ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ OFFICIAL SITE ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΤΟ liantinis.gr




Η κάλτσα της Νώενας και το βελονάκι του Λιαντίνη

Όπου να σας βρίσκει το κακό αδερφοί, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Έτσι παράγγειλε άλλος μεγάλος των ποιητών μας, ο Ελύτης, και κατά Λιαντίνη Αλήτης. Αλήτης βεβαίως σαν εκείνον τον αρχαίο, τον Εμπεδοκλή, τον φυγάδα θεόθεν και αλήτη.

Κι επειδή στις μέρες μας περίσσεψε το κακό και είναι και μέρες χριστουγεννιάτικες όλο με τον κυρ Αλέξανδρο σεριανίζουμε. Έτσι έγινε και θυμηθήκαμε και την κάλτσα της Νώενας. Την έχετε διαβάσει; Αν όχι, ιδού η ευκαιρία:

Η ΚΑΛΤΣΑ ΤΗΣ ΝΩΕΝΑΣ

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

«–Και τα κουνούπια πώς να ηύραν τρόπον κ’ εσώθηκαν εις την Κιβωτόν; Κ’ η μυίγα; και τα μυιγαράκια; κ’ οι μουσίτσες;

–Και τα μικρόβια;

Αι δύο κυρίαι είχαν τον λόγον. Η πρώτη, ευτραφής, μεγαλόσωμος, και καλοκαμωμένη, όσο εφαίνετο υπό τας ακτίνας της σελήνης, μέσω του δένδρου, Και υπό το φως ενός φανού επί χαμηλού στύλου, έξωθεν του εξοχικού καφενείου, ήτο σύζυγος του παρακαθημένου αυτή υπερμεσήλικος κυρίου με την γενειάδα, όστις ήτο επαρχιώτης πολιτευόμενος. Η άλλη, νεαρά ακόμη, άγαμος, ήτο εν ενεργεία δασκάλα. Εις γνώριμός των, νεαρός κύριος, συνεπλήρου την τετράδα. Είχαν πίει τον καφέν των, την θερινήν εκείνην νύκτα, και ανεψύχοντο.

–Κι ο ψύλλος τάχα που να ετρύπωσε, και κατώρθωσε να γλυτώση; είπεν η δασκάλα.

–Δεν αμφιβάλλω ότι στην κάλτσα της Νώενας θα εχώθη, απήντησεν η μεγαλόσωμος.

Όλοι εκάγχασαν.

–Μα η ψείρα;

–Ω, η ψείρα; Χωρίς άλλο θα εκόλλησε στην γενειάδα του Νώε.

Ο γηραιός κύριος ακουσίως έψαυσε την γενειάδα του.

Εις ένα όμιλον αντικρινόν εκάθηντο τρεις λιμοκοντόροι. Οι δύο μόνον εφορούσαν στενά. Ο τρίτος, αμύστακος ακόμη, εφορούσε κομψά ρασάκια, και είχε την κοτσίδα του οπίσω δεμένην εις την μέσην με κορδέλαν. Ίσως ήτο Ριζαρείτης.

Κατά σύμπτωσιν, κ’ εκεί η ομιλία ήτο σχετική με την Παλαιάν Διαθήκην. Οι τρεις νέοι ωμιλούσαν εν εξάψει, κ’ εφαίνοντο ότι είχαν δειπνήσει εν αφθονία.

–Και τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;... Πως μίλησεν η γαϊδάρα του Βαρλαάμ; Τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;

Το βρε ο Ριζαρείτης το απηύθυνε βεβαίως εις τον αόρατον και απρόσωπον (τον) διευθυντήν συντάκτην της Ιεράς Γραφής, προς τον οποίον απέστρεφε ρητορικώς τον λόγον. Ίσως εις τον προφήτην Μωϋσέα.

–Τίνος τα πουλάς αυτά, επανέλαβε και τρίτην φοράν.

Ο νεαρός κύριος του γείτονος ομίλου, αν κ’ εγέλασε με τας ελαφράς ευφυολογίας των δύο γυναικών, φαίνεται ότι δεν ευηρεστήθη από την βαναυσότητα του μικρού ρασοφόρου. Και αποτεινόμενος προς την ιδίαν ομάδα του, αρκετά μεγαλοφώνως ώστε ν’ ακούεται και από τους γείτονας, είπε:

–Τίνος τα πουλά; ...Μ’ αυτά τα πράγματα, είναι είκοσιν αιώνες τώρα, εξακολουθούν να πουλούνται εις εκατομμύρια ανθρώπων, και μάλιστα αι Βιβλικαί Εταιρείαι τα πουλούν μεταφρασμένα εις τριακόσιες τόσες γλώσσες... Κ’ έπειτα, εκείνος που τα πουλά, ως θαύμα ζητεί να τα πουλήση και όχι ως κοινόν τι και σύνηθες. Ουδέ βιάζει κανένα να το πιστεύση.

–Και δεν είναι και πολύ παράξενο αν ωμίλησε μίαν φοράν η γαϊδάρα, είπεν ακάκως ο γηραιός κύριος. Πόσοι γαϊδάροι και γαϊδάρες πόσες μιλούν!

–Ας τ’ αφήσουμε αυτό, είπεν ο νέος. Μα ιδέτε πόσον καλά ο νεαρός αυτός ρασοφόρος μανθάνει τα «ιερά γράμματα», αφού τον Βαλαάμ, τον μάντιν, που έζησε χίλια χρόνια προ Χριστού, τον κάνει Βαρλαάμ, τον αιρετικόν της 13ης μετά Χριστόν εκατονταετηρίδος... Και το κάτω-κάτω, κύριε, επέφερεν οιονεί αποστρέφων τον λόγον προς τον Ριζαρείτην, αφού δεν σ’ αρέσει, κύριε, η Θρησκεία και το ιερατικόν στάδιον, διατί φορείς ράσα, και διατί οι φιλόστοργοι γονείς σου σε στέλνουν να φοιτάς εις την Ριζάρειον; Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι; ».
Αυτά από το Σκιαθίτη. Εκατό και πλέον χρόνους νωρίτερα. Που δεν εγνώριζε τις κάλτσες τις σημερινές και τις δικές μας συνήθειες να τις κρεμούμε τέτοιες μέρες στα τζάκια. Κάτεχε όμως την ανωτάτη τέχνη της πλεκτικής του λόγου και ημπορούσε σε τόσο λίγες γραμμές να σμιλέψει απαράμιλλα μνημεία λόγου. Ακόμη και μαντάροντας καλτσούλες για τη Νώενα και χώνοντας εκεί τη γενιά των ψύλλων. Έτσι λέει γλίτωσαν τότε στον κατακλυσμό οι ψύλλοι κι οι ψείρες πήγαν και φώλιασαν στη γενειάδα του Νώε. Κι έτσι γίνηκε και η αφορμή να θυμηθώ παραμονές Χριστούγεννα αυτή την παλιά ιστορία του Παπαδιαμάντη.

Ανοίγω που λέτε το mail box και παίρνω ένα μήνυμα των ημερών με ευχές. Και μαζί με τα κλασικά χρόνια πολλά διαβάζω και για το μικρόβιο! Της απογοήτευσης το μικρόβιο. Να μην αφήσουμε έλεγε ο αποστολέας να τρέφεται από την ελληνική κοινωνία...

Βρε συ, εδώ κοτζάμ Παπαδιαμάντης και το μπάρκαρε και το μικρόβιο στην Κιβωτό του Νώε, κι εσύ δεν το λυπάσαι το καψερό και θες να το καταδικάσεις σε θάνατο εξ ασιτίας; Εντάξει, δεν ανέφερε τις λεπτομέρειες, πού πήγε ακριβώς και τρύπωσε το μικρόβιο, μα εύκολο είναι να υποθέσουμε αν λάβουμε υπόψη τις κρυψώνες για τα άλλα ζωΰφια. Εκτός και μόνο κάλτσες φορούσε η κυρα - Νώενα, πράγμα επιεικώς απαράδεκτο για γυναίκα θεοσεβούμενη!

Μα θα μου πεις και θα έχεις δίκιο πως ο αποστολέας δε μίλαγε για τη φαμίλια του Νώε και για τον καιρό του. Μα για το σήμερα. Και τους Έλληνες. Εμείς, λέει, να μην το ταΐζουμε αυτό το μικρόβιο. Της απογοήτευσης...

Προφανώς του έχουν γίνει τσιμπούρια τα εν λόγω μικρόβια και άλλο δε σκέφτηκε μέρες χρονιάρες πάρεξ να παραγγείλει σε γνωστούς και φίλους να τα ξεπαστρέψουν. Τα άτιμα τα μικρόβια. Της απογοήτευσης...

Άλλοι μαθές κάνουν τον Βαλαάμ Βαρλαάμ και άλλοι την απογοήτευση μικρόβιο. Και ξεχνούν πως ούτε περί μικροβίου πρόκειται ούτε και τη θρέφει την απογοήτευση η ίδια η κοινωνία. Μα τη σπέρνουν στον κοσμάκη εκείνοι ακριβώς που καταγγέλλει ο κυρ Αλέξανδρος στην τελευταία του γραμμή, οι Γραικύλοι. Κι αν δε γνωρίζουμε ποιοι είναι αυτοί, ας αφήσουμε το Λιαντίνη να μας εξηγήσει:



Το δούλον φρόνημα. Η κολακεία και η δουλοφροσύνη που δημιούργησαν τους Γραικολιγούρηδες. Και η τσίμπλα στο μάτι της Ακρόπολης.

Ας δούμε όμως και το αντίστοιχο κείμενο για τους γραικολιγούρηδες στο συγγραφικό έργο του Λιαντίνη:

«Όλους αυτούς τους αιώνες στο κατώτερο επίπεδο των «ελασσόνων», το διακομετακομιστικό εμπόριο των ιδεών της Στοάς γίνεται από παιδαγωγούς και δασκάλους χωρίς τίτλους πνευματικής καταγωγής και ηθικής ευγένειας.

Ένα σμάρι πεινασμένων λογίων και καλλιτεχνών, φιλόσοφοι ρήτορες ιατροί σχοινοβάτες αλείπτες στιχοποιοί παιδοτρίβες μετανάστες αιχμάλωτοι εμιγκρέδες τυχοδιώκτες μαστρωποί κιναιδολόγοι ρουφιάνοι ξεβασκαντές τερατοσκόποι μισθοφόροι τελώνες χορευτές απελεύθεροι, - κάτι σαν εκείνους που σήμερα δηλώνουν επάγγελμα «εραστές» στη Ρόδο και στα Μάταλα -, κατακλύζουν τη Ρώμη και τις άλλες πόλεις της Ιταλίας καθώς και τις έδρες των επαρχιών. Εκεί, μαζί με τον Όμηρο, την αρχιλόχεια προσωδία και τις εμβάδες του Εμπεδοκλή, διδάσκουν τη λογική του Χρύσιππου και την εγκράτεια του Ζήνωνα.

Είναι το κοπάδι των ρακοσυλλεκτών και των κουρελοφόρων του πνεύματος. Ένα φιλοσοφικό Lumpenproletariat που περιφέρει στο ένα χέρι το πινάκιο του σιτόφοβου, και στο άλλο το σφυρί του πλειστηριασμού της φιλοσοφίας.

Περιγραφή γραφική, αλλά παράλληλα και δραματική στο έπακρο, ολόκληρης της πλανόδιας δυστυχίας μας δίνει ο Λουκιανός στο ντοκουμέντο του Περί των επί μισθώ συνόντων.

Και σ’ έναν τόνο διαφορετικό, όχι απλώς καταφρόνησης αλλά εξευτελισμού και φόβου που κάπου σε πονά, περιγράφει το φαινόμενο μια πλειάδα λατίνων συγγραφέων σ’ ένα τόξο τριών αιώνων. Το τόξο το ανοίγει ο Πλαύτος, ένα μαστίγιο για τους έλληνες στο χέρι του Κάτωνα του Τιμητή, και το κλείνει ο Ιουβενάλης, ο σύγχρονος του αμείλικτου Τάκιτου στα χρόνια του Τραϊανού.

Στο μέσο αυτής της τεντωμένης καμπύλης βρίσκεται ο αμφίσημος και παλίμβουλος Κικέρων, που από τα χρόνια του και τα γραφτά του και ύστερα αρχίζει κανείς να μιλά πλέον για γραικούς, αλλά και για γραικύλους.

Το Graeculus, υποκοριστικό του Graecus με σημασία ραπίσματος, εδήλωνε τους έλληνες σκλάβους που έκθεταν τους λαμπρούς προγόνους, για να σκεπάσουν τη μιζέρια των απογόνων.

Στόχος της λέξης ήταν κυρίως η κοιλιά, που για να γεμίσει κατασταίνοταν μήτρα της αηδιαστικότερης κολακείας. Ένα δοχείο εντροπής και ατίμωσης.

Οι ρωμαίοι συγγραφείς πολλές φορές θα απορήσουν και θα αναρωτηθούν. Πώς από μια φυλή αξανακατάκτητων αρετών γεννήθηκαν τέτοια ασπόνδυλα ανθρωπίδια; Όλοι τους είναι άπιστοι, υποκριτές, λαίμαργοι, πονηροί, αργυρώνητοι, αργοκηφήνες και παράσιτα που δεν έχουν αίσθηση και αισθήματα. Στο όνομα γραικύλος ο Ιουβενάλης θα προσθέσει ένα προσδιοριστικό που διαφωτίζει:

esuriens graeculus.

Μεταφράζοντας κατά λέξη γίνεται κανείς καίριος, αν πει: ο γραικολιγούρης.

[...] Υπήρχε λοιπόν στη Ρώμη, λέει ο Λουκιανός, ένας στωικός φιλόσοφος, δείγμα τυπικό του esuriens graeculus, άκουγε στο όνομα Θεσμόπολις. Αντικείμενο διακόσμησης το πιότερο και ελάχιστα παιδαγωγός, αδημονούσε να δείχνει το ζήλο του, που όμως του τον ζητούσαν σπάνια.

Αντί για τα καλά μαθήματα περί «αυτάρκειας» και «εκπυρώσεων», δύο όρων βασικών στη στωική φιλοσοφία, η δέσποινα του αρχοντικού – φαντάζομαι μια πατρικία εμπερίστατη και λεπτοφυή με τα μαλλιά της ένα μαύρο σταφύλι ή μια πλεξίδα σκόρδα – προτιμούσε να επιφορτίζει το στωικό με το καθήκον να βγάζει τη σκυλίτσα της την ορισμένη ώρα περίπατο στις στοές και στους κήπους της Ρώμης. Στωικό καθήκον και πράξη!

Καθώς ο φιλόσοφος περπατούσε στο δρόμο φυλάγοντας με προσοχή στον κόρφο του το πολύτιμο οικόσιτο, ήσαν φορές να βλέπεις ένα έξυπνο κεφάλι σκυλιού να προβάλλει από το ιμάτιο του Θεσμόπολη και με την κόκκινη γλώσσα του να γαργαλά την παραυτίδα και να λείχει τα λευκά του γένια. (1)

Κι ο Λουκιανός καταλήγει: Έτσι ο φιλόσοφος από στωικός κατάντησε να γίνει κυνικός!» (2)

Και από τα σχόλια του βιβλίου αναφέρουμε τις ακόλουθες παραπομπές:

(1) Λουκιανού, Περί των επί μισθώ συνόντων 34: «το δε πράγμα παγγέλοιον ην, κυνίδιον εκ του ιματίου προκύπτον μικρόν υπό τον πώγωνα και κατουρήσαν πολλάκις, και το γένειον του φιλοσόφου περιλιχμώμενον»

(2) «Περί δε Θεσμοπόλιδος, έφη, τούτο μόνον ειπείν έχω, ότι αντί Στωικού ήδη Κυνικός ημίν γεγένηται».

Δημήτρης Λιαντίνης, «Πολυχρόνιο», σελ. 29 – 32

Μπορεί λοιπόν ο Παπαδιαμάντης, ως θρήσκος άνθρωπος να απέφυγε να κατονομάσει πού κρύφτηκαν τα κάθε λογής μικρόβια στην Κιβωτό του Νώε, κι ο Λιαντίνης για λόγους ευπρέπειας να μην ανέφερε στο βιβλίο του όλες τις λεπτομέρειες για το σκυλάκι, μα ο αρχαίος Λουκιανός δε δίστασε να στιγματίσει τον κατουρημένο φιλόσοφο! Λουκιανός είναι αυτός. Κι αν θυμάστε ο ίδιος έβαλε το Μένιππο να περγελά το Χάρο με το "Ουκ αν λάβετε παρά του μη έχοντος". Στο γραικολιγούρη θα κόλωνε; Που καταδεχόταν κοτζάμ φιλόσοφος να βγάζει βόλτα το σκυλάκι και να το αφήνει να τον κατουράει;

Κι από το Λουκιανό επίσης, και τον ήρωά του το Μένιππο, μάθαμε και διδαχτήκαμε πως ένας πραγματικά λεύτερος άνθρωπος τίποτε δε φοβάται:
Χ: Από πού μας κουβάλησες βρε Ερμή τούτο το κοπρόσκυλο; Το τι έλεγε στο ταξίδι δε περιγράφεται! Πείραζε και κορόϊδευε όλους τους άλλους κι ήταν ο μόνος που τραγουδούσε ενώ κείνοι θρηνούσανε.

Ε: Δε ξέρεις Χάρε ποιον είχες στη βάρκα; Τον Μένιππο! 'Ανθρωπος τελείως λεύτερος. Τίποτε δεν τονε νοιάζει!
Έτσι κι ο Λουκιανός, τον έκανε σεργούνι το Θεσμόπολη. Που περιφερόταν με τα κάτουρα του σκύλου. Για να μη χαλάσει το χατίρι των αφεντικών. Και μαζί του όλους τους ομοίους του. Κάθε τόπου και κάθε εποχής. Γιατί και τότε και τώρα υπάρχουν αφενός οι Μένιπποι και αφετέρου οι Θεσμοπόληδες. Και τυχαίο δεν είναι που ακόμη σήμερα ο λαός μας μιλάει για "κατουρημένες ποδιές".

Λέει όμως και μια ακόμη παροιμία ο λαός μας. Πως στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί. Στου κατουρημένου; Μιλάνε για μικρόβια;

Πού είσαι κυρ Αλέξανδρε να ανακράξεις και πάλι:

Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι;



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Έλληνες θα ειπεί...



Να μαζεύονται οι φίλοι, να πίνουν κρασί και να τραγουδάνε...

Προβολές σελίδων τον προηγούμενο μήνα