ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Στη θέση των αναρτήσεων που αφαιρέθηκαν

Σήμερα Κυριακή. Των Βαΐων. Η Κυριακή που τρώνε τα ψάρια. Και πολύ καλά τους κάνουν! Γιατί δεν έχουν στόμα να μιλήσουν. Έτσι προέκυψε και το ρήμα "ψάρωσα".

Και όμοια την άλλη Κυριακή σουβλίζουν και τα αρνιά. Διότι είναι πρόβατα. Και βλέπουν το λύκο μπροστά τους και χαμπάρι δεν παίρνουν. Τον θαρρούν για τσοπανόσκυλο που ήρθε να τα φυλάξει.

Να, σαν ετούτο το χαριτωμένο. Που ανέβασε σήμερα μια καλή συναδέλφισσα στο φατσοβιβλίο. Ένεκα των ημερών και των καταστάσεων. Και με ανάλογο σχόλιο:

"Πάσχα... ώρα Αυτοαξιολόγησης για τ' αρνιά.  Για τα άλλα αρνιά.  Εγώ θα τη γλιτώσω ... Καλημέρα μας!"

Προς τούτο θαρρώ και επιβάλλεται η νηστεία των σαράντα ημερών. Για να μη μείνει ψάρι για ψάρι και αρνί για αρνί.

Μεταφορικά βεβαίως και συμβολικά. Διότι τα κακόμοιρα τα ζωντανά δε μας φταίνε σε τίποτα. Και ίσα ίσα που από τον καιρό του Αισώπου έχουν αναλάβει να ξυπνάνε και εκείνα τα ζώα που η φύση τα προόρισε για το βασίλειο των ανθρώπων.





Σαν ετούτο που χαμπάρι δεν παίρνει ακόμη και όταν αρχίσει το σφάξιμο. Βλέπει τους άλλους στο τσιγκέλι του χασάπη και αγρόν αγοράζει:

Μην ασχολείσαι! Τους άλλους σφάζουν!

Καθώς το θέμα είναι παλαιό και επαναλαμβάνεται στους αιώνες, κάποια εξήγηση θα υπάρχει που σχετίζεται με την ίδια τη φύση, όσο αφύσικη και αν είναι μια τέτοια συμπεριφορά. Την ίδια φύση που ο Λιαντίνης κατονόμασε ως βλέμμα του βοδιού. Τι βοδιού, τι προβάτου...  Και ανέθεσε στο δάσκαλο να το μεταμορφώσει σε βιβλίο: 


"Εν αρχή ην ο δάσκαλος. Μη ο δάσκαλος, η φύση θα ήταν, δε θα ήταν όμως οι κοινωνίες. Θα υπήρχε χρόνος, αλλά δε θα υπήρχε η ιστορία. Και στο βασίλειο των ζωντανών ήχων θα άκουγε κανείς την κραυγή, τα χουγιαχτά, τα συνθήματα. Δε θα άκουγε όμως ούτε θά  'βλεπε τη φωνή, τα γράμματα της γραφής, τις συμφωνίες, τους χορούς. 

Γιατί; Απλά, γιατί ο δάσκαλος είναι που μεταμορφώνει τον εγκέφαλο του ζώου σε νου του ανθρώπου. Αυτός κατορθώνει ώστε η ματιά του καθένα μας να μη μένει βλέμμα βοδιού, αλλά να γίνεται βιβλίο ανοιχτό να το διαβάζεις. Επεξεργάζεται το πετσί της κεφαλής μας και δημιουργεί πρόσωπο. Η δουλειά του δάσκαλου είναι ο αθέρας της βυρσοδεψίας. Και στο τέλος - τέλος ο δάσκαλος θωπεύει και μαλάζει το σώμα και την ψυχή μας, ώστε από τη στέρησή μας αποστάζεται το κλάμα, και την πλησμονή κορφολογιέται το γέλιο μας. 

Τα ζώα και τα φυτά δε γελούν ούτε δακρύζουν. Γιατί τους λείπει ο δάσκαλος. Έτσι δεν έμαθαν ποτές ότι στον ενόργανο κόσμο πέρα από τη σφαίρα του βιολογικού ανοίγεται ο φωτεινός ορίζοντας του πνεύματος. Ο θυμός, δηλαδή, οι επιθυμίες, τα πάθη, η φαντασία, ο λόγος.

Ο δάσκαλος είναι ο φυτουργός και ο σπορέας του λόγου. Εκείνου του λόγου που το τέταρτο Ευαγγέλιο τον αναφέρει στο θεό. 

Χωρίς το δάσκαλο ο λόγος θα σάπιζε άχρηστος μέσα στο έλος του κρανίου μας. Όπως σαπίζει άχρηστο το τραίνο που ρεμίζαρε για πάντα στο σταθμό. Και το καράβι, το GLORIA MUNDI ή το ANCA,  αν δεν το ταξιδέψει ο καπετάνιος του. Και όπως σκεβρώνει άφτουρη η νύφη που έμεινε αγεώργητη από τον άντρα. Και ο ιερός τρόμος της παρθενίας της σιγά - σιγά κακοβολεί, ωσόπου στο τέλος γίνεται ένα τεφρό δίχτυ αράχνης. 

Μ' ένα λόγο, ο δάσκαλος είναι ο ποιητής του ανθρώπου. Με την ίδια κυριότητα που ποιητής του κόσμου είναι ο θεός. Χωρίς δάσκαλο το πνεύμα που πνέει θα παραπόμενε άψυχος άνεμος. Γαρμπής, δηλαδή, πουνέντες σοροκάδα και παγωμένος Σκίρωνας. Και θα φυσούσε μάταια στις άκριες των βουνών, στις φυλλωσιές, στα συστήματα των υδάτων. 

Αν έλειπαν οι δάσκαλοι, η γη μας θά 'ταν τυφλή. Και το σύμπαν ανυπόστατο."

Δ. Λιαντίνης, "Τα Ελληνικά" (σελ. 13 - 14)

 Κι έρχομαι τώρα και σε ερωτώ, τίμιε αναγνώστη. Μπορεί να τα κάνει όλα τούτα ο δάσκαλος που έχει ο ίδιος το βλέμμα του βοδιού και το βλέμμα του προβάτου;

Και σε ρωτώ ακόμη: Τζάμπα και τυχαία ο Λιαντίνης αναλώθηκε σε κείνο το νεοκλασικό του Μαρασλή; Αναλώνοντας εαυτόν ακόμη και όταν οι λύκοι ντύθηκαν με προβιές και όρμησαν να τον κατασπαράξουν;

Μια μοίρα περίεργη με έφερε εκείνη ακριβώς τη μέρα κοντά στο Δάσκαλο. Το έχω ξαναγράψει. Για την τελευταία φορά που τον είδα. Και έχοντας σκολάσει τα γράμματα κοντά του καιρό πριν. Εκείνη τη μέρα όμως, Νοέμβρης ήταν του 1996, τα βήματά μου με ξανάφεραν στο Μαράσλειο. Και βρέθηκα σε μια σκηνή εξωπραγματική. Να έχει ξεσηκωθεί η μισή Μετεκπαίδευση ενάντια στο Λιαντίνη. Φώναζαν και χούγιαζαν και απαιτούσαν την άμεση απομάκρυνσή του.

Μαζί με τους λύκους και τα πρόβατα. Να το δεις και να μην το πιστεύεις να τακιμιάζουν.

Ενάντια σε ποιον; Σε εκείνον που θέλησε να τους κάνει ανθρώπους.

Δεν τον άγγιξαν. Δεν τόλμησαν. Ήταν εκεί και όσοι πρόκαμαν να ξυπνήσουν. Το άλλο μισό Μαράσλειο. Οι μαθητές του.

Πέρασαν κοντά είκοσι χρόνια από τότε. Μα είναι οι σκηνές ζωντανές σαν να συνέβησαν μόλις χτες.

Ο Λιαντίνης να βγαίνει ατάραχος από το κτίριο. Και να προχωρά προς το αμφιθέατρο της σχολής. Ούτε ένας μυς του προσώπου του δε μαρτυρούσε τι γινόταν γύρω. Λες και αφορούσε κάποιον άλλο.

Τον ακολουθήσαμε. Οι μαθητές του. Κι εγώ μαζί. Μπήκαμε στην αίθουσα. Ξεκίνησε η διδασκαλία. Η τελευταία που άκουσα από το στόμα του. Τα έχω ξαναγράψει. Πως ήθελα στο τέλος να πάω να του σφίξω το χέρι. Να του πω ότι εγώ είμαι από τους παλιούς και πήγα εκείνη τη μέρα μόνο για εκείνον. Δεν τόλμησα. Και θαρρώ πως ορθά έπραξα. Γιατί δική μου ήταν η ανάγκη και μόνο. Ο Λιαντίνης τέτοια χρεία δεν είχε. Όπως δεν την έχει όποιος καλά γνωρίζει ποιος είναι και πως έπραξε το καθήκον του.

Ευτυχώς, λέω, δεν πήγα να του μιλήσω. Αλλιώς θα διάβαζα για τον Παπαδιαμάντη και το Συγγρό και θα ντρεπόμουνα στους αιώνες. Που κόντεψε λέει να ελεημονήσει τον ποιητή! (Τα Ελληνικά, σελ. 79)

Τέτοια γεγονότα είναι γραφτό όμως να επαναλαμβάνονται. Και η μοίρα, για να μην πλήττουμε, μας αλλάζει συχνά το ρόλο. Ή και για να μας δοκιμάσει. Πόσα καράτια ζυγίζουμε. Ξαφνικά μας δίνει μια κλοτσιά και μας πετάει στα βαθιά. Την ώρα που οι μάζες αλυχτούν. Εκεί σε θέλω. Αν μπορείς να κρατήσεις τιμόνι και την πορεία σου σταθερή. Γιατί ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται. Στις μπουνάτσες αφήνουν και τους μούτσους ακόμη στην τιμονιέρα.

Όχι, δεν ξύπνησε ο παλιός ναυτικός μέσα μου. Με ταρακούνησε όμως ένα απόσπασμα που ανέβασε επίσης στο φατσοβιβλίο και σήμερα πάλι μια παλιά μου μαθήτρια. Ήταν από τη φουρνιά των παιδιών που συμπάλευα να τα ξυπνήσω τότε ακριβώς που ο Δάσκαλος έφυγε. Τα παρέλαβα το Σεπτέμβρη του 97 και πήραν απολυτήριο από το σχολειό τον Ιούνιο του 1999. Ήμουν μαζί τους όταν συνέβη το απρόσμενο και ήρθαν τα πάνω κάτω. Για όσους λατρέψαμε το Λιαντίνη ως θεό μας. Δηλαδή ως το μεγαλύτερο Δάσκαλο που συντύχαμε στη ζωή μας.

Εκείνο το κορίτσι δεν προχώρησε στα γράμματα του σκολειού. Νωρίς νωρίς τράβηξε στο μεγάλο σχολείο της ζωής. Έκανε οικογένεια και σήμερα μεγαλώνει τέσσερα παιδιά! Κι έτσι που να δικαιώνει απόλυτα το ιδεώδες του εσθλού. Μάνα με τα όλα της. Διαβάζω καθημερινά τι ανεβάζει και την καμαρώνω. Τύφλα να έχουν οι συμμαθητές της που πήραν πτυχία και μεταπτυχιακά και διδακτορικά ακόμη.

Σήμερα όμως ξεπέρασε τον εαυτό της με το απόσπασμα που διάλεξε από την Ευγενία  Φακίνου να ανεβάσει. Σας το παραθέτω. Όπως το παρέθεσα και στους φίλους μου στο φατσοβιβλίο αντί για καλημέρα:

"Πώς έρχονται τα πράγματα στη ζωή!!
Άλλα λογαριάζεις... άλλα ονειρεύεσαι..
και συμβαίνει κάτι απρόσμενο που τα ανατρέπει όλα!!
Σέρνεσαι πίσω από τα γεγονότα... και τα ακολουθείς..
χωρίς να μπορείς να τα κάνεις ν' ακολουθούν αυτά εσένα!!
Κι έτσι... μπορεί να κυλήσουν χρόνια πολλά ερήμην σου..
με τις επιθυμίες βαθιά καταχωνιασμένες..
ανίκανες να βγουν στην επιφάνεια..
να κάνουν μια ωραία τρικυμία
και να σαρώσουν όλα τα ανεπιθύμητα!!"

Ω, θεοί! Άκουσα αίφνης τον ίδιο το Λιαντίνη να μιλάει. Και να ερμηνεύει Καβάφη.

Θες Τείχη; Il gran rifiuto; Θερμοπύλες; Βαρβάρους; Τρώες; Την Πόλι; Τη Σατραπεία; Ιθάκη; Ή "Απολείπειν ο θεός Αντώνιον";

Σίγουρα πάντως Καβάφη. Και ειδικά ετούτο το απόσπασμα από τα Ελληνικά και την αγαπημένη σελίδα 117:

"Τώρα ό,τι έμεινε είναι να κουρεύουμε το στραγάλι, και να συναχώνουμε τη σουλφαμίδα. Γυρνάμε δεξιά περί τον εαυτό μας, γυρνάμε αριστερά περί τον πυρήνα του προβλήματος, και παίζουμε το ηλεκτρόνιο του υδρογόνου, ώσπου να γίνουμε δευτέριο. 

Σήμερα μάλιστα που είμαστε "και τέλος πάντων, να, τραβούμε εμπρός", που λένε οι ηλεκτρονικοί και ο πολιτικός αναμορφωτής του Καβάφη, στη διδακτική των Αρχαίων Ελληνικών θα χρησιμοποιήσουμε και την "προηγμένη τεχνολογία". 

Υπολογιστές, μικροδιδασκαλίες, κλειστά κυκλώματα, βιντεοκασέτες, οπτικοακουστικά, και τα συναφή. 

Όλα αυτά είναι έγκριτα και να τα χαιρετάς. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται αλλού. Και το πρόβλημα είναι το ένα, που έχουμε μόνο τη δική του ανάγκη, και κανενός άλλου. Όπως ακριβώς κάποτε το είπε και ο Ιησούς, δάσκαλος πρώτος, καθώς επιτιμούσε τρυφερά τη Μάρθα, και κοίταζε έμπιστα τη Μαρία. 

Το πρόβλημα λοιπόν διατυπώνεται έτσι: Δεν έχει νόημα να διδάσκεις τη διδακτική των Αρχαίων Ελληνικών, έστω κι αν η δεξιοτεχνία σου ξεπερνά τις "ηλεκτρικές τρίπλες" του Μαραντόνα, όταν δεν έχεις ιδέα για το τι είναι ο κλασικός κόσμος. Όταν δεν άκουσες ποτέ σου το λόγο: οι έλληνες δε γράψανε, οι έλληνες ζήσανε. Το ξέρουμε αυτό; 


Όσο για μέριμνα του τόπου, για διοίκηση  - 

ούτ' ήξερε τι γένονταν τριγύρω του. 


Αχ! ο Καβάφης. Πάντα μπροστά μας βγαίνει ο πονηρός ο γέρος.

Σήμερα μία μυλόπετρα πλακώνει την παιδεία των παιδιών μας. Ένας βραχνάς γράφει το παρόν μίζερο, και διαγράφει απαίσιο το μέλλον της χώρας. 

Γιατί η αγωγή των νέων είναι κακή. Και η αγωγή των νέων είναι το θεμέλιο της πολιτείας. Και κρίνει τη σωτηρία και την ικμάδα της από το Α ως το Ψ. Αφήνω σκόπιμα έξω τα Έκτορος λύτρα, γιατί εκεί ο χαλασμός και ο θρήνος είναι μέγας. 

Η παιδεία των νέων είναι το δυνατό αίμα και ο αέρας ιωδίου για το μέλλον των λαών. Επένδυση πιο ασφαλή για προοπτική μακρόπνοη  δεν πρόκειται να βρεις. 

Την αλήθεια αυτή τη λαλούν και την κράζουν από τους νόμους του Λυκούργου μέχρι τους χάρτες του ΟΗΕ. Όμως της δικής μας παιδείας το αίμα έχει αιματοκρίτη λευχαιμίας. 

Χρειάζεται να στηθούν οδοφράγματα στους δρόμους. Να στηθούν δικαστήρια στις αίθουσες, και ίσως ίσως γκιλοτίνες στις πλατέες. Για να σταυρωθεί το κακό, και να πάψει η βασκανία.

Από τον καιρό του Σχινά και του Μαυροκορδάτου μας βαραίνει ο σοφολογιότατος και ο φαναριώτης. Το δίκαιο του μέλλοντος όμως χρειάζεται πολλούς δικαστές σαν τον Τερτσέτη τίμιους. Και σαν τον Πολυζωίδη. Για να εξαλειφθούν κάποτε οι αιτίες της δίκης του Κολοκοτρώνη." 

Δ. Λιαντίνης, "Τα Ελληνικά", σελ. 117

Μα εσύ σέρνεσαι πίσω από τα γεγονότα.

Και περνάνε τα χρόνια ερήμην σου.

Δίχως την τρικυμία που θα τα σαρώσει όλα.

Τα ανεπιθύμητα!

Με καταλαβαίνεις, τίμιε αναγνώστη, τι θέλω να σου πω; Πως δεν μπορείς να είσαι δάσκαλος αν δεν μπορείς να κάνεις τα γεγονότα να τρέχουν πίσω σου;

Κι όσο για μέριμνα του τόπου και διοίκηση δε σκαμπάζεις;

Σαν εκείνο τον ιερωμένο που μας κούφανε κάποτε λέγοντας πως δεν πήρε χαμπάρι τη χούντα γιατί τότε σπούδαζε!


Σε καταλαβαίνω όμως. Αυτό πρέπει να σου πω. Προβληματίστηκα πολύ όλες αυτές τις μέρες. Και αναρωτήθηκα αν είναι δίκαιο να ζητώ από τους άλλους να κάνουν "τρικυμία". Μόνο και μόνο γιατί τους έλαχε στη ζωή τους να ακούσουν Λιαντίνη. 

Και τι θα έκανα κι εγώ αν βρισκόμουν στην ίδια θέση; Ναι, εντάξει, δε θέλησα ποτέ να γίνω ούτε καν διευθύντρια σχολείου. Έτσι έκρινα. Πως δεν είναι για μένα η θέση στελέχους στο παρόν εκπαιδευτικό σύστημα. Και δεν "έφταιξε" μονάχα ο Λιαντίνης. Το ευ ζην το χρωστώ και στους γονείς μου.

Είδα τον πατέρα μου  κάποτε να γίνεται επιθεωρητής. Από φτωχόπαιδο. Και με το σπαθί του. Και μετά να έρχεται σε κόντρα και με συνδικαλιστές και με την ένωση επιθεωρητών. Στους λίγους που διαφώνησαν και γύρισαν δάσκαλοι ξανά στις τάξεις. Έπειτα σύμβουλος. Και πάλι κόντρες. Παραιτήθηκε.

Ύστερα ήρθε η σειρά της μάνας. Την πιέσαμε οι άλλοι να κάνει χαρτιά για σύμβουλος. Έφτασε ως την πόρτα της επιτροπής. Όταν ήρθε η ώρα να μπει, βρήκε και τη δύναμη να εκφράσει το δικό της θέλω. Πως δεν επιθυμεί να γίνει σύμβουλος. Και προτιμά να γυρίσει στο νηπιαγωγείο της.

Ξέρω λοιπόν. Και πονάει η ψυχή μου. Για τους καιρούς που μας έλαχε να ζήσουμε.

Μα δεν είμαι στη θέση σου.

Λέω επομένως πως έσφαλα. Και σου ζητώ συγνώμη. Στο συγκεκριμένο σημείο και μόνο. 

Ποια είμαι εγώ που θα σου πω τι να κάνεις; 

Την τρικυμία ο καθείς την αποφασίζει μόνος του. 

Πότε και πώς και πόσο.

Και τι σημαίνει πως κάποιος άκουσε κάποτε Λιαντίνη; Ο Λιαντίνης δε ζήτησε οπαδούς. Να τραβήξουμε το δρόμο το δικό μας, ορμήνεψε. Και σαν τον έχουμε ξεχάσει, τότε θα ξαναρθεί κοντά μας.

Καλό ταξίδι εύχομαι. Αυτό μόνο.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Έλληνες θα ειπεί...



Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα