοριού. Και κάτω από την επιβλητική σκιά του Ταϋγέτου που θα χαράξει για πάντα τη ζωή του.  

Το καλοκαίρι του 1960 ο νεαρός Δημήτρης Νικολακάκος παίρνει απολυτήριο από το εξατάξιο (τότε) γυμνάσιο αρρένων Σπάρτης. Και πηγαίνει στην Αθήνα να σπουδάσει φιλόλογος. Η ζωή του αλλάζει, νέοι ορίζοντες ανοίγονται. Εκεί γνωρίζει και τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, είναι καθηγητής του στη σχολή. Όσο δηλαδή ένας καθηγητής πανεπιστημίου γνωρίζει τους φοιτητές του και μάλιστα εκείνες τις εποχές. 

Πριν ακόμη πάρει πτυχίο θα καταταχτεί στο στρατό. Βιάζεται. Να τελειώνει από τις υποχρεώσεις του και να μπορεί όσο πιο σύντομα γίνεται να εργαστεί. Έχει μια τεράστια ορμή μέσα του εκείνο τον καιρό. Που ώρες ώρες δεν μπορεί να την κοντρολάρει και τον παρασέρνει σε λάθος μονοπάτια. 

Την άνοιξη του 1966, φορώντας ακόμη το χακί, θα ορκιστεί και θα πάρει το πτυχίο της Φιλοσοφικής σχολής Αθηνών.  Η στρατιωτική θητεία συνεχίζεται, τον προλαβαίνει φαντάρο και η χούντα της 21ης Απριλίου. 

7 Απριλίου του 1968 διορίζεται επιτέλους καθηγητής. Στο γυμνάσιο Μολάων. Αρκετά κοντά στο χωριό του, τη Λιαντίνα.  Αποκτά το πρώτο του αυτοκινητάκι, τον Γηρυόνη του. Ακούει Vivaldi και Δημοτικά τραγούδια και κάνει σχέδια.  Διαβάζοντας αλληλογραφία του αυτής της περιόδου, που έχει δημοσιευτεί σε βιβλίο, κυρίως με τον αδελφό του Στέφανο που είναι πλέον μετανάστης στην Αμερική, κι έναν φίλο του από το πανεπιστήμιο, τον Κηρυκόπουλο, μαθαίνουμε αρκετά για τον 26χρονο λειτουργό της Μέσης Εκπαίδευσης. Όχι όμως όλα. Και αυτό, η μισή αλήθεια, θα μας έλεγε και ο ίδιος,  ότι είναι επικίνδυνος σύμβουλος για να βγάζουμε συμπεράσματα. 

Το βέβαιο είναι πως ο Λιαντίνης, που ακόμη ονομάζεται Νικολακάκος, δε στεριώνει ως καθηγητής. 7 Φεβρουαρίου 1970 υποβάλλει παραίτηση. Οι πηγές μας λένε ότι υποχρεώθηκε να το κάνει. Λόγω ενός παράνομου έρωτα και για να αποφευχθεί το σκάνδαλο. Μπόλικη μυθοπλασία έχει ήδη κυκλοφορήσει για τη σχέση αυτή του Λιαντίνη. Μυθοπλασία που κατέληξε ακόμη και να αλλάξει το όνομα της νεαρής και από Τζωρτζίνα  να τη βαφτίσει Αμαλία!  Προσπαθώντας στη συνέχεια να μας πείσει ότι αυτή η περιστασιακή σχέση  ήταν ο έρωτας ζωής του Λιαντίνη. Επειδή έχω στα χέρια μου αλληλογραφία του Λιαντίνη με τον πατέρα της κοπέλας θα πω: "Σιγά τα ωά!" 

Λίγο καιρό μετά, τον Σεπτέμβριο του '70,  φεύγει για τη Γερμανία. Ούτε και ο ίδιος ξέρει γιατί πηγαίνει εκεί. Εμείς σήμερα καταλαβαίνουμε πως τον καλούσε το πεπρωμένο του. Γιατί εκεί τον περιμένουν όλα εκείνα που από άσημο και άνεργο καθηγητή γυμνασίου  θα τον αναδείξουν σε Λιαντίνη, πανεπιστημιακό δάσκαλο και συγγραφέα και κυρίως σε φιλόσοφο που με τον λόγο του συγκλόνισε και συγκλονίζει χιλιάδες ανθρώπους. 

Εύγε λοιπόν στον πατέρα της δήθεν Αμαλίας που ζήτησε απ'  τον Λιαντίνη να αφήσει την κόρη του εκεί που την έταξε η μοίρα της και  στον νέο που η ζωή τής έδωσε για σύντροφο,  αναγκάζοντάς τον μια ώρα αρχύτερα να εγκαταλείψει τη μίζερη ζωή ενός καθηγητή επαρχιακού γυμνασίου και να ανοίξει τα φτερά του για ένα νέο κόσμο, τον κόσμο των γραμμάτων και της διανόησης.  Διότι αν ο Λιαντίνης είχε μείνει στους Μολάους, το πολύ πολύ να ήταν σήμερα ένας 77χρονος συνταξιούχος Γυμνασιάρχης, που θα μέτραγε πίεση κάθε πρωί και θα έπινε με ευλάβεια χαπάκια για τη χοληστερίνη και τον προστάτη. 

Ο πρώτος καιρός στη Γερμανία περνά δύσκολα. Ο 28χρονος φιλόλογος κουτσοβολεύεται σε κάποιο ιδιωτικό σχολείο αλλά για να τα βγάλει πέρα εργάζεται και χειρωνακτικά ως εργάτης.  Οικονομικά πιεσμένος, κοινωνικά ξεκομμένος. Σε μια μικρή φτωχική κάμαρη. Γράφεται και σε κάποιο πρόγραμμα εκμάθησης των Γερμανικών και όσο μπορεί μελετά βιβλία. Είναι η εποχή που επιχειρεί να μεταφράσει Ρίλκε. Το όνειρο  όμως για κανονικές σπουδές φαίνεται άπιαστο. Δει δε χρημάτων.  Και ο Λιαντίνης δεν έχει από πουθενά να περιμένει βοήθεια. 

Αντίθετα με τη γοητευτική  συνάδελφο στο  σχολείο. Μια Ελληνίδα από την Καλαμάτα, ένα χρόνο μικρότερή του. Προσωρινά κάνει χρέη καθηγήτριας Θεολογίας στο ίδιο σχολείο που εργάζεται και ο Λιαντίνης. Έχει όμως ήδη πάρει το διδακτορικό της, από το 1967,    και  βρίσκεται στη Γερμανία για σπουδές Συστηματικής Φιλοσοφίας, Κοινωνιολογίας και Ηθικής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου με υποτροφία της Alexander von Humbolt Stiftung. Υποτροφία που της εξασφαλίζει μια άνετη ζωή, καμία σχέση με τις στερήσεις που δοκιμάζει εκείνος. 

 Κοντά της θα γνωρίσει έναν άλλο κόσμο. Θα του ανοίξουν καινούργιες πόρτες και προοπτικές που μόνο στα όνειρά του είχε δει. Για πανεπιστημιακή καριέρα. Κι άλλο τόσο για συγγραφική. 

Η σχέση τους ξεκινά το Γενάρη του 1972. Έρωτας κεραυνοβόλος. Πρωτοχρονιά του 73 γίνονται οι γάμοι τους σε εκκλησία του Μιστρά. Του Δημήτρη Νικολακάκου και της Νικολίτσας Γεωργοπούλου.  Το ζευγάρι εγκαθίσταται στην Αθήνα, ο Λιαντίνης όμως αναγκάζεται να πιάσει δουλειά στο φροντιστήριο του φίλου του του Γκούμα στα Γιάννενα. Σύντομα θα αποκτήσουν  ένα κοριτσάκι. Τη Διοτίμα.   Ο Λιαντίνης επιστρέφει Αθήνα και  ξαναδιορίζεται καθηγητής σε γυμνάσιο. Κάπου στη Θήβα. Η σύζυγος εργάζεται στο Πανεπιστήμιο, αφού έχει  ήδη   διδακτορικό  αλλά  και λαμπρές σπουδές στη Γερμανία.  Τον βοηθά, του δείχνει τον τρόπο, και το Φεβρουάριο του 1975, ετών 33,  προσλαμβάνεται και εκείνος στο Πανεπιστήμιο. Τίποτε σπουδαίο, δεν έχει εξάλλου και προσόντα. Πηγαίνει βοηθός στο Εργαστήριο Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. 

Το νέο τους σπίτι είναι δίπλα στο πανεπιστήμιο. Μακρυγιάννη 23 και Καζαντζάκη γωνία. (άκου τώρα ονόματα δρόμων!!! τυχαίο; δε νομίζω!) 


Προίκα της συζύγου. Ο ίδιος πού να βρει τα χρήματα; Κι αυτά που είχε βγάλει στη Γερμανία είχαν γίνει βιβλία και αυτοκίνητο. Ένα Opel Ascona με το οποίο και γύρισε οδικώς από την ξενιτιά. 



Ο Λιαντίνης αυτό το διάστημα έχει ήδη ξεκινήσει το διδακτορικό του. Θέμα του οι Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε. Του γνώριμου από τη Γερμανία. Τώρα δεν περιορίζεται στη μετάφραση,  τον μελετά σε βάθος. Για το σκοπό αυτό ταξιδεύουν με τη γυναίκα του το καλοκαίρι του 1974 στη Γερμανία. Να διαβάσει και στις εκεί βιβλιοθήκες. Γυρίζοντας οδικώς μέσω Ιταλίας θα επισκεφθούν και τα σημεία που έζησε ο αγαπημένος του Ντάντε  Αλιγκιέρι. 


Ραβέννα, 1974
Φορτωμένος με τι άλλο; Με βιβλία! 

Τρία χρόνια αργότερα, 15 Ιουνίου του 1977 η διατριβή του εγκρίνεται από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Ακολουθούν οι γραφειοκρατίες για τη απονομή του διδακτορικού, άνοιξη του 1978,  ομόφωνα και άριστα. Αλλά και η  επίμονη εργασία για απόδοση της διατριβής  στη δημοτική ώστε να την εκδώσει και σε βιβλίο. Με τον τίτλο ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ. 

Στο μεταξύ ο Λιαντίνης βρίσκεται σε οργασμό πνευματικής εργασίας. Πριν ακόμη παραλάβει το διδακτορικό έχει ήδη καταθέσει και άλλη του εργασία, με θέμα 

"Αι φιλοσοφικαί ιδέαι εις το έργον του Διονυσίου Σολωμού"

σε διαγωνισμό της Ακαδημίας Αθηνών.  Σαν σήμερα, 28 Δεκεμβρίου 1978, η Ακαδημία του απονέμει το βραβείο του Διαγωνισμού:


Όπως  σημειώνεται στην έκθεση της Ακαδημίας Αθηνών: 
"Η όλη εργασία αποτελείται εκ τεσσάρων κεφαλαίων, εις τα οποία ο συγγραφεύς αναλύει την στάσιν του Σολωμού ως προς τας εννοίας ελευθερία και γλώσσα, ασχολείται με τας πηγάς του παρελθόντος, αναφέρεται εις τα ποιήματά του, εις την οντολογίαν του ποιητού όπως αύτη εμφανίζεται εις τα έργα του, αναλύει με ενάργειαν και βάθος οντολογικώς το έργον του ποιητού και ομιλεί δια την Ηθικήν και Αισθητικήν του Σολωμού. Ολόκληρος η μελέτη είναι γραμμένη εις μίαν πηγαίαν γλώσσαν και έχει λόγον μεστόν και πλήρη νοημάτων και εννοιών, αι οποίαι δίδουν μίαν νέαν διάστασιν και ερμηνείαν εις το σολωμικόν έργον."

Ας δούμε όμως περισσότερες λεπτομέρειες για το βραβείο αυτό όπως μας τις έγραψε προ ετών η σύζυγός του, κ. Νικολίτσα Γεωργοπούλου - Λιαντίνη:

"Το βραβείο με θέμα "Αι φιλοσοφικαί ιδέαι εις το έργον του Διονυσίου Σολωμού" προκηρύχθηκε από την Ακαδημία αρχές του 1977. Διάβασα εγώ την προκήρυξη στην εφημερίδα (ο άνδρας μου από τότε που τον γνώρισα δεν αγόραζε και δεν διάβαζε εφημερίδες) και τον προέτρεψα να γράψει την εργασία.
Μέσα σε οκτώ μήνες την τελείωσε. Έπρεπε να υποβληθεί μέχρι το τέλος του 1977 ώστε να κριθεί από τους ακαδημαϊκούς και να βραβευθεί, αν πράγματι δινόταν το βραβείο, το Δεκέμβριο του 1978. Επειδή πρέπει να μην είναι γνωστό το όνομα του συγγραφέα και να υπάρχει ψευδώνυμο ως τέτοιο έβαλε "Χάσμα σεισμού". Σε άλλο κλειστό φάκελο υπήρχε το πραγματικό του όνομα, το οποίο ανοίχτηκε όταν αποφασίστηκε η απονομή του βραβείου.
Ενθυμείσθε ότι σας έχω αναφέρει ότι το ακαδημαϊκό έτος 1978-79 βρίσκεται στο Ludwigsfafen της Γερμανίας με εκπαιδευτική άδεια. Στις 28.12.1978 που έγινε η απονομή βρισκότανε στην Αθήνα λόγω Χριστουγέννων και αποφάσισε να στείλει εμένα στην τελετή της απονομής να το παραλάβω, απλά γιατί έτσι ήθελε. Παρέστην λοιπόν εγώ και παρέλαβα σε βελούδινο κύλινδρο το κείμενο που σας στέλνω και την επιταγή των 100.000 δρχ. Ως βιβλίο τυπώθηκε και κυκλοφόρησε το 1979 με το γνωστό τίτλο."


ΧΑΣΜΑ ΣΕΙΣΜΟΥ

του Δημήτρη Λιαντίνη


Το αφιερώνει στην κόρη του, στη Διοτίμα.  Σειρά της. Αφού το πρώτο του βιβλίο, το Έξυπνον Ενύπνιον, το είχε αφιερώσει στη γυναίκα του. 

Το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών που σαν σήμερα, 28 Δεκέμβρη του 1978, απονεμήθηκε στον Δημήτριο Νικολακάκο - Λιαντίνη είναι το πρώτο επίσημο έγγραφο που τον αποκαλεί και Λιαντίνη. Το διδακτορικό του λίγους μήνες νωρίτερα τον αναφέρει ως Δημήτριο Νικολακάκο. Και όμοια και η διδακτορική του διατριβή εκδόθηκε χωρίς το όνομα Λιαντίνης.  Αν και μας ξενίζει που η Ακαδημία τον αναφέρει ως Λιαντίνη διότι από τη σύζυγό του γνωρίζουμε ότι:

"Η απόφαση αλλαγής του ονόματος σε Δημήτριος Νικολακάκος - Λιαντίνης έχει ημερομηνία 31 Ιουλίου 1979, με αριθμ, πρωτ. της Νομαρχίας Λακωνίας, Δ/νση Εσωτερικών, 11489."

Δηλαδή το 1978 που απονεμήθηκε το βραβείο δεν είχε ακόμη τυπικά αλλάξει το επώνυμο. Να υποθέσουμε ότι έπαιξε και αυτό ρόλο που έστειλε αντ' αυτού τη σύζυγο να το παραλάβει;  Μήπως του ζητηθεί ταυτότητα και δημιουργηθεί πρόβλημα στην παραλαβή του βραβείου; 

Γιατί όπως και να το κάνουμε είναι πολύ παράξενο να παίρνεις μέρος σε έναν διαγωνισμό και όταν κερδίσεις το βραβείο να μην εμφανιστείς να το παραλάβεις ο ίδιος.  Και βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών!!! 

Ένα βραβείο που σφραγίζει συν τοις άλλοις και ολάκερη  την κρίσιμη οκταετία της ζωής του. Από το 1970 ως το 1978. Ολοκληρώνοντας με τον πλέον θριαμβευτικό τρόπο το προσωπικό Χάσμα Σεισμού που τόλμησε ο Λιαντίνης στη ζωή του. Πετώντας παραίτηση στο γυμνάσιο Μολάων και φεύγοντας με το τρένο  εργάτης για Γερμανία. 

Χριστούγεννα του 70 στο ναδίρ.  Έτσι τουλάχιστον περιγράφει τη ζωή του σε γράμμα που έχει δει το φως της δημοσιότητας. Κλεισμένος στη σοφίτα του, Königinstraße -  München, Γερμανία, σαν ο κατάδικος στο κελί της απομόνωσης  και ο καλόγερος στη σκήτη του! Έστω και αν οι φωτογραφίες στο οικογενειακό άλμπουμ τον δείχνουν να γιορτάζει την ημέρα με φίλους. Εκείνος νιώθει  πως έχει πιάσει πάτο. 

28 Δεκέμβρη 1978. Στον Όλυμπο. Μόνιμος στο πανεπιστήμιο, Διδακτορικό με άριστα, έκδοση πρώτου βιβλίου, βραβείο Ακαδημίας Αθηνών για το δεύτερο. Μια όμορφη και πετυχημένη σύζυγος στο πλευρό του, συγγραφέας κι εκείνη, που μπορεί και μοιράζεται μαζί του τις φιλοσοφικές του ανησυχίες και όχι μόνο την καθημερινότητα. Επιστέγασμα της ευτυχίας τους η μικρή Διοτίμα. 

Και πλέον είναι παρελθόν ο Νικολακάκος. Ανατέλλει ο Λιαντίνης! Ο γνωστός σε μας Λιαντίνης! 

Στα επόμενα 20 χρόνια θα συνεχίσει την καριέρα του στο πανεπιστήμιο. Θα γράψει και νέα βιβλία. Θα τον λατρέψουν άνθρωποι και άνθρωποι. Θα δει το παιδί του να γίνεται ολόκληρη γυναίκα. Να παίρνει το πτυχίο της, να παντρεύεται. 

Κι έπειτα, φσσστ! Θα χαθεί από το οπτικό μας πεδίο. 1η Ιουνίου 1998! 

Ανήκω σε εκείνους που δεν έχουν απάντηση για το μετά. Τι απέγινε ο Λιαντίνης. Αυτοκτόνησε; Ζει; Πέθανε αργότερα; Μήπως δολοφονήθηκε; Ναι, πολλές φορές έχω σκεφτεί και αυτό. 

Κι αν ζει: Εργάζεται στο Cern ή μήπως στον τύμβο της Αμφίκλειας; Γυρνάει στο μετρό που λένε μερικοί ότι τον είδαν; Στους Δελφούς ή έφυγε για Αργεντινή; 

Δεν ξέρω! Κατηγορηματικά αρνούμαι κάθε άλλη απάντηση. Κι αφού έψαξα όσο λίγοι να βρω τη λύση στο αίνιγμα της εξαφάνισης του Λιαντίνη. 

Όπως δεν ξέρω να σας πω αν υπάρχει ή αν δεν υπάρχει Θεός. Αγνωστικίστρια μέχρι τον μυελό των οστών μου. Και κατά τις διδαχές του Λιαντίνη. 

Του Λιαντίνη που με το ΧΑΣΜΑ ΣΕΙΣΜΟΥ φώτισε με έναν τρόπο πρωτότυπο  και τον Σολωμό. 

Ο Σολωμός του Λιαντίνη δεν είναι μία ακόμη φιλολογική μελέτη.  Ο Λιαντίνης θέτει τον ποιητή στο καλειδοσκόπιο της φιλοσοφίας. Κι ας παραδέχεται πως ο Σολωμός δεν είναι φιλόσοφος. "Εν τούτοις φιλοσοφεί με κλασσική σοβαρότητα" "αν φτάσει να αναγνωρίσει κανείς, ότι η φιλοσοφία δεν υπάρχει στα βιβλία μονάχα και τα παπυρικά ευρήματα, αλλά στέκει γραμμένη και στα φύλλα των δέντρων..." 

Κι αυτό που λατρεύει στο έργο του Σολωμού είναι που ξεφεύγει από τον Ντετερμινισμό και υπακούει στην Απροσδιοριστία. Και που από οντολογική άποψη η τάξη και η στάση της σολωμικής ποίησης δεν είναι νευτώνεια αλλά κβαντική. Ή όπως παρατηρεί ο Ελύτης:

"Ποιητής που δουλεύει το μαχαίρι
στο ανεξίτηλο τρίτο του χέρι."

Το τρίτο χέρι, ο τρίτος δρόμος, που και ο ίδιος ο Λιαντίνης κυνήγησε στο έργο του και στη ζωή του. Ξεκινώντας από τις πρώτες σελίδες της διατριβής για τον Ρίλκε, αναζητώντας το σύμμικτο αποτέλεσμα της φιλοσοφίας και της ποίησης,  και ως εκεί που τελειώνει η Γκέμμα. Κλείνοντας σοφά τον κύκλο. Για το αληθές και το ωραίο. Και τον αγώνα του ανθρώπου για τη γνωστική κατάκτηση του όντος. 

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που την τελευταία του άνοιξη ο Λιαντίνης επιλέγει να πάει στη Ζάκυνθο. Να μιλήσει για το Σολωμό. (Κείμενο ομιλίας εδώ) 

Εκεί και να φωτογραφηθεί με τη βοήθεια του μαθητή του, του Αβούρη,  φωτογραφίες που θα χρησιμοποιηθούν τον καιρό που θα εξαφανιστεί. Και με απροκάλυπτο συμβολισμό η καθεμιά...   Πχ αυτή που ποζάρει μπροστά στο μνημείο του Σολωμού:



Όταν αποφασίζει να φύγει, την 1η Ιούνη του 1998, στέλνει μήνυμα στον Αβούρη να στεφανώσει τον Σολωμό. Ένας παπάς, ο π. Καποδίστριας, ανέλαβε να διασώσει τις κορδέλες. Με τον απο-χαιρετισμό του Λιαντίνη στον ποιητή:



Το δικό του βραβείο στον Σολωμό. Στον ποιητή. 

Που αγάπησε όσο λίγοι. 

Και του χάρισε 20 χρόνια πριν το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. 





Ο Λιαντίνης για τον Θοδωράκη Κολοκοτρώνη



Ο Δημήτρης Λιαντίνης στον τάφο του Θοδωράκη Κολοκοτρώνη


ΘΟΔΩΡΑΚΗΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΣΤΗΝ ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟ ΦΛΕΒΑΡΗ ΤΟΥ 1993

(απομαγνητοφώνηση  κειμένου από ηχητικό ντοκουμέντο που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο)

Αγαπητοί μου φίλοι,

Το θέμα ότι η στέγη…  ο τίτλος του θέματος με το οποίο θα ασχοληθούμε απόψε είναι «Ο Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης, μία από τις τρεις πιο διακεκριμένες μορφές του ελληνισμού καθόλα». Πρέπει να πούμε από την αρχή ότι το θέμα ηχεί κάπως βαρύγδουπα. Ηχεί κάπως υπερβολικά. Διότι στην ιδέα ότι μέσα στον ελληνικό χώρο  και μέσα στον ελληνικό πολιτισμό και μέσα στην ελληνική ιστορία υπάρχουν μορφές όπως ο Πλάτων, όπως ο Αριστοτέλης, όπως ο Όμηρος, όπως ο Θουκυδίδης ή ο Αισχύλος, ή ο Διονύσιος Σολωμός στη νεότερη εποχή, ή ο Ελευθέριος Βενιζέλος, είναι κάπως υπερβολικό να πούμε ότι ο Κολοκοτρώνης είναι μία από τις τρεις κορυφαίες μορφές. Παρά ταύτα θα επιμείνω σ’ αυτό τον χαρακτηρισμό (1.13) και θα επιχειρήσω με έναν τρόπο διαλεκτικό, όχι με πανηγυρικές εξάρσεις, να δείξω, με την έννοια να αποδείξω, ότι μία μέθοδος δηλαδή μόντο και ομέτρικο που λέμε, με δεδομένα και ντοκουμέντα, ότι πράγματι ο Κολοκοτρώνης ανήκει σε αυτό το επίπεδο το ποιοτικό (1.35)

Θέλω καταρχήν να πω ότι η φυλή μας δεν είναι τόσο μεγάλη φυλή από την άποψη της ιστορικής έκτασης, της χωρητικότητας, δεν είναι τόσο μεγάλη με όσο παρουσιάζεται και όσο την παρουσιάζουμε στα σχολεία και την έχει παρουσιάσει η παράδοση. (1.57)

Ο ελληνισμός δεν ήταν ποτέ μία μεγάλη αυτοκρατορία όπως προκειμένου για άλλες αυτοκρατορίες – η Ρώμη παραδείγματος χάρην που είχε κατακτήσει για 800 χρόνια ολόκληρο τον κόσμο ή όπως η Περσική αυτοκρατορία την εποχή της κλασικής Ελλάδας ή όπως οι σύγχρονες μεγάλες αυτοκρατορίες στη νεότερη εποχή, η Αγγλία  […] οι Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα, η Ρωσία,  (2.23)  η τσαρική […] Κάπου εδώ έχουμε μία παρεκτίμηση, ο ελληνισμός ήταν πάντα περιορισμένος. Σε τούτο το μικρό πέτρινο ακρωτήρι.  Όπως χαρακτήρισε κάποτε ο Γιώργος Σεφέρης στην Ακαδημία της Στοκχόλμης τον ελλαδικό χώρο. (2.45)

Είναι μεγάλος ο ελληνισμός από την άποψη του πολιτισμού. Της συνεισφοράς δηλαδή στον πανανθρώπινα καθόλα πολιτισμό. Αλλά αυτό είναι μία άλλη διάσταση. Σαν φυλή ήμασταν πάντοτε λίγοι. Σαν δημογραφική διάσταση δηλαδή ήμασταν λίγοι. Και ένας λαός ευάριθμος. Σε μία από τις δύο πιο σημαντικές καταγραφές που μας έχει αφήσει στα Απομνημονεύματά του ο στρατηγός Μακρυγιάννης λέει με αφορμή ένα επεισόδιο που έγινε εδώ στους Μύλους όταν ήταν να πολεμήσει τον Ιμπραήμ που κατέβαινε κάτω που είχε σαρώσει όλη τη δυτική και κεντρική Πελοπόννησο όταν τον είδε ο Γάλλος στρατηγός απέναντι ο Γάλλος ναύαρχος, ο Δεριγνύ, ότι ετοιμάζεται, ότι ετοιμάζει θέσεις όπως είπε, κάνει δηλαδή οχυρά για να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ, με 300 – 400 στρατιώτες που είχε, τον εκάλεσε στη ναυαρχίδα (2.46) που ναυλοχούσε εκεί στον κόλπο και του λέει: «τι κάνεις στρατηγέ μου, με ποιους θα πολεμήσεις και πώς θα πολεμήσεις, μην πάρεις τους ανθρώπους στο λαιμό σου, ολόκληρη αυτή τη στρατιά του Δράμαλη, συγνώμη του Ιμπραήμ, με τακτική οργάνωση και Γάλλους αξιωματικούς […] πώς θα τους αντιμετωπίσεις;» (4.09)

Και έδωσε μια παράδοξη απάντηση ο Μακρυγιάννης. «Εμείς, του λέει, ναύαρχε, ήμαστε πάντοτε λίγοι. Και μας τρώγανε και μας τρώνε όλα τα θεριά και πάντοτε μένουμε και λίγη μαγιά κι απ’ αυτή τη μαγιά, απ’ αυτό το προζύμι, ξαναγινόμαστε. Έτσι θα κάνουμε και τώρα. Όσοι μείνουν. Κι απ’ αυτούς τους λίγους που θα μείνουν η λευτεριά θα ‘ρθει  στον τόπο.

Καθώς άκουσε αυτή την απάντηση την ελληνική   την ακατανόητη για τα δικά του δεδομένα, ο Δεριγνύ είπε το περίφημο TRES BIEN και τον άφησε και προχώρησε να γίνει η μάχη.
Απάνω σ’ αυτό λοιπόν το ευάριθμον επαναλαμβάνω του πληθυσμού θέλω να κάνω την αναφορά μου στο πρώτο σημείο για να δείξω πόσο μεγάλη μορφή είναι ο Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης. Ο Ελληνισμός (5.05) στη μακραίωνη πορεία του σώθηκε με τα στρατηγήματα. Αυτή είναι μία θέση που δεν την έχουμε προσέξει ποτέ. Εκεί που κινδύνευε να καταποντιστεί και να αφανιστεί και που η συνεισφορά του πληθυσμού φαινότανε ότι δε θα αποβεί τελεσφόρος, παρουσιαζόταν μια αιφνίδια στιγμή, μία καταλαμπή, ένα εν ριπή οφθαλμού και ένα εξαίφνης να πούμε στην πλατωνική γλώσσα, και έσωζε τον ελληνισμό. Ένα ΣΤΡΑΤΗΓΗΜΑ! Τι θέλω να πω; Για να γίνω απλός:

Στη μυθική Ελλάδα αναφέρεται ότι ένα στρατήγημα ήταν εκείνο που της έδωσε τον τόνο. Ποιο στρατήγημα; Στον Τρωικό Πόλεμο οι έλληνες δέκα χρόνους πολεμούσαν να κυριεύσουν το κάστρο. (5.59) Και δεν μπορούσαν. Και καθώς ξέρουμε η Ιλιάδα που διηγείται αυτό το έπος, που διηγείται όλη αυτή την ιστορία, τελειώνει και οι έλληνες δεν παίρνουν το κάστρο. Εκεί λοιπόν που αυτός ο χιλιο[ναύδαι] στόλος  […] στρατοί και λαοί και στόλοι προσπαθούσαν δέκα χρόνους να κυριεύσουν το κάστρο και δεν μπορούσαν (6.22)  βρέθηκε ένας έλληνας ο οποίος υψώθηκε κατακόρυφα, ανέβηκε στην κορυφή και έδωσε λύση, με ένα στρατήγημα πήρε το κάστρο. Μιλάω βέβαια για τον Οδυσσέα και το Δούρειο Ίππο.

Εάν κατεβούμε πιο κάτω και πάμε στον ιστορικό χώρο πλέον, από τη μυθολογική Ελλάδα να πάμε στην ιστορική, της κλασικής εποχής, τη μεγάλη Ελλάδα, πάλι κι εδώ έχουμε ένα στρατήγημα που την έσωσε την Ελλάδα. Ένα στρατήγημα την έσωσε. Όταν κατέβαιναν αυτές τις  αναρίθμητες ασιατικές στρατιές, ο Ξέρξης που πέρασε τον Ελλήσποντο, πέρασε τη Μακεδονία και κατέβαινε κάτω στη Θεσσαλία, οι έλληνες […] έφευγαν προτροπάδην να κρυφτούν στα σπήλαια και στις οπές της γης, όπως θα γίνει και σε μια … τη στιγμή του Κολοκοτρώνη όπως θα δούμε. Εκεί κάπου αποφάσισαν (7.21) να σταθούν και να αντισταθούν …  δε μιλάω για τις Θερμοπύλες, μιλώ για το στόλο, τη βασική ναυτική δύναμη, οι Αθηναίοι είχαν κρίνει ότι η υπόθεση θα κριθεί στη θάλασσα, δεν είχαν τα ηπειρωτικά κριτήρια πολέμου των Σπαρτιατών,  κάτι που έγινε στη νεότερη εποχή  με τον Χίτλερ και το σχέδιο Βαρβαρόσα, που πήγε στη σοβιετική Ρωσία και ποτέ σε θέλησε  να πάει στη ναυτική Αγγλία, οργανώθηκαν οι συνθήκες και η ναυμαχία ήταν να γίνει στη Σαλαμίνα.  Τους ενεκλώβισε τους έλληνες μέσα στα στενά και λέει καλά σας έχω τώρα. Εκεί βρέθηκε πάλι, εμφανίστηκε για δεύτερη φορά, η σπάνια ιδιότητα του ελληνισμού όπως λέμε, ξαναβρέθηκε ένας δαιμόνιος άνθρωπος και είδε ότι δεν είναι εκεί η λύση. Οι έλληνες βέβαια ήθελαν να φύγουν από τη Σαλαμίνα, να ανοιχτούν στη θάλασσα από φόβο περισσότερο,  όχι να κάνουν τη ναυμαχία σε ανοιχτό χώρο, με τους Σπαρτιάτες ..ρηγούς να ανοιχτούν στο Σαρωνικό κόλπο κι εκεί να αντιμετωπίσουν  (8.32) το τσεκς το  στόλο. Ο Θεμιστοκλής λοιπόν είδε ότι δεν είναι ο κατάλληλος χώρος η ανοιχτή θάλασσα, ο Σαρωνικός, τα Ίσθμια που ήθελε να παρασύρει τους έλληνες και έκανε τη γνωστή κομπίνα όπως λέμε, προδοσία όπως φάνηκε, ειδοποίησε κρυφά τον Ξέρξη τη νύχτα και έκλεισε το στενό εδώ στο Σκαραμαγκά, «κλείσε τα στενά, του λέει, βασιλιά, γιατί θα σου φύγουν οι έλληνες κι άντε να τους μαζέψεις, εδώ θα τους βουλιάξεις όλους», γιατί είχε συλλάβει την ιδέα ότι εκεί ήταν ο χώρος ο κατάλληλος να γίνει η ναυμαχία. (9.11)

Και πράγματι την άλλη μέρα έγινε όλος αυτός ο θαλάσσιος …τόρος  στον Πειραιά που λέμε σήμερα περί την Σαλαμίνα ένα δάσος από σπασμένα ξύλα. Και η Ελλάδα σώθηκε από αυτή την ….  Ο Θεμιστοκλής λοιπόν πάλι, ένας μόνος έσωσε τον ελληνισμό.

Ύστερα, την επόμενη Ολυμπιάδα που ακολούθησε αμέσως, πήγε σαν θεατής προσκυνητής όχι σαν αγωνιστής αθλητής στους αγώνες και ξέρουμε τι εσήμαιναν Ολυμπιακοί αγώνες για την αρχαία Ελλάδα, να κάνουμε δηλαδή την αντιπαραβολή και την αντιδιαστολή με τον χαρακτήρα που έχουν σήμερα οι Ολυμπιακοί αγώνες, και όλος ο κόσμος όταν μπήκε στον στίβο και πήγε να καθίσει στη θέση του, εστράφηκε, κοίταζε τον Θεμιστοκλή σαν να ήταν όχι ένας αλλά 100 Ολυμπιονίκες μαζί.
Μια δεύτερη μορφή  που έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή τη δαιμονική σκέψη του Μακρυγιάννη, (10.11) «μαγιά» ή το στρατήγημα.

Κι έτσι ερχόμαστε στο νεότερο ελληνισμό, στην τρίτη φάση να πούμε,  μετά το Βυζάντιο, στο σύγχρονο ελληνισμό, στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Εδώ έχει τη θέση του ο Κολοκοτρώνης. Εδώ έχει τη θέση του το στρατήγημα και εδώ έχει τη θέση του ο λόγος ότι χωρίς το στρατήγημα και χωρίς το Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη, η επανάσταση από το δεύτερο κιόλας χρόνο της θα είχε καταποντιστεί. Η επανάσταση θα είχε σβήσει. Όταν κατέβαινε η φοβερή στρατιά του πασά της Δράμας, του Μαχμούτ, του Δράμαλη που τον ξέρουμε διαφορετικά, έφευγαν πάλι ίδια ιστορία με τον Ξέρξη.  (11.02)

Ένας φρούραρχος στον Ακροκόρινθο που είχαν κρατήσει το κάστρο εκεί που ήταν δυνατό κάστρο, δυνατή θέση όπως λέει ο Κολοκοτρώνης, για να αναχαιτίσουν ίσως αυτή τη στρατιά των 30.000 στρατιωτών εκλεκτών και των 50.000 εφοδιοπομπών  άλογα και μουλάρια και γκαμήλες […] νταλίκες … εγκατάλειψε ακόμη και ο φρούραρχος, ένας Αχιλλέας που τον έλεγαν, Αχιλλέα τον λέει ο Μακρυγιάννης, το κάστρο τον Ακροκόρινθο και έφυγε. Όλοι έφευγαν κι έτσι έφτασε κάνοντας περίπατο και μπήκε στην Κόρινθο, στην Αργολική πεδιάδα. […]. Οι έλληνες φοβισμένοι κινηθήκανε να πάνε προς το εσωτερικό γιατί ο σκοπός ήταν να περάσει από την Τρίπολη την οποία είχε προηγουμένως ξέρουμε το Σεπτέμβριο του 1821 καταλάβει, κυριεύσει ο Κολοκοτρώνης, και είχε οργανώσει πια και είχε θεμελιώσει την επανάσταση γιατί  πίστευε ο Κολοκοτρώνης ότι η Τρίπολη είναι το κέντρο της Πελοποννήσου. Είναι η βασική θέση, το βασικό στρατηγικό σημείο που εάν δεν το κρατάει όποιος ήθελε να επικρατήσει στο τέλος δε θα μπορούσε ποτέ να κρατήσει την Πελοπόννησο. Όπως θα παρουσιαστεί και μετά το πρόβλημα, μετά τον Ιμπραήμ που θα ξανακαταλάβει την Τρίπολη.

Ενώ πίστευαν λοιπόν ότι όλοι οι οπλαρχηγοί και οι στρατιωτικοί και οι πολιτικοί ότι ο Δράμαλης θα προχωρήσει προς το εσωτερικό την Τρίπολη για να κατεβεί στη Μεσσηνία, ο Γέρος έπιασε την ιδέα … εδώ είναι το στρατήγημα.

Έστειλε και έκαψε, ήτανε Ιούλιος μήνας, του 1822 (12.48) έκαψε όλα τα γεννήματα που είχαν θερίσει στ’ αλώνια και πέταξε τις καλαμιές για να βρίσκουν τα άλογα και τα μουλάρια,   τα ζώα, ζωοτροφίες και φλόμωσε, έριξε φλόμο στα πηγάδια  και στις πηγές, Ιούλιος, καύσωνας, όπως κλείστηκε εκεί μέσα με αυτή τη στρατιά ο Δράμαλης, (13.07) σε τρεις μέρες τον έπιασε το αίσθημα της ασφυξίας, του βραχνά.

«Πού να πάω;»
Είδε ότι η μόνη λύση ήταν να επιστρέψει πίσω, στην Κόρινθο. Να έχει ανοιχτές τις πεδιάδες (αναπεταμένες) κι από κει τη βοήθεια από το στόλο διότι εδώ είχαν λάβει μέτρα να μην εφοδιαστεί από το Ναύπλιο, ο Δράμαλης. Όλοι λοιπόν οι οπλαρχηγοί, οι ιδιοφυίες, οι τολμηροί, οι σχεδιαστές, τα στρατηγεία, έπιασαν τον Αχλαδόκαμπο εδώ πάνω που λέμε για να μην περάσει ο Δράμαλης … 
«Όχι, λέει ο Θεοδωράκης, ο Δράμαλης θα γυρίσει πίσω. Πρέπει να πάμε να πιάσουμε το στενό στα Δερβένια. Εκεί θα τον κόψουμε, θα τον εγκλωβίσουμε και θα τον τσακίσουμε.»

Πού να ακουστεί στους άλλους έλληνες;

Ο Πετρόμπεης, ο οποίος ήταν τότε… μιλάω για τον Μαυρομιχάλη, (14.01) ο οποίος ήταν τότε και πρόεδρος της Γερουσίας, είχε μια οξύτατη αντιδικία μαζί του, μια στιχομυθία σε πολύ υβριστικό τόνο και στο τέλος λέει, όταν είπε ο Κολοκοτρώνης
«Φεύγω τραγουδώντας κι όποιος θέλει έρχεται μαζί μου», όπως έκανε ο Νώε που  έπαιζε τη φλογέρα κι από πίσω ερχόντουσαν μαγεμένα από τη μουσική τα ζώα και ερχόντουσαν να μπουν στην Κιβωτό. «Όποιος θέλει έρχεται μαζί μου»

Φώναξε ο Πετρόμπεης: «Ο Κολοκοτρώνης θέλει να ξαναγίνει κλέφτης!» (14.32)

Κλέφτης πριν από το 21 ξέρουμε  τη φράση …. (14.37)

Πήγε ο Γέρος εκεί πέρα γιατί είχε δει πράγματι ότι μετά από δυο μέρες …  επιχείρησαν  τα γνωστά γεγονότα να μην τα αναφέρω και όταν τους έκλεισε καλά στα τρία ρέματα,  στον Αη – Σώστη επάνω,  στον Αη – Γιώργη, την άλλη…  ο δρόμος  κι από κάτω με όσα στρατεύματα μπόρεσε…  εδώ είναι πρωταρχικός ο ρόλος του Παπαφλέσσα, μόλις τους έκλεισε καλά και επέπεσε  από δεξιά κι από αριστερά (15.03) α λέει δυόμιση μήνες από  τις 29 Ιουλίου που έγιναν οι μεγάλες σφαγές στο Δερβενάκι ως το Νοέμβριο που έσκασε ο Δράμαλης από το κακό του στο Ναύπλιο, απ’ αυτή τη στρατιά δεν είχε μείνει δεν είχε μείνει τίποτε.  Έμειναν 4.000  που κατάφεραν να φύγουν στην Ακράτα και να γλιτώσουν…  Σώθηκε η επανάσταση, αγαπητοί μου. (15.28)

Θα ‘σβηνε η επανάσταση εκείνη τη στιγμή. Και δεν ξέρουμε πώς θα ήταν, θα ήταν άδηλη η μοίρα του ελληνισμού.  Τα ντοκουμέντα και τα δεδομένα είναι αντικειμενικά. Είναι γεωμετρικοί και αριθμοί  … την επανάσταση την έσωσε ο Γέρος με ένα στρατήγημα.

Και κατά προέκταση μπορεί να πει κανείς  ότι ο νεότερος ελληνισμός που θα τον διπλασιάσει από την άποψη της έκτασης ο μεγάλος Καποδίστριας (16.00) δυόμισι χρόνια που θα κυβερνήσει προτού τον δολοφονήσουν στον Αη – Σπυρίδωνα, θα διπλασιάσει, δεν έχουμε εκτιμήσει τη συνεισφορά τη διπλωματική του Καποδίστρια, από πλευράς έκτασης διπλασίασε το κράτος απ’ ό,τι ήθελε  … είχε λογαριαστεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην αρχή. (16.15) Είναι δηλαδή κάτι ανάλογο με αυτό που θα κάνει ο μεγάλος Βενιζέλος στις αρχές του αιώνα μας που θα φτιάξει την Ελλάδα των πέντε ηπείρων και των τριών θαλασσών ή αντίστροφα των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών.. (16.30)

Από την άποψη αυτή όταν εκτιμήσει κανείς και θεωρήσει ερμηνευτικά τη συνεισφορά του Κολοκοτρώνη βλέπει ότι ανεβαίνει μέσα μέσα στη νεότερη ιστορία μας σαν η κυρίαρχη μορφή, σαν ο πατριάρχης πολιτικός και στρατιωτικός νους, σαν ο λίθος εις  κεφαλήν γωνίας επάνω στον οποίο θεμελιώθηκε και χτίστηκε ο νεότερος ελληνισμός. Σαν αυτόνομη πολιτική υπόθεση. Μ΄ αυτή την έννοια (17.02) τόλμησα να πω μία από τις τρεις μεγαλύτερες μορφές του ελληνισμού και παράλληλα με το γεγονός ότι τέτοιες μορφές πια παρουσιάζονται σε πολύ, πολύ  αραιά διαστήματα στην ιστορία μας. Γι’ αυτό  αναφέρω χαρακτηριστικά τον Οδυσσέα, αυτή την περίφημη νοητική εποπτεία που μας έδωσε ο Όμηρος, ένας ήρωας δηλαδή μέσα στο χώρο της ποίησης που κατά την προσωπική μου εκτίμηση είναι η αρτιότερη νοητική εποπτεία της παγκόσμιας ποίησης.  (17.32)

Ο Οδυσσέας του Ομήρου. Κανένας μεγάλος ποιητής δεν μπόρεσε να μας δώσει τόσο πυκνό και ολοκληρωμένο και άρτιο τύπο που να ‘χει μέσα του την οδηγία ζωής για όλες τις γενεές και για όλους τους λαούς όσο ο Οδυσσέας. Ο Οδυσσέας τη μυθική να πει κανείς της Ιστορίας μας, δεύτερον τον Θεμιστοκλή στην κλασική Ελλάδα και τον Κολοκοτρώνη στη σύγχρονη.

 Από μία άλλη άποψη τώρα, έξω από αυτές τις θεωρήσεις, τις στρατιωτικές, (18.02) φαίνεται πάλι ότι ο Κολοκοτρώνης είναι μία μοναδική μορφή στην ιστορία μας με την έννοια πια του πνευματικού περιεχομένου (18.11) και της πνευματικής υπόστασης. Αυτός ο αγράμματος διαφορετικά, σιγά βέβαια μην ήταν εντελώς αγράμματος σαν τον Μακρυγιάννη, ο οποίος στα 31 έμαθε να γράφει και χρησιμοποιούσε την πένα σαν το σκεπάρνι και έσκαβε και έσκιζε το χαρτί, αλλά ήταν στην πραγματικότητα αγράμματος όπως το λέει στα Απομνημονεύματά του,  δεν είχε πάει ποτέ του στα σχολεία και είχε μάθει λίγη γραφή και λίγη ανάγνωση από το Κτωήχι όπως λέγει, τον Μηναίο εδιάβαζε, τα εκκλησιαστικά μας βιβλία, και είχε διαβάσει ακόμη την ιστορία της Γοργώς και της Χαλιμάς. Οι γνώσεις που είχε. 

Αυτός λοιπόν ο αγράμματος είχε μια πνευματική διάσταση που δεν πιάνεται εύκολα. Μόνο μεγάλοι ποιητές πρώτου μεγέθους μπορούν να πιάσουν αυτή τη διάσταση. Τι θέλω να πω;

Όταν στα 1825 – 26 έκανε την απόβαση ο Ιμπραήμ στη Μεσσηνία, (19.19) χτύπησε τους Έλληνες και τους κατάσφαξε στο Μανιάκι με τον Παπαφλέσσα,  και ύστερα αποχώρησε, κατάλαβε πάλι, ανακατάλαβε δηλαδή τη Μεσσηνία, είτε κατάλαβε πάλι την Τρίπολη,  την Τρίπολη, το κέντρο, την καρδιά, την καρδιά της Πελοποννήσου αλλά και την καρδιά του Γέρου γιατί από την αρχή είχε εστιαστεί το στρατιωτικό του δαιμόνιο  στη σημασία που έχει να καταληφθεί η Τρίπολη. Και ξέρουμε την πολιορκία και όλες τις γνωστές ιστορίες, και κείνο που λέει  όταν έπεσε η πόλη, από τη στιγμή  η σφαγή η φοβερή που έγινε, κάτι που δυσφήμησε και τρομερά τον ελληνισμό τότε, τους σφάξανε  παρότι είχαν κάνει παράσπονδη γενόμενη μπορεί να πει  κανείς, οι έλληνες παρότι  είχαν κάνει συμφωνία να τους αφήσουν να φύγουν, (20.00) τους σφάξαν όλο τον πληθυσμό κι αυτό το πράγμα  είχε τεράστιες επιπτώσεις δυσμενείς στην Ευρώπη. Δυσφημεί κι αυτό ακριβώς και  στον Εθνικό μας Ύμνο που έγραψε  ο Σολωμός τότε στα 24 χρόνια του, αφιερώνει 10 ολόκληρες στροφές, ο Εθνικός Ύμνος είναι καθαρά πολιτικό κείμενο, αφιερώνει 10 ολόκληρες στροφές στην προσπάθεια να εξηγήσει αυτό το κακό, αυτή τη σφαγή  και την  προδοσία των ελλήνων  και την παρασπονδία που έγινε εδώ στην Τρίπολη, στους Ευρωπαίους, επικαλούμενος ορισμένα στοιχεία καθαρά εσωτερικής δικαιοσύνης  τεσσάρων αιώνων οργή και αδικία και μίσος των Ελλήνων ήταν εκείνο που έβγαλε από μέσα τους μία συμπεριφορά η οποία ήταν ανεξέλεγκτη κι έτσι μπορούμε μόνο να τους καταλάβουμε.  Αυτό είναι μία μορφή Δίκης, όπως λέει ο Σολωμός.

Λοιπόν. Ο Κολοκοτρώνης μας λέει ότι όταν έπεσε η Τρίπολη,  από κει έξω από το κάστρο που μπήκε μέσα ως το σαράι, το άλογό του δεν πάτησε σε χώμα. Επάνω σε πτώματα. Είχε εκτιμήσει τη σημασία, τη στρατηγική σημασία της Τρίπολης. Όταν λοιπόν ερχόταν από κάτω και κατάλαβε και την Τρίπολη και έπεσε όλη η Πελοπόννησος, είχε μείνει μόνο (21.10)  το … ελεύθερος χώρος μόνο … το Ανάπλι, έτσι; 

Ο Ιμπραήμ εφάρμοσε μια δολία  τακτική. Την περίφημη τακτική των προσκυνημένων που λένε.  Πήγαινε σε όλους τους έλληνες και τους υποχρέωνε να υπογράφουν ένα προσκυνοχάρτι ότι δέχονται δηλαδή ότι ο μόνος κύριός τους είναι ο Σουλτάνος κι ότι δεν υπάρχει επανάσταση στην Ελλάδα και μάζευε αυτά τα χαρτιά και τα έστελνε στην Πύλη, στο Διβάνιον, για να τα συγκεντρώσει όλα μια μέρα εκεί πάνω ο Σουλτάνος να τα δείξει στις πρεσβείες των Μεγάλων Δυνάμεων και να πει:
«Ποια Επανάσταση; Και ποιος ξεσηκωμός και ποια ανταρσία.  Να! Όλος ο πληθυσμός της Πελοποννήσου που λέτε ότι υπάρχει εκεί επανάσταση, και ζητάτε αυτονομία και ανεξαρτησία (22.00) όλος ο πληθυσμός αναγνωρίζει σαν κύριο τον Σουλτάνο.»

Οπότε θα κοβόντουσαν τα χέρια στους συμμάχους. Αν υποτεθεί από την άποψη αυτή είχαμε τεράστια προβλήματα. Δεν ήταν ρόδινα τα πράγματα. Για να στέρξουν και να …..  οι τρεις Μεγάλοι που λέγανε τότε. Ότι υπάρχει δίκαιο εδώ και πρέπει να δοθεί ελευθερία.

Λοιπόν. Εκείνη η φάση ήταν η πιο δύσκολη του αγώνα, λέει ο Κολοκοτρώνης.

Βγήκε τότε στα βουνά, δεν μπορούσε να κάνει εκ του συστάδην πόλεμο,  να συγκροτήσει τακτική μάχη, πού να βγει απέναντι σ’ αυτό το φοβερό στρατό του Ιμπραήμ που τον διοικούσαν Γάλλοι αξιωματικοί, ταχτικός κανονικά στρατός, με τους άτακτους να πει κανείς, το αντάρτικό του, και άρχισε και εφάρμοζε αυτή την τακτική που στην ιστορία αναφέρεται από μεγάλο στρατηγό η τακτική του Φάβιου Μάξιμου του Μελλητή,  ενός φοβερού Ρωμαίου Υπάτου που την εφάρμοσε αυτή την τακτική εναντίον του Αννίβα για να τον διώξει από την Ιταλία σε μια στιγμή (23.00)  σε μια στιγμή που κινδύνεψε η Ρώμη να διαλυθεί. Γι’ αυτό και τον λένε ο Φάβιος της Πελοποννήσου, για τον Κολοκοτρώνη. Δηλαδή έκανε πόλεμο άτακτο, αντάρτικο, καταδρομικό που λέμε σήμερα. Χτυπούσε πότε από δώ, πότε από κει, σκότωνε 20, 30… με ξαφνικά γιουρούσια όπως λέει, με ξαφνικές εισβολές, επιθέσεις,  και ξανακρυβόταν στα βουνά. Αυτό το πράγμα είχε ένα μελίσσι δηλαδή άγριο, που δεν άφηνε τον Ιμπραήμ σε ησυχία. Κάποτε του είπε ο Ιμπραήμ:

«Σταμάτα αυτόν τον άτιμο πόλεμο και έλα να πολεμήσουμε, να πολεμήσουμε τακτικά, απέναντι σου  εγώ κι εσύ».

«Βάλε, του λέει, 500 που έχεις εσύ  και 500 που έχω εγώ, ο Κολοκοτρώνης, να πολεμήσουμε. Τι μου έρχεσαι με 15.000 και το δικό μου ορδί δεν έχει δεν μπορώ να μαζέψω πάνω από 2.000 στρατό. Αν θέλεις κάτι άλλο, του λέει  ο Κολοκοτρώνης, να κάνουμε. Αφού με προκαλείς. Έλα εσύ κι εγώ να μονομαχήσουμε.»

Ήταν ο Γέρος τότε 56 χρονών! Το ’21 που ξεκίνησε η επανάσταση ήταν 51 χρόνου, ο Γέρος, εθεωρείτο Γέρος την εποχή εκείνη,  με τα δεδομένα, δεν είναι  όπως το προσδόκιμο έτος σήμερα 74,  την εποχή εκείνη, λίγο αργότερα (24.12)  μια ιππήλατη άμαξα παρέσυρε στην οδό Σταδίου, χωματόδρομο, και σκότωσε έναν…  τροχαία κι ένα αμάξια … σκότωσε έναν άνθρωπο…  κι έγραψαν οι εφημερίδες την άλλη μέρα «ιππήλατη άμαξα παρέσυρε και εφόνευσε  γέροντα 38 ετών»!!! 38 ετών!!!

Λοιπόν. 56 χρονών. Έλα, του λέει, να μονομαχήσουμε οι δύο. Και γράφει στα Απομνημονεύματα:

«Το έκανα, λέει, για δύο λόγους. (24.31) Μία ότι … υπήρχε περίπτωση να τον σκοτώσω. Κι αν τον σκότωνα θα διελύετο αυτό το ασκέρι το αράπικο, που είχε φέρει κάτω από το Μισίρι,  από την Αίγυπτο.  Και η άλλη αν με σκότωνε, εντάξει, τελείωνε, δεν έχανα και τίποτα.» 

Εγώ, θα πει, αργότερα, στη δίκη που θα καταδικαστεί σε θάνατο, στο Ναύπλιο, τον είδα το θάνατο πολλές φορές μπροστά μου. Και δεν εφοβήθηκα. Τη στιγμή που αναγγέλθηκε το κατηγορητήριο, η απόφαση,  «καταδικάζεται εις θάνατον». Ούτε και τώρα φοβάμαι, λέει.  (25.05)

Λέω λοιπόν ότι εκείνη την εποχή που χτυπούσε συνεχώς τον Ιμπραήμ σε όλες τις επαρχίες εδώ της δυτικής Πελοποννήσου, Λεοντάρι, Μεγαλόπολη, Φανάρι, Γαστούνη, Καρύταινα, εδώ στην Τριπολιτσά, κάτω η επαρχία του Μιστρός όπως λέει,  η επαρχία του Μιστρός, τη  Σπάρτη τότε τη  λέγανε Μιστρά, γενική του Μιστρός, κατά το Γέρο, όταν είδε αυτό το κακό είχαν  ήδη αρχίσει από τη Βέργα και είχαν φτάσει απάνω ψηλά στην επαρχία Μεσσηνίας και έκοβαν τα αμπέλια, τις συκιές, τις ελιές, δεν άφηναν τίποτε. Και τα καίγανε από κοντά. Του στέλνει μια γραφή. Βάζει λέει τον αγιουτάντε του και του γράφει μια γραφή, ένα γράμμα, στον Ιμπραήμ και του λέει: (25.46)
«Αυτό όπου μας φοβερίζεις να μας κόψεις και να μας κάψεις τα καρποφόρα δέντρα μας, δεν είναι της πολεμικής έργο. Διότι τα καρποφόρα δέντρα δεν εναντιώνονται εις κανένα. Και αν τα κόψεις και τα κάψεις, εδώ είμαστε εμείς και η γη δεν έχει κερκέλια να τη σηκώσεις και να την πάρεις. Θα μείνουμε και θα τα  ξαναφυτέψουμε και θα την ξαναφτιάξουμε και θα την καλλιεργήσουμε, αλλά εσένα θα σε στείλουμε στον Αγύριστο!» (26.19)

Κι εδώ είναι το λεπτό σημείο. Τι δείχνει η συμπεριφορά του Ιμπραήμ; Δείχνει μία πράξη ύβρεως. Αυτό που στην αρχαία στην  αττική τραγωδία το λέμε Ύβρι. Όταν ο άνθρωπος ξεπερνάει το μέτρα, ξεπερνάει κάθε όριο και τότε θα ‘ρθει η Νέμεσις που μας έχει διδάξει η αρχαία τραγωδία. Θα ‘ρθει η τιμωρία, η Δίκη. Θα τιμωρηθούν.

Αυτό το πράγμα μας το έχει πει και ο Μακρυγιάννης πολύ νωρίς, πολύ νωρίς. Ήδη όταν κηρύχτηκε η επανάσταση λέει, στην αρχή των Απομνημονευμάτων, έγινε ένα στρατιωτικό συμβούλιο επάνω στην Άρτα με τους πασάδες, το σερασκέρη εκεί κτλ πώς θα αντιμετωπίσουν την επανάσταση.  Τους κάλεσε λοιπόν ο πασάς και έβαλε ένα λόγο πρώτος και είπε:

«Πασάδες και μπέηδες, θα χαθούμε. Ότι ετούτος ο πόλεμος που αρχίζει (27.09) δεν είναι ούτε με τον Φραντσέζο, ούτε με τον Εγγλέζο ούτε με τον Ρούσο. Είναι με τον Ραγιά. Και αδικήσαμε τον Ραγιά πολύ και από τιμή και από πλούτη και μαύρισε το μάτι του και σήκωσε ντουφέκι και τώρα δε μας κρατάει τίποτα.»

Η έκφραση, αυτή η δίκη,  είναι ο ίδιος λόγος δηλαδή που ερμηνεύει το παράλογο φαινόμενο δηλαδή σε τι ψηλά επίπεδα   κινηθήκανε αυτοί οι απλοϊκοί άνθρωποι που ερμηνεύει το παράλογο φαινόμενο της έκβασης στα Μηδικά που λέμε, στους Περσικούς Πολέμους. Που δεν ενίκησαν, μας λέει ο Αισχύλος, και ο Ηρόδοτος,  τον Ξέρξη, δεν τον ενίκησαν οι έλληνες.  Τον ενίκησαν, λέει, τα νερά της Σαλαμίνας, διότι κάπου αλλού ατίμασε κάποια άλλα νερά.

Ποια νερά; Όταν έχτισε επάνω ο Ξέρξης με τις βάρκες τη γέφυρα για να περάσει μες στον  Ελλήσποντο, έκανε τρικυμία και τα διέλυσε και την άλλη μέρα οργισμένος λέει «Ποιος είναι αυτός που τόλμησε να πάει κόντρα σε μένα και να μου χαλάσει τα γεφύρια; Φέρτε μου ένα μαστίγιο!» (28.10) 

Και μαστίγωσε λέει 300 φορές το νερό γιατί δεν είχε ο θεός Ελλήσποντος το δικαίωμα – πώς τόλμησε να πάει κόντρα στη βούληση του μεγάλου βασιλέως! Να τη η Ύβρις! Μαστίγωσε τα νερά και έριξε στα νερά τις χειροπέδες να τον δέσει. Γι’ αυτό το πράγμα  τιμωρήθηκε σε κάποια άλλα νερά, θα πουν οι έλληνες, με την αίσθηση για το ανθρώπινο μέτρο και την ανθρώπινη δίκη.
Το ίδιο είναι το νόημα εδώ που λέει ο Κολοκοτρώνης με τα δέντρα μας που μας φοβερίζεις θα τα πάρουμε γιατί την άλλη μέρα έστειλε λέει μια άλλη γραφή στους τρεις ναυάρχους που ναυλοχούσαν κάτω εκεί και του στείλανε διαταγή να σταματήσει να κόβει και να καίει κι εκείνος δε σταμάτησε, εδώ (λέμε για) τον Κόδριγκτον, τον Δεριγνύ και τον Χέυδεν, έτσι; Δε σταμάτησε, του στείλαν κι άλλη μία, του στείλαν κι άλλη μία, και την τέταρτη του βουλιάξαν την αρμάδα… (29.02) μέσα σε τέσσερις ώρες. 80 καράβια δεν έμεινε τίποτα!

Και βέβαια αυτό εσήμανε και τη λήξη της επανάστασης και τη νίκη, την ελευθερία, εκεί που σε μια στιγμή φαινόταν ότι η επανάσταση είχε σβήσει, δεν υπάρχει, δεν υπήρχε πουθενά, το μεγάλο Μεσολόγγι είχε πέσει, ένα χρόνο πιο νωρίς, και η Αθήνα είχε πέσει, ο Καραϊσκάκης, ο μεγάλος Καραϊσκάκης η άλλη αυτή τιτανική μορφή της επανάστασης είχε σκοτωθεί στον Ανάλατο, το κάστρο της Αθήνας, δηλαδή η Ακρόπολη είχε πέσει, δεν υπήρχε παρά η Ύδρα μόνο (29.31).

Σ’ αυτή τη στιγμή που είχε σβήσει η επανάσταση,  η Ελλάδα βρέθηκε ελεύθερη!

Εδώ είναι αυτά τα μυστικά νήματα που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, οι μυστικοί νόμοι, τα παράλογα φαινόμενα που δίνουνε τη λύση.

Και αυτή την ιδέα ο Κολοκοτρώνης την έπιασε με αυτό το απλοϊκό μυαλό του, τον απλοϊκά φιλοσοφικό νου του, και μας την λέει στα Απομνημονεύματα. Είναι βέβαια κάτι ανάλογο μ’ εκείνο  που έκανε ο μεγάλος Σολωμός μας, η διανόηση και το πολύ υψηλό πνεύμα και η πολύ υψηλή τέχνη, (30.02) – ο Σολωμός αγαπητοί μου φίλοι είναι ο Όμηρος της νεοτέρας Ελλάδας,     δεν έχουμε ακόμη συνειδητοποιήσει την αξία του,  παρότι που έσωσε τον μύθο   της επανάστασης με τους ελεύθερους πολιορκημένους, με την έννοια της Εξόδου,  αν δε βρισκόταν ο Σολωμός θα είχε χαθεί ο μύθος της επανάστασης  και θα ήταν ένα απλό ιστορικό γεγονός  όπως επιχείρησαν   οι ρομαντικοί ποιητές να το περιγράψουν κτλ   Ο Σολωμός υψώθηκε σε αυτά τα επίπεδα του Αισχύλου και του Ηροδότου και έσωσε, ερμήνευσε δηλαδή, συνέλαβε και ερμήνευσε τη μεταφυσική της Επανάστασης.

Επειδή έχει περάσει η ώρα και σας έχω κουράσει θα πω μόνο δύο λογάκια έτσι για την προσωπικότητά του.

Ήταν ένας σοφός ο Θοδωράκης Κολοκοτρώνης. Και φαίνεται αυτό το πράγμα έτσι που μπορούμε κατευθείαν να τον ταυτίσουμε και να δούμε ότι σαρκώνει τις μεγάλες μορφές του ελληνισμού, φαίνεται από δύο σημεία.

Ένα από το γεγονός ότι δε φοβότανε το θάνατο. Εκείνος που δε φοβάται το θάνατο….  Φοβόμαστε το θάνατο, φοβόμαστε, ας λέμε ότι δε φοβόμαστε. Και ας κάνουμε τη σκέψη ότι (31.12) μετά από 30, 40, 50 χρόνια, δε θα ζει κανείς από μας.  Θα έχουμε πεθάνει όλοι.

Ο Γέρος όταν λέει ότι δε φοβόταν το θάνατο, εννοούσε ότι είχε φιλοσοφήσει επάνω σ’ αυτό. Αυτό είναι και το έσχατο σημείο της φιλοσοφίας. […] Φιλοσοφία είναι ένα πράγμα, το έχει πει ο Πλάτων, φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου. Δείχνει λοιπόν πόσο φιλοσοφημένος ήτανε, με τη στάση του απέναντι στο θάνατο.

Και το άλλο η σχέση του με την Ελευθερία όπως βγαίνει  από τον Θουκυδίδη. Που μας είπε,  το ανέφερε στην αρχή  ο πρόεδρος ο κ. Βλάσσης, που λέει ότι η Ελευθερία είναι αποτέλεσμα ευψυχίας. Είμαστε ελεύθεροι μόνο όταν είμαστε από μέσα μας παλικάρια.  Όταν μπορούμε και δαμάζουμε τα πάθη μας,  και υψωνόμαστε με το φως του λόγου οδηγημένοι στην Ελευθερία. (32.14)

Και ο Γέρος σε όλη του ζωή αγωνίστηκε για την Ελευθερία και όταν την είδε την Ελευθερία, όταν τον είχαν μαντρώσει στο …  Παλαμήδι, που θα γνωρίσει και την ωραία καλόγρια, που τον διακόνευε, τον εφρόντιζε, και θα κάνει και ένα τρυφερό ερωτικό σμίξιμο μαζί της, και θα γεννήσει και ένα παιδάκι, το ’21 ήταν χήρος ο Κολοκοτρώνης,  το 34 θα γεννήσει τον Κολίνο, εκείνο το αγοράκι που 5-6 χρόνια που έζησε μετά το μεγάλωσε, το κανάκεψε και το έβαζε πισοκάπουλα επάνω στο άλογό του όταν πήγαινε να ιδεί και να αποχαιρετήσει πια, το 43 ερχότανε, το ‘βλεπε ο Γέρος ότι  θα πεθάνει, να αποχαιρετήσει τους φίλους του όλους  στην Πελοπόννησο, […] το είχε αφήσει αρκετό συναίσθημα…  (33.00)

Αυτή η αίσθηση της Ελευθερίας, δείχνει που είναι συνάρτηση Ελευθερία εσωτερική πρώτα και μετά έρχεται η εθνική, η πολιτική, η κοινωνική,  όλες οι άλλες μορφές που είναι συνάρτηση αυτής της ανδρείας, της παλικαριάς. Και να πούμε δύο λόγια μόνο για τη δημοκρατική του αντίληψη που είχε, δεν ήταν από τα τζάκια ο Κολοκοτρώνης κι ούτε με τη δημογεροντία (33.30) και τη γιανιτσαριά. Είχε και μεγάλες συγκρούσεις με τους δημογέροντες, αναφέρω μόνο εκείνο το φοβερό επεισόδιο που γίνεται κατά το 1826 ανάμεσα σ’ αυτόν και τον φίλο του που ήταν βέβαια πολλές φορές σε μεγάλες αντιδικίες, το δημογέροντα από  την άποψη το αρχοντολόι,  τα σόγια, τον Αντρέα Ζαΐμη. Σε μια ένταση….   Και να πούμε για τον άγιο Άρτης που συνεκρούστη κάποτε και έβγαλε το πασουμάκι και τον απείλησε σε μια συνέλευση και του λέει:

«Μη μου βροντάς το πασουμάκι γιατί βροντώ το σπαθί και σου κόβω το κεφάλι.» Και έφυγε ο καημένος τρέχοντας και πήγε στην Άρτα. Η μία του σχέση, επεισόδιο,  και η άλλη με τον Ζαΐμη. (34.09) Που είπε το περίφημο:

«Κολοκοτρώνη, Κολοκοτρώνη, έξι χρόνους αγωνίζεσαι να ενώσεις τα άρματα, και δε σ’ άφηκα να ενώσεις τα άρματα και ειδέ θέλω σε αφήσει.»

Άκουσε ο Κολοκοτρώνης, λέει, ο εμφύλιος πίσω, άλλα προβλήματα να μην τα θίξουμε, χτύπησε λέει τα παλαμάκια και λέει:

«Εύγε καλέ Έλληνα που δεν αφήνεις να ενωθούν τα άρματα, κι αν ήταν ενωμένα τ’ άρματα δεν έκαιγε ο Μπραΐμης τα χωριά και να σκλαβώνει τον κόσμο!»

Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε και το άλλο για να έχουμε την οδυνηρή και τη γνήσια και την υπεύθυνη ιστορική μνήμη γιατί αυτό το ξεχάσαμε και πάντα πολλές μεγάλες συμφορές μετά το ’21. Ήτανε οι φοβεροί οι διχασμοί, ήτανε η μεγαλύτερη καταστροφή της φυλής το ’22,  που χάσαμε εδάφη ελληνικά για 30 αιώνες και δε θα ξαναπάρουμε ποτέ και τα πληρώνουμε σήμερα όλα αυτά τα προβλήματα  με το Αιγαίο κλπ. (35.08) Γιατί ξεχάσαμε ακριβώς αυτό το δίδαγμα ότι οι έλληνες μονιασμένοι  πολεμήσανε μόνο 15 μήνες και κάναν θαύματα. Τα υπόλοιπα τέσσερα χρόνια, τεσσεράμισι χρόνια,  σφαζόντουσαν σε έναν ανελέητο εμφύλιο πόλεμο. Εδώ είναι η μεγάλη ευθύνη που έχουμε εμείς οι δάσκαλοι που δεν το μάθαμε στα παιδιά μας. Και τα μεγαλώσαμε με πλάνες και απατηλές αντιλήψεις. (35.32)

Εκείνο λοιπόν είναι: «Εύγε καλέ Έλληνα που δεν αφήνεις να ενωθούν τα άρματα, κι αν ήταν ενωμένα τ’ άρματα δεν έκαιγε ο Μπραΐμης τα χωριά και να σκλαβώνει τον κόσμο!»
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε και να μου συμπαθάτε τις ελλείψεις.


______________________________________________________

Το ηχητικό  ντοκουμέντο μπορείτε να το ακούσετε εδώ:

 https://www.youtube.com/watch?v=jYnBjstTaAg  




Έλληνες θα ειπεί...






Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα